Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λουκή Λουκαΐδη, Αρ.Υπόθεσης:9039/2013, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:9039/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Λουκή Λουκαΐδη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη. Ο Κατηγορούμενος είναι παρών και εμφανίζεται προσωπικά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του Άρθρου 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 23/5/2012 στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KWT313 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 82 χ.α.ώ. αντί 50 χ.α.ώ. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως. O Μ.Κ.1, Α/Α. 483, Νίκος Νικολάου, ο οποίος στις 23/5/2012 υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας, όπου και υπηρετεί μέχρι και σήμερα, κατέθεσε ως Τεκμήριο «1» τον Ανακριτικό Φάκελο, ο οποίος ετοιμάστηκε για σκοπούς δίωξης του Κατηγορουμένου, όπου, μεταξύ άλλων, κατέγραψε τα στοιχεία σε σχέση με την καταγγελία στην οποία προέβη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 23/5/2012 και περί ώρα 00:11 στην Λεωφόρου Αρχαγγέλου στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε τον οδηγό του οχήματος σαλούν μάρκας Jaguar με αρ. εγγραφής KWT313 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), ήτοι τον Λουκή Λουκαΐδη (στο εξής «ο Οδηγός»), ότι ταξίδευε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, ήτοι 82 χ.α.ώ. αντί 50 χ.α.ώ. Η ταχύτητα καταμετρήθηκε με ραντάρ τύπου λέιζερ με αρ. 018629, το οποίο ο Μ.Κ.1 έλεγξε τόσο πριν όσο και μετά την καταγγελία και λειτουργούσε ορθά. Πινακίδες ορίου ταχύτητας 50 χ.α.ώ. υπήρχαν εμφανείς. Η περιοχή ήταν κατοικημένη και ο καιρός αίθριος. Η απόσταση που διαπιστώθηκε η ταχύτητα ήταν στα 139 μέτρα και το Αυτοκίνητο κατευθυνόταν από τη Λευκωσία προς το Στρόβολο. Η ένδειξη του ταχυμέτρου υπεδείχθη στον Οδηγό. Αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Οδηγός απάντησε: «Επειδή είχε άλλα αυτοκίνητα σας τα υποδεικνύω». Εκδόθηκε εξώδικο στον Οδηγό με το σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή με αρ. H6270000414 για το ποσό των €54.68 και 3 βαθμοί ποινής, το οποίο δεν πληρώθηκε εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον Οδηγό και ανέφερε ότι όταν κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο είχε και άλλους συναδέλφους μαζί του, οι οποίοι, όμως, δεν έλαβαν μέρος στην επίδικη καταγγελία. Ανέφερε, επίσης, την εκπαίδευση που έτυχε για τον έλεγχο και τη χρήση του ταχυμέτρου, ως και ότι υπηρετεί στην Τροχαία και διενεργεί ελέγχους ταχύτητας από το
- Αναφέρθηκε, επίσης, στους και επεξήγησε τους τρεις απαιτούμενους ελέγχους και τον έλεγχο των μπαταριών του ταχυμέτρου που διενέργησε στην τροχαία, ήτοι πριν μεταβεί στη συγκεκριμένη λεωφόρο για έλεγχο τροχαίας, για να διαπιστώσει την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου τύπου Laser, τους οποίους και επεξήγησε. Τους ίδιους ελέγχους διενέργησε και στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου πριν ξεκινήσει τον έλεγχο τροχαίας. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο ταχύμετρο, τότε θα εμφανιστεί στην οθόνη του το γράμμα Ε, ήτοι το αρχικό γράμμα της λέξης «Error». Σε μια τέτοια περίπτωση, το ταχύμετρο δεν εργάζεται και δεν επιδεικνύει είτε την ταχύτητα είτε απόσταση. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στα οχήματα που ταξίδευαν από τον κυκλικό κόμβο, ήτοι από Λευκωσία προς Στρόβολο. Στο πεζοδρόμιο που στεκόταν ο Μ.Κ.1, δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, ούτε ψηλά δέντρα, ούτε ο,τιδήποτε άλλο που να παρενέβαλε μεταξύ του σημείου που βρισκόταν και των οχημάτων που στόχευε. Πινακίδες με το όριο ταχύτητας υπήρχαν στην αρχή της Λεωφόρου Αρχαγγέλου, ως επίσης και ακριβώς πίσω του Μ.Κ.
- Αριστερά και δεξιά της Λεωφόρου Αρχαγγέλου υπάρχουν κατοικίες και η τροχαία κίνηση κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αραιή. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου που διενεργούσε, ο Μ.Κ.1 είδε το Αυτοκίνητο να έρχεται προς το μέρος του, υπολόγισε ότι πιθανόν να οδηγείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου και αμέσως κτύπησε αυτό με το ταχύμετρο και τότε εμφανίστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου η συγκεκριμένη ταχύτητα. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 εισήλθε εντός της Λεωφόρου, φορώντας το φωσφορούχο γιλέκο και φανάρι, όπου έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Η πρώτη κίνηση του Μ.Κ.1, μετά που χαιρέτησε τον Κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας, ήταν να του υποδείξει την ένδειξη της ταχύτητας στο ταχύμετρο. Ο Κατηγορούμενος του έδωσε την άδεια οδηγού ή την ταυτότητά του και ο Μ.Κ.1 κατέγραψε τα στοιχεία του στο φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που είχε. Ρώτησε τον Κατηγορούμενο και αυτός του είπε τον αριθμό τηλεφώνου του, τον οποίο ο Μ.Κ.1, επίσης, κατέγραψε. Όταν επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε, επειδή είχε άλλα αυτοκίνητα και του έδειχνε άλλα αυτοκίνητα που περνούσαν από το δρόμο. Ο Μ.Κ.1 τότε εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι κατά την ώρα που έλεγχε το Αυτοκίνητο δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα είτε μπροστά του είτε ακριβώς πίσω του ή δίπλα του, αλλά ο Κατηγορούμενος επέμενε δείχνοντας άλλα αυτοκίνητα που περνούσαν στο δρόμο την ώρα της συνομιλίας τους. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε κατ' αρχάς ότι η ένδειξη της ταχύτητας και τα μέτρα παραμένουν στην οθόνη του ταχυμέτρου μέχρις ότου ο χειριστής ξαναπατήσει τη σκανδάλη ή θέσει το ταχύμετρο εκτός λειτουργίας. Δεν θυμόταν κατά πόσον ρώτησε τον Κατηγορούμενο το επάγγελμά του, αλλά πιθανόν να κατέγραψε ως επάγγελμά του τη λέξη «συνταξιούχος» επειδή συμπέρανε τούτο από την ηλικία του. Δεν θυμόταν κατά πόσον ο Κατηγορούμενος του είπε ότι είναι Δικηγόρος στο επάγγελμα. Σε ερώτηση κατά πόσον πριν από τον Κατηγορούμενο είχε δει κάποιο άλλο αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι είχε δει πολλά αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Αρνήθηκε ότι ήταν συνέχεια μέσα στο δρόμο όταν διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας, ως και ότι δεν στόχευσε το Αυτοκίνητο, αλλά το αυτοκίνητο που προπορευόταν και απλώς γύρισε και είδε το Αυτοκίνητο και είπε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Δεν θυμόταν κατά πόσον του είπε ο Κατηγορούμενος ότι αποκλείεται να έτρεχε με τη συγκεκριμένη ταχύτητα επειδή είχε cruiser μέχρι τα 55 χ.α.ώ και αρνήθηκε ότι είπε στον Κατηγορούμενο ότι και 55 χ.α.ώ. είναι πάνω από το όριο. Ο Μ.Κ.1 δέχθηκε ότι του είπε ο Κατηγορούμενος ότι η μέτρηση που έκανε δεν ήταν δική του. Αρνήθηκε, όμως, ότι είναι την ταχύτητα του μπροστινού αυτοκινήτου που στόχευσε, προσθέτοντας ότι δεν είχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά από το Αυτοκίνητο. Ανέφερε, επίσης, ότι στο χώρο που στεκόταν ο Μ.Κ.1 υπήρχε στάση λεωφορείου και αποκλείεται να υπήρχαν πίσω του σε απόσταση 20 μέτρων φώτα τροχαίας. Την ώρα που έκανε έλεγχο ταχύτητας στο Αυτοκίνητο, αυτό ήταν μόνο του στο δρόμο. Είχε περάσει ένα αυτοκίνητο, αλλά τούτο έγινε 1 λεπτό προηγουμένως. Όταν έλεγχε το Αυτοκίνητο, δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο είτε μπροστά του είτε πίσω είτε δεξιά είτε αριστερά του. Σε ερώτηση ότι αμέσως πριν καταγγείλει τον Κατηγορούμενο πέρασε κάποιο άλλο αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το ταχύμετρο δουλεύει με μια κόκκινη κουκκίδα πολύ μικρή, το οποίο μπορεί να στοχεύσει αυτοκίνητο, το οποίο είτε είναι πίσω ή μπροστά ή δεξιά είτε αριστερά άλλου αυτοκινήτου ή στόχου. Από τη στιγμή που το ταχύμετρο λειτουργεί ορθά δεν υπάρχει πιθανότητα να μην χτυπήσει τον στόχο που επιθυμεί ο χειριστής. Κατά την επανεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν του είπε ο Κατηγορούμενος ότι είχε cruiser το Αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι, το βράδυ που ανέφερε ο Μ.Κ.1, οδηγούσε το Αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου, η οποία είναι τετραπλής κατεύθυνσης. Ξέρει πολύ καλά το συγκεκριμένο δρόμο γιατί είναι ο δρόμος για το σπίτι του. Ξέρει ότι εκεί κατά κανόνα έχει αστυνομικούς και είδε τον αστυνομικό πολύ κοντά του να είναι γυρισμένος αλλού και απότομα γύρισε προς το μέρος του Κατηγορουμένου και του είπε να σταματήσει. Τούτο έκανε εντύπωση στον Κατηγορούμενο, ο οποίος ρώτησε τον Μ.Κ.1 τί συμβαίνει και αυτός του απάντησε ότι έτρεχε με ταχύτητα 82 χ.α.ώ. Τότε ο Κατηγορούμενος του είπε ότι αποκλείεται να έτρεχε με 82 χ.α.ώ. και ότι αυτό που γράφει το ταχύμετρο πρέπει να είναι η ένδειξη του προηγούμενου αυτοκινήτου που ο Κατηγορούμενος είχε δει ότι περνούσε από πριν και ότι ο Μ.Κ.1 άφησε την ταχύτητα πάνω να φαίνεται. Ο Κατηγορούμενος, όμως, έχει cruiser, επίτηδες για να μην περάσει το όριο και έβαλε σε αυτό 55 χ.α.ώ. διότι ξέρει την πρακτική της Αστυνομίας να μην θεωρεί υπέρβαση τα 5 χιλιόμετρα περισσότερα. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι είχε cruiser με 55 χ.α.ώ. και αυτός του απάντησε ότι δεν έχει σημασία, εφόσον και αυτό αποτελεί υπέρβαση. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 δεν τον ρώτησε το επάγγελμά του, ούτε ο Κατηγορούμενος του είπε τί επαγγέλλεται. Ο Μ.Κ.1 ήταν λίγο απότομος και είχε το ύφος που πιάνουν οι αστυνομικοί όταν σε πιάσουν για τροχαίο αδίκημα, ωσάν να έκανες σοβαρό έγκλημα. Διερωτήθηκε, εφόσον ήταν 82 χ.α.ώ., γιατί του είπε ο Μ.Κ.1 ότι και τα 55 είναι υπέρβαση; Ήταν φανερό ότι ήταν το μέτρημα προηγούμενου αυτοκινήτου και όταν είδε τον Κατηγορούμενο ο Μ.Κ.1 ήθελε να προσθέσει ακόμη μια καταγγελία για να ανεβάσει την απόδοσή του σαν αστυνομικός. Ο Κατηγορούμενος ξέρει από την πείρα του ότι αυτά είναι πράγματα που κάνουν οι αστυνομικοί, οι οποίοι, επίσης, δεν σημειώνουν αυτά που τους λεν οι οδηγοί. Για τον Κατηγορούμενο δεν έχει σημασία η Κατηγορία που αντιμετωπίζει στην παρούσα, αλλά τον ενδιαφέρει να καταργηθεί η αυθαιρεσία της Αστυνομίας. Ανέφερε, επίσης, ότι λίγα μέτρα πιο κάτω από το σημείο που τον ανέκοψε ο Μ.Κ.1 υπήρχαν φώτα, υπήρχαν και άλλοι αστυνομικοί μαζί με τον Μ.Κ.1 και ο Μ.Κ.1 ήταν μέσα στο δρόμο. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε σε σχέση με την πείρα του που έχει από αστυνομικούς και είπε ότι ζει στον τόπο μας χρόνια και ότι διετέλεσε, μεταξύ άλλων, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και ξέρει πώς λειτουργούν οι Αστυνομικοί. Δεν είχε πείρα ο ίδιος προσωπικά σε θέματα ταχύτητας, αλλά ανέφερε κάποια περίπτωση που θυμόταν που τον κατήγγειλαν για κινητό τηλέφωνο, όπου ενώ έκανε ολόκληρο διάλογο με τον αστυνομικό, ο τελευταίος δεν έγραψε τίποτε και το Δικαστήριο τον απάλλαξε. Ο Κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι είχε θέματα ταχύτητας, αλλά ακριβώς για το λόγο αυτό έχει πείρα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το cruiser υπήρχε πάντα στο Αυτοκίνητο, αλλά, επειδή ο συγκεκριμένος δρόμος έχει καταντήσει παγίδα των αστυνομικών για να καταγγέλλουν, το έβαλλε τακτικά για να πηγαίνει στο σπίτι του. Κάποτε βάζει το cruiser και κάποτε όχι. Όταν δει ότι υπάρχει πιθανότητα να υπάρξει πρόβλημα, τότε το βάζει. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν έχει cruiser το Αυτοκίνητο, προσκαλώντας μάλιστα την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής να την πάρει ένα περίπατο για να το διαπιστώσει η ίδια. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε αυτά που του είπε όταν του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η υπόθεση άπτεται της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στην Κατηγορία. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι υπηρετεί τη δικαιοσύνη 55 ολόκληρα χρόνια και πως η αυθαιρεσία της Αστυνομίας είναι κλασική στην κρινόμενη υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε και δεν είπε στο Δικαστήριο αυτά που του είπε ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.1 μπορούσε να αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης του Κατηγορουμένου, αλλά είχε υποχρέωση να την καταγράψει και να την πει στο Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε εξ αρχής την καταγγελία και είναι ευκαιρία για το Δικαστήριο να δείξει ότι η Αστυνομία δεν έχει προνομιούχα θέση στο Δικαστήριο, αλλά ότι κάθε πολίτης δικαιούται να τύχει προστασίας από τέτοιες ενέργειες της Αστυνομίας. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Απαντούσε με ευθύτητα και ανεπιτήδευτα, και πέραν κάποιων αναφορών, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, η μαρτυρία του ήταν πειστική και σταθερή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των ουσιωδών της υπόθεσης γεγονότων και να στήσει μια ανύπαρκτη υπόθεση, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Κατ' αρχάς, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με τρόπο αρκούντος κατανοητό και επεξηγηματικό σε σχέση με τις απαιτούμενες ενέργειες και ελέγχους στους οποίους προέβη για να διαπιστώσει, όπως και διαπίστωσε ως εκ της πείρας και της εκπαίδευσης που έτυχε, χωρίς τούτο εξ άλλου να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου, με το οποίο διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, η υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι αυτός δεν στόχευσε με το ταχύμετρο το Αυτοκίνητο και κατ' επέκταση δεν είναι την ταχύτητά του που κλείδωσε, αλλά την ταχύτητα κάποιου άλλου αυτοκινήτου, το οποίο είχε περάσει από το δρόμο αμέσως πριν καταγγελθεί ο Κατηγορούμενος. Η επί του προκειμένου απάντηση του Μ.Κ.1 ήταν σαφής και πειστική. Ότι δηλαδή η κίνηση στο δρόμο ήταν αραιή, όπως εξ άλλου ήταν αναμενόμενο κατά τις μεσονύκτιες ώρες, και την ώρα που εντόπισε το Αυτοκίνητο να κινείται εντός της Λεωφόρου και το στόχευσε με το ταχύμετρο, αυτό ήταν μόνο στο δρόμο και δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο όχημα πίσω, μπροστά, δεξιά ή αριστερά του. Υπήρξαν πολλά αυτοκίνητα που κινήθηκαν στο δρόμο κατά τη διάρκεια του ελέγχου, το τελευταίο, όμως, ήταν πέριξ του ενός λεπτού πριν το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, δεν τίθετο ζήτημα να έγινε κάποιο λάθος από τον Μ.Κ.1 σε σχέση με το όχημα που στόχευσε. Σε κάθε περίπτωση, όπως εξήγησε ο Μ.Κ.1, η κόκκινη κουκκίδα, με την οποία στοχεύει το ταχύμετρο, είναι πολύ μικρή και δεν υπάρχει πιθανότητα να μην χτυπηθεί ο στόχος που επιθυμεί ο χειριστής. Δόθηκε βαρύτητα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 σε σχέση με το επάγγελμα που αυτός κατέγραψε στα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.1 ήταν, όμως, ειλικρινής κατά την αντεξέτασή του και δήλωσε πως δεν θυμόταν κατά πόσον ρώτησε ή του είπε ο Κατηγορούμενος ο,τιδήποτε σε σχέση με το επάγγελμά του. Εξ άλλου και ο Κατηγορούμενος στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι δεν τον ρώτησε ο Μ.Κ.1, ούτε ο ίδιος του ανέφερε, τί επαγγέλλεται, παρά το ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 αφέθηκε να νοηθεί ότι του είπε ότι είναι Δικηγόρος. Συμπέρανε, λοιπόν, ο Μ.Κ.1, όπως ο ίδιος είπε, ότι ο Κατηγορούμενος είναι συνταξιούχος από την ηλικία του. Ομολογουμένως, κακώς συμπέρανε και κατέγραψε ένα επάγγελμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, χωρίς να εξακριβώσει τούτο, εφόσον ο Κατηγορούμενος είναι μάχιμος Δικηγόρος. Η παράλειψη, όμως, αυτή και το λάθος του Μ.Κ.1 δεν μπορεί να συσχετιστεί με την αξιοπιστία του. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος του είπε ότι η μέτρηση που έκανε δεν ήταν δική του. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι ο Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε τα πάντα που του λέχθηκαν από τον Κατηγορούμενο όταν τον ανέκοψε για να τον καταγγείλει. Είναι μάλιστα κάπως συγκεχυμένη και ελλιπής η εν λόγω καταγραφή, δηλ. «Επειδή είχε άλλα αυτοκίνητα σας τα υποδεικνύω», αλλά αυτή δεν παύει από πού του να μεταφέρει την εξ αρχής άρνηση του Κατηγορουμένου σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος, για το οποίο θα καταγγέλλονταν, ως και τη θέση του, ότι δηλαδή είναι κάποιο άλλο αυτοκίνητο ή αυτοκίνητα που στόχευσε με το ταχύμετρο. Εξ άλλου, όπως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνομιλία που έλαβε χώρα μεταξύ του Κατηγορουμένου και του Μ.Κ.1 ήταν μακρά και δεν θα αναμένονταν από τον τελευταίο να προβεί σε πλήρη καταγραφή του τί λέχθηκε. Σημασία έχει ότι ο Μ.Κ.1 κατέγραψε έστω κάπως άστοχα τη βασική θέση του Κατηγορουμένου και την άρνησή του. Ομολογουμένως, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά σε περίπτωση που ο Μ.Κ.1 κατέγραφε κάποια δήλωση που να υποδήλωνε παραδοχή του Κατηγορουμένου, οπόταν τούτο σαφέστατα θα κλόνιζε σοβαρά την αξιοπιστία του. Εδώ, όμως, δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Όσον αφορά το ζήτημα του cruise control, για το οποίο δόθηκε πολύ βαρύτητα από την υπεράσπιση, ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον του είπε ο Κατηγορούμενος ότι είχε τούτο, ενώ κατά την επανεξέτασή του ανέφερε ότι δεν του είπε κάτι τέτοιο. Εφόσον, όμως, ο Μ.Κ.1 δεν κατέγραψε, ως διαφάνηκε, τα πάντα που του είπε ο Κατηγορούμενος και θα ήταν παράλογο αυτός να θυμάται τα πάντα που λέχθηκαν χωρίς να είχε πάρει κάποια σημείωση για αυτά, είναι προφανές ότι η πραγματικότητα βρίσκεται στα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, ήτοι ότι δεν θυμόταν κατά την ένορκη κατάθεσή του κατά πόσον ο Κατηγορούμενος του είπε κάτι σε σχέση με το cruise control. Η αντίφαση, όμως, αυτή κρίνεται επουσιώδης και δεν είναι ικανή για να κλονίσει την γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα για την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 σε σχέση με τα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε ότι ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα σε σχέση με την ταχύτητά του κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Παρά το ότι δεν έχω λόγο για να μην δεχθώ τη θέση του ότι πράγματι υπήρχε πάντοτε εγκατεστημένο στο Αυτοκίνητο σύστημα cruise control, έχοντας μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αυτοκίνητο μάρκας Jaguar, εντούτοις, ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά την ένορκη κατάθεσή του, αυτός θέτει «τακτικά», δηλαδή όχι πάντοτε, σε λειτουργία το εν λόγω σύστημα όταν χρησιμοποιεί τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου για να πηγαίνει στο σπίτι του. Εφόσον, λοιπόν, δεν αποτελεί μόνιμη τακτική του Κατηγορουμένου να θέτει σε λειτουργία το εν λόγω σύστημα, είναι προφανές πως, παρά το ότι αυτός ανέφερε στον Μ.Κ.1, επειδή αυτή την εντύπωση είχε, ότι ήταν σε λειτουργία το cruise control το εν λόγω βράδυ που επέστρεφε σπίτι του, ο Κατηγορούμενος στην πραγματικότητα δεν είχε θέσει σε λειτουργία τούτο προηγουμένως. Συνεπώς, αυτός δεν αντιλήφθηκε ότι του ξέφυγε η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην εν λόγω τετραπλής κατεύθυνσης λεωφόρο, με αποτέλεσμα το ταχύμετρο του Μ.Κ.1 να κλειδώσει τούτη σε απόσταση 139 μέτρων στα 82 χ.α.ώ. Στην εν λόγω λανθασμένη ως αποδείχθηκε εντύπωση του Κατηγορουμένου συνεπικούρησε και το ότι όταν είδε τον Μ.Κ.1, «πολύ κοντά» του, ως είπε, ο τελευταίος βρισκόταν ήδη στο δρόμο, είχε γυρισμένη την πλάτη και δεν διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο. Ο Μ.Κ.1, όμως, είχε ήδη κλειδώσει την ταχύτητα του Αυτοκινήτου σε απόσταση 139 μέτρων και εισέλθει στο δρόμο για να κάνει σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Το ότι σε κοντινή απόσταση πίσω από το σημείο που βρισκόταν ο Μ.Κ.1 υπήρχαν φώτα τροχαίας, δεν προσθέτει ο,τιδήποτε στην εκδοχή της υπεράσπισης, εφόσον δεν ήταν η θέση του Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθούσε να οδηγά το Αυτοκίνητο με την ίδια ταχύτητα μετά που την κλείδωσε στα 139 μέτρα και ερχόταν προς το μέρος του. Δεν βοηθά, επίσης, την εκδοχή του Κατηγορουμένου το ότι είχε δει ότι πέρασε κάποιο άλλο αυτοκίνητο προηγουμένως και άρα είναι την ταχύτητα αυτού που πρέπει να κλείδωσε ο Μ.Κ.1, την οποία χρησιμοποίησε για να καταγγείλει και τον Κατηγορούμενο. Δεν έχει τεθεί ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγείτο με την εν λόγω ταχύτητα ή έστω ότι ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε αυτό για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Οφείλω, βεβαίως, να σημειώσω ότι έχω παραγνωρίσει πλήρως τις αναφορές που έγιναν κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου σε σχέση με κάποιες προηγούμενες καταδίκες, για τις οποίες διεξήχθη κάποιος διάλογος μεταξύ της κας. Κακούρη και του Κατηγορουμένου, παρά την επισήμανση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν επιτρεπτό να γίνεται τέτοια αναφορά. Πέραν, λοιπόν, των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, απορρίπτω τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, συνοπτικά αναφέρω και αποτελεί εύρημά μου ότι στις 23/5/2012 και περί ώρα 00:11, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Στρόβολο, ο Α/Α. 483, Νίκος Νικολάου, της Τροχαίας Λευκωσίας, ο οποίος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο τύπου λέιζερ με αρ. 018629, στόχευσε με το εν λόγω ταχύμετρο το Αυτοκίνητο και κλείδωσε την ταχύτητά του σε απόσταση 139 μέτρων από αυτό και η ένδειξη στο ταχύμετρο κατέγραψε ως την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου τα 82 χ.α.ώ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το εν λόγω ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά και δεν υπήρχε περίπτωση να εμφανιστεί λανθασμένη ταχύτητα. Ο Μ.Κ.1 ανέκοψε το Αυτοκίνητο και αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα με το οποίο θα τον κατήγγελλε και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, κατήγγειλε αυτόν για το αδίκημα της παράβασης του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν εξώδικη καταγγελία για το ποσό των €54,68 και 3 βαθμούς ποινής, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε εφόσον δεν πλήρωσε το εν λόγω ποσό εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Το Άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «Τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμόδια αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν· το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί· η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμόδια αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.» Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 6 του Νόμου διαλαμβάνει πως: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητας όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στα περιστατικά της παρούσας, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο και χρόνο. Τουναντίον, αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην παρούσα ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου ήταν 50 χ.α.ώ. Σε κάθε περίπτωση, στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί, αποτελεί περαιτέρω εύρημά μου ότι κατά μήκος της Λεωφόρου Αρχαγγέλου κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν εγκατεστημένες εμφανείς πινακίδες με ένδειξη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, ήτοι 50 χ.α.ώ. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι που το γεγονός ότι υπήρχαν τοποθετημένες κατά μήκος της εν λόγω λεωφόρου πινακίδες που έδειχναν ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ., δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από αρμόδια αρχή. Βλ. την υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Τούτου δοθέντος και με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το ανώτατο όριο ταχύτητας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που ήταν ορισμένο από την αρμόδια αρχή στην επίδικη λεωφόρο και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 50 χ.α.ώ. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου «πραγματική μαρτυρία» (real evidence), με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην The Statute of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Υπό το φως, λοιπόν, των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως και στο παρόν μέρος της απόφασής μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας. Καταληκτικά, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο