← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σωτηρούλλα Πολυβίου, Αρ.Υπόθεσης:30846/2012, 20/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σωτηρούλλα Πολυβίου, Αρ.Υπόθεσης:30846/2012, 20/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:30846/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Σωτηρούλλα Πολυβίου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Φρ. Κακούρη. Η Κατηγορουμένη είναι παρούσα και εμφανίζεται προσωπικά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει Κατηγορία για το αδίκημα της αποφυγής να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν.174/86. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 29/3/2012 στη Λεωφόρο Στασίνου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KYD175, και της ζητήθηκε από τον Αστ. 3029, Η. Ηλία, να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για να διαπιστωθεί κατά πόσο βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή απέφυγε να παράσχει τέτοια ποσότητα εκπνοής, η οποία θα εκρίνενο ικανοποιητική προς διενέργεια τελικής εξέτασης. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, κατέθεσε η ίδια ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ο Μ.Κ.1, Αστ. 3029, Ηλίας Ηλία, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του ημερομηνίας 29/3/2012 (Τεκμήριο «1»), ανέφερε κατ' αρχάς ότι υπηρετεί και υπηρετούσε στο Αρχηγείο Αστυνομίας στο Τμήμα Β στους Ο.Π.Ο.Δ. και ήταν αποσπασμένος στον Ε.Ο.Μ.Ο. Στις 28/3/2012 ανέλαβε καθήκον από τις 22:00 μέχρι τις 06:00 της επομένης ημέρας για έλεγχο τροχαίας στη Λευκωσία. Στις 29/3/2012 και περί ώρα 01:18 στην οδό Στασίνου, ο Μ.Κ.1 ανέκοψε για έλεγχο το όχημα με αρ. εγγραφής KYD175 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορουμένη. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι η Κατηγορουμένη μύριζε έντονα οινόπνευμα, τα μάτια της ήταν κόκκινα και μιλούσε συγχυσμένα. Ο Μ.Κ.1 της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο, ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα και υπόκειται σε σύλληψη, η Κατηγορουμένη απάντησε «Ήπια ένα ποτό». Η προκαταρκτική εξέταση έγινε με την μηχανή με αρ. 49508 με ένδειξη 47 mg% αντί 22 mg%. Τότε, ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και ότι είναι υπόχρεη να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή της να πράξει τούτο δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα, της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και η Κατηγορουμένη απάντησε «Παίζει ρόλο ότι ήπια πριν μισή ώρα». Ακολούθως και χωρίς στο μεταξύ να καταναλώσει ο,τιδήποτε, η Κατηγορουμένη υποβλήθηκε σε τελική εξέταση από τον Μ.Κ.1 στην κινητή συσκευή τελικής εξέτασης με αρ. 80000366 που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. εγγραφής KUC266 με ένδειξη «insufficient». Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης και ότι συνιστά ποινικό αδίκημα, της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, την πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και η Κατηγορουμένη απάντησε «Δεν αρνήθηκα να φυσήσω.» Την πληροφόρησε, επίσης, ότι είχε δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας με οποιοδήποτε συγγενικό, φιλικό της πρόσωπο ή δικηγόρο, ως και να τύχει, εάν επιθυμούσε, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Στη συνέχεια και περί ώρα 01:55 και κατόπιν άδειας, ο Μ.Κ.1 μετέφερε την Κατηγορουμένη και το Αυτοκίνητο στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου, κλείδωσε το Αυτοκίνητο, η Κατηγορουμένη παρέλαβε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και παρέδωσε αυτήν και τα κλειδιά στον Αστυφύλακα 1889, ο οποίος ανέλαβε για την περαιτέρω εξέταση. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αδίκημα που διέπραξε, ότι θα καταγγελθεί, της επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτή απάντησε «Αδυνατούσα να δώσω δείγμα.» Ακολούθως, η Κατηγορουμένη αφέθηκε ελεύθερη. Σύμφωνα, περαιτέρω, με τον Μ.Κ.1 αυτός είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών αλκοτέστ για προκαταρκτική και τελική εξέταση. Ενώ είχε εξηγήσει στην Κατηγορουμένη τον τρόπο για να δώσει δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση, η τελευταία προσποιούνταν ότι φυσούσε και αμέσως διέκοπτε, χωρίς να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα τελικής εξέτασης. Μετά την τελική εξέταση, ο Μ.Κ.1 υπέγραψε την σχετική ένδειξη/έντυπο αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι παρακολούθησε όλα τα μαθήματα για τον χειρισμό των συσκευών αλκοτέστ για προκαταρκτική και τελική εξέταση στο Αρχηγείο και κατέθεσε, ως Τεκμήριο «2», το έντυπο με τίτλο «Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης», το οποίο συμπλήρωσε μετά την διενέργεια των ελέγχων. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «3» το έντυπο με το αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης που εκτύπωσε από την κινητή συσκευή τελικής εξέτασης. Ο Μ.Κ.1 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η συσκευή τελικής εξέτασης, τους προκαταρκτικούς ελέγχους που έγιναν για να διαπιστωθεί η ορθότητα της λειτουργίας της, ως και το ότι εξήγησε στην Κατηγορουμένη πώς να φυσήσει για να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Μεταξύ άλλων, ανέφερε πως όταν ο οδηγός δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής, τότε βγαίνει αποτέλεσμα. Όταν δεν δοθούν δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής εντός τριών λεπτών, τότε εμφανίζεται στη συσκευή η ένδειξη «insufficient». Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος εξήγησε στην Κατηγορουμένη να φυσήσει με σταθερότητα μέχρι να γεμίσουν τα τετραγωνάκια. Της είχε πει πως σε περίπτωση που διέκοπτε την εκπνοή της, τότε η μηχανή δεν θα έπαιρνε ικανοποιητικό δείγμα. Είχε πάρει μια «πίνα» της μηχανής και της έδειξε πώς να φυσήσει. Όταν διέκοψε, της τόνισε ξανά πώς πρέπει να φυσήσει. Αυτή, όμως, διέκοπτε την εκπνοή της. Δεν θυμόταν κατά πόσον η Κατηγορουμένη του ανέφερε τον λόγο που δεν τα κατάφερε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Ανέφερε, επίσης, ότι σε περίπτωση που δεν λειτουργούσε σωστά η συσκευή τελικού ελέγχου, τότε αυτή δεν θα λειτουργούσε, ως και ότι η εν λόγω συσκευή είναι δεόντως πιστοποιημένη. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι ήταν άρρωστη όταν την μετέφερε στην κινητή μονάδα. Αρνήθηκε, όμως, ότι είπε στην αδελφή της Κατηγορουμένης στον σταθμό ότι το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης ήταν οριακό, ως και ότι δεν έδειξε στην Κατηγορουμένη την ένδειξη του προκαταρκτικού ελέγχου. Σε υποβολή ότι δεν είπε στην Κατηγορουμένη ότι θα έπρεπε να προσκομίσει ιατρικά πιστοποιητικά, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι «Εμείς λέμε τα πάντα». Ετέθη, επίσης, στον Μ.Κ.1 ότι η Κατηγορουμένη κάνει δύο δουλειές και κοιμάται 3-4 ώρες την ημέρα, ότι κάποιες ημέρες προηγουμένως είχε πνευμονία και αδυναμία των πνευμόνων, εφόσον έπαιρνε κορτιζόνη και δυνατή αντιβίωση, ως και ότι ήταν κουρασμένη, και ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν είναι γιατρός και δεν θυμάται κατά πόσον η Κατηγορουμένη του είπε για κάποιο πρόβλημα υγείας. Η Κατηγορουμένη στην δική της ένορκη μαρτυρία ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ είχε πιεί ένα ποτό και πως το δείγμα δεν ήταν επαρκές λόγω της κατάστασης της υγείας της. Δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν ήθελε να ταλαιπωρηθεί άλλο με την υπόθεση, εξ ου και δεν επιθυμεί να καλέσει κάποιο μάρτυρα. Ήταν άρρωστη και δεν ήξερε ότι έπρεπε να παρουσιάσει ιατρικά πιστοποιητικά στην Αστυνομία. Η Κατηγορουμένη κατέθεσε ως Τεκμήριο «4» πιστοποιητικό ασθενείας ημερομηνίας 22/3/2012 που της έδωσε ο ιατρός Ιωάννης Α. Μάρκου. Κάνει δύο δουλειές και κοιμάται ελάχιστα. Λόγω της αρρώστιας που είχε κάποιες ημέρες προηγουμένως χρειαζόταν κάποιες ημέρες για να αναρρώσει. Για δύο ημέρες δεν πήγε στην δουλειά της την πρωϊνή, όπου εργάζεται ως χημικός, αλλά επέστρεψε παρά το ότι δεν είχε αναρρώσει πλήρως. Στις 28/3/2012 πήγε τόσο στην πρωϊνή όσο και στην βραδινή της δουλειά. Γύρω στις 01:00 έπρεπε να φύγει, δεν ήταν καλά, ήπιε ένα ποτό πριν φύγει και ξεκίνησε να πάει σπίτι. Ήταν θέση της Κατηγορουμένης ότι η ίδια ήταν κουρασμένη και ταλαιπωρημένη από την δουλειά και την αρρώστια. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι το βράδυ δουλεύει στο μπαρ κάποιου κέντρου και πριν φύγει από τη δουλειά είχε πιεί ουΐσκυ. Σε υποβολή ότι μπορούσε να φυσήξει ακόμη και με την βρογχίτιδα που αναγράφεται στο Τεκμήριο 4, η Κατηγορουμένη απάντησε ότι ήταν στις αρχές πνευμονίας. Αρνήθηκε ότι μιλούσε συγχυσμένα, αλλά δέχθηκε ότι μύριζε οινόπνευμα, εφόσον είχε καταναλώσει αμέσως πριν φύγει από τη δουλειά ένα ποτήρι ουϊσκυ. Δέχθηκε ότι ο Μ.Κ.1 της εξήγησε πώς θα έπρεπε να φυσήξει για να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση και δεν αμφισβήτησε την ορθή λειτουργία της συσκευής τελικού ελέγχου. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε σε νομολογία που πραγματεύεται το ζήτημα της επάρκειας της μαρτυρίας για την απόδειξη της ορθής λειτουργίας μιας συσκευής και εισηγήθηκε την καταδίκη της Κατηγορουμένης. Από την άλλη, η Κατηγορουμένη εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι απέφυγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έδωκε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρα. Κατέθεσε με σαφήνεια, πειστικότητα και συνέπεια, η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του, σε σχέση με τις ενέργειες και τις διαπιστώσεις του από τη στιγμή που ανέκοψε το Αυτοκίνητο μέχρι και το πέρας της διαδικασίας, δηλαδή μέχρι που παρέδωσε την Κατηγορουμένη και το Αυτοκίνητο στον Αστυνομικό Σταθμό της Πύλης Πάφου. Πέραν του ότι δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων, η αντικειμενικότητα της εκδοχής του διαφαίνεται και από το ότι δεν προέτρεξε να διαφωνήσει με τη θέση της Κατηγορουμένης ότι του είπε ότι ήταν άρρωστη. Αυτός περιορίστηκε να αναφέρει ότι απλώς δεν θυμόταν. Θα πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε είτε τα προσόντα του Μ.Κ.1 είτε την ορθή λειτουργία της συσκευής τελικού ελέγχου είτε ότι αυτός της εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να φυσήσει. Μάλιστα αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων στην παρούσα ότι η Κατηγορουμένη δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Σε κάθε περίπτωση, ως εκ της εκπαίδευσης της οποίας έτυχε, θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να υποβάλει την Κατηγορουμένη τόσο σε προκαταρκτικό όσο και τελικό έλεγχο, ότι ήταν σε θέση να διενεργήσει τους προκαταρκτικούς ελέγχους, στους οποίους προέβη για να διαπιστώσει, όπως και διαπίστωσε, την ορθή λειτουργία των συσκευών προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου, ως και να εξηγήσει, όπως και εξήγησε, στην Κατηγορουμένη τον τρόπο με τον οποίο αυτή έπρεπε να φυσήσει για να δοθεί ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Όσον αφορά την αμφισβήτηση του αποτελέσματος της προκαταρκτικής εξέτασης, οφείλω να σημειώσω ότι η θέση που προβλήθηκε κατά την αντεξέτασή του Μ.Κ.1, σε σχέση με όσα αυτός κατ' ισχυρισμόν ανέφερε στην αδελφή της Κατηγορουμένης στον Αστυνομικό Σταθμό της Πύλης Πάφου, παρέμεινε να αιωρείται στη σφαίρα της υποβολής. Σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορουμένη ότι το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης ήταν πέραν του επιτρεπομένου ορίου. Η θέση του Μ.Κ.1 ότι η Κατηγορουμένη προσποιούνταν, εφόσον αυτή διέκοπτε αμέσως την εκπνοή της, είναι η εντύπωση που σχημάτισε ο Μ.Κ.1, εφόσον ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά ότι λειτουργούσε ορθά η συσκευή τελικού ελέγχου, εξήγησε σε αυτή τη λειτουργία της και δεν είχε διαπιστώσει κάτι που να δικαιολογεί την από μέρους της Κατηγορουμένης διακοπή της εκπνοής της αμέσως μετά που αυτή ξεκινούσε να φυσά. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη, η Κατηγορουμένη δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής της. Η μαρτυρία και η παρουσία της στο Δικαστήριο ήταν σύντομη, αλλά μέσα από τα λίγα που είπε και υποστήριξε ήταν εμφανές ότι δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με ουσιώδες της υπόθεσης ζήτημα, ήτοι την κατ' ισχυρισμόν φυσική της αδυναμία να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα για τελική εξέταση και εξηγώ. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 τέθηκε η θέση ότι κάποιες μέρες πριν τις 28/3/2012 η Κατηγορουμένη είχε πάθει πνευμονία, είχε απουσιάσει από τη δουλειά της για δύο μέρες, ως η σύσταση του γιατρού της, και ότι στη συνέχεια πήγε δουλειά παρά το ότι δεν είχε αναρρώσει πλήρως, δηλαδή είχε βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας της. Κατά την δε ένορκη εκδοχή της παρουσίασε το πιστοποιητικό ασθενείας, Τεκμήριο 4, ημερομηνίας 22/3/2012, σύμφωνα με το οποίο αυτή στις 22/3/2012 δεν έπασχε από πνευμονία, αλλά από εμπύρετο γριππώδες σύνδρομο με βρογχίτιδα. Όταν της υποβλήθηκε ότι θα μπορούσε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής ακόμη και με την βρογχίτιδα, αυτή μας ανέφερε για πρώτη φορά και αντιφάσκοντας με τις προηγούμενές της εκδοχές ότι βρισκόταν στα αρχικά στάδια πνευμονίας. Η Κατηγορουμένη επέλεξε, όπως ήταν εξ άλλου δικαίωμά της, να χειριστεί μόνη της την υπόθεσή της και το Δικαστήριο, στο βαθμό που ήταν θεωρώ επιτρεπτό, προσπάθησε να εξηγήσει σε αυτήν τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας και κάθε στάδιο αυτής, τονίζοντας μάλιστα το δικαίωμά της, εάν επιθυμούσε, να προσκομίσει περαιτέρω, κυρίως ιατρική, μαρτυρία, για να υποστηρίξει την υπόθεσή της. Παρά το ότι αρχικά η Κατηγορουμένη είχε δηλώσει ότι θα προσκόμιζε τέτοια μαρτυρία, εντούτοις κατά την ένορκη κατάθεσή της περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν θα έπραττε τούτο επειδή δεν επιθυμούσε να απουσιάσει περισσότερο από τη δουλειά της. Τούτο έγινε παρά το ότι κατά την αντεξέτασή της αμφισβητήθηκε η θέση της ότι δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Η Κατηγορουμένη μου έδωσε την εικόνα ευφυούς προσώπου, το οποίο ήταν σε θέση να αντιληφθεί πολύ καλά, υπενθυμίζω ότι αυτή εργάζεται ως χημικός, την σημασία της προσκόμισης ιατρικής μαρτυρίας για να υποστηρίξει τη θέση της περί φυσικής αδυναμίας να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Αυτή δε αρκέστηκε να τονίζει στο Δικαστήριο ότι δεν της λέχθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό ότι θα έπρεπε να παρουσιάσει στην Αστυνομία ιατρικά πιστοποιητικά που να βεβαιώνουν την εν λόγω φυσική αδυναμία, αλλά δεν άδραξε την ευκαιρία που της δόθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου ουσιαστικά κρίνεται η ενοχή της ή όχι, για να παρουσιάσει ιατρική μαρτυρία για να υποστηρίξει την θέση της. Παρά το ότι δέχομαι ότι η Κατηγορουμένη στις 22/3/2012 μέχρι τις 23/3/2012, ως η άδεια ασθενείας της, έπασχε από εμπύρετο γριππώδη σύνδρομο με βρογχίτιδα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29/3/2012 και περί ώρα 01:18, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην οδό Στασίνου στη Λευκωσία. Ο Μ.Κ.1, Αστυφύλακας 3029, Ηλίας Ηλία, ανέκοψε την Κατηγορουμένη για συνήθη έλεγχο τροχαίας, και αφού του δημιουργήθηκε εύλογη υποψία ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, της ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση άλκοτεστ, προειδοποιώντας την ότι άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα εκπνοής, συνιστά ποινικό αδίκημα. Ο M.K.1 είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής μηχανών άλκοτεστ, τόσο για προκαταρκτικό όσο και για τελικό έλεγχο. Η Κατηγορουμένη έδωσε δείγμα εκπνοής στη συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου με αρ.49508 και η ένδειξη ήταν 47 mg % αντί 22 mg %. Η εν λόγω συσκευή λειτουργούσε κανονικά, αφού πριν τη χρήση της ο Μ.Κ.1 έκανε σε αυτή τους απαραίτητους ελέγχους. Αμέσως μετά, ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και ζήτησε από αυτήν να δώσει δύο δείγματα εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης, πληροφορώντας την ταυτόχρονα ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή της δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 οδήγησε την Κατηγορουμένη στο υπηρεσιακό όχημα με αρ. εγγραφής KUC266, εντός του οποίου βρισκόταν εγκατεστημένη η κινητή συσκευή τελικής εξέτασης LION INTOXILYZER 8000, s/n 80-000366 (στο εξής «η Συσκευή Τελικής Εξέτασης»), και, αφού της εξήγησε τη λειτουργία της, την οποία η Κατηγορουμένη κατανόησε, της ζήτησε να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Ο Μ.Κ.1 είχε προβεί σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει και διαπίστωσε την ορθή λειτουργία της Συσκευής Τελικής Εξέτασης. Η Κατηγορουμένη ξεκίνησε να εκπνέει εντός της Συσκευής Τελικής Εξέτασης, αλλά αμέσως διέκοπτε την εκπνοή της. Από την Συσκευή Τελικής Εξέτασης εκτυπώθηκε έντυπο, ήτοι το Τεκμήριο 3, με την ένδειξη «SPECIMEN INSUFFICIENT.» Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την Κατηγορουμένη για το αδίκημα που διέπραξε, ότι αυτή τελούσε υπό σύλληψη και την ενημέρωσε για το δικαίωμα επικοινωνίας της με δικηγόρο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επιθυμούσε. Στη συνέχεια, και μετά από άδεια, ο Μ.Κ.1 μετέφερε το Αυτοκίνητο και την Κατηγορουμένη στον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου, όπου παρέδωσε αυτήν και τα κλειδιά στον επί καθήκοντι αστυφύλακα. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Tα εδάφια
(1)
(2)και
(3)του Άρθρου 6 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Ν. 174/86, όπως ίσχυε κατά τις 29/3/2012 (στο εξής «ο Νόμος»), καταγράφει τις περιπτώσεις όπου αστυνομικός δύναται να ζητήσει από πρόσωπο να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση, δηλαδή την εξέταση δείγματος εκπνοής προσώπου με συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης με σκοπό την παροχή ενδεικτικής μέτρησης της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή του εν λόγω προσώπου. Νοείται ότι η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης θα πρέπει να πληροί ένα από τα πρότυπα, τα οποία εγκρίνονται με διάταγμα του αρμόδιου Υπουργού. Για σκοπούς διερεύνησης του κατά πόσον οποιοδήποτε πρόσωπο, στο δείγμα εκπνοής του οποίου έγινε προκαταρκτική εξέταση, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβαση του Άρθρου 5 του Νόμου, δηλαδή αυτό της οδήγησης οχήματος καθ'ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερβαίνει το καθορισθέν όριο, ήτοι τα 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, το Άρθρο 7
(1)του Νόμου δίδει εξουσία σε οποιοδήποτε αστυνομικό, τηρουμένων των διατάξεων των Άρθρων 7 και 9 του Νόμου (το Άρθρο 9 προνοεί για την προστασία προσώπων που βρίσκονται σε νοσοκομείο για περίθαλψη), να ζητήσει από το εν λόγω πρόσωπο να παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την χρονική στιγμή, κατά την οποία είχε παρασχεθεί το δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου «δείγμα εκπνοής» σημαίνει τοιαύτην ποσότηταν εκπνοής, η οποία θα εκρίνετο ικανοποιητική προς διενέργειαν προκαταρκτικής ή τελικής εξετάσεως». Επίσης, ο όρος «εκπνοή» ερμηνεύεται να σημαίνει «τον εκπνεόμενο αέρα κατά την φυσική λειτουργίαν της αναπνοής.» Περαιτέρω, ο όρος «τελική εξέταση» σημαίνει «την εξέταση δείγματος εκπνοής προσώπου με συσκευή τελικής εξέτασης.» Η δε «συσκευή τελικής εξέτασης» σημαίνει «κάθε συσκευή που προσδιορίζει την ποσότητα ή το ποσοστό αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή προσώπου, πληροί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται με διάταγμα του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και παρέχει έντυπο αποτέλεσμα.» Παρενθετικά σημειώνω πως σύμφωνα με την δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του Άρθρου 7, εάν για ιατρικούς λόγους δεν ενδείκνυται η παραχώρηση δείγματος εκπνοής και τούτο πιστοποιείται από ιατρό, οποιοσδήποτε αστυνομικός ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δύναται να ζητήσει όπως, τηρουμένων των διατάξεων του Άρθρου 9, το εν λόγω πρόσωπο παράσχει δείγμα αίματος για εργαστηριακή ανάλυση. Η ακολουθητέα διαδικασία για την παροχή δείγματος αίματος διαλαμβάνεται στο Άρθρο 9 του Νόμου, η οποία δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω. Σύμφωνα με το Άρθρο 7
(2)του Νόμου, η τελική εξέταση πρέπει να γίνεται στον πλησιέστερο χώρο που υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός. Το Άρθρο 7
(4)του Νόμου, λοιπόν, διαλαμβάνει τα εξής: «7
(4)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος.» (δική μου η υπογράμμιση). Το Άρθρο 7
(5)του Νόμου προνοεί ότι ο αστυνομικός, ο οποίος ζητά από οποιοδήποτε πρόσωπο να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 7, υποχρεούται όπως επιστήσει την προσοχή του εν λόγω προσώπου ότι η άρνηση ή αποφυγή παραχώρησης του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Ακολούθως, το Άρθρο 8 του Νόμου διαλαμβάνει τα εξής: «8-
(1)Διά τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία δια την οποία πρόσωπον δύναται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιούμενη δι' ενυπογράφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσις επιδεικνύεται προς τον αστυνομικό κατά τον χρόνον κατά τον οποίο ζητείται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερον προς της κατοικία του αστυνομικό σταθμόν.
(2)Εάν το πρόσωπο το οποίο ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δεν δυνηθή να προσκομίσει την δυνάμει του αυτού εδαφίου προνοούμενην ιατρικήν βεβαίωση εντός του ούτω καθοριζομένου χρονικού διαστήματος, θα τεκμαίρεται ότι τούτο αρνήθη ή απέφυγε να παράσχη το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας.» Ομολογουμένως, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το πότε συντελείται το αδίκημα της αποφυγής δι' οιουδήποτε τρόπου παροχής δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση είναι διϊστάμενη. Στην Ποινική Έφεση Αρ. 67/2011, Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, ημερομηνίας 13/2/2013, όπου ο εκεί κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και η συσκευή τελικής εξέτασης εμφάνισε την ένδειξη «insufficient», αποφασίστηκε ότι από την μαρτυρία δεν προέκυψε ότι ο εκεί κατηγορούμενος απέφυγε με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα εκπνοής. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή, κ. Κραμβή: «Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου τον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Στην υπό κρίση υπόθεση η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να οδηγήσει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στο συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής.» Από την άλλη, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερομηνίας 1/11/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο εκεί κατηγορούμενος στην κατηγορία της αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του αστυνομικού και, κατά συνέπεια, ότι η συσκευή τελικής εξέτασης λειτουργούσε κανονικά, εφόσον αυτός προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει, όπως και διαπίστωσε, την ορθότητα της λειτουργίας της μηχανής, η καταγραφή στο έντυπο που εκτυπώθηκε από την συσκευή τελικού ελέγχου της ένδειξης «NO BREATH FLOW DETECTED-NO SPECIMEN», κατέτασσε την υπόθεση σε καθαρή υπόθεση ενοχής του εκεί κατηγορούμενου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε. Στην υπόθεση Αραμπίδη, ο Έντιμος Δικαστής, κ. Χριστουδούλου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το ρήμα όμως «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου, έχουμε την άποψη πως έκδηλα έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι» (βλ. και Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ' έκδοση, σελ. 260), παρά το γεγονός ότι την ίδια στιγμή παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. Αυτό συνέβη και στην παρούσα περίπτωση και αδιάψευστος μάρτυρας ότι ο εφεσίβλητος προσπάθησε και κατόρθωσε με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση είναι η σχετική καταγραφή στο έντυπο που εκτύπωσε η μηχανή...» Λέχθηκε, επίσης, ότι δεν απαιτείτο μαρτυρία από τον αστυνομικό ότι ο εκεί κατηγορούμενος είτε έβαλε τη γλώσσα του μπροστά από το στόμιο της μηχανής είτε ότι διέκοψε το συνεχές φύσημα στο στόμιο της μηχανής είτε ότι γέμισε σάλιο το στόμιο της μηχανής. Στην Αραμπίδη (ανωτέρω) έγινε ιδιαίτερη μνεία στην Αγγλική απόφαση R. v. Chapman [1969] 2 All E.R. 321, όπου επισημάνθηκε πως σε περίπτωση που οι αστυνομικοί διενεργήσουν ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής και το πρόσωπο που υποβάλλεται σε έλεγχο αποτύχει να δώσει δείγμα με τον τρόπο που του υποδείχθηκε, τότε πρόκειται για καθαρή περίπτωση ενοχής. Χρήζει, βεβαίως, επισήμανσης ότι στην εν λόγω αγγλική υπόθεση, η οποία ακολουθήθηκε και από μεταγενέστερες Αγγλικές αποφάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, Hirst v. Wilson [1969] 3 All E.R. 1566), υπό εξέταση ήταν το αδίκημα που δημιουργούσε το section 2
(3)του Αγγλικού Road Safety Act 1967, το οποίο προνοούσε τα εξής: «A person who, without reasonable excuse, fails to provide a specimen of breath for a breath test under either of the two foregoing subsections shall be liable on summary conviction to a fine.» (δική μου η υπογράμμιση»). Το αδίκημα του Αγγλικού Νόμου δεν αναφερόταν σε «αποφυγή» παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής, αλλά σε 'failure', δηλαδή αποτυχία παροχής ικανοποιητικού δείγματος. Δηλαδή, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν διενεργηθεί ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής και, κατά συνέπεια, διαπιστώνετο η ορθότητα της λειτουργίας της μηχανής, σε περίπτωση μη παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής από το υφιστάμενο σε έλεγχο πρόσωπο, τότε πρόκειται για καθαρή περίπτωση ενοχής, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο πρόσωπο αποτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Δηλαδή, δεν πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αλλά η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας εισάγει, έστω και υπό την μορφή της υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea. Ας σημειωθεί ότι ο όρος 'failure' έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει και την άρνηση (βλ. το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 172 και 191) και αδιαμφισβήτητα περιλαμβάνει και την «αποφυγή». Το αδίκημα, συνεπώς, συντελείται μόνο όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει εύλογη δικαιολογία για την αποτυχία του να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και η υπεράσπιση της εύλογης δικαιολογίας δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις φυσικής αδυναμίας. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 16η έκδοση, σελ. 313 και έπ., γίνεται αναφορά σε τί θεωρήθηκε νομικά να αποτελεί εύλογη δικαιολογία και τί μαρτυρία απαιτείται προς το σκοπό αυτό. Δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της παρούσας να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στις εν λόγω περιπτώσεις. Θα αρκεστώ, όμως, να σημειώσω ότι η φυσική αδυναμία κρίθηκε ότι αποτελεί εύλογη αιτία. Βλ. Hirst v. Wilson (ανωτέρω). Ερχόμενοι τώρα στις ημεδαπές διατάξεις, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον θα πρέπει να αποδοθεί στη λέξη «αποφεύγω» η ετυμολογική της προέλευση και ερμηνεία αποσπασματικά ή κατά πόσον αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί έχοντας υπόψη ολόκληρο το λεκτικό της επίμαχης διάταξης και το σκοπό του Νόμου. Σημειώνω, βεβαίως, ότι οι ποινικοί νόμοι ερμηνεύονται αυστηρά και εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή ασάφεια, αυτή αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου, έστω και αν αυτό γίνεται για τεχνικούς λόγους. Βλ. Χριστοδούλου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)Α.Α.Δ. 443. Προκειμένου περί δημιουργίας ποινικής ευθύνης, οι διατάξεις ερμηνεύονται αυστηρά χωρίς δυνατότητα για στήριξη έννοιας με υπονοούμενα και χωρίς χώρο για ασάφεια. Η ποινική ευθύνη πρέπει να καθορίζεται απερίφραστα από το λεκτικό της διάταξης και όχι να αφήνεται να συνάγεται από τα συμφραζόμενα. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128. Αυτό, βεβαίως, δεν καταργεί τον άλλο κανόνα ότι οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους και λαμβάνοντας υπόψη και το σκοπό του νόμου. Βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59. Θεωρώ ότι η λέξη «αποφεύγω» θα πρέπει να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη ολόκληρο το λεκτικό του εδαφίου
(4), ως και το σκοπό του Νόμου που δεν μπορεί να είναι άλλος από του να ποινικοποιήσει την, άνευ ευλόγου αιτίας, αποτυχία με οποιοδήποτε τρόπο παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση. Υπενθυμίζω ότι ο νομοθέτης προσφέρει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας όχι μόνο σε αυτόν που αρνείται, αλλά και σε αυτόν που «αποφεύγει». Θα ήταν οξύμωρο να προσφέρεται η εν λόγω υπεράσπιση σε κάποιον που «αποφεύγει» με την αποσπασματικά ορώμενη ετυμολογική προέλευση και ερμηνεία της λέξης, δηλαδή σε αυτόν που προσπαθεί να μην δώσει ή που προσπαθεί να ξεφύγει από του να δώσει ή σε αυτόν που σκοπίμως αποφεύγει να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Συνεπώς, κρίνω ότι η ορθή ερμηνεία, την οποία και αποδίδω, είναι αυτή της αποτυχίας με οποιοδήποτε τρόπο παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για σκοπούς τελικής εξέτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν διενεργηθεί ορθά τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής και, κατά συνέπεια, διαπιστώνεται η ορθότητα της λειτουργίας της μηχανής κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε περίπτωση μη παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής από το υφιστάμενο σε έλεγχο πρόσωπο, τότε έχουμε καθαρή περίπτωση ενοχής, εκτός αν ο κατηγορούμενος επιτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Στη βάση, λοιπόν, των ευρημάτων μου και της προαναφερθείσας κατάληξης, έχω ικανοποιηθεί ότι στην υπό εξέταση υπόθεση είχαν διενεργηθεί τα αναγκαία προκαταρκτικά για τη λήψη των δειγμάτων εκπνοής από την Κατηγορουμένη για σκοπούς τελικής εξέτασης, ότι η Συσκευή Τελικής Εξέτασης λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο κανονικά και ορθά, ότι επεξηγήθηκε επαρκώς και ορθώς στην Κατηγορουμένη ο τρόπος λειτουργίας της Συσκευής Τελικής Εξέτασης, μεταξύ άλλων και ο τρόπος με τον οποίο αυτή θα έπρεπε να φυσήσει για να δώσει δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής, ως και ότι η Κατηγορουμένη δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Συνεπώς, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορουμένη «απέφυγε», δηλαδή απέτυχε, να παράσχει δείγμα εκπνοής προς διενέργεια τελικής εξέτασης, όταν της ζητήθηκε τούτο δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 7
(1)του Νόμου. Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί κατά πόσον η Κατηγορουμένη έχει επιτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Όπως έχει κατ' επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων, Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το εδάφιο
(2)του Άρθρου 8 του Νόμου διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση που το υποκείμενο σε έλεγχο πρόσωπο δεν προσκομίσει στον πλησιέστερο προς την οικία του αστυνομικό σταθμό, το αργότερο εντός τριών ημερών από την στιγμή που του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής, ενυπόγραφη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού που να πιστοποιεί την ύπαρξη ιατρικών λόγων που να δικαιολογεί την άρνηση ή την «αποφυγή» παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής, τότε θα τεκμαίρεται ότι αυτό αρνήθηκε ή «απέφυγε» να παράσχει το ζητηθέν δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας. Το Άρθρο 8
(2)δεν προνοεί ρητά για τη δημιουργία αμάχητου τεκμηρίου σε περίπτωση μη προσκόμισης της απαιτούμενης ιατρικής βεβαίωσης ούτε και επιλέχθηκε από το Νομοθέτη η χρήση των λέξεων «θεωρείται» ή «λογίζεται», κάτι που συμβαίνει όταν ο νομοθέτης επιλέγει τη δημιουργία αμάχητου τεκμηρίου. Εφόσον, περαιτέρω, πρόκειται για νομοθετική διάταξη που δημιουργεί ποινική ευθύνη, δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι το τεκμήριο που δημιουργεί το εδάφιο 2 του Άρθρου 8 είναι μαχητό. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος δεν χάνει το δικαίωμά του κατά τη δίκη να επικαλεστεί την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που σχετίζεται με ιατρικούς λόγους, επειδή απλώς δεν προσκόμισε την περί ης ο λόγος ιατρική βεβαίωση με τον τρόπο και στο χρόνο που διαλαμβάνει ο Νόμος. Για την επιτυχή, όμως, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας που σχετίζεται με ιατρικούς λόγους ή φυσική αδυναμία, απαιτείται συνήθως η προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας, δηλαδή η ένορκη μαρτυρία ιατρού. Βλ. Wilkinson' s Road Traffic Offences, 16η έκδοση, παρά. 4.273-4.276. Σε περιπτώσεις, επίσης, όπως η κρινόμενη, όπου οι ιατρικοί λόγοι ή η φυσική αδυναμία δεν καταδεικνύονται μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάζει η Κατηγορούσα Αρχή, η ιατρική μαρτυρία στη δίκη θα πρέπει να προσκομίζεται από την υπεράσπιση, η οποία και έχει το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το ότι, ως αποτέλεσε ήδη εύρημα του Δικαστηρίου, η Κατηγορουμένη στις 22/3/2012 μέχρι τις 23/3/2012 έπασχε από εμπύρετο γριππώδη σύνδρομο με βρογχίτιδα, δεν είναι ικανό για να αποδείξει, έστω στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής οφείλεται σε φυσική της αδυναμία να πράξει τούτο. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο δεν είναι εμπειρογνώμονας, ούτε και έχει δικαστική γνώση σε σχέση με τις επιπτώσεις στην εκπνοή ως εκ της ύπαρξης του εν λόγω συμπτώματος με βρογχίτιδα. Δηλαδή, απαιτείται ιατρική μαρτυρία, η οποία δεν έχει προσκομιστεί, που να αποδίδει την αποτυχία παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής στην ύπαρξη του εν λόγω συνδρόμου. Πέραν τούτου, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου ιατρική μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της Κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή κατά πόσον αυτή εξακολουθούσε να υποφέρει από το εν λόγω σύνδρομο στις 29/3/2012 και, αν ναι, σε ποιό βαθμό. Η Κατηγορουμένη αρκέστηκε να πει ότι, μετά τις δύο ημέρες απουσίας της, επέστρεψε στην εργασία της χωρίς να είχε αναρρώσει πλήρως. Δεν διευκρίνισε τί εννοούσε με αυτό, πολύ δε περισσότερο δεν έδωσε συνεπή και αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της κατά την επίδικη ημερομηνία. Στο σημείο αυτό χρήζει σχολιασμού ότι με το Τεκμήριο 4 χορηγήθηκε στην Κατηγορουμένη άδεια απουσίας από την εργασία της μόνο για δύο ημέρες, κάτι που συνηγορεί υπέρ του ότι η κατάσταση της υγείας της δεν ήταν τέτοια που να απαιτείτο μεγαλύτερη χρονική περίοδος για την ανάρρωσή της. Δεν έχει, επίσης, τεθεί ενώπιόν μου ιατρική μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η κόπωση του οργανισμού της Κατηγορουμένης από την αρρώστια που είχε περάσει, σε συνδυασμό με την κόπωση από την πρωϊνή και νυκτερινή της εργασία, δικαιολογεί την αποτυχία της να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Κατηγορουμένη διέκοπτε την εκπνοή της αμέσως μόλις ξεκινούσε να φυσά στην Συσκευή Τελικής Εξέτασης. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν μου ο,τιδήποτε που να μαρτυρεί ότι κατά τη στιγμή της διακοπής της εκπνοής της η Κατηγορουμένη παρουσίασε έντονου βαθμού αναπνευστική δυσχέρεια. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορουμένη απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Καταληκτικά, η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.