Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Αβραξίδης, Αρ.Υπόθεσης:21865/2013, 21/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:21865/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν- Χρίστος Αβραξίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Έλενα Θεοδότου. Ο Κατηγορούμενος είναι παρών και εμφανίζεται προσωπικά. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει δύο Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 17/6/2012 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής AAF118 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 89 χ.α.ώ. αντί 65 χ.α.ώ. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι
- Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31/12/
- Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ενώ ο Κατηγορούμενος, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. O Μ.Κ.1, Αστυφύλακας 2975, Αρτέμης Παύλου, ο οποίος στις 17/6/2012 υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας, όπου και υπηρετεί μέχρι και σήμερα, κατέθεσε ως Τεκμήρια «1» και «1Α» τον Ανακριτικό Φάκελο και την κατάθεση αντιστοίχως, τα οποία ετοιμάστηκαν για σκοπούς δίωξης του Κατηγορουμένου, όπου, μεταξύ άλλων, κατέγραψε τα στοιχεία σε σχέση με την καταγγελία στην οποία προέβη. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1 και 1Α, στις 17/6/2012 και περί ώρα 07:11 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ο Μ.Κ.1 κατήγγειλε τον οδηγό (στο εξής «ο Οδηγός») του οχήματος Mitsubishi Double Cabin Pick Up με αρ. εγγραφής AAF118 (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), ήτοι τον Xρίστο Αβραξίδη, ότι οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, ήτοι 89 χ.α.ώ. αντί 65 χ.α.ώ, ως και ότι οδηγούσε το Αυτοκίνητο χωρίς άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ. Το μέρος που καταγγέλθηκε ο Οδηγός βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 65 χ.α.ώ. Σήμα για το όριο ταχύτητας υπήρχε εμφανές. Η ταχύτητα καταμετρήθηκε με ραντάρ τύπου λέιζερ με αρ. 14153 και η απόσταση που διαπιστώθηκε η ταχύτητα ήταν 115m. Το ταχύμετρο ελέγχθηκε τόσο πριν όσο και μετά την καταγγελία από τον Μ.Κ.1 και λειτουργούσε ορθά. Ο Οδηγός οδηγούσε με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά και η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια. Αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί ο Οδηγός απάντησε «Εν ανάγκη να με καταγγείλεις τζιαι για τα θκιο;» Εκδόθηκε εξώδικο στον Οδηγό με το σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή με αρ. H6950000649 για το ποσό των €126.01 και 2 βαθμοί ποινής, το οποίο δεν πληρώθηκε εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον Οδηγό, ο οποίος του υπέδειξε το δελτίο ταυτότητάς του, με αρ. 681435, όταν ανέκοψε το Αυτοκίνητο κάνοντας σήμα σε αυτό να σταματήσει στη δεξιά πλευρά του δρόμου που υπάρχει στάση λεωφορείου. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι δεν είναι τον Κατηγορούμενο που ανέκοψε και ότι δεν έδωσε εξέδωσε σε αυτόν εξώδικο. Αρνήθηκε, επίσης, ότι είναι κάποιος 25χρονος που οδηγούσε το Αυτοκίνητο κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ο οποίος δεν σταμάτησε στο σήμα του. Αρνήθηκε, επίσης, ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ρώτησε τον μάρτυρα του Κατηγορουμένου στο χώρο του Δικαστηρίου κατά πόσον ήταν αυτός ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε ότι πώλησε το Αυτοκίνητο σε κάποια μάντρα αυτοκινήτου και μετά από 6-7 μήνες ήρθε το χαρτί για το Δικαστήριο. Τότε πήγε και βρήκε τον ιδιοκτήτη της μάντρας και του ανέφερε για την παρούσα. Στην αρχή ο εν λόγω ιδιοκτήτης του είπε ότι δεν ξέρει κάτι και μετά του είπε να του δώσει το τηλέφωνο του Κυριάκου που το αγόρασε. Ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Κυριάκο, του ανέφερε ποιος είναι και πως πήρε χαρτί για Δικαστήριο. Τότε, ο Κυριάκος του είπε ότι το ξέρει γιατί έκαναν σήμα σε αυτόν να σταματήσει, αλλά δεν σταμάτησε. Ανέφερε, επίσης, ότι την πρώτη φορά που ήρθε ο Κατηγορούμενος Δικαστήριο, ο Κυριάκος του είπε ότι δεν ερχόταν, αλλά αυτή τη φορά του είπε ότι θα έρθει, αλλά το τηλέφωνό του είναι κλειστό. Έτσι, ο Κατηγορούμενος πήγε στον Κούλλη, ο οποίος του είπε ότι θα έρθει αυτός να μαρτυρήσει. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος είπε ότι πήρε το Αυτοκίνητο στην μάντρα αυτοκινήτων τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του
- Είχε ανανεώσει την άδεια κυκλοφορίας του Αυτοκινήτου μέχρι το 2011 και το πώλησε πριν λήξουν οι άδειές του. Ανέφερε, επίσης, ότι ρώτησε τον Κυριάκο γιατί δεν έκανε τη μεταβίβαση και πως ήθελε το Αυτοκίνητο πίσω και αυτός του απάντησε ότι πήρε το Αυτοκίνητο για εξαρτήματα. Ο μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. Κυριάκος Ιωαννίδης (Μ.Υ.1), ο οποίος κατ' αρχάς ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης μάντρας αυτοκινήτων. Δεν θυμόταν πότε του πήρε ο Κατηγορούμενος το Αυτοκίνητο. Δεν θυμόταν, επίσης, πότε το πώλησε, αλλά η γνωστοποίηση αλλαγής ιδιοκτησίας έγινε στις 30/5/
- Ο Κατηγορούμενος είχε πάρει το Αυτοκίνητο στη μάντρα κάποιους μήνες προηγουμένως. Στη συνέχεια, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και του φώναζε ότι θα πάει Δικαστήριο για το Αυτοκίνητο. Τότε, ο Μ.Υ.1 τηλεφώνησε σε αυτόν που του πώλησαν το Αυτοκίνητο, του είπαν το συμβάν και του απάντησε πως απολογείται, θα πληρώσει αυτός το πρόστιμο και δεν είδε τον Αστυνομικό που του έκανε σήμα. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι απόλυτος 100% ότι δεν οδηγούσε ο Κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος μεσολάβησε για να γίνει η πώληση. Δεν αφορά το Δικαστήριο αν κράτησε κάποιο αρχείο για την πώληση. Η Αστυνομία βαριέται να κάνει έρευνα για να διαπιστώσει σε ποιόν ανήκει κάποιο αυτοκίνητο. Περνά ένας με δύο μήνες για να ενημερωθεί η Αστυνομία για τις αλλαγές ιδιοκτησίας των οχημάτων. Ξέρει τούτο, εφόσον αντιμετωπίζει καθημερινά αυτό το φαινόμενο. Ανέφερε, επίσης, ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο Μ.Κ.1 τον προσέγγισε στην παρουσία του Κατηγορουμένου και τον ρώτησε κατά πόσον είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην παρούσα. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο Κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να πει κάτι. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να κριθεί αξιόπιστος ο Μ.Κ.1 και να απορριφθεί η μαρτυρία του Κατηγορουμένου και του Μ.Υ.1 για τους λόγους που ανέλυσε. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την καταδίκη του Κατηγορουμένου στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Απαντούσε με ευθύτητα και ανεπιτήδευτα και η μαρτυρία του ήταν πειστική, σταθερή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων και να διατείνεται ψευδώς για το πρόσωπο του Οδηγού, όπως ουσιαστικά εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση, ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε την ταυτότητα του Οδηγού, μετά που ο τελευταίος του επέδειξε το δελτίο ταυτότητας του και δεν έχει τεθεί ο,τιδήποτε που να κλονίζει τη βεβαιότητα του μάρτυρα ως προς το πρόσωπο του Οδηγού που ανέκοψε και κατήγγειλε, ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση ως εκ της πείρας και της εκπαίδευσης που είχε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες και ελέγχους, στους οποίους προέβη για να διαπιστώσει, όπως και διαπίστωσε, χωρίς τούτο εξ άλλου να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου, με το οποίο διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο και χρησιμοποιώντας αυτό να διαπιστώσει την ταχύτητα με την οποία κινείτο το Αυτοκίνητο κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, την οποία κλείδωσε σε απόσταση 115 μέτρων. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική και συνεπής, περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και απέφευγε να απαντά με ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω, η εκδοχή του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κατ' αρχάς, ο Κατηγορούμενος έδωσε τρεις διαφορετικές εκδοχές ως προς την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμόν πώλησε το Αυτοκίνητο στην μάντρα αυτοκινήτων του Μ.Υ.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του, αυτός ανέφερε ότι πώλησε το Αυτοκίνητο 6-7 μήνες πριν την ημερομηνία που του επιδόθηκε η κλήση κατηγορουμένου στην παρούσα. Δεν τέθηκε ενώπιόν μου η ένορκη δήλωση επίδοσης στον Κατηγορούμενο, αλλά αδιαμφισβήτητα η επίδοση δεν θα μπορούσε να λάμβανε χώρα πριν την 1/8/2013 που καταχωρήθηκε η παρούσα. Δηλαδή, σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή του Κατηγορουμένου, αυτός πώλησε το Αυτοκίνητο στην μάντρα του Μ.Υ.1 περί τις αρχές του έτους 2013, ήτοι έξι τουλάχιστον μήνες μετά την επίδικη ημερομηνία. Η δεύτερη εκδοχή, την οποία προέβαλε κατά την αντεξέτασή του, ήταν πως η πώληση έγινε τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο του 2011, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασης μας ανέφερε πως τούτο έλαβε χώρα το
- Στην προσπάθειά του, επίσης, να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του, μεταξύ άλλων ότι διαμαρτυρήθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι ο νέος αγοραστής του Αυτοκινήτου δεν προέβη στην επ' ονόματι του τελευταίου εγγραφή του Αυτοκίνητου μέχρι τότε, ο Κατηγορούμενος μας ανέφερε πως ζήτησε να του επιστραφεί το Αυτοκίνητο. Προς τί, όμως, να του επιστραφεί το Αυτοκίνητο, εφόσον κατά τα άλλα πώλησε τούτο και εξασφάλισε το λαβείν του! Πέραν των ανωτέρω, υπήρξαν αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου και του Μ.Υ.1, ο οποίος παρεμπιπτόντως, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν μου προξένησε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που τηλεφώνησε στον εν λόγω Κυριάκο, ο οποίος του είπε ότι είναι ο τελευταίος που οδηγούσε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, είδε τον Αστυνομικό που του έκανε σήμα, αλλά δεν σταμάτησε. Από την άλλη, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως είναι ο ίδιος που τηλεφώνησε του Κυριάκου, ο οποίος του είπε ότι δεν πρόσεξε τον Αστυνομικό που του έκανε σήμα. Ο Μ.Υ.1 απέφευγε να απαντά στις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του και ήταν εμφανές ότι τούτο έγινε στην προσπάθειά του να μην καταθέσει την αλήθεια. Η απάντησή του ότι «Δεν αφορά το Δικαστήριο» όταν ρωτήθηκε αν κράτησε κάποιο αρχείο, από το οποίο να προκύπτει η ημερομηνία που πωλήθηκε το Αυτοκίνητο στον εν λόγω Κυριάκο, είναι ενδεικτική του τρόπου που απαντούσε και της πρόθεσής του να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Έχοντας, λοιπόν, παρακολουθήσει τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και τον Μ.Υ.1 ενώ κατέθεταν ενόρκως και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, είμαι πεπεισμένη πως αυτοί επιχείρησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια αναληθή ιστορία στην προσπάθειά τους να απαλλαγεί ο Κατηγορούμενος των Κατηγοριών, αλλά τελικά έκαναν τούτο προβάλλοντας αντιφατικές και αλλοπρόσαλλες εκδοχές. Η μαρτυρία, λοιπόν, του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και, από την άλλη, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου και του Μ.Υ.1 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, συνοπτικά αναφέρω και αποτελεί εύρημά μου ότι στις 17/6/2012 και περί ώρα 07:11, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά, ο Αστ. 2975, Αρτέμης Παύλου, της Τροχαίας Λευκωσίας, ο οποίος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με το ταχύμετρο τύπου λέιζερ με αρ. 14153, στόχευσε με το εν λόγω ταχύμετρο το Αυτοκίνητο και κλείδωσε την ταχύτητά του σε απόσταση 115 μέτρων από αυτό και η ένδειξη στο ταχύμετρο κατέγραψε ως την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου τα 89 χ.α.ώ. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το εν λόγω ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά. Ο Μ.Κ.1 ανέκοψε το Αυτοκίνητο και αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο επί το ότι οδηγούσε με ληγμένη άδεια κυκλοφορίας και καθ΄ υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, κατήγγειλε αυτόν για τα εν λόγω αδικήματα, εξέδωσε και παρέδωσε σε αυτόν εξώδικη καταγγελία για το ποσό των €126,01 και 2 βαθμούς ποινής, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε εφόσον δεν πλήρωσε το εν λόγω ποσό εντός της καθορισμένης από το Νόμο προθεσμίας. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Το Άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72 (στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «Τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμόδια αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν· το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί· η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμόδια αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.» Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 6 του Νόμου διαλαμβάνει πως: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητας όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στα περιστατικά της παρούσας, ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο και χρόνο. Στη βάση λοιπόν της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί, αποτελεί περαιτέρω εύρημά μου ότι κατά μήκος της Λεωφόρου Σπ. Κυπριανού κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν εγκατεστημένες εμφανείς πινακίδες με ένδειξη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, ήτοι 65 χ.α.ώ. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι που το γεγονός ότι υπήρχαν τοποθετημένες κατά μήκος της εν λόγω λεωφόρου πινακίδες που έδειχναν ανώτατο όριο ταχύτητας 65 χ.α.ώ., δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από αρμόδια αρχή. Βλ. την υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Τούτου δοθέντος και με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το ανώτατο όριο ταχύτητας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που ήταν ορισμένο από την αρμόδια αρχή στην επίδικη λεωφόρο και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 65 χ.α.ώ. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου «πραγματική μαρτυρία» (real evidence), με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην The Statute of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Υπό το φως, λοιπόν, των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως και στο παρόν μέρος της απόφασής μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Πρώτη Κατηγορία. Σύμφωνα με τον Καν. 17 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής οι Κανονισμοί»): «(α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, η οποία να είναι σε ισχύ.» Περαιτέρω, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά την Δεύτερη Κατηγορία, εφόσον έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο σε οδό, αυτός είχε το βάρος να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε σε ισχύ άδεια κυκλοφορίας. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν μου ίχνος τέτοιας μαρτυρίας από τον Κατηγορούμενο και άρα αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στη Δεύτερη Κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο