← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Yaroslav Ipatko κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34137/2011, 19/9/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Yaroslav Ipatko κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34137/2011, 19/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛEYΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34137/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.

  1. Yaroslav Ipatko
  2. Κυριάκος Κυριάκου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Θεοδότου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Κ. Κνώφος. Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει συνολικά 4 Κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδειας οδήγησης (Πρώτη Κατηγορία), της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου (Δεύτερη Κατηγορία), οδήγησης μοτοσυκλέτας χωρίς κράνος (Τρίτη Κατηγορία) και χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς διακριτικά σημεία ταυτότητας (Τέταρτη Κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει 2 Κατηγορίες, ήτοι την Πέμπτη και Έκτη Κατηγορία. Η Πέμπτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίτρεψης ή ανοχής οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8

(3), 49
(1)(γ), 54 και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πέμπτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι ενώ ήταν ιδιοκτήτης μιας τετράχρονης μοτοσυκλέτας αγνώστων στοιχείων στις 18/8/2010 επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να οδηγά το πιο πάνω όχημα στην οδό Καλοψύδας στην Αγία Βαρβάρα της Επαρχίας Λευκωσίας, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης. Η Έκτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίτρεψης χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 και της Κ.Δ.Π. 312/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Έκτη Κατηγορία ενώ ήταν ιδιοκτήτης του ίδιου μηχανοκινήτου οχήματος επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να χρησιμοποιεί το αναφερόμενο μηχανοκίνητο όχημα στην πιο πάνω οδό, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης για χρήση του αναφερόμενου οχήματος από τον οδηγό του έναντι τρίτου προσώπου. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες, ήτοι ο Λοχίας 4743, Γιάννος Ιωάννου του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου (Μ.Κ.1) και ο Αστυφύλακας 2384, Στέλιος Τσαγγαρίδης της Τροχαίας Λευκωσίας (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 18/8/2010 και περί ώρα 20:05 ενώ περπατούσε στην οδό Καλοψίδας στην Αγία Βαρβάρα είδε τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος δεν είναι αδειούχος, να οδηγά μια τετράτροχη μοτοσυκλέτα χρώματος κόκκινου, η οποία δεν είχε πινακίδες με αριθμούς εγγραφής τόσο στο μπροστινό όσο και το πισινό μέρος, χωρίς να φέρει κράνος και στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 1 ελάττωσε ταχύτητα για να μπει στο σπίτι του. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου, όπου έδωσε κατάθεση στο Μ.Κ.
  2. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον η εν λόγω μοτοσυκλέτα ανήκει στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι ο πατέρας του Κατηγορουμένου 1, αλλά είδε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο 2 να οδηγεί μια τετράχρονη μοτοσυκλέτα χρώματος κόκκινου στη γειτονιά και να μπαίνει στο σπίτι του. Ανέφερε, επίσης, πώς γνώριζε και γνωρίζει τον Κατηγορούμενο
  3. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 έγιναν διάφορες ερωτήσεις και υποβολές που στόχευαν στο να αμφισβητηθεί η θέση του Μ.Κ.2 ότι είδε πράγματι τον Κατηγορούμενο 1 να οδηγεί την περί ης ο λόγος μοτοσυκλέτα ή κατά πόσον είναι σε θέση να αναγνωρίσει ότι είναι ο Κατηγορούμενος 1 αυτός που οδηγούσε αυτή και ο Μ.Κ.2 έδωσε την εκδοχή του. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι μια με δυο βδομάδες μετά το συμβάν ο Κατηγορούμενος 2 του έκανε παράπονο που κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο 1 αντί να τον συμβουλεύσει, λέγοντάς του ότι όλοι στο χωριό κάνουν το ίδιο. Ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε ότι στις 19/8/2010, κατόπιν της γραπτής καταγγελίας του Μ.Κ.2, μετέβηκε στην οδό Καλοψύδας 3 στην Αγία Βαρβάρα, όπου συνάντησε τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος γεννήθηκε στις 20/8/1996, τον οποίο ενημέρωσε προφορικά για την εναντίον του γραπτή καταγγελιά. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο Κατηγορούμενος 2, πατέρας του Κατηγορουμένου 1, τηλεφώνησε στον Μ.Κ.1, ο οποίος αρνήθηκε κάλεσμα του Μ.Κ.1 να μεταβεί στο Σταθμό με τον γιο του. Στις 11/11/2010, ο Μ.Κ.1 μετέβηκε σε κάποιο περίπτερο όπου είχε πληροφόρηση ότι βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 2, όπου βρήκε τον τελευταίο και όταν τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί ότι επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να οδηγά την τετράτροχη μοτοσυκλέτα χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς ασφάλεια, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «φίλε μου τούτα εν πελλάρες ο μιτσής, δεν οδηγά την μοτόρα, εγιώ οδήγουν την μοτόρα τζιαι τούτος που λαλεί ότι οδήγαν ο μιτσής φέρμουτον μπροστά μου στο Δικαστήριο.» Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι όταν πήγε στο σπίτι των Κατηγορουμένων στις 19/8/2010 δεν εντόπισε ο,τιδήποτε σε σχέση με τα αδικήματα. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 έγιναν, μεταξύ άλλων, διάφορες ερωτήσεις και υποβολές για να αμφισβητηθεί ουσιαστικά η θέση του Μ.Κ.1 ότι είναι τον Κατηγορούμενο 1 που αφορούσε η γραπτή καταγγελία του Μ.Κ.2 και ο Μ.Κ.1 έδωσε την εκδοχή του. Μεταξύ άλλων, ανέφερε πώς γνωρίζει τον Κατηγορούμενο
  4. Σε υποβολή ότι στις 18/8/2010 ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος μοτοσυκλέτας, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, στο σπίτι του Κατηγορουμένου 2 υπήρχε μοτοσυκλέτα τετράτροχη, την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι γιος του πρώτου. Περαιτέρω, οι διάδικοι προέβηκαν, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, στην εξής δήλωση παραδεκτών γεγονότων, ήτοι ότι στις 18/8/2010 ούτε ο Κατηγορούμενος 1 ούτε ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εγγεγραμμμένοι ιδιοκτήτες οποιασδήποτε μοτοσυκλέτας. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ουσιαστικά, ο κ. Κνώφος εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με την επίδικη μοτοσυκλέτα, ήτοι που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε οποιαδήποτε εξουσία επί αυτής ώστε να προκύπτει ότι επέτρεψε την οδήγηση αυτής από τον Κατηγορούμενο 1. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία αποδεικνύει στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης όλα τα συστατικά στοιχεία όλων των Κατηγοριών εναντίον και των δύο Κατηγορουμένων και κάλεσε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Οι παράμετροι που καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον κατηγορουμένου έχουν τεθεί στην Azinas ν. The Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 9, στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης, και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο για τον καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιόν του μαρτυρία ότι: Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατόν αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει της ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορουμένους. Κατ' αρχάς και παρά το ότι δεν έγινε σχετική προς τούτο εισήγηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Συνεπώς, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά την αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Έχω διεξέλθει με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα παραδεκτά της υπόθεσης γεγονότα, και θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός ως προς το κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1. Θα ξεκινήσω από το αδίκημα της Έκτης Κατηγορίας. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)(β) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμόν διάπραξης του αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να «προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Από το λεκτικό του εδαφίου
(1)(β) του Άρθρου 3 του Ν.96(Ι)/2000, συνάγεται ότι για την απόδειξη του αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας, χρειάζεται να αποδειχθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν πρόσωπο που είχε την κατοχή ή τον έλεγχο της επίδικης μοτοσυκλέτας και επέτρεψε στον Κατηγορούμενο 1 να χρησιμοποιήσει τούτη κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία του οχήματος να ανήκει στο πρόσωπο που επέτρεψε τη χρήση του μηχανοκινήτου οχήματος, ανεξάρτητα του ότι στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας αναγράφεται αχρειαστήτως και εκ του περισσού ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσυκλέτας. Είναι αρκετό το πρόσωπο που κατηγορείται να κατέχει ή να έχει τον έλεγχο του οχήματος ανεξαρτήτως του ποιός είναι ο ιδιοκτήτης. Απαιτείται, επίσης, όπως αποδειχθεί ότι το πρόσωπο που κατηγορείται επέτρεψε στο τρίτο πρόσωπο να οδηγήσει, άρα ότι είτε εξουσιοδότησε ή ότι είχε εκ των προτέρων ή έστω ταυτόχρονη γνώση ότι το τρίτο πρόσωπο θα οδηγούσε ή οδηγούσε το όχημα. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του προσώπου που επιτρέπει, όπως και στις περιπτώσεις συνεργού, έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Willkinson's Road and Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 55, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Pope v. Minton
(1954)Crim L.R. 711 και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η γνώση, όπως και η ένοχη διάνοια συνεργού, μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.
  1. Κατ' αρχάς, θα συμφωνήσω με την θέση του κ. Κνώφου ότι ο Μ.Κ.2 δεν συνέδεσε την κόκκινη τετράτροχη μοτοσυκλέτα, σε σχέση με την οποία ανέφερε ότι είδε πολλές φορές τον Κατηγορούμενο 2 να οδηγεί και να εισέρχεται με αυτή στο σπίτι τους, με την περί ης ο λόγος μοτοσυκλέτα ώστε να μπορούσε να αποδειχθεί, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε την κατοχή ή τον έλεγχο της τελευταίας κατά τον χρόνο μάλιστα της οδήγησης αυτής από τον Κατηγορούμενο
  2. Από το ότι ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον Μ.Κ.2, σύμφωνα πάντοτε με τον τελευταίο, σε χρονικό διάστημα μετά την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμόν οδήγησης της επίδικης μοτοσυκλέτας από τον Κατηγορούμενο 1, ότι δεν θα έπρεπε να καταγγείλει τον Κατηγορουμένο 1, αλλά να τον συμβουλεύσει, ως και ότι όλοι κάνουν το ίδιο στο χωριό, δεν συνεπάγεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε πριν την επίδικη οδήγηση από τον Κατηγορούμενο 1 ότι αυτός θα οδηγούσε ή έστω ότι γνώριζε για την οδήγηση κατά τον χρόνο που αυτή λάμβανε χώρα. Πόσω δε μάλλον ότι ο Κατηγορούμενος 2 επέτρεψε στον τελευταίο να οδηγήσει. Περαιτέρω, καμιά βοήθεια στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δύναται να αντληθεί από τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι απάντησε ο Κατηγορούμενος 2 όταν τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί. Η απάντηση του Κατηγορουμένου 2, ότι δηλαδή είναι αυτός που οδηγούσε την επίδικη μοτοσυκλέτα, δεν παραπέμπει σε οδήγηση προγενέστερη της κατ' ισχυρισμόν οδήγησης από τον Κατηγορούμενο 1, αλλά σε οδήγηση από τον Κατηγορούμενο 2 κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο που κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 1 ότι οδήγησε. Δηλαδή, η δήλωση αυτή είναι ασυμβίβαστη με την Κατηγορία που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο
  3. Από κανένα, λοιπόν, στοιχείο της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δύναται να προκύψει, έστω και σε αυτό το στάδιο της δίκης, το απαραίτητο νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο
  4. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 2 στην Έκτη Κατηγορία, στην οποία ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο σε σχέση με την Πέμπτη Κατηγορία και τούτο υπό το φως των διατάξεων του εδαφίου
(2)του Άρθρου 49 των περί Άδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως
  1. Όσον δε αφορά, λοιπόν, την Πέμπτη Κατηγορία, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, και έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εν λόγω Κατηγορίας, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου
  2. Όσον αφορά, επίσης, τις Κατηγορίες 1-4 που ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, και εξετάζοντας τούτη αντικειμενικά, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγησή της, και έχοντας περαιτέρω κατά νου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των εν λόγω Κατηγοριών, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1 σε όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Θα προχωρήσω, λοιπόν, να καλέσω τον Κατηγορούμενο 1 σε απολογία στις Κατηγορίες 1-4 και τον Κατηγορούμενο 2 σε απολογία στην Πέμπτη Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.