Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριου Λοΐζου, Αρ. Υπόθεσης 12896/2013, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 12896/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριου Λοΐζου Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Ιωαννίδης μαζί με τον κ. Βαρκάρη. Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ειδικότερα κατηγορείται ότι στις 15/2/2010, στον παρακαμπτήριο δρόμο Αναλυόντα-Ψημολόφου, παρά τον Αναλυόντα της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KHZ795, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο της Στάλως Αχιλλέως, τέως από την Ψημολόφου. Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των θεμάτων που εγέρθηκαν και θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, θα παραθέσω το ιστορικό των γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν αχθεί η παρούσα υπόθεση ενώπιόν μου, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων των δύο πλευρών και από τον φάκελο της υπόθεσης. Το τροχαίο ατύχημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος έλαβε χώρα στις 15/2/2010, ενώ αυτός ήταν εθνοφρουρός. Σε σχέση με το εν λόγω ατύχημα, στις 2/12/2010 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορουμένου η ποινική υπόθεση με αριθμό 32171/2010 (στο εξής «η Υπόθεση 32171/2010»), στην οποία αυτός αντιμετώπιζε τόσο την ίδια κατηγορία, όπως και στην παρούσα υπόθεση, όσο και δύο επιπλέον κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης και της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των Άρθρων 7 και 6
(2)
(3)αντιστοίχως του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/72, ως είχε τροποποιηθεί. Στις 5/5/2011, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορουμένου στην Υπόθεση 32171/2010 σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που εκεί αντιμετώπιζε και ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από αυτές. Πρόθεση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν να καταχωρήσει εναντίον του Κατηγορουμένου ποινική δίωξη και για τις τρεις κατηγορίες στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, υπό το φως της απόφασης του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κραμβή, που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της Αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος της Φύσεως Certiorari και Prohibition αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην υπόθεση 9514/2010, Πολιτική Αίτηση 139/2010, ημερομηνίας 28/3/
- Στην εν λόγω υπόθεση είχε αποφασιστεί ότι όταν εν ενεργεία στρατιωτικοί κατηγορούνται για διάπραξη αδικημάτων που προβλέπονται τόσο από τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα και Δικονομία Νόμο Ν.40/64, όσο και από άλλους νόμους, αυτοί υπάγονται στην αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Με την θέσπιση του Ν.105(Ι)/2011 και την τροποποίηση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, η έννοια του όρου «στρατιωτικός» στις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Ν. 40/64 τροποποιήθηκε ώστε να σημαίνει κάθε «πρόσωπο που υπηρετεί στο στρατό.» Επίσης, τροποποιήθηκε το Άρθρο 5 του Ν.40/64 ώστε να διαλαμβάνει τα εξής: «
- Ο στρατιωτικός, ο οποίος διαπράττει αδίκημα κατά τις διατάξεις του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, θεωρείται ένοχος στρατιωτικού αδικήματος κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τιμωρείται όμως με την ποινή που προνοείται στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο ή τον εν λόγω άλλο νόμο, αντίστοιχα, εάν το αδίκημα που διαπράττει- (α) έχει διαπραχθεί σε οποιονδήποτε στρατιωτικό χώρο, ή έχει διαπραχθεί κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του σε οποιονδήποτε άλλο χώρο∙ ή (β) αφορά οπλισμό, πυρομαχικά ή άλλο πολεμικό υλικό του στρατού, στρατιωτικό υλικό τηλεπικοινωνίας ή κατασκευής ή επισκευής αυτού, μηχανοκίνητα οχήματα ή μηχανήματα του στρατού ή οποιαδήποτε άλλη στρατιωτική περιουσία, οποτεδήποτε και εάν τούτο έχει διαπραχθεί∙ ή (γ) αφορά παραβάσεις των διατάξεων της τροχαίας κινήσεως, οι οποίες διαπράχθηκαν ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα του στρατού κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.» Ο Νόμος 105(Ι)/2011 τροποποίησε και το Άρθρο 112 του Νόμου 40/64 ώστε να διαβάζεται ως εξής: «112.
(1)Στη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου υπάγονται, αναφορικά με τα στρατιωτικά αδικήματα που διαπράττουν-(α) οι εν ενεργεία στρατιωτικοί και οι εξομοιούμενοι με νόμο προς αυτούς· (β) οι στρατιωτικοί που, για οποιοδήποτε λόγο, παύουν να ανήκουν στις τάξεις του στρατού, αναφορικά με στρατιωτικά αδικήματα που έχουν διαπράξει κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας τους· (γ) οι στρατιωτικοί που βρίσκονται σε άδεια, εφόσον η άδεια αυτή δεν υπερβαίνει τους δύο
(2)μήνες· (δ) οι λιποτάκτες· και (ε) οι αιχμάλωτοι πολέμου.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), στη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου υπάγονται κατ' εξαίρεση- (α) οι στρατεύσιμοι και οι έφεδροι, αναφορικά με αδικήματα που διαπράττουν κατά τις διατάξεις των άρθρων 67 και 68 του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή αναφορικά με αδικήματα που έχουν διαπράξει κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 των περί της Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 2008, κατά τη διάρκεια της ισχύος των εν λόγω νόμων· (β) οι έφεδροι, αναφορικά με στρατιωτικά αδικήματα που διαπράττουν κατά τη διάρκεια εκπλήρωσης εφεδρικής υπηρεσίας, στην οποία έχουν κληθεί, ή κατά τη διάρκεια της μετάβασης ή αναχώρησής τους προς ή από το χώρο εκπλήρωσης της εν λόγω υπηρεσίας· και (γ) ιδιώτες, εφόσον ορίζεται τούτο από τον παρόντα Νόμο ή οποιοδήποτε άλλο ειδικό νόμο.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2), εν καιρώ πολέμου, ένοπλης στάσης, κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή επιστράτευσης, στη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου υπάγονται, αναφορικά με τα στρατιωτικά αδικήματα που διαπράττουν- (α) όσοι υπάγονται σε αυτό εν καιρώ ειρήνης· (β) οι με οποιονδήποτε τρόπο και υπό οποιανδήποτε ιδιότητα υπηρετούντες στο στρατό· και (γ) όλοι οι ιδιώτες, οι οποίοι, μετά από άδεια αρμόδιας στρατιωτικής αρχής, ασκούν οποιανδήποτε εργασία ή παρέχουν γενικά οποιεσδήποτε υπηρεσίες χρήσιμες για το στρατό.» Παράλληλα, το Άρθρο 113 του Ν. 40/64 αντικαταστάθηκε και έχει πλέον ως ακολούθως: «
- Της κατά το άρθρο 112 αρμοδιότητος του δικαστηρίου εξαιρούνται, δικαζόμενα υπό των κοινών ποινικών δικαστηρίων- (α) τα εν τω ακροατηρίω οιουδήποτε κοινού ποινικού δικαστηρίου πραττόμενα αδικήματα εφ' όσον πρόκειται να δικασθώσιν αυτόθι παρά χρήμα συμφώνως προς τας κοινάς δικονομικάς διατάξεις· (β) αι παραβάσεις των νόμων περί εκλογών· (γ) η πειρατεία και ναυταπάτη· (δ) αι παραβάσεις των τελωνειακών, δασικών και φορολογικών νόμων και των νόμων περί ναρκωτικών και θήρας· (ε) πάσα υπό των κοινών ποινικών νόμων προβλεπομένη αξιόποινος πράξις, διαπραττόμενη κατά μελών των δυνάμεων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν ή ένεκα της εκτελέσεως των αστυνομικών αυτών καθηκόντων· (στ) αι παραβάσεις των διατάξεων τροχαίας κινήσεως εφ' όσον αύται εγένοντο καθ' ον χρόνον ο στρατιωτικός δεν ετέλει εν διατεταγμένη υπηρεσία το δε όχημα δεν ανήκεν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν.» Τελικά, δεν καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, αλλά στις 4/8/2011 καταχωρήθηκε και πάλι από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορουμένου η υπόθεση με αριθμό 29792/2011 (στο εξής «η Υπόθεση 29792/2011»), στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις ίδιες κατηγορίες όπως και στην Υπόθεση 32171/2010, με την προσθήκη του Ν.105(Ι)/2011 στο αδίκημα της πρώτης κατηγορίας που αφορούσε την πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η Υπόθεση 29792/2011 ορίστηκε για απάντηση στις 19/9/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο Δικηγόρος του Κατηγορούμενου ζήτησε χρόνο για σκοπούς απάντησης επί του κατηγορητηρίου. Η υπόθεση ορίστηκε για το σκοπό αυτό στις 18/10/2011, οπόταν ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες. Ακολούθως, η Υπόθεση 29792/2011 ορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 19/12/2011, με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως ετοιμαστεί Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Στις 19/12/2011 ζητήθηκε αναβολή από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για Γεγονότα και Ποινή στις 17/1/2012, οπόταν το Δικαστήριο ήγειρε από μόνο του ζήτημα καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, ζήτησε από τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν ως προς το κατά πόσον με την τροποποίηση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα με το Ν.105(Ι)/2011, το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν από στρατιωτικούς πριν από την εν λόγω τροποποίηση. Αφού άκουσε τους συνηγόρους των δύο πλευρών, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με απόφασή του ημερομηνίας 30/1/2012, παρέπεμψε στο Ανώτατο Δικαστήριο το εξής νομικό ερώτημα: «Κατά πόσον είναι νομικά ορθό να αποδοθεί αναδρομική ισχύς στις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 105(Ι) του 2011 στα άρθρα 5, 112 και 113 του Ν. 40 του 64 και να θεωρηθεί ότι εξέλιπεν, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 105(Ι) του 2011 η αποκλειστική αρμοδιότητα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου να εκδικάσει τα κοινά ποινικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν από κατηγορούμενο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 105(Ι) του 2011 και ενόσω ο ίδιος είχε την ιδιότητα του «στρατιωτικού» κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 40 του 1964 και ενόσω τα εν λόγω αδικήματα αποτελούσαν «στρατιωτικά αδικήματα» κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5, με αποτέλεσμα να καθίσταται καθ' ύλην αρμόδιο μόνο το κοινό ποινικό Δικαστήριο, εν προκειμένω το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας». Καταχωρήθηκε, λοιπόν, στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας το Υπόμνημα Αρ. 368 και στις 9/4/2012 η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά που άκουσε τις θέσεις και των δύο μερών, αποφάσισε ότι το παραπεμφθέν ερώτημα δεν ήταν θέμα για νομικό ερώτημα με βάση το Άρθρο 148 της Ποινικής Δικονομίας, τόνισε ότι η πρωτόδικη Δικαστής ώφειλε να εκδικάσει το θέμα και να αποφασίσει η ίδια αν έχει δικαιοδοσία ή όχι και απέστειλε την υπόθεση πίσω στην πρωτόδικη Δικαστή για να επιληφθεί του θέματος και να συνεχίσει την υπόθεση αναλόγως. Αντίγραφο του πρακτικού της εν λόγω συνεδρίασης της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 9/4/2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «1». Σημειωτέον ότι τόσον η θέση της κατηγορούσας αρχής όσο και η θέση της υπεράσπισης ήταν πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι το Στρατιωτικό Δικαστήριο είχε καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορουμένου στην Υπόθεση 29792/
- Στις 27/4/2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με ενδιάμεση απόφασή του, έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει το αδίκημα της εκεί πρώτης κατηγορίας που αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, για το λόγο ότι αποτελεί ποινικό αδίκημα στη βάση του κοινού Ποινικού Κώδικα και συγχρόνως «στρατιωτικό αδίκημα» εν τη εννοία του Άρθρου 5 του Ν. 40/64, όπως ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, για το οποίο το Στρατιωτικό Δικαστήριο διατηρεί αποκλειστική καθ' ύλην δικαιοδοσία και αρμοδιότητα. Σε ό,τι δε αφορούσε τις υπόλοιπες δύο κατηγορίες, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι αυτές αφορούσαν αδικήματα που εξαιρούνταν από τη δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, η δικαιοδοσία εκδίκασης των οποίων ανήκει στο κοινό Ποινικό Δικαστήριο. Αντίγραφο της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 27/4/2012, στην οποία δεν τέθηκε θέμα απαλλαγής ή αθώωσης του Κατηγορουμένου σε σχέση με την κατηγορία για το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «2». Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, Τεκμήριο 2, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όρισε την Υπόθεση 29792/2011 στις 7/5/2012 προκειμένου να ακουστούν γεγονότα για σκοπούς επιβολής ποινής. Στις 7/5/2012, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε αναβολή της υπόθεσης με σκοπό να υποβληθεί εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας νομικό ερώτημα αναφορικά με το κατά πόσον εξέλειπε πράγματι η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε σχέση με την πρώτη κατηγορία από τη στιγμή που αυτή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τα τροχαία αδικήματα που περιέχονταν στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Το Δικαστήριο υπέδειξε στον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν χωρεί χρονικά η υποβολή νομικού ερωτήματος αναφορικά με το δικαιοδοτικό ζήτημα για την πρώτη κατηγορία από τη στιγμή που το ίδιο αποφάσισε ήδη επί αυτού. Ακολούθως, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έκανε σεβαστή τη θέση του Δικαστηρίου και ζήτησε χρόνο μερικών ημερών προκειμένου να εκθέσει τα γεγονότα για την δεύτερη και τρίτη κατηγορία, και για το λόγο αυτό η υπόθεση ορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 15/5/
- Στις 15/5/2012, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας άλλος συνήγορος ζητώντας και πάλι όπως το Δικαστήριο μην προχωρήσει σε γεγονότα και επιβολή ποινής για τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία προκειμένου να υποβληθεί προηγουμένως νομικό ερώτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο, παρουσιάζοντας και σχετικό υπόμνημα. Με ενδιάμεση απόφασή του της ίδιας ημερομηνίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής και ζήτησε όπως αυτή προχωρήσει στην έκθεση γεγονότων για σκοπούς επιβολής ποινής. Αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 15/5/2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Μετά την εν λόγω εξέλιξη, ο συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης σε σχέση με όλες τις Κατηγορίες. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προχώρησε και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο στη δεύτερη και τρίτη κατηγορία, ενώ σε σχέση με την πρώτη κατηγορία υπέδειξε ότι ισχύουν τα όσα αποφασίστηκαν στις 27/4/
- Στις 21/5/2012, ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορουμένου την υπόθεση με αριθμό 14513/12 (στο εξής «η Υπόθεση 14513/2012»), στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις ίδιες κατηγορίες που περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο τόσο της Υπόθεσης 32171/2010 όσο και της Υπόθεσης 29792/
- Στις 14/9/2012, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την δεύτερη και τρίτη κατηγορία, ήτοι αυτές που αφορούσαν τα αδικήματα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης και της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Σε σχέση, όμως, με την πρώτη κατηγορία, ήτοι της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, ο Κατηγορούμενος δήλωσε μέσω του συνηγόρου του ότι προβαίνει σε ειδική απάντηση επί του ότι υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει τούτη. Ήταν, επίσης, η θέση της υπεράσπισης ότι, υπό τις περιστάσεις, η καταχώρηση της Υπόθεσης 14513/2012 αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ως τέτοια δεν θα πρέπει να επιτραπεί η συνέχισή της. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι, με βάση τα γεγονότα που αφορούν το εγειρόμενο ζήτημα, δεν θα μπορούσε να προβληθεί η ειδική απάντηση που προβλέπεται στο Άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αφού, στα πλαίσια της Υπόθεσης 29792/2011, ο Κατηγορούμενος δεν αθωώθηκε ούτε καταδικάστηκε. Επιπρόσθετα, υποστήριξε ότι η νέα σύνθεση του Δικαστηρίου δεν δεσμεύεται από την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/4/2012, Τεκμήριο 2, αλλά θα έπρεπε να αποφασίσει εκ νέου το ζήτημα της δικαιοδοσίας εάν και εφόσον αυτό εγείρετο από την πλευρά της υπεράσπισης. Στις 30/10/2012, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε, στα πλαίσια της Υπόθεσης 14513/2012, ενδιάμεση απόφαση με την οποία αποφάσισε κατ' αρχάς ότι δεν τίθεται θέμα προβολής ειδικής απάντησης δυνάμει του Άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155, εφόσον στην Υπόθεση 29792/2011 ο Κατηγορούμενος δεν αθωώθηκε ούτε και καταδικάστηκε. Έκρινε, όμως, ότι το ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας σε σχέση με την πρώτη κατηγορία μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο εφόσον όλα τα γεγονότα που αφορούν το θέμα είχαν τεθεί ενώπιόν του. Προχώρησε, λοιπόν, να εξετάσει κατά πόσον η ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/4/2012 στην Υπόθεση 29792/2011 (Τεκμήριο 2), η οποία είχε εκδοθεί υπό άλλη σύνθεση, δέσμευε το ίδιο και αποφάσισε ότι η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση είναι δεσμευτική για το ίδιο ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το κατά πόσον η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, είναι ορθή ή πλήρης δεν μπορούσε να κριθεί από το ίδιο. Σημείωσε, επίσης, ότι, πέραν των δυο αιτημάτων που προβλήθηκαν για υποβολή νομικού ερωτήματος, τα οποία απορρίφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 7/5/2012 και 15/5/2012, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, και προχώρησε με την καταχώρηση αναστολής της ποινικής δίωξης σε σχέση με όλες τις κατηγορίες. Τονίστηκε ότι το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να αναστέλλει ποινική δίωξη, το οποίο κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, είναι αναφαίρετο και απόλυτα σεβαστό από το Δικαστήριο, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να το ελέγξει. Έκρινε, όμως, ότι με την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με την πρώτη κατηγορία είχε λήξει και, συνεπώς, η αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του Κατηγορούμενου στην Υπόθεση 29792/2011 και η συνεπαγόμενη απαλλαγή του σε σχέση με την δεύτερη και τρίτη κατηγορία δεν θα μπορούσε να καταστήσει την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, μη δεσμευτική για το ίδιο. Διαφορετική αντιμετώπιση, ως σημειώθηκε, θα απέληγε στην παροχή ευκαιρίας στον Γενικό Εισαγγελέα να παρακάμπτει δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες ενδεχομένως διαφωνεί και να ζητεί από το ίδιο Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) να αποφασίσει εκ νέου ζήτημα που έχει ήδη κριθεί και να ενεργήσει ως εφετείο του προηγούμενου Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι τυχόν εκδίκαση της Υπόθεσης 14513/2012 σε σχέση με την πρώτη κατηγορία από το ίδιο θα συνεπάγονταν, αφενός, επανασυζήτηση του θέματος της δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να επιτραπεί, και, αφετέρου, ενδεχόμενη άσκηση δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας από το ίδιο σε σχέση με την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, κάτι που θα ήταν νομικά αδύνατο. Κατέληξε, λοιπόν, ότι με δεδομένη την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, η οποία είναι δεσμευτική και καταλητική επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να προχωρήσει στην εκδίκαση της Υπόθεσης 14513/2012 σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο δεν εξέτασε το εγερθέν ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας και ανέφερε ότι θα προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης σε σχέση με τη δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Αντίγραφο της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Υπόθεση 14513/2012, ημερομηνίας 30/10/2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4». Στις 23/11/2012, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας την πολιτική αίτηση με αρ. 178/2012 (στο εξής «η Πολιτική Αίτηση 178/2012»), με την οποία αιτήθηκε άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30/10/2012, Τεκμήριο
- Αιτήθηκε, επίσης, άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus, με το οποίο να διατάσσεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να επιληφθεί και/ή αποφασίσει του ζητήματος της δικαιοδοσίας του να εκδικάσει την πρώτη κατηγορία στην Υπόθεση 14513/2012 και όπως, μέχρι την τελική εκδίκαση της Πολιτικής Αίτησης 178/2012, ανασταλεί η εκδίκαση της Υπόθεσης 14513/
- Στις 28/11/2012, ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Παρπαρίνος, εξέδωσε την απόφασή του επί της Πολιτικής Αίτησης 178/2012, με την οποία την απέρριψε. Αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση 178/2012, ημερομηνίας 28/11/2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «5». Στις 6/12/2012, η Κυπριακή Δημοκρατία καταχώρησε στο Στρατιωτικό Δικαστήριο που συνεδριάζει στη Λευκωσία εναντίον του Κατηγορουμένου την ποινική υπόθεση με αρ. 402/2012 (στο εξής «η Υπόθεση 402/2012»), στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μία κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, η οποία είναι πανομοιότυπη με την πρώτη κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε στην Υπόθεση 32171/2010, στην Υπόθεση 29792/2011 και στην Υπόθεση 14513/
- Στις 14/1/2013, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του Κατηγορουμένου στην Υπόθεση 14513/2012 σε σχέση με όλες τις κατηγορίες και ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από αυτές. Στις 16/1/2013 που ήταν ορισμένη η Υπόθεση 402/2012 ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου για να απαντήσει ο Κατηγορούμενος στην κατηγορία που εκεί αντιμετώπιζε, το Στρατιωτικό Δικαστήριο ήγειρε αυτεπάγγελτα ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητάς του να εκδικάσει αυτή και ζήτησε από τις δύο πλευρές να τοποθετηθούν επί του εγερθέντος ζητήματος. Στις 29/1/2013 που ορίστηκε η υπόθεση για εξέταση του εγερθέντος ζητήματος, ο συνήγορος της Δημοκρατίας ανέφερε κατ' αρχάς ότι ενδιαφέρει πρωτίστως την Νομική Υπηρεσία όπως η εκδίκαση της υπόθεσης διεξαχθεί κατά τρόπο νομικά και διαδικαστικά ασφαλή. Ακολούθως, ανέφερε ότι θέση της Δημοκρατίας είναι ότι οι επίδικες τροποποιήσεις που έγιναν στον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα και Δικονομίας Νόμο έχουν αναδρομική ισχύ, εφόσον είναι καθαρά δικονομικής-διαδικαστικής φύσης, υποστηρίζοντας τη θέση του σε σχετική νομολογία και σύγγραμμα. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο στερείτο καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012, προσθέτοντας ότι η καταχώρηση αυτής στο Στρατιωτικό Δικαστήριο έγινε αναγκαστικά μετά τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο επίπεδο Επαρχιακών Δικαστηρίων, κατάληξη των οποίων, ως είπε, ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο να θεωρηθεί καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει σε σχέση με την υπόθεση αυτή την πρώτη κατηγορία που εδράζεται επί του Κεφ. 154, χωρίς όμως να υποδεικνύεται ποιό άλλο Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο. Ανέφερε, λοιπόν, ότι η Υπόθεση 402/2012 καταχωρήθηκε αναγκαστικά στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, ελλείψει άλλης επιλογής. Εισηγήθηκε, συνεπώς, ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012 και παράλληλα να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο υποβάλλοντας νομικό ερώτημα και/ή υπόμνημα αναφορικά με το ποιό ποινικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση. Ο συνήγορος υπεράσπισης με τη σειρά του εισηγήθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία και συμφώνησε με την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Υπόθεση 402/
- Διαφώνησε, όμως, με την εισήγηση για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον η κατηγορούσα αρχή είχε δικαίωμα να εφεσιβάλει τις αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων, κάτι που δεν έπραξε, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν μπορεί να διορθώσει τις οποιεσδήποτε παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής. Στις 6/3/2013, το Στρατιωτικό Δικαστήριο που συνεδριάζει στη Λευκωσία εξέδωσε την επιφυλαχθείσα απόφασή του, με την οποία κατέληξε ότι στερείται καθ' ύλην δικαιοδοσίας για εκδίκαση της Υπόθεσης 402/
- Δεν παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση από άλλο Δικαστήριο, αλλά, για τους λόγους που ανέφερε, παρέπεμψε και διαβίβασε την Υπόθεση 402/2012 στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 115 του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου, Ν.40/64, όπως έχει τροποποιηθεί, ώστε να αποφευχθεί, ως υπέδειξε, το αρνητικό φαινόμενο της μη εκδίκασης της υπόθεσης από κανένα Δικαστήριο. Αντίγραφο της απόφασης του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 6/3/2013, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «6». Με επιστολή του, ημερομηνίας 6/3/2013, το Στρατιωτικό Δικαστήριο διαβίβασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας τον φάκελο της Υπόθεσης 402/
- Με επιστολή του ημερομηνίας 25/4/2013, ο Έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Π. Αρτέμης (όπως ήταν τότε), πληροφόρησε τον Πρόεδρο του Στρατιωτικού Δικαστηρίου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας τις εξουσίες του σύμφωνα με το Άρθρο 115 του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου του 1964, ως ετροποποιήθη, «κανονίζει» ως αρμόδιο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αντίγραφο της επιστολής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 25/4/2013, κατατέθηκε ως Τεκμήριο «7». Η εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 7, κοινοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, στον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, στις 29/4/2013 παραλήφθηκε από τον Διοικητικό Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επιστολή του Προέδρου του Στρατιωτικού Δικαστηρίου της ίδιας ημερομηνίας, στην οποία εσωκλείεται ο φάκελος της Υπόθεσης 402/
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώπιον του οποίου ετέθη ο φάκελος της Υπόθεσης 402/2012 κατόπιν οδηγιών του Διοικητικού Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έδωσε οδηγίες όπως καταχωρηθεί και οριστεί στις 31/5/2013 υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όπερ και εγένετο. Στις 31/5/2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όρισε την παρούσα υπόθεση για Προγραμματισμό στις 21/6/2013, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η παρούσα για Αγορεύσεις στις 11/9/2013, ώστε να εγείρει η υπεράσπιση διάφορα προδικαστικά ζητήματα και να εξασφαλιστεί στο μεταξύ η παρουσία του Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Στις 11/9/2013, που ήχθη για πρώτη φορά η παρούσα ενώπιόν μου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, αφού παρέπεμψε στο προαναφερθέν ιστορικό, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 27/4/2012, στην Υπόθεση 29792/2011, Τεκμήριο 2, σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας, όπως ήταν και η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30/10/2012, στην Υπόθεση 14513/2012, Τεκμήριο 4, εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η Πολιτική Αίτηση 178/2012, η οποία απορρίφθηκε. Δηλαδή, ήταν η θέση του κ. Ιωαννίδη ότι το κατά πόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει την Κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα, είναι ζήτημα που αποφασίστηκε δεσμευτικά και καταλητικά με την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, εναντίον της οποίας δεν καταχωρήθηκε έφεση ή άλλο ένδικο μέσο για την αναθεώρησή της. Σε περίπτωση που το παρών Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν δεσμεύεται με την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας, τότε ουσιαστικά θα ενεργήσει ως εφετείο των ομόβαθμων Δικαστών που εξέδωσαν τις ενδιάμεσες αποφάσεις ημερομηνίας 27/4/2012 και 30/10/2012, Τεκμήρια 2 και 4, όσο και του ίδιου του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 28/11/2012, Τεκμήριο 5, στην Πολιτική Αίτηση 178/
- Κατά δεύτερον, και αφού ξεκαθάρισε ότι η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι η υπόθεση έπρεπε εξ αρχής να δικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο, εισηγήθηκε, παραπέμποντας σε νομολογία, ότι η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορουμένου θα πρέπει να τερματιστεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας από την Κατηγορούσα Αρχή. Για να τεκμηριώσει την εισήγησή του για κατάχρηση της διαδικασίας, ο κ. Ιωαννίδης τόνισε, μεταξύ άλλων, το ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν καταχώρησε έφεση ή άλλο ένδικο μέσο για την αναθεώρηση των προηγούμενων ενδιάμεσων αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου, παρά μόνο την Πολιτική Αίτηση 178/2012, η οποία και απορρίφθηκε. Αντ΄αυτού καταχώρησε στο Στρατιωτικό Δικαστήριο την Υπόθεση 402/2012, όπου ουσιαστικά πήγαν και υποστήριξαν ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλη αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση και ζήτησαν την αποστολή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο για να διορθώσουν τα προηγούμενα λάθη και τις παραλείψεις τους. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση ή αμέλεια από μέρους της Νομικής Υπηρεσίας στην καταχώρηση των Υποθέσεων 32171/2010 και 29792/
- Ακολούθως, τόνισε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο που εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση, Τεκμήριο 2, στην Υπόθεση 29792/2011 δεν παρέπεμψε την υπόθεση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία για εκδίκαση από κάποιο άλλο Δικαστήριο και άρα έμεινε μετέωρο το πού θα εκδικάζετο το αδίκημα του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον δεν εκκρεμούσαν παράλληλες διαδικασίες. Σε σχέση με το τί έγινε στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, η κα. Χαραλάμπους τόνισε ότι ζήτημα της δικαιοδοσίας εγέρθηκε αυτεπάγγελτα από το Στρατιωτικό Δικαστήριο, αλλά δεν δέχθηκε ότι η θέση του εκεί εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν πως καθ' ύλη αρμόδιο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι με την επιστολή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/4/2013, Τεκμήριο 7, το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο γνώριζε το ιστορικό της υπόθεσης, ουσιαστικά παρέπεμψε την Υπόθεση 402/2012 για εκδίκαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ως και ότι η εν λόγω επιστολή αποτελεί κανονισμό. Ανέφερε, παραιτέρω, ότι δεν υπήρξαν οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία ουσιαστικά επιζητούσε την εκδίκαση της υπόθεσης από κάποιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε, επίσης, στο δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να αναστέλλει ποινικές διώξεις και εισηγήθηκε τέλος ότι, μετά και τις οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση. Τέλος, ας σημειωθεί ότι αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δύο πλευρών, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν κάλεσε τα διάδικα μέρη να εμφανιστούν ενώπιόν του πριν την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 25/4/2013, Τεκμήριο
- Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα Archbold, Pleading, Evidence and Practice in Criminal Cases, έκδοση 2012, παράγραφος 4-221, ως και στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Hunter, Res Judicata, 4η έκδοση, σελ. 199, το δόγμα του issue estoppel που εφαρμόζεται σε πολιτικές υποθέσεις, το οποίο είναι διαφορετικό από το δόγμα του δεδικασμένου (res judicata), δεν έχει εφαρμογή στο ποινικό δίκαιο. Βλ. DPP v. Humphrys [1977] A.C. 1, HL. Το δόγμα, λοιπόν, του δεδικασμένου (res judicata) τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος (maxim) nemo debet bis vexari pro eadem causa ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - 'κανένας δεν μπορεί να τίθεται δύο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα' (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου). Οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων. Επίσης, σε κάποιες υποθέσεις, κάποια προσπάθεια να εγερθούν και πάλι ζητήματα, τα οποία αποφασίστηκαν σε προηγούμενη ποινική υπόθεση, θα είναι ισοδύναμη με κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και η νέα υπόθεση δύναται να ανασταλεί, παρά το ότι η περίπτωση δεν εμπίπτει στις ειδικές απαντήσεις του autrefois convict και acquit. Οι προαναφερθείσες δύο περιπτώσεις είναι οι μόνες στις οποίες έχω εντοπίσει να τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του δεδικασμένου στην σφαίρα του ποινικού δικαίου. Συνεπώς, όταν το εγερθέν ζήτημα δεν εμπίπτει στις ειδικές απαντήσεις του autrefois convict και acquit, το ότι ένα ζήτημα έχει αποφασιστεί σε προηγούμενη υπόθεση αφ' εαυτού δεν είναι αρκετό για την επιτυχή επίκληση του δόγματος του δεδικασμένου. Για να ανασταλεί η διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσπάθεια που γίνεται με τη δεύτερη ή νέα υπόθεση για να εγερθούν και πάλι ζητήματα που έχουν ήδη αποφασιστεί σε προηγούμενη υπόθεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση, πολύ ορθά δεν έγινε εισήγηση ότι η περίπτωση εμπίπτει στην ειδική απάντηση του autrefois acquit (Άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155), εφόσον σε καμιά από τις Υποθέσεις 32171/2010, 29792/2011, 14513/2012 και 402/2012 υπήρξε αθώωση του Κατηγορουμένου στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Επίσης, δεν έγινε εισήγηση, δυνάμει του Άρθρου 69
(1)(α) του Κεφ. 155, ότι το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και ότι κάποιο άλλο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με τον Κατηγορούμενο ή για το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Τουναντίον, η θέση της υπεράσπισης εξ αρχής ήταν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία για να εκδικάσει το αδίκημα του Άρθρου 210 του Κεφ. 154 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27/4/2012, Τεκμήριο 2, στην Υπόθεση 29792/2011, από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει δεδικασμένο στο παρόν Δικαστήριο σε σχέση με το κατά πόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο κέκτηται ή στερείται καθ' ύλην αρμοδιότητας να εκδικάσει την Κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα. Το απόσπασμα από το σύγγραμμα των Spencer Bower and Hunter, Res Judicata, 4η έκδοση, σελ. 19 και 20, στο οποίο με παρέπεμψε η υπεράσπιση, δεν ξεκαθαρίζει κατά πόσον τα εκεί λεχθέντα, δηλαδή ότι «a decision by a tribunal denying jurisdiction makes that question res judicata in that tribunal, unless jurisdiction is later conferred by statute», τυγχάνουν καθολικής εφαρμογής, δηλαδή κατά πόσον ισχύουν τόσο σε πολιτικές όσο και ποινικές υποθέσεις. Λέω τούτο, εφόσον το προαναφερθέν απόσπασμα περιέχεται στο πρώτο κεφάλαιο του εν λόγω συγγράμματος, όπου παρατίθενται οι γενικές αρχές του δόγματος του δεδικασμένου, η εφαρμογή του οποίου, ως είδαμε, είναι περιορισμένη στη σφαίρα του ποινικού δικαίου. Δεν έχω εντοπίσει κάποια αντίστοιχη αναφορά είτε στο εν λόγω σύγγραμμα είτε στον Archbold (ανωτέρω) όταν εξετάζεται ειδικά η εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου. Εις απάντηση της εισήγησης της υπεράσπισης ότι η προαναφερθείσα κατάληξή μου ενδεχομένως να αποτελεί ανεπίτρεπτη ενάσκηση εξουσιών εφετείου σε σχέση με τις προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αναφέρω ότι η κατάληξή μου αποτελεί την κρίση μου σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου στο ποινικό δίκαιο και τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά δε την απόφαση, ημερομηνίας 28/11/2012, Τεκμήριο 5, στην Πολιτική Αίτηση 178/2012, θα αρκεστώ να πω ότι αυτή δεν αποτελούσε απόφαση σε έφεση, αλλά απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας, σε αίτηση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων της φύσης certiorari και mandamus. Τουναντίον, σε περίπτωση που αποφάσιζα ότι δεσμεύομαι από τις προηγούμενες ενδιάμεσες αποφάσεις, τότε ανεπίτρεπτα θα διαφωνούσα με και θα παραγκώνιζα την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, η οποία κοινοποιήθηκε με την επιστολή, Τεκμήριο 7, το όποιο «κανόνισε» ως καθ' ύλη αρμόδιο να εκδικάσει την κατηγορία της Υπόθεσης 402/2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και να ήταν λανθασμένη η κατάληξή μου, ότι δηλαδή η απόφαση ομόβαθμού μου Δικαστηρίου, το οποίο αρνήθηκε να εκδικάσει υπόθεση εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου για την ίδια κατηγορία λόγω έλλειψης καθ' ύλη δικαιοδοσίας, δεν είναι από μόνη της δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο σε σχέση με το αποφασισθέν ζήτημα της δικαιοδοσίας, θεωρώ ότι η έκδοση στο μεταξύ της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία ορίστηκε ποιό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, αποκλείει την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου. Παρά το ότι δεν δόθηκε δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση από κάποιο μεταγενέστερο νομοθέτημα της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης, Τεκμήριο 2, εντούτοις εδώ κανονίστηκε η αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την συγκεκριμένη υπόθεση με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε κατά την άσκηση των εξουσιών του σύμφωνα με το Άρθρο 115 του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου του 1964, ως τροποποιήθηκε. Δηλαδή, η έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατατάσσει την παρούσα εντός της εξαίρεσης στην εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου που μνημονεύεται στις σελίδες 19 και 20 του συγγράμματος των Spencer Bower and Hunter, δηλαδή εκεί που η δικαιοδοσία «is later conferred by statute.» Εδώ, λοιπόν, έγκειται η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του τόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όταν εξέδιδε την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30/10/2012, Τεκμήριο 4, στην Υπόθεση 14513/2012, όσο και ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Παρπαρίνος, όταν εξέδιδε την απόφασή του ημερομηνίας 28/11/2012, Τεκμήριο 5, στην Πολιτική Αίτηση 178/
- Όσον αφορά την εισήγηση για κατάχρηση της διαδικασίας από την Κατηγορούσα Αρχή, οφείλω εξ αρχής να σημειώσω ότι δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσον η καταχώρηση από την Κατηγορούσα Αρχή είτε της Υπόθεσης 14513/2012 είτε της Υπόθεσης 402/2012 αποτελούσαν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το ζήτημα της κατάχρησης είχε εγερθεί από την υπεράσπιση στα πλαίσια της εκδίκασης της Υπόθεσης 14513/2012 και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 30/10/2012, Τεκμήριο 4, δεν εξέτασε τούτο για τους λόγους που εξήγησε. Όπως, επίσης, προκύπτει από το κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 6/3/2013, Τεκμήριο 6, στην Υπόθεση 402/2012 η υπεράσπιση δεν ήγειρε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας σε σχέση μάλιστα με την στάση που τήρησε εκεί η Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι από την μια να καταχωρεί την ποινική υπόθεση ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου και από την άλλη να καλεί αυτό να αποφασίσει ότι δεν έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να την εκδικάσει. Και να είχε εγερθεί, όμως, τέτοιο ζήτημα και απλώς να μην μνημονεύεται κάτι τέτοιο στο κείμενο του Τεκμηρίου 6, παραμένει γεγονός ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε με κάποιο ένδικο μέσο η απόφασή του να παραπέμψει και διαβιβάσει την Υπόθεση 402/2012 προς το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 115 του περί Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας Νόμου, Ν. 40/64, ως έχει τροποποιηθεί. Το μόνο ζήτημα, λοιπόν, που απομένει να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο είναι κατά πόσον η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, υπό το φως των ενδιάμεσων αποφάσεων, Τεκμήρια 2 και 4, στις Υποθέσεις 29792/2011 και 14513/
- Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης που καταγράφω ανωτέρω, η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης δεν αποτελεί εκ νέου προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να αποφασιστούν ξανά ζητήματα που αποφασίστηκαν στις Υποθέσεις 29792/2011 και 14513/2012, αλλά η καταχώρηση έγινε κατόπιν οδηγιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μετά την κοινοποίηση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κανονίσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως το αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012, και μετά την παραπομπή από το Στρατιωτικό Δικαστήριο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας του φακέλου της Υπόθεσης 402/
- Πέραν τούτου, θεωρώ ότι η εμπλοκή και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί του νομικού ερωτήματος που απέστειλε το Στρατιωτικό Δικαστήριο δημιούργησε νέα δεδομένα, σπάζοντας ουσιαστικά τον συνεκτικό κρίκο των γεγονότων σε σχέση με το τί προηγήθηκε, έτσι ώστε το παρόν Δικαστήριο να εμποδίζεται από του να αποφανθεί ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Με την επιστολή του ημερομηνίας 6/3/2013 το Στρατιωτικό Δικαστήριο διαβίβασε στο Ανώτατο Δικαστήριο τον φάκελο της Υπόθεσης 402/2012, όπου, όπως προκύπτει και από το κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης, Τεκμήριο 6, βρίσκονταν καταχωρημένα ως τεκμήρια όλες οι αποφάσεις που μνημονεύονται στο ιστορικό της παρούσας. Δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο όταν αποφάσιζε να ασκήσει τις εν λόγω εξουσίες του και να κανονίσει ως αρμόδιο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είχε υπόψη του όλο το ιστορικό του τί προηγήθηκε της αποστολής του νομικού ερωτήματος από το Στρατιωτικό Δικαστήριο μέσα από το κείμενο της απόφασης του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, Τεκμήριο 6, αλλά και από το περιεχόμενο του φακέλου της Υπόθεσης 402/2012, περιλαμβανομένων των εκεί κατατεθέντων τεκμηρίων. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να ασκήσει τις εξουσίες του και να κανονίσει ως αρμόδιο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ανεξαρτήτως του ότι το Στρατιωτικό Δικαστήριο με την απόφασή του, Τεκμήριο 6, είχε ήδη καταλήξει ότι το ίδιο στερείται καθ' ύλην δικαιοδοσίας να την εκδικάσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα του Στρατιωτικού Δικαστηρίου, το οποίο το κάλεσε να επιληφθεί και να αποφασίσει επί του νομικού ερωτήματος «προκειμένου να αποφευχθεί το αρνητικό φαινόμενο της μη εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης από κανένα Δικαστήριο...» Με δεδομένη, λοιπόν, την πάγια αρχή της νομολογίας μας, ήτοι ότι τα Δικαστήρια της χώρας μας δεν αποφασίζουν επί ακαδημαϊκών ζητημάτων και δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ., μεταξύ άλλων, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2011, Victor Makushin, ημερομηνίας 16/10/2013), είναι θέσφατο ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο γνώριζε τί προηγήθηκε, αποφάσισε να ασκήσει τις εν λόγω εξουσίες του και να καθορίσει το Επαρχιακό Δικαστήριο ως αρμόδιο να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012, όχι για να επιλύσει ένα ακαδημαϊκό ερώτημα που προέκυψε μεταξύ του Στρατιωτικού Δικαστηρίου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αλλά για να επιλύσει οριστικά το ζήτημα και να καθορίσει το αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει την Υπόθεση 402/2012 ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο της μη εκδίκασης της υπόθεσης από κανένα Δικαστήριο. Συνεπώς, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε με την επιστολή του ημερομηνίας 25/4/2013, Τεκμήριο 7, είναι καταλυτική επί του ζητήματος του δεδικασμένου και του εγερθέντος ζητήματος της κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο δεν μπορώ παρά να απορρίψω, εφόσον ουσιαστικά εδώ δεν έχουμε προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να εκδικαστεί εκ νέου ζήτημα που έχει ήδη αποφασιστεί σε προηγούμενες ποινικές υποθέσεις, αλλά προώθηση της υπόθεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί ούτε και μπορεί να τεθεί, υπό το φως της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ζήτημα καθ' ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την Κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, οι προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε η υπεράσπιση απορρίπτονται και θα προχωρήσω να καλέσω τον Κατηγορούμενο να απαντήσει στην Κατηγορία. (Υπ.) ........... Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο