← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Βασιλείου, Αρ.Υπόθεσης:7561/2013, 17/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νίκος Βασιλείου, Αρ.Υπόθεσης:7561/2013, 17/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:7561/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Νίκος Βασιλείου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Θεοδότου. Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά και είναι παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 58

(14)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84, όπως τροποποιήθηκε, και του Άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 29/3/2012 στη Λεωφόρο Λεμεσού στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚQF324 και δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη έλεγχο του οχήματός του, δηλαδή χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με τα χέρια. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο Αστυφύλακας 1472, Χάρης Βιολάρης (Μ.Κ.1), ο οποίος στις 29/3/2012, όπως και σήμερα υπηρετούσε στην Τροχαία Αρχηγείου. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, στις 29/3/2012 και περί ώρα 16:45 αυτός βρισκόταν με συναδέλφους του στη Λεωφόρου Λεμεσού, παρά το «Καλησπέρα», στη Λευκωσία και διενεργούσαν έλεγχο τροχαίας. Πριν από αυτούς, υπήρχε κάποιος συνάδελφός τους, ήτοι ο Α/Λοχίας 1504, Δημήτρης Ροβέρτος, ο οποίος διαπίστωνε τροχαίες παραβάσεις και τους ενημέρωνε μέσω ασυρμάτου. Ο τελευταίος ενημέρωσε, λοιπόν, μέσω του ασυρμάτου ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KQF324, μάρκας Toyota, οδηγούσε και κρατούσε κινητό τηλέφωνο με το δεξί του χέρι. Τότε, ο Μ.Κ.1 ανέκοψε το Αυτοκίνητο, εξήγησε στον οδηγό το αδίκημα για το οποίο θα τον καταγγείλει και του εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου και δεν θυμόταν κατά πόσον εκείνη την ημέρα υπήρχε εκστρατεία από την Αστυνομία για εντοπισμό τροχαίων παραβάσεων. Υπήρχαν και άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο, αλλά η κίνηση ήταν συνηθισμένη. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα αυτοκίνητα κινούνταν πολύ αργά λόγω των ελέγχων που διενεργούσε η Αστυνομία. Δεν θυμόταν κατά πόσον ο Κατηγορούμενος μιλούσε με «hands free» όταν τον ανέκοψε, ούτε τη συνομιλία που είχαν, ούτε τη λωρίδα κυκλοφορίας που κρατούσε ο Κατηγορούμενος. Θυμόταν αυτό που του είχε πει ο συνάδελφός του στον ασύρματο, αλλά ο ίδιος δεν είδε τον Κατηγορούμενος να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο στο χέρι. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Α/Λοχίας 1504, Δημήτρης Ροβέρτου (Μ.Κ.2), ο οποίος τόσο στις 29/3/2012, όπως και σήμερα, υπηρετούσε στην Τροχαία του Αρχηγείου Αστυνομίας στη Λευκωσία. Στις 29/3/2012, και ενώ ο Μ.Κ.2 ήταν υπηρεσία και ήταν σταματημένος λίγο πριν τα φώτα του Καλησπέρα στη Λεωφόρο Λεμεσού μπροστά από το κατάστημα της «Primetel», αυτός πρόσεξε τον οδηγό του Αυτοκινήτου, ο οποίος ερχόταν με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λεμεσό και είχε σταματήσει προσωρινά μπροστά του σε απόσταση περίπου 3 μέτρων λόγω κόκκινου φαναριού, να κρατά συσκευή κινητού τηλεφώνου. Συγκεκριμένα, ο οδηγός του Αυτοκινήτου, όταν σταμάτησε, έκανε κίνηση προς τα μπροστά με το δεξί του χέρι για να δει το κινητό και το ξαναέβαλε με το δεξί του χέρι στο δεξί αυτί. Τότε, ο Μ.Κ.2 κάλεσε και ενημέρωσε μέσω ασυρμάτου τον Μ.Κ.1, ο οποίος ανέκοψε τον οδηγό του Αυτοκινήτου στα 20 μέτρα περίπου πιο κάτω, ενώ ο Μ.Κ.2 δεν έχασε οπτική επαφή με το Αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο σαν τον οδηγό του Αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι θυμόταν τον Κατηγορούμενος επειδή ως υπεύθυνος του ΟΥΛΑΜΟΥ εμπλέκεται σε ελάχιστες περιπτώσεις καταγγελιών. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο «Α» προς αναγνώριση κάποια πανοραμική φωτογραφία και υπέδειξε τα φώτα του «Καλησπέρα» (κόκκινος κύκλος) και το σημείο όπου βρισκόταν σταματημένος (σημείο χ με κόκκινο μελάνι). Όταν είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά στο δεξί του χέρι το κινητό τηλέφωνο στα 3 περίπου μέτρα μπροστά του, ο τελευταίος ήταν σταματημένος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, και υπήρχαν μπροστά του πριν τα φώτα τροχαίας 7-8 αυτοκίνητα. Εκείνη την στιγμή, ο Μ.Κ.2 καθόταν στην μοτοσυκλέτα του και ήταν μόνος του. Υπήρχε κίνηση στο δρόμο, αλλά δεν είχε κάποιο συμβάν στην περιοχή. Όταν ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στην οπτική γωνία του Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος είχε ήδη το τηλέφωνο στο αυτί του, το έφερε μπροστά του για να δει κάτι και όταν στη συνέχεια επανεκκίνησε, έφερε το κινητό στο δεξί αυτί με το δεξί χέρι. Δεν θυμόταν πόση ώρα διήρκησε η κίνηση που περιέγραψε, αλλά τούτο έγινε στις 16:
  1. Σε ερώτηση κατά πόσον ο ίδιος πήρε κάποιες σημειώσεις εκείνη την ώρα, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι πήρε σημειώσεις ο Μ.Κ.1 που ανέλαβε την καταγγελία, ο οποίος έκανε και τις καταχωρήσεις. Ο Μ.Κ.2 δεν έδωσε κάποια κατάθεση, εφόσον στις εξώδικες καταγγελίες δεν ετοιμάζουν καταθέσεις. Δεν σταμάτησε ο ίδιος τον Κατηγορούμενο στα τρία μέτρα επειδή δεν είχε χώρο να σταματήσει πάνω στα φώτα και δεν προλάβαινε να βγάλει τη στολή του και να ξεκουμπώσει το κράνος του. Ακολούθως υποδείχθηκε στον Μ.Κ.2 κάποια φωτογραφία, σε σχέση με την οποία ανέφερε ότι πιθανόν να είναι τα φώτα του «Καλησπέρα» εφόσον δεν υπάρχει σε αυτή ο,τιδήποτε αναγνωριστικό στοιχείο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «Β» προς αναγνώριση. Ο Μ.Κ.1 σταμάτησε τον Κατηγορούμενο στο τελευταίο σπίτι που υπάρχει εκεί, το οποίο δεν φαίνεται στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε σταματήσει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η κατεύθυνσή του και ήταν το δεύτερο αυτοκίνητο πίσω από τα φώτα τροχαίας. Το Αυτοκίνητο πρέπει να ήταν χρώματος ασημί. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 βρισκόταν πάνω στη κτιστή νησίδα που διαχωρίζει τις δύο κατευθύνσεις της Λεωφόρου. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος μιλούσε στο «hands-free», ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν γνώριζε κατά πόσον ο Κατηγορούμενος μιλούσε ή όχι στο κινητό, αλλά το κρατούσε στο δεξί χέρι με τον τρόπο που είχε πει προηγουμένως. Ο Κατηγορούμενος στη δική του ένορκη μαρτυρία ανέφερε ότι στις 29/3/2012 οδηγούσε στη δεξιά πλευρά της Λεωφόρου Λεμεσού με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λεμεσό. Σταμάτησε στα φώτα του Καλησπέρα, το Αυτοκίνητο ήταν δεύτερο στη σειρά πριν τα φώτα και ο Κατηγορούμενος μιλούσε στο «hands-free» του Αυτοκινήτου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «1» επιστολή ημερομηνίας 11/11/2013 σε σχέση με το σύστημα «Bluetooth hands-free» που είναι εγκατεστημένο στο Αυτοκίνητο. Λόγω της δουλειάς του οδηγά συνέχεια, γι' αυτό εγκατέστησε το εν λόγω σύστημα στο Αυτοκίνητο. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «2» κάποια φωτογραφία του τιμονιού του Αυτοκινήτου που έβγαλε ο ίδιος την ίδια ημέρα της ένορκής του κατάθεσης στο Δικαστήριο. Αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση σαν την φωτογραφία που έβγαλε ο ίδιος κάποιες ημέρες πριν την ένορκη κατάθεσή του στα φώτα του «Καλησπέρα», η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν άλλαξαν τα φώτα και τα πέρασε είδε εξ επαφής τον Μ.Κ.1 στα δεξιά του, ο οποίος του έκανε σήμα να σταματήσει. Σημείωσε στο Τεκμήριο 3 το σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.
  2. Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε, το παράθυρο ήταν ανοικτό και μιλούσε στο «hands-free». O Κατηγορούμενος έκλεισε το τηλέφωνο και ο Μ.Κ.1 του είπε να περιμένει για να μιλήσει στον ασύρματο. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ο συνάδελφος του είδε τον Κατηγορούμενο να μιλά. Ο Μ.Κ.1 εξέδωσε και του παρέδωσε και ο Κατηγορούμενος παραξενεύτηκε. Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε στη δεξιά πλευρά του δρόμου και είναι εκεί που τον κατήγγειλε ο Μ.Κ.
  3. Ανέφερε, επίσης, ότι υπήρχε πολλή κίνηση στο δρόμο. Συγκεκριμένα χρειάστηκε 15 λεπτά για να διανύσει απόσταση 600 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος δεν είδε τον Μ.Κ.2 στο δρόμο. Αποκλείεται να μην τον έβλεπε λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τηλέφωνο με τη δεξιά του πλευρά και μιλά στο τηλέφωνο μόνο με το δεξί του χέρι. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δέχθηκε τηλέφωνο και το έκλεισε μπροστά στον Μ.Κ.
  4. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Μ.Κ.1 βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου όταν τον ανέκοψε, αλλά και να τον σταματούσε στα αριστερά, αυτό απαγορεύεται. Άλλες φορές που έτυχε να τον σταματήσει η Αστυνομία επειδή κρατούσε κάτι στο χέρι, όπως για παράδειγμα μια μπουκάλα με νερό, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε και δεν αρνήθηκε. Σε ερώτηση πώς καλεί κάποιον ο ίδιος με την συσκευή όταν οδηγά, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι συνήθως είναι ο ίδιος που δέχεται κλήσεις και όταν θα χρειαστεί να καλέσει ο ίδιος κάποιος, τότε θα σταματήσει. Λέει, επίσης, στη συσκευή το όνομα αυτού που θέλει να μιλήσει και τότε το καλεί η ίδια. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων Κατηγορίας και να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι έγινε συζήτηση τελευταία στιγμή έξω από το Δικαστήριο, όπου έγινε αντιληπτό ότι ο Μ.Κ.1 δεν θυμόταν και γι' αυτό προστέθηκε ο Μ.Κ.
  5. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 σταμάτησε παράνομα τη ροή των αυτοκινήτων και σχολίασε τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι ο Μ.Κ.2 δεν κράτησε σημειώσεις και αν βρισκόταν στο σημείο που ανέφερε τότε θα γινόταν αντιληπτός. Είπε, περαιτέρω, ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ο,τιδήποτε με το δεξί χέρι, πλην της πένας. Εισηγήθηκε ότι υπήρξαν ανακρίβειες στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ζήτησε την απαλλαγή του. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Οι Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Αυτός απαντούσε με ευθύτητα και η μαρτυρία του ήταν πειστική και σταθερή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει τα γεγονότα. Τουναντίον, αυτός ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινής που δέχθηκε ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία ρωτήθηκε κυρίως κατά την αντεξέτασή του και δεν έσπευσε να αναφέρει ότι είδε ο ίδιος τον Κατηγορούμενο να μιλά στο κινητό ή ότι θυμόταν καν ποιος ήταν ο οδηγός του Αυτοκινήτου. Δεν έσπευσε, επίσης, να διαφωνήσει με τη θέση του Κατηγορουμένου κατά πόσον ο τελευταίος μιλούσε σε ανοικτή ακρόαση όταν τον ανέκοψε, εφόσον δεν θυμόταν. Τούτο εξ άλλου κρίνεται δικαιολογημένο έχοντας, μεταξύ άλλων, υπόψη το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία της καταγγελίας μέχρι την ένορκη κατάθεσή του και των καθηκόντων του Μ.Κ.1, ήτοι να διενεργεί ελέγχους τροχαίας, οι οποίοι είναι αναμενόμενο να είναι πάρα πολλοί αριθμητικά. Σε κάθε περίπτωση, στα περιστατικά της παρούσας δεν κέκτηται όποιας σημασίας το ότι ο Μ.Κ.1 δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου που κατήγγειλε, εφόσον κατά την ακροαματική διαδικασία αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι ήταν ο Κατηγορούμενος ο οδηγός του Αυτοκινήτου που ανέκοψε και κατήγγειλε ο Μ.Κ.1, ο οποίος εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο. Αποτέλεσε, επίσης, κοινό τόπο ότι ο Μ.Κ.1 πληροφορήθηκε μέσω του ασυρμάτου από άλλο συνάδελφό του για το αδίκημα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο Κατηγορούμενος, κάτι που ανέφερε ρητά στον τελευταίο όταν τον ανέκοψε. Δεν κέκτηται, επίσης, οποιασδήποτε σημασίας το ότι ο Μ.Κ.1 δεν θυμόταν κατά πόσον εκείνη την ημέρα υπήρχε εκστρατεία από την Αστυνομία για την καταγγελία τροχαίων παραβάσεων, εφόσον η συγκεκριμένη θέση που προβλήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 παρέμεινε να αιωρείται στη σφαίρα της υποβολής. Μπορεί, επίσης, ο Μ.Κ.1 να μην ανέφερε σε ποιο σημείο του δρόμου βρισκόταν όταν ανέκοψε τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν ρωτήθηκε επί τούτου για να απαντήσει. Πέραν, λοιπόν, του ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με το ουσιώδες επίδικο θέμα, ήτοι κατά πόσον κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τηλέφωνο με το χέρι, εφόσον ο ίδιος απλώς κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο μετά την ενημέρωση που είχε από τον Μ.Κ.2, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Οι Μ.Κ.2 μου έκανε, επίσης, καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν κάποιων επί μέρους σημείων, για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.2 απαντούσε με ευθύτητα και πειστικότητα, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει τα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα. Θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέτασή του Μ.Κ.2 η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι αυτός πράγματι βρισκόταν στο χώρο που ανέφερε, ήτοι στην αριστερή πλευρά του δρόμου όπως η πορεία του Κατηγορουμένου, και ότι αυτός θα ήταν σε θέση να διαπιστώσει την οδική συμπεριφορά του τελευταίου, παρά την σχετική αμφισβήτηση που τέθηκε για πρώτη φορά με την ένορκη κατάθεση του Κατηγορουμένου. Εξ άλλου, έχω ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, σύμφωνα με την οποία ο Μ.Κ.2 βρισκόταν σε κάποιο σημείο πριν αυτόν, δηλαδή προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το Αυτοκίνητο, και τον ενημέρωνε για τροχαίες παραβάσεις που διαπίστωνε. Ομολογουμένως αρχικά μου προκάλεσε κάποια απορία το ότι ο Μ.Κ.2 ήταν σε θέση να θυμάται κατά την ένορκη κατάθεσή του, ήτοι μετά από πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος, λεπτομέρειες σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Κατέστη, όμως, εμφανές στην πορεία ότι αυτός δεν διαθέτει μνήμη ψαριού, εξ ου και ήταν σε θέση να θυμηθεί και να καταθέσει θετικά σε σχέση με το χρώμα του Αυτοκινήτου. Ήταν, επίσης, σε θέση χωρίς αμφιταλαντεύσεις να προσδιορίσει με αναφορά στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση - ανεξάρτητα του ότι αυτό δεν κατατέθηκε στην πορεία από τον Κατηγορούμενο ως κανονικό τεκμήριο - ποιό ήταν το σημείο όπου βρισκόταν σταματημένος με την υπηρεσιακή του μοτοσυκλέτα. Δέχομαι, λοιπόν, ότι ο Μ.Κ.2 ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου και να καταθέσει θετικά και με βεβαιότητα σε σχέση με την οδική του συμπεριφορά, ενόψει της εγγύτητας που υπήρχε από το σημείο που ήταν σταματημένος και του ότι ως εκ της θέσης του, ως είναι εξ άλλου λογικό και αναμενόμενο, εμπλέκεται σε πολύ λίγες υποθέσεις απλών τροχαίων παραβάσεων. Παρά τον αρχικό του δισταγμό να αναγνωρίσει ότι η φωτογραφία, Τεκμήριο 3, απεικονίζει τη διασταύρωση που βρίσκονται τα φώτα «Καλησπέρα», δισταγμός ομολογουμένως αχρείαστος εφόσον σε αυτή υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά στην κατασκευή κτίρια που έπρεπε να ήταν αμέσως αναγνωρίσιμα από τον Μ.Κ.2, εντούτοις αυτός στην πορεία ουσιαστικά δέχθηκε με τα όσα είπε ότι πράγματι σε αυτή παρουσιάζεται η συγκεκριμένη διασταύρωση, σκορπώντας μακριά όποια σύννεφα είχαν προς στιγμής εμφανιστεί σε σχέση με την αξιοπιστία του. Δέχομαι, επίσης, ότι ο Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση με ακρίβεια να προσδιορίσει, με αναφορά στη φωτογραφία, Τεκμήριο 3, το σημείο όπου ο Μ.Κ.1 ανέκοψε τον Κατηγορούμενο, εφόσον το σπίτι, μπροστά από το οποίο βρισκόταν ο τελευταίος, δεν φαίνεται, ενόψει της γωνίας από την οποία αυτή λήφθηκε. Ομολογουμένως, ο Μ.Κ.2 θα μπορούσε και ο ίδιος να κάνει σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει μετά που διαπίστωσε την οδική συμπεριφορά που περιέγραψε. Είναι προφανές, όμως, από τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η συνεννόηση που υπήρχε μεταξύ των Μ.Κ.1 και των Μ.Κ.2 είναι όπως ο τελευταίος διαπιστώνει τις τροχαίες παραβάσεις και ενημερώνει τον πρώτο για τα περαιτέρω, εξ ου και δεν προέβηκε ο ίδιος ο Μ.Κ.2 σε εξώδικη καταγγελία. Αυτό, όμως, ήτοι ότι ο Μ.Κ.2 δεν έπεισε το Δικαστήριο σε σχέση με τις εξηγήσεις που έδωσε για την μη ανακοπή από τον ίδιο του Αυτοκινήτου, κρίνεται επουσιώδες και δεν είναι ικανό για να κλονίσει τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα σε σχέση με την αξιοπιστία του. Ασήμαντη και επουσιώδεις κρίνεται, επίσης, η διαφορά των ολίγων λεπτών σε σχέση με το χρονικό σημείο που οι μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν ότι εντοπίστηκε και ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος. Με τις διαφοροποιήσεις και διευκρινίσεις, λοιπόν, που σημειώνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου, οφείλω εξ αρχής να σημειώσω ότι αυτός δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Πέραν του ότι αυτός δεν απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κυρίως κατά την αντεξέτασή του, ήταν εμφανής η υπερβολή στα λεγόμενά του για να υποστηρίξει την εκδοχή του σε σχέση με τα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα, η οποία δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Πέραν τούτων, αυτός κατά την ένορκη κατάθεσή του προέβαλε για πρώτη φορά ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν τεθεί στους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νουν ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Συνεπώς, δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την αναφορά του Κατηγορουμένου σε σχέση με την αδυναμία του να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο με το δεξί χέρι, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν επεξηγήθηκε, με δεδομένο ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, αυτός είναι δεξιόχειρας. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ παρά να αγνοήσω τη θέση του ότι ο Μ.Κ.1 τον ανέκοψε και τον κατήγγειλε στη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, ήτοι δίπλα από την κτιστή νησίδα που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας ως η πορεία του Κατηγορουμένου με τις άλλες δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας, μετά που ο τελευταίος πέρασε τα φώτα τροχαίας και κατευθυνόταν προς τη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να θέσει τον εν λόγω ισχυρισμό στον Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν και ο πλέον αρμόδιος να καταθέσει και να απαντήσει σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν όταν ανέκοψε και σταμάτησε το Αυτοκίνητο. Δεν αμφισβητήθηκε και δεν έχω εξ άλλου λόγο να μην δεχθώ ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος είχε εγκαταστημένο στο Αυτοκίνητο το σύστημα που ανέφερε, ως αυτό περιγράφεται στο Τεκμήριο 1. Ξενίζει, όμως, η αναφορά του ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο αυτός μιλούσε μέσω του εν λόγω συστήματος, δηλαδή σε ανοικτή ακρόαση, ενώ κατά τα άλλα είχε το παράθυρό του ανοικτό, ως είπε, οδηγώντας σε ένα πολυσύχναστο και με πολλή κίνηση, και άρα πολύ θόρυβο ως θα ήταν αναμενόμενο, δρόμο. Υπερβολική κρίνεται, επίσης, η αναφορά του Κατηγορουμένου, ο οποίος, χωρίς ουσιαστικά να προκληθεί, μας ανέφερε ότι δέχεται αδιαμαρτύρητα και παραδέχεται τις δήθεν καταγγελίες που του προσάπτουν όταν οδηγεί και κρατά στο χέρι κάποιο μπουκάλι για να πιει νερό. Πέραν τούτου, το παρόν Δικαστήριο, λόγω της φύσης του και της πλειάδας των υποθέσεων που καταχωρούνται και διεκπεραιώνονται ενώπιόν του, έχει δικαστική γνώση των καταγγελιών που η Αστυνομία προσάπτει στους οδηγούς σε σχέση με το μη ασφαλές κράτημα του τιμονιού και άρα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι αυτές δεν περιλαμβάνουν τη συγκεκριμένη χρήση που περιέγραψε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος έδωσε αντιφατικές απαντήσεις αναφορικά με τις ενέργειες που κάνει όταν επιθυμεί να καλέσει ο ίδιος κάποιον με το κινητό τηλέφωνο κατά τη διάρκεια της οδήγησης. Δηλαδή, αρχικά ανέφερε ότι σταματά στο δρόμο όταν επιθυμεί να πράξει τούτο ώστε να μην αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει με το χέρι του τη συσκευή του τηλεφώνου. Όταν, όμως, αντιλήφθηκε ότι η εν λόγω απάντηση δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή ενόψει και της προηγούμενης αναφοράς ότι, λόγω της δουλειάς του, βρίσκεται συνεχώς στους δρόμους ανά το παγκύπριο, και άρα δεν θα έπειθε το ότι ουσιαστικά αναγκάζεται να σταματά και στον αυτοκινητόδρομο όταν επιθυμεί να πράξει τούτο, αμέσως διαφοροποίησε τη θέση του και είπε ότι λέει στη συσκευή το όνομα που επιθυμεί να καλέσει και άρα δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει με το χέρι τη συσκευή. Έχοντας, λοιπόν, παρακολουθήσει την όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου όταν κατέθετε και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, απορρίπτω την μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα, πλην όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, συνοπτικά αναφέρω και αποτελεί εύρημά μου ότι στις 29/3/2012 και περί ώρα 16:45, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Λεμεσού της Επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λεμεσού, πλησίον των φώτων τροχαίας που είναι κοινώς γνωστά με την ονομασία «Φώτα του Καλησπέρα», αυτός κρατούσε με το δεξί του χέρι κινητό τηλέφωνο στο δεξί του αυτί, ακολούθως έφερε με το δεξί του χέρι το κινητό τηλέφωνο μπροστά από το πρόσωπό του και μετά το ξαναέβαλε με το δεξί του χέρι στο δεξί του αυτί. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Ο Κανονισμός 58
(14)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής «οι Κανονισμοί»), ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας, διαλαμβάνει τα εξής: «Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Σε σχέση με την ερμηνεία που η νομολογία απέδωσε στον εν λόγω Κανονισμό παραπέμπω στην υπόθεση Θεοδότου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 695. Από το λεκτικό του επίδικου Κανονισμού εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι το αδίκημα διαπράττεται, μεταξύ άλλων, όταν γίνεται χρήση κινητού τηλεφώνου με τα χέρια κατά την οδήγηση, ως και ότι το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης. Υπό το φως των ευρημάτων μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα, χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο με τα χέρια. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας. Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.