Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρυστάλλα Χαραλάμπους, Αρ.Υπόθεσης:5614/2012, 6/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:5614/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Χρυστάλλα Χαραλάμπους Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. A. Κόνιας. Κατηγορουμένη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει δύο Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 25/7/2011 στην οδό Αγίου Γεωργίου, στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KSK035, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης στάσης σε καθορισμένη διάβαση πεζών, κατά παράβαση των Καν. 2, 58
(4)(η), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι
- Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που φαίνεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, παρέλειψε να σταματήσει τούτο και να επιτρέψει την διέλευση πεζών που χρησιμοποιούσαν την καθορισμένη διάβαση πεζών στην αναφερόμενη οδό ή εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να πράξουν τούτο. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε κάποιο μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 2601, Χ. Λουκά, (Μ.Κ.1), ο οποίος στις 25/7/2011 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση της Επαρχίας Λευκωσίας και ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 στις 25/7/2011 και περί ώρα 17:00 επισκέφτηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:45 στην οδό Αγίου Γεωργίου στην Ανθούπολη, με ενεχόμενους το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KSK035 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγούσε η Κατηγορουμένη, και την πεζή Μαρία Γιακουμή. Κατά την άφιξη του Μ.Κ.1 στην σκηνή, το Αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση, ενώ η πεζή βρισκόταν στο πεζοδρόμιο. Στην παρουσία της Κατηγορουμένης, ο Μ.Κ.1 πήρε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο «2»), όπου σημείωσε το σημείο επαφής του Αυτοκινήτου με την πεζή, το οποίο υπέδειξε η Κατηγορουμένη, με το γράμμα «Χ». Στο σημείο δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να επιβεβαιώνει το σημείο επαφής. Επίσης, στο μέρος του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.1 έλεγξε το Αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι υπήρχε ίχνος που να δείχνει επαφή του Αυτοκινήτου με την πεζή σε σημείο της πόρτας του συνοδηγού, το οποίο ήταν σκουπισμένο, ενώ το υπόλοιπο όχημα ήταν σκονισμένο. Επίσης, το καθρεφτάκι της πόρτας του συνοδηγού ήταν κλειστό προς τα μέσα, ήτοι προς το παράθυρο, και ο καθρέφτης αυτού ήταν αποκολλημένος από τη θέση του. Η Κατηγορουμένη συμφώνησε με τις εν λόγω διαπιστώσεις του Μ.Κ.
- Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.1 παρατήρησε τα ακόλουθα:
- Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος.
- Η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας. Στο σημείο υπάρχει διάβαζη πεζών με «αναλάμπουν πορτοκαλιού φανούς». Το όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ώ. και υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα με ένδειξη για διάβαση πεζών και από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας.
- Το Αυτοκίνητο υπέστη ζημιά στο αριστερό καθρεφτάκι, ενώ η πεζή μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Καταγράφεται, επίσης, ότι στις 25/7/2011 και μεταξύ των ωρών 17:40-18:05, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4». Επίσης, στις 30/8/2011 και περί ώρα 12:30, ο Μ.Κ.1 μετέβηκε στη σκηνή μαζί με την πεζή, η οποία του υπέδειξε το σημείο επαφής με το Αυτοκίνητο, το οποίο σημείωσε στο Τεκμήριο 2 με το γράμμα «Χ1». Ακολούθως, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, ο Μ.Κ.1 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την πεζή. Τέλος, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι στις 3/9/2011, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, ο Μ.Κ.1 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη, η οποία απάντησε «Η άποψή μου είναι ότι ευθύνη έχει και η πεζή.» Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι βάσει του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο «3»), προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε κάτι στο δρόμο που να υποστηρίζει είτε το «Χ» ή το «Χ1». Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «5» έντυπο με την ζημιά του Αυτοκινήτου και είπε ότι το καθαρό σημείο στην πόρτα του συνοδηγού του Αυτοκινήτου ήταν κυκλικού σχήματος μικρής έκτασης. Ο δρόμος ήταν ευθύς και υπήρχε μεγάλη ορατότητα, την οποία μέτρησε στα 30 μέτρα και από τις δύο κατευθύνσεις. Ο χώρος στάθμευσης, τον οποίο σημείωσε με το γράμμα «Ζ1», έχει μήκος πέριξ των 30 μέτρων και στο χώρο εκείνο τοποθέτησε ένα όχημα που του ανέφερε η Κατηγορουμένη ότι υπήρχε και σημείωσε αυτό με το γράμμα «Δ». Η προειδοποιητική πινακίδα στην πορεία της Κατηγορουμένης ήταν εμφανής και βρίσκεται σε απόσταση 30 μέτρα από το σταθερό σημείο. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι οι μετρήσεις του σταθμευμένου αυτοκινήτου που σημειώθηκαν είναι κατά προσέγγιση και πως του είπαν και στη σκηνή για την ύπαρξή του. Δεν ήταν σε θέση να προσδιωρίσει την ακριβή θέση αυτού, αλλά το πλάτος του χώρου στάθμευσης είναι για να χωρέσει ένα αυτοκίνητο. Εκ της παρουσίας του Αυτοκινήτου-Δ, υπήρχε περιορισμός στην ορατότητα ενός οδηγού που ερχόταν ως η πορεία της Κατηγορουμένης. Η απόσταση από το σημείο που βρισκόταν η προειδοποιητική πινακίδα ως η πορεία της Κατηγορουμένης μέχρι το Χ1 είναι 31,20m και μέχρι το Χ 29,80m. Η απόσταση του Χ1 μέχρι το Χ είναι 1,40m. Ακολούθως, ανέφερε ότι η πεζή είχε ευθεία πορεία προς το δρόμο από το σημείο που ξεκίνησε να μπει στο δρόμο. Το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν σαλούν και υπολόγισε τις διαστάσεις του. Είναι πλατύς ο χώρος του πεζοδρομίου που ενώνεται με το ασφάλτινο μέρος του δρόμου στο χώρο της διάβαζης πεζών και η ορατότητα κάποιου πεζού εξαρτάται από το σημείο στο πεζοδρόμιο που στέκεται. Δηλαδή, όταν βρίσκεται στην άκρια του πεζοδρομίου, υπάρχει απεριόριστη ορατότητα, ενώ όταν είναι έστω και ελάχιστα μέσα στο πεζοδρόμιο, η ορατότητα θα ήταν περιορισμένη αν υπήρχε το υποτιθέμενο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Το ύψος της πεζής είναι 1,65m, ενώ το ύψος ενός κανονικού αυτοκινήτου είναι γύρω στα 1,65m. Τέλος, ανέφερε ότι η διάβαση δεν είναι υπερυψωμένη, έχει δε πλάτος 8 μέτρων και μήκος 5,90m. Ως δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε η ενεχόμενη πεζή, Μαρία Γιακουμή (Μ.Κ.2), η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της την γραπτή κατάθεσή της στην Αστυνομία, ημερομηνίας 31/7/2011 (Τεκμήριο «6») και την συμπληρωματική της κατάθεση, ημερομηνίας 30/8/2011 (Τεκμήριο «7»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, στις 25/7/2011 και περί ώρα 17:00, η Μ.Κ.2 έφυγε πεζή από το κατάστημα που εργαζόταν στην οδό Αγίου Γεωργίου για να πάει σε κάποιο κατάστημα που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο προς τη Λακατάμεια. Η Μ.Κ.2 περπατούσε με κατεύθυνση από Ανθούπολη προς Λακατάμεια στο δεξί πεζοδρόμιο της Αγίου Γεωργίου. Έφτασε στην διάβαση πεζών, όπου σταμάτησε και έλεγξε δεξιά και αριστερά για να δει αν κινούνταν αυτοκίνητα στο δρόμο. Δεξιά της δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, αλλά στα αριστερά της ερχόταν ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί, ο οδηγός του οποίου σταμάτησε αμέσως στη διάβαση και της έκανε νόημα με το χέρι να διασταυρώσει. Δεν γνωρίζει τον οδηγό, αλλά είναι νεαρός με μαύρα γυαλιά, ψηλός και φορούσε γυαλιά μυωπίας. Δεν πρόσεξε, όμως, την μάρκα του αυτοκινήτου του ή τον αριθμό εγγραφής. Μετά που της έκανε νόημα ο εν λόγω οδηγός, η Μ.Κ.2 έλεγξε ξανά προς τα δεξιά της και είδε ότι δεν κινούνταν αυτοκίνητα σε αρκετή απόσταση ώστε να είναι σίγουρη για να μπει στη διάβαση. Η Μ.Κ.2 μπήκε στη διάβαση και ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από τα δεξιά της την κτύπησε πρώτα στον αγκώνα του δεξιού της χεριού και τότε η Μ.Κ.2 ένιωσε μια δύναμη που την έσυρνε προς τα πίσω. Αυτή έπεσε προς τα πίσω κάτω στο έδαφος, πάνω στο πεζοδρόμιο, με το πίσω μέρος της λεκάνης της. Το αυτοκίνητο την κτύπησε πρώτα στον αγκώνα με το καθρεφτάκι της αριστερής του πλευράς. Η οδηγός του αυτοκινήτου που την κτύπησε καθόταν στη δεξιά πλευρά και το αυτοκίνητο βρισκόταν μπροστά της Μ.Κ.2 την ώρα που την κτυπούσε. Η Μ.Κ.2 δεν ήξερε πόση απόσταση μέσα στη διάβαση πεζών πρόλαβε να περπατήσει. Στο σημείο που υπάρχει η διάβαση πεζών, υπάρχουν και στις δύο πλευρές του δρόμου χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων. Δηλαδή, υπάρχει πλάτυνση στο δρόμο. Η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν αν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα σε κάποιο από τους εν λόγω χώρους στάθμευσης. Όταν έπεσε στο έδαφος ήρθαν διάφορα άτομα να την βοηθήσουν, η δε οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε και της μίλησε. Η Μ.Κ.2 δεν θυμόταν κατά πόσον στο αυτοκίνητο υπήρχε άλλος επιβάτης, εφόσον όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Στο δρόμο δεν υπήρχαν νερά ή κάτι άλλο που να γλυστρά. Την ώρα του δυστυχήματος, η Μ.Κ.2 φορούσε ένα λιλά κολάν παντελόνι και μπλούζα φόρεμα χρώματος γκρι ανοικτό ή άσπρο. Δεν υπήρχαν άλλοι πεζοί στη διασταύρωση και η Μ.Κ.2 περπατούσε μόνη της. Στην συμπληρωματική της κατάθεση (Τεκμήριο 7), η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι στις 30/8/2011 και περί ώρα 12:30 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και υπέδειξε στον αστυνομικό το σημείο σύγκρουσης, το οποίο ο Αστυνομικός σημείωσε στο σχέδιο με το γράμμα «Χ1», με το οποίο αυτή συμφώνησε και το υπέγραψε. Συμφώνησε, επίσης, με το υπόλοιπο σχέδιο, εκτός από το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Κατηγορουμένη. Ανέφερε, επίσης, ότι επιθυμεί να διευθετήσει το δυστύχημα με την ασφάλεια της Κατηγορουμένης. Μετά την ανάγνωση των Τεκμηρίων 6 και 7, η Μ.Κ.2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το σχέδιο που υπέγραψε. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι περπατούσε στο πεζοδρόμιο με κατεύθυνση από Ανθούπολη προς Λακατάμεια. Η Μ.Κ.2 ήταν σταματημένη στο χώρο όταν είδε το ασημί αυτοκίνητο, το οποίο ερχόταν από τα αριστερά της. Όταν έβλεπε το ασημί αυτοκίνητο, δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Η Μ.Κ.2 σταμάτησε για να ελέγξει την τροχαία κίνηση στο σημείο Χ1 και δεν υπήρχε κάτι που να εμποδίζει την ορατότητά της. Σε ερώτηση αν κατέβαλε προσπάθεια να κάνει κάποιο βήμα, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι είχε ελέγξει, όταν ήταν σίγουρη να μπει, ήταν να μπει, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει περαιτέρω κίνηση. Το ασημί αυτοκίνητο ήταν εκεί όταν έγινε το δυστύχημα, είχε σταματήσει και μετά την σύγκρουση ο οδηγός πήγε κοντά της. Δεν τον ξαναείδε από τότε. Όταν έπεσε στο έδαφος, η Μ.Κ.2 ήταν σοκαρισμένη, αλλά είχε τις αισθήσεις της. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν θυμάται τον τύπο του ασημί αυτοκινήτου από το σοκ, αλλά θυμάται ότι ήταν ψηλός ο οδηγός, εφόσον κατέβηκε και την βοήθησε. Από την διάβαση, η Μ.Κ.2 είχε αρκετά καλή ορατότητα στα δεξιά και τα αριστερά της, αλλά δεν ήταν σε θέση να την προσδιωρίσει. Δεν είδε αυτοκίνητο στα δεξιά της είτε την πρώτη είτε τη δεύτερη φορά που κοίταξε δεξιά. Η απόσταση που κάλυψε από το σημείο που ξεκίνησε να μπαίνει στη διάβαση μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ήταν ελάχιστη. Όπως είπε «ήταν σχεδόν πάνω στην πρώτη γραμμή.» Η Μ.Κ.2 βρισκόταν περίπου στη μέση της διάβασης σε σχέση με το μήκος της. Σε ερώτηση γιατί προχώρησε εφόσον το Αυτοκίνητο ήταν ήδη μέσα στη διάβαση, η Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Δεν πρόσεξε κατά πόσον υπήρχαν αυτοκίνητα στους χώρους στάθμευσης δεξιά και αριστερά. Όταν είπε στην κατάθεσή της ότι δεν θυμάται, εννούσε ότι δεν πρόσεξε. Αρνήθηκε υποβολή ότι υπήρχαν, λέγοντας ότι δεν υπήρχαν. Δεν πρόσεξε αν υπήρχε δεξιά της σταματημένο αυτοκίνητο στο σημείο Δ του σχεδιαγράμματος. Έγιναν όλα σε κλάσματα δευτερολέπτου και δεν άκουσε το Αυτοκίνητο που ερχόταν. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν έλεγξε πριν μπει στη διάβαση πεζών, ως και ότι δεν είχε σταματήσει κάποιο αυτοκίνητο στα αριστερά της. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν ήδη στη διάβαση όταν η Μ.Κ.2 επιχείρησε να διασταυρώσει. Στην ανακριτική της κατάθεση, Τεκμήριο 4, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι στις 25/7/2011 και περί της 16:45, αυτή οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην οδό Αγίου Γεωργίου στην Ανθούπολη με κατεύθυνση το δρόμο Ανθούπολης-Παλαιχωρίου. Κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία της, είχε συνοδηγό το σύζυγό της και η ταχύτητά της ήταν περίπου 40 χ.α.ώ. Περίπου 30-40 μέτρα πριν τη διάβαση πεζών, η Κατηγορουμένη ελάττωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά της, δηλαδή πήγαινε με περίπου 30 χ.α.ώ. επειδή ήξερε ότι έφθανε σε διάβαση. Όταν έφθασε ακριβώς στην διάβαση πεζών, δηλαδή το μπροστινό μέρος του οχήματός της έφθασε στις κάθετες γραμμές της διάβασης, η Κατηγορουμένη είδε μια σκιά που ήταν χρώματος λιλά να ακουμπάει πάνω στο μπροστινό καθρεφτάκι της πόρτας του συνοδηγού. Η Κατηγορουμένη κατάλαβε ότι ήταν κάποιος άνθρωπος και προχώρησε και στάθμευσε το Αυτοκίνητο κάπου που να μην εμποδίζει και πήγε στη διάβαση πεζών για να δει τί συμβαίνει. Είδε μια κοπέλα, που της είπαν ότι είναι η Μαρία Γιακουμή, να είναι στο πεζοδρόμιο και να κάθεται εκεί που είναι το φως της διάβασης και να κρατά το πόδι της. Ανέφερε, επίσης, ότι στο σημείο Δ που τοποθετήθηκε στο Τεκμήριο 2 υπήρχε σταθμευμένο όχημα και η Κατηγορουμένη δεν είχε ορατότητα αν κάποιος πεζός εισερχόταν στη διάβαση. Δεν θυμόταν τους αρ. εγγραφής του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Η Κατηγορουμένη δεν είχε ορατότητα από πολλά χιλιόμετρα μακρυά μέχρι και του σημείου που ήρθε η Μ.Κ.2 πάνω στο Αυτοκίνητο. Ανέφερε, επίσης, ότι συμφωνεί με το σχέδιο, με τα μέτρα που είναι τοποθετημένα και το σημείο Χ, ως το σημείο που η Μ.Κ.2 κτύπησε στο καθρεφτάκι της, το οποίο η ίδια η Κατηγορουμένη υπέδειξε. Δεν υπέστη κάποια ζημιά το Αυτοκίνητο. Στο αριστερό καθρεφτάκι και στην πόρτα του συνοδηγού έφυγε η σκόνη που είχε το Αυτοκίνητο από το τρίψιμο των ρούχων της Μ.Κ.
- Επίσης, το γυαλί από το καθρεφτάκι του οχήματος έφυγε από την θέση του, πιθανόν από το κτύπημα. Η Κατηγορουμένη δεν τραυματίστηκε και δεν πρόσεξε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης να υπήρχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο από απέναντί της ή δίπλα της δεξιά ή πίσω της. Ανέφερε, τέλος, ότι επιθυμεί να διευθετήσει το δυστύχημα με την ασφάλειά της και την Μ.Κ.2, χωρίς την ανάμειξη της αστυνομίας. Όπως προανέφερα, η Κατηγορουμένη προέβη σε ανώμοτη δήλωση, όπου ανέφερε ότι υιοθετεί την κατάθεσή της και πιστέυει ότι την ευθύνη έχει η πεζή. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, με ανάλυση της μαρτυρίας και παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την εκδοχή της υπεράσπισης περί περιορισμένης ορατότητας της Κατηγορουμένης, για τους λόγους που εξήγησε. Ήταν η θέση της ότι η Κατηγορουμένη παρέλειψε να δει ό,τι ήταν ορατό και πως απέφραξε την πορεία της πεζής εντός της διάβασης πεζών, πράξη που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη της Κατηγορουμένης και στις δύο Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης αναφέρθηκε κατ' αρχάς σε σημεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, τα οποία, κατά την άποψή του, δημιουργούν κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, και, κατά δεύτερο, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.2, δίδοντας παραδείγματα, ήταν τόσο πτωχή που θα ήταν ανασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει την Κατηγορουμένη. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του κ. Κόνια, για τους λόγους που εξήγησε, ότι η Κατηγορουμένη θα πρέπει να απαλλαχθεί και από τις δύο Κατηγορίες, εφόσον το ατύχημα προκλήθηκε επειδή η Μ.Κ.2 καλυπτόταν από σταθμευμένο όχημα και αυτή μπήκε βιαστικά και απρόσεχτα στη διάβαση. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η μόνη λογική στην εκδοχή της Μ.Κ.2 είναι πως αυτή μπήκε στο δρόμο όταν το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης βρισκόταν ήδη στη διάβαση. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Πέραν, λοιπόν, κάποιων μικρών ανακριβειών δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Τουναντίον, η αντικειμενικότητα της εκδοχής του διαφαίνεται και από το δεν προέτρεξε να διαφωνήσει με τη θέση της υπεράσπισης ότι, σε περίπτωση που υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο στο σημείο Δ εντός του χώρου στάθμευσης Ζ1, τότε θα περιορίζετο η ορατότητα ενός οδηγού ως η πορεία της Κατηγορουμένης. Το αν θα γίνει αποδεκτή, βεβαίως, η εν λόγω αναφορά του Μ.Κ.1, και αν ναι, σε ποιά έκταση, με βάση την αντικειμενική μαρτυρία, είναι ζήτημα επί του οποίου θα επανέλθω. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει τις μετρήσεις στα Τεκμήρια 2 και
- Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά του, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά του, παρά μόνο υπήρξε διαφωνία με τα όσα είπε σε σχέση με το ύψος που έχει ένα κανονικό αυτοκίνητο. Σε σχέση με την εν λογω διαφωνία, να σημειωθεί ότι αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι το υποτιθέμενο αυτοκίνητο που τοποθετήθηκε στο σημείο Δ επί των σχεδιαγραμμάτων δεν βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος όταν πήγε εκεί ο Μ.Κ.
- Συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιό ήταν το ύψος αυτού. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι του ανέφερε οποιοσδήποτε ποιός ήταν ο τύπος του εν λόγω αυτοκινήτου ώστε να είναι σε θέση να προσδιωρίσει το ύψος του. Δεν μπορώ, επίσης, να αντιληφθώ τί συμπεριλαμβάνει ο όρος «κανονικό αυτοκίνητο», στο οποίο αναφερόταν η υπεράσπιση. Η κοινή λογική και εμπειρία φανερώνει ότι το ύψος ενός αυτοκινήτου, έστω και σαλούν, ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του. Δηλαδή, μπορεί να είναι και 1,20m, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, αλλά μπορεί να είναι και 1,65m, όπως ανέφερε ο μάρτυρας. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχθώ την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η επί του προκειμένου απάντηση του Μ.Κ.1 κλονίζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Για πρώτη φορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επιχείρησε ουσιαστικά να ψέξει τον Μ.Κ.1 επειδή δεν ήταν σε θέση να προσδιωρίσει με ακρίβεια το σημείο σύγκρουσης. Να σημειώσω ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά του ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ευρήματα στη σκηνή που να επιβεβαιώνουν είτε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Μ.Κ.2 είτε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Κατηγορουμένη. Εξ άλλου, ούτε οι τραυματισμοί της Μ.Κ.2 ούτε οι ζημιές στο Αυτοκίνητο ήταν τέτοιες που θα αναμένετο να βρεθεί ο,τιδήποτε στο δρόμο που να επιβεβαιώνει είτε την μία είτε την άλλη εκδοχή. Το αν θα μπορέσει το Δικαστήριο να προσδιωρίσει ή όχι ποιό ήταν το σημείο επαφής ή αν ο προσδιορισμός του ακριβούς σημείου είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της παρούσας είναι θέμα που εξεταστεί. Ας σημειωθεί, βεβαίως, ότι αποτέλεσε κοινά αποδεκτό γεγονός ότι το σημείο επαφής μεταξύ της Μ.Κ.2 και του Αυτοκινήτου ήταν εντός των χαραγμένων παράλληλων λωρίδων της εν λόγω διάβασης πεζών και εντός της πορείας κατεύθυνσης της Κατηγορουμένης. Οφείλω, βεβαίως, να σημειώσω ότι η τοποθέτηση του γράμματος Β, ως δεικνύουσα την πορεία της Μ.Κ.2, διαφέρει μεταξύ του πρόχειρου και του τελικού σχεδιαγραφήματος, εφόσον στο μεν πρώτο, Τεκμήριο 2, αυτή έχει κατεύθυνση προς το σημείο επαφής που υπέδειξε η Κατηγορουμένη, στο δε δεύτερο, Τεκμήριο 3, έχει κατεύθυνση προς το σημείο επαφής που υπέδειξε η Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ., όμως, δεν ήταν παρών την ώρα του δυστυχήματος. Άρα, το ποιά ήταν η πορεία της Μ.Κ.2 θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Δέχομαι, επίσης, την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι, σε περίπτωση που βρισκόταν σταθμευμένο το υποτιθέμενο αυτοκίνητο στο σημείο Δ του χώρου στάθμευσης Ζ1, τότε θα υπήρχε περιορισμός της ορατότητας των 30 μέτρων ενός οδηγού, ως η πορεία του Κατηγορουμένης. Επίσης, ότι αυτό θα περιόριζε την αντίστοιχη ορατότητα ενός πεζού σε περίπτωση που αυτός βρισκόταν εντός του πεζοδρομίου στο χώρο της διάβασης, και ουχί στην άκρη αυτού προς τη πλευρά των παράλληλων λωρίδων. Δεν προκύπτει, όμως, από τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε, ούτε και από τις μετρήσεις και αποτυπώσεις επί των σχεδιαγραμμάτων, ότι δεν θα υπήρχε ορατότητα είτε από την μια είτε από την άλλη κατεύθυνση στο σημείο που πλησιάζει κάποιο όχημα να εισέλθει εντός των παράλληλων λωρίδων της διάβασης. Τέλος και παρά το ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, είναι εμφανές από τις μετρήσεις που αποτυπώνονται στο πρόχειρο και το τελικό σχέδιο ότι το μήκος της διάβασης εντός της ασφάλτου δεν είναι 5,90m, αλλά 3 μέτρα και πως η εν λόγω αναφορά του Μ.Κ.1 οφείλεται σε αβλεψία κατά την ανάγνωση από αυτών των Τεκμηρίων 2 και
- Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ.1, Τεκμήριο 3, με τη διευκρίνιση στην οποία προέβηκα σε σχέση με την πορεία της Μ.Κ.2, η οποία σημειώθηκε με το γράμμα Β, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, περαιτέρω, σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Έρχομαι τώρα στην μαρτυρία την Μ.Κ.2, την οποία παρακολούθησα με περισσή προσοχή ενώ κατέθετε ενόρκως. Η Μ.Κ.2 μου προξένησε γενικά μέτρια εντύπωση και δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Αυτή η εντύπωση δεν οφείλεται στο ότι η Μ.Κ.2 διακατείχετο από άγχος σε σχέση με την εμφάνισή της στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο είναι αναμενόμενο και εύλογο να συμβαίνει σε πολλούς πολίτες, αλλά σε συγκεκριμένες ουσιώδεις αντιφάσεις που υπήρξαν στην ένορκη εκδοχή της σε συνδυασμό με τις δύο καταθέσεις της στην Αστυνομία, Τεκμήρια 6 και 7, τα οποία υπενθυμίζω ότι κατατέθηκαν ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, στο ότι απέφευγε να απαντήσει ευθέως σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που της έγιναν κατά την αντεξέτασή της, ως και στο ότι συγκεκριμένες αναφορές της δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία και τη λογική των πραγμάτων. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Παρά το ότι, για προφανείς λόγους, δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά κατά την αντεξέτασή της το σημείο σύγκρουσης που η Μ.Κ.2 υπέδειξε, εντούτοις δεν με έπεισε ότι ήταν σε θέση να προσδιωρίσει τούτο στις 30/8/2011, ήτοι μετά πάροδο πέραν του ενός μηνός μετά το δυστύχημα, πόσω δε μάλλον δύο χρόνια μετά το δυστύχημα κατά την ένορκή της κατάθεση. Στην πρώτη της κατάθεση, ημερομηνίας 31/7/2011, Τεκμήριο 6, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν ξέρει πόση απόσταση μέσα στη διάβαση πρόλαβε να περπατήσει και γενικά ότι δεν είχε να προσθέσει ο,τιδήποτε άλλο σε σχέση με τα όσα εκεί είπε. Δεν είπε στις 31/7/2011 ότι θα μπορούσε να υποδείξει επί τόπου την εν λόγω απόσταση ή το σημείο σύγκρουσης και, συνεπώς, εύλογα γεννάται η απορία, η οποία παρέμεινε αναπάντητη, πώς αυτή ήταν σε θέση να θυμηθεί πέραν του ενός μηνός αργότερα την απόσταση που διένυσε, ενώ μια βδομάδα μετά το δυστύχημα, όταν τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στην μνήμη της, δεν μπορούσε. Δέχομαι ότι η Μ.Κ.2 ήταν σοκαρισμένη αμέσως μετά τη σύγκρουση, αλλά δεν μας είπε ότι εξακολουθούσε να είναι σοκαρισμένη μέχρι και τις 31/7/
- Περαιτέρω, στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 6, δεν ανέφερε ότι δεν διένυσε κάποια απόσταση. Τουναντίον, από την προαναφερθείσα αναφορά της, η οποία θυμίζω έγινε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του δυστυχήματος, συνάγεται ότι αυτή διένυσε κάποια απόσταση μέσα στη διάβαση πριν την σύγκρουση, την οποία απλώς δεν ήταν σε θέση να προσδιωρίσει. Από την άλλη, κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι από το σημείο που σταμάτησε για να ελέγξει πριν εισέλθει στην διάβαση και ήταν να μπει, δεν πρόλαβε να κάνει περαιτέρω κίνηση, δήλωση που υποδηλώνει ότι αυτή δεν πάτησε καν το πόδι της εντός της ασφάλτου. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα τότε το σημείο επαφής δεν θα ήταν σε απόσταση 30 εκατοστών από το πεζοδρόμιο εντός της διάβασης, αλλά πάνω στο πεζοδρόμιο ή έστω σε πιο κοντινή απόσταση προς το μέρος του πεζοδρομίου. Εάν έτσι είχαν, επίσης, τα πράγματα, τότε θα σήμαινε ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε το όχημά της σε απόσταση αναπνοής από το πεζοδρόμιο, κάτι για το οποίο δεν υπήρξε σχετική μαρτυρία. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχθώ το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Μ.Κ.
- Όσον αφορά το κατά πόσον υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο στο σημείο Δ στο χώρο στάθμευσης Ζ1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της Μ.Κ.2 για να εξάξει συμπεράσματα, εφόσον ήταν σταθερή η θέση της ότι δεν πρόσεξε ή δεν θυμόταν κάτι τέτοιο. Είναι προφανές ότι η Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο, απλούστατα επειδή ήθελε να διαφωνήσει με τη συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης, την οποία θεωρούσε ότι ήταν σε βάρος της υπόθεσής της. Από το πιο πάνω διαφαίνεται και η διάθεση της Μ.Κ.2 να μην πει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο στην προσπάθεία της να αποποιηθεί του όποιου δικού της μεριδίου ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα. Τούτο ήταν πιο έντονο κατά την προσπάθεία της να μας πείσει ότι κοίταξε όχι μόνο μια φορά προς τα δεξιά της για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει στη διάβαση, αλλά και δεύτερη φορά μετά που σταμάτησε ο άγνωστος οδηγός του ασημί αυτοκινήτου για να διασταυρώσει. Δεν υπήρξε μαρτυρία, ούτε και τέθηκε ο,τιδήποτε ενώπιόν μου, από το οποίο να προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε με τέτοια ταχύτητα ώστε η Μ.Κ.2 να μην μπορούσε να διαπιστώσει, έστω τη δεύτερη φορά που κοίταξε προς τα δεξιά της και πριν επιχειρήσει να εισέλθει εντός της διασταύρωσης, ότι το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης βρισκόταν πολύ κοντά στη διάβαση. Δέχομαι, όμως, την θέση της Μ.Κ.2 ότι αυτή επιχείρησε να διασταυρώσει μετά που είδε ότι σταμάτησε ο οδηγός του ασημί αυτοκινήτου, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση της Κατηγορουμένης, ήτοι από τα αριστερά της Μ.Κ.
- Παρά το η Μ.Κ.2 δεν με έπεισε ότι είπε όλη την αλήθεια, ουσιαστικά για να αποποιηθεί του δικού της μεριδίου ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα, εντούτοις δεν την θεωρώ ικανή να παραποιήσει τα γεγονότα σε τέτοιο βαθμό πλάθοντας μια φανταστική ιστορία που να παρουσιάζει στη σκηνή ένα αυτοκίνητο που δεν υπήρχε. Η Μ.Κ.2 ήταν μάλιστα σε θέση να περιγράψει τα εξωτερικά γνωρίσματα του εν λόγω οδηγού, ο οποίος, μόλις έπεσε η Μ.Κ.2 στο έδαφος, σταμάτησε το αυτοκίνητό του και έτρεξε προς το μέρος της για να την βοηθήσει. Δεν θα αναμένετο από την Μ.Κ.2, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, να θυμάται τα στοιχεία του εν λόγω αυτοκινήτου επειδή θυμόταν την εξωτερική εμφάνιση του οδηγού. Αυτός πήγε κοντά της μετά την σύγκρουση για να της παράσχει βοήθεια, άρα η Μ.Κ.2 είχε την ευκαιρία να τον δει καλά, σε αντίθεση με την στιγμιαία εικόνα που είχε σε σχέση με το αυτοκίνητό του λίγο πριν την σύγκρουση. Σημειώνω, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη στην ανακριτική της κατάθεση, Τεκμήριο 4, την οποία υιοθέτησε με την ανώμοτή της δήλωση, δεν είπε ότι δεν υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο απέναντί της κατά την ώρα της σύγκρουσης. Δεν μπορώ, επίσης, να συμφωνήσω με την θέση της υπεράσπισης ότι δεν είπε την αλήθεια η Μ.Κ.2 αναφορικά με τον αν είδε ή όχι αν υπήρχε συνοδηγός στο Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Από το ότι το πρώτο σημείο επαφής ήταν με το εξωτερικό καθρεφτάκι στη θέση του συνοδηγού, το οποίο ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης βρέθηκε κλειστό προς το μέσα, ήτοι προς το παράθυρο του συνοδηγού, δεν συνεπάγεται ότι η Μ.Κ.2 θα έπρεπε ή θα μπορούσε να δει και τον συνοδηγό πέραν της Κατηγορουμένης την ώρα της σύγκρουσης, την οποία προφανώς είδε διαγωνίως από τον ανεμοθώρακα του Αυτοκινήτου. Στα περιστατικά της παρούσας είναι εμφανές ότι η Μ.Κ.2 ξεκίνησε να διασταυρώνει μετά που αντιλήφθηκε ότι σταμάτησε το εξ αριστερών της ερχόμενο αγνώστων στοιχείων αυτοκίνητο, χωρίς όμως να κοιτάξει προς τα δεξιά της πριν επιχειρήσει τούτο. Σημειώνω, βεβαίως, ότι εφόσον δεν κοίταξε προς τα δεξιά της, η Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον εισήλθε πρώτα αυτή στη διασταύρωση ή το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Σημειώνω, επίσης, ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση της Μ.Κ.2 ότι αυτή βρισκόταν στο χώρο του πεζοδρομίου που εφάπτεται της ασφάλτου στο χώρο της διάβασης, προτού επιχειρήσει να εισέλθει εντός της διάβασης. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή. Όπως προανέφερα, η Κατηγορουμένη επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά της και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή αυτή να ληφθεί εναντίον της. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Η ενδεχόμενη αξία της, όμως, είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είπε με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. Επίσης, δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic
(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Μπορεί, όμως, να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του για τους σκοπούς της παρούσας. Υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν στις ανακριτικές καταθέσεις κατηγορουμένων. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R.
- Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Σημειώνω ότι από την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης προκύπτει ότι τουλάχιστον σε απόσταση πέριξ των 30-40 μέτρων πριν την διάβαση γνώριζε ότι πλησίαζε σε αυτή, εξ ου και ελάττωσε ταχύτητα, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Επίσης, αυτή ανέφερε ότι η επαφή της Μ.Κ.2 με το μπροστινό αριστερό καθρεφτάκι του Αυτοκινήτου έγινε μόλις το μπροστινό μέρος του τελευταίου έφθασε στις κάθετες γραμμές της διάβασης. Η θέση αυτή συνάδει με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Κατηγορουμένη, Χ, το οποίο, έχοντας απορρίψει την επί του προκειμένου εκδοχή της Μ.Κ.2, αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Η Κατηγορουμένη υπέδειξε το εν λόγω σημείο σύγκρουσης στον Μ.Κ.1 στη σκηνή του δυστυχήματος σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την σύγκρουση. Δεν θεωρώ ότι αυτή θα υποδείκνυε κάποιο σημείο που ομολογουμένως είναι πιο δυσμενές για την ίδια, εφόσον τοποθετεί τη σύγκρουση εντός της διάβασης και σε απόσταση 1,10m από την άκρη του αριστερού πεζοδρομίου ως η πορεία της, αν αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Σημειώνω, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη συμφωνεί με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα και το περιεχόμενό του, ως και ότι ανέφερε ότι δεν πρόσεξε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης κατά πόσον υπήρχε κάποιο άλλο αυτοκίνητο απέναντί της ή δίπλα της στα δεξιά ή από πίσω της. Δέχομαι, επίσης, την θέση της ότι υπήρχε σταθμευμένο αυτοκίνητο στο σημείο Δ επί του χώρου στάθμευσης, Ζ1, εφόσον και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι του είπαν στη σκηνή του δυστυχήματος για την ύπαρξη τούτου. Όσον αφορά, όμως, την αναφορά της ότι δεν μπορούσε, με δεδομένη την παρουσία του εν λόγω σταθμευμένου αυτοκινήτου, να δει κατά πόσον εισερχόταν κάποιος πεζός στη διάβαση πεζών, επαναλαμβάνω το εύρημά μου σε σχέση με την ορατότητα, στο οποίο προβαίνω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.
- Σημειώνω, βεβαίως, ότι από την κατάθεση της Κατηγορουμένης προκύπτει ότι αυτή δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της πεζής είτε στο πεζοδρόμιο είτε εντός της διάβασης, παρά μόνο την ώρα της σύγκρουσης. Υπό το φως της αξιολόγησης και των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω, καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στις 25/7/2011 και περί ώρα 16:45, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το Αυτοκίνητο εντός της οδού Αγίου Γεωργίου στην Ανθούπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, με ταχύτητα πέριξ των 40 χ.α.ώ., με κατεύθυνση από Λακατάμεια προς το δρόμο Ανθούπολης-Παλαιχωρίου. Η οδός Γεωργίου είναι διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Η μια κατεύθυνση είναι προς τη Λακατάμεια και η άλλη προς το δρόμο Ανθούπολης-Παλαιχωρίου. Ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε φως της ημέρας. Την ίδια ώρα, η Μ.Κ.2 προχωρούσε πεζή στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά της οδού Αγίου Γεωργίου ως η πορεία της Κατηγορουμένης, ήτοι με κατεύθυνση από το δρόμο Ανθούπολης-Παλαιχωρίου προς Λακατάμεια. Πρόθεση της Μ.Κ.2 ήταν να διασταυρώσει την οδό Αγίου Γεωργίου και να περάσει απέναντι και έφτασε σε διάβαση πεζών εντός της οδού Γεωργίου κοντά στο περίπτερο «Κύκκος». Η συγκεκριμένη διάβαση πεζών έχει μήκος 3,00m και πλάτος 8,00m εντός της ασφάλτου, ήτοι όσο το πλάτος του ασφάλτινου μέρους του δρόμου, και είναι χαραγμένη με παράλληλες άσπρες λωρίδες. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στο σημείο του δρόμου που βρίσκεται η διάβαση είναι 50 χ.α.ώ., ο δρόμος είναι ευθύς και η άσφαλτος ήταν στεγνή. Και απο τις δύο πλευρές του δρόμου στο σημείο που βρίσκεται η διάβαση πεζών, υπάρχει πεζοδρόμιο και εντός εκάστου στην κάθετη προέκταση της διασταύρωσης υπάρχει φωτεινός πάσσαλος διασταύρωσης πεζών με αναλάμποντα πορτοκαλί φανό. Στην οριζόντια προέκταση του πεζοδρομίου που εφάπτεται του χώρου της διάβασης πεζών προς την Λακατάμεια, υπάρχει χώρος στάθμευσης (στο εξής «ο Χώρος Στάθμευσης») αυτοκινήτων, η αρχή του οποίου εφάπτεται του προαναφερθέντος πεζοδρομίου. Το μήκος του Χώρου Στάθμευσης είναι πέριξ των 30 μέτρων και το πλάτος του είναι ικανό να χωρέσει ένα αυτοκίνητο. Υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα με ένδειξη για διάβαση πεζών και από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Όταν η Μ.Κ.2 έφτασε στο πεζοδρόμιο που εφάπτεται της διάβασης πεζών κατευθύνθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου προς το μέρος της διάβασης, ήτοι προς την άσφαλτο, και τότε ο οδηγός κάποιου αυτοκινήτου που ερχόταν από τα αριστερά της, ήτοι κινείτο στην λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λακατάμεια, σταμάτησε πριν την διάβαση πεζών ώστε η Μ.Κ.2 να διασταυρώσει την οδό Αγίου Γεωργίου δια μέσου της διάβασης. Τότε η Μ.Κ.2 εισήλθε εντός της διάβασης, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά της, και, αφού διένυσε απόσταση 1,10m εντός της διάβασης, συγκρούστηκε με το αριστερό καθρεφτάκι του Αυτοκινήτου, το μπροστινό μέρος του οποίου μόλις είχε εισέλθει εντός της διάβασης. Μετά την πρώτη επαφή με το εν λόγω καθρεφτάκι, η Μ.Κ.2 κτύπησε στην πόρτα του συνοδηγού του Αυτοκινήτου και ακολούθως έπεσε στο έδαφος. 30-40 μέτρα πριν την διάβαση, η Κατηγορουμένη ελάττωσε την ταχύτητά της και οδηγούσε το Αυτοκίνητο μέχρι και του σημείου που συγκρούστηκε με την Μ.Κ.2 με ταχύτητα 30 χ.α.ώ. Η Κατηγορουμένη δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της Μ.Κ.2, παρά μόνο κατά την ώρα της σύγκρουσης. Η ορατότητα και από τις δύο κατευθύνσεις, άνευ εμποδίων, ήταν 30 μέτρα, ενώ ως εκ της παρουσία του αυτοκινήτου που ήταν σταθμευμένο εντός του Χώρου Στάθμευσης, η εν λόγω ορατότητα της Κατηγορουμένης προς το σημείο της εισόδου πεζών στη διασταύρωση, ως η πορεία της Μ.Κ.2, ήταν περιορισμένη. Το εν λόγω αυτοκίνητο, όμως, δεν παρενέβαινε στην εν λόγω ορατότητα της Κατηγορουμένης όσο η τελευταία πλησίαζε την διάβαση πεζών. Από το δυστύχημα η πεζή τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ενώ προκλήθηκε ζημιά στο αριστερό καθρεφτάκι του Αυτοκινήτου. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Πρώτης Κατηγορίας, προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων σε συνδυασμό με την ύπαρξη πεζών που έβγαιναν εκείνη την ώρα από την εκκλησία, επέβαλλαν στον εκεί κατηγορούμενο την υποχρέωση να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις γιατί η εμφάνιση κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε στις σελ. 158-159: «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις ... Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα.» Περαιτέρω, το αδίκημα της Δεύτερης Κατηγορίας που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη βασίζεται στους Καν. 58
(4)(η) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής «οι Κανονισμοί»). Συγκεκριμένα, ο Καν. 58
(4)(η) των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «
(4)- Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει- (α)... (β)... (γ)... (δ)... (ε)... (στ)... (ζ)... (η)...να σταματά το όχημα και να επιτρέπει τη διέλευση των πεζών, οι οποίοι χρησιμοποιούν καθορισμένη διάβαση πεζών χαραγμένη με παράλληλες άσπρες λωρίδες και εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να πράξουν τούτο.» Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, η Κατηγορουμένη είχε καθήκον να ασκεί ιδιαίτερη επιτήρηση και να επιδείξει αυξημένη προσοχή στο δρόμο στο επίδικο σημείο και χρόνο από τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι πλησίαζε διάβαση πεζών, η οποία δεν ήταν ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας. Παρά το ότι το σταθμευμένο αυτοκίνητο στο Χώρο Στάθμευσης περιόριζε την κατά τα άλλα άνευ εμποδίων 30 μέτρων ορατότητα της Κατηγορουμένης προς την είσοδο της πεζής στη διάβαση πεζών, εντούτοις η Κατηγορουμένη, όσο πλησίαζε τον χώρο της διάβασης, είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί την Μ.Κ.
- Αν τηρούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα, η οποία θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα αυξημένη υπό το φως και του προηγούμενου περιορισμού, αναμφίβολα η Κατηγορουμένη θα μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή Μ.Κ.2, η οποία είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή της να εισέλθει εντός της διάβασης, όταν δηλαδή η πεζή είχε προσεγγίσει την άκρη του πεζοδρομίου με κατεύθυνση προς και εντός της διάβασης πεζών. Η έλλειψη της δέουσας παρατηρικότητας από μέρος της Κατηγορουμένης διαφαίνεται και από το ότι δεν αντιλήφθηκε καν την παρουσία του εξ αντιθέτου ερχόμενου αυτοκινήτου, το οποίο σταμάτησε πριν την διάβαση για να επιτρέψει στην πεζή να διασταυρώσει, η οποία είχε προτεραιότητα σε σχέση με τη χρήση της, εφόσον είχε εκδηλώσει την πρόθεσή της να τη χρησιμοποιήσει. Η Κατηγορουμένη δεν θυμόταν κατά την ανακριτική της κατάθεση, ήτοι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το δυστύχημα, κατά πόσον υπήρχαν δίπλα ή απέναντί της στο δρόμο αυτοκίνητα την ώρα της σύγκρουσης, απλούστατα επειδή δεν πρόσεξε αν υπήρχαν. Πέραν τούτου, στα περιστατικά της παρούσας, με δεδομένη την ταχύτητα της Κατηγορουμένης, του σημείου εντός της διάβασης που έγινε η σύγκρουση, ως και του ότι η σύγκρουση έγινε μόλις το μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου εισήλθε εντός της διάβασης, είναι θέσφατο ότι η Μ.Κ.2 είχε ήδη εισέλθει εντός της διάβασης πριν την είσοδο σε αυτή του μπροστινού μέρους του Αυτοκινήτου. Δηλαδή, δεν έχουμε απλώς μη τήρηση της δέουσας παρατηρητικότητας και του αυξημένου καθήκοντος επισκόπησης από μέρους της Κατηγορουμένης, αλλά και απόφραξη της πορείας της Μ.Κ.2, η οποία είχε ήδη εισέλθει εντός της διάβασης και είχε προτεραιότητα στη χρήση της. Η παρούσα δεν αφορά κλασσική απροσδόκητη κάθετη διασταύρωση δρόμου από πεζό, οπότε η ευθύνη του οδηγού σε περίπτωση δυστυχήματος θα ήταν ανύπαρκτη. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Brigitta ν. Μιχαηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 234/08, ημερομηνίας 16/12/
- Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορουμένης τόσο στο αδίκημα της Πρώτης όσο και της Δεύτερης Κατηγορίας. Συνεπώς, βρίσκω την Κατηγορουμένη ένοχη στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο