← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Jahan Asgari κ.α., Αρ.Υπόθεσης:34986/2012, 21/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Jahan Asgari κ.α., Αρ.Υπόθεσης:34986/2012, 21/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:34986/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -ν-

  1. Jahan Asgari
  2. Ali Mohammadi Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ε. Θεοδότου. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εμφανίζονται προσωπικά και είναι παρόντες. Παρούσα η μεταφράστρια, κα. Μαντάνα Νεοφύτου, η οποία μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Περσικά και αντίστροφα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει συνολικά τρεις Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/
  3. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι στις 7/11/2011 στη Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής EYM226 στην πιο πάνω οδό, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8

(1), 49
(1)(α), 54 και 59 των περί Άδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως
  1. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, δηλαδή με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού από 5/10/
  2. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής «οι Κανονισμοί»). Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31/12/
  3. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε αρχικά 4 Κατηγορίες, αλλά στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, απαλλάχτηκε και αθωώθηκε από την Έβδομη Κατηγορία, αυτός δε παρέμεινε να αντιμετωπίζει συνολικά 3 Κατηγορίες. Η Τέταρτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίτρεψης χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των Άρθρων 3 και 40 του Ν. 96(Ι)/
  4. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του ίδιου μηχανοκίνητου οχήματος, επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να το χρησιμοποιεί στην πιο πάνω οδό, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης για χρήση αυτού από τον οδηγό του, έναντι τρίτου προσώπου. Η Πέμπτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίτρεψης οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 8
(1), 49
(1)(γ), 54 και 59 των περί Άδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως
  1. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του ίδιου μηχανοκίνητου οχήματος, επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να οδηγά αυτό, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, δηλαδή με ληγμένη άδεια οδηγού από 5/10/
  2. Η Έκτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίτρεψης χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 2, 17 και 72 των Κανονισμών. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην Πρώτη Κατηγορία, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του ίδιου μηχανοκινήτου οχήματος, επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να οδηγά αυτό, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31/12/
  3. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ έκαστος των Κατηγορουμένων 1 και 2, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, κατέθεσε ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν η κα. Κωνσταντία Βαρναβίδου (Μ.Κ.1), η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή κατάθεση της ιδίας ημερομηνίας 17/11/2011 (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 7/11/2011 και περί ώρα 11:10, η Μ.Κ.1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KXB552 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Α») στη Λεωφόρο Θεμιστοκλή Δέρβη με κατεύθυνση από Λεωφόρο Ευαγόρου προς Λεωφόρο Νίκης, κρατώντας τη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας στη διασταύρωση των Λεωφόρων Θεμιστοκλή Δέρβη με Νίκης, το φανάρι ήταν κόκκινο και η Μ.Κ.1 ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε πίσω από το προπορευόμενό της όχημα. Η Μ.Κ.1 ήταν το δεύτερο ή τρίτο αυτοκίνητο στη γραμμή και υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα τόσο στην πρώτη όσο και στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν το φανάρι έγινε πράσινο, και αφού ξεκίνησαν τα μπροστινά της αυτοκίνητα, η Μ.Κ.1 εκκίνησε με ευθεία πορεία για να κατευθυνθεί προς της Λεωφόρο Νίκης. Αφού εισήλθε στη διασταύρωση και διένυσε μερικά μέτρα, πριν περάσει απέναντι και καθώς κρατούσε τη λωρίδα της, ένα αυτοκίνητο, το οποίο κινείτο στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία οδηγεί δεξιά προς τη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, έστριψε αριστερά προς τη λωρίδα που οδηγούσε η Μ.Κ.1 κτυπώντας το δεξιό μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου Α. Μετά τη σύγκρουση, η Μ.Κ.1 σταμάτησε το Αυτοκίνητο Α στη διασταύρωση. Η οδηγός του άλλου αυτοκινήτου σταμάτησε, έβαλε πισινή και της προκάλεσε τρίψιμο και ζημιές στις δεξιές πόρτες του Αυτοκινήτου Α. Αφού κατέβηκε από το Αυτοκίνητο Α, η Μ.Κ.1 πρόσεξε ότι το αυτοκίνητο που της κτύπησε είχε αρ. εγγραφής EYM226 (στο εξής «το Αυτοκίνητο Β»). H Μ.Κ.1 ενημέρωσε την Αστυνομία και την ασφαλιστική της εταιρεία. Τα αυτοκίνητα δεν μετακινήθηκαν μέχρι που ήρθε ο εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας της Μ.Κ.1, ο οποίος έβγαλε φωτογραφίες. Ακολούθως, λόγω της κίνησης, οι δύο οδηγοί μετακίνησαν τα ενεχόμενα αυτοκίνητα στη Λεωφόρο Νίκης. Στη συνέχεια, ήρθε ο Αστυφύλακας 578, Αντρέας Βέιζυ, όπου στην παρουσία της Μ.Κ.1 και της άλλης οδηγού έκανε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Οι δύο οδηγοί έδειξαν διαφορετικά σημεία σύγκρουσης. Η Μ.Κ.1 δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, η Μ.Κ.1 υπέδειξε την Κατηγορουμένη 1 ως την οδηγό του Αυτοκινήτου Β. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο
  4. Κατά την αντεξέτασή της από την Κατηγορουμένη 1, η Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι οδηγούσε ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 1, προσθέτοντας ότι η τελευταία ήταν μόνη της στο Αυτοκίνητο Β. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 1 μετά το δυστύχημα πήγε να κάνει κάτι και να επιστρέψει. Η Μ.Κ.1 είχε μιλήσει με την Αστυνομία και της είπαν ότι έπρεπε να μετακινήσουν τα αυτοκίνητα επειδή δεν υπήρχαν τραυματίες. Πριν τα μετακινήσουν, ήρθαν οι ασφάλειες και έβγαλαν φωτογραφίες. Αρνήθηκε, επίσης, την εκδοχή που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος, ήτοι ότι η Κατηγορουμένη 1 με τον σύζυγό της ήταν μπροστά με κατεύθυνση τη Λεωφόρο Νίκης και ότι είναι η Μ.Κ.1 που ήρθε και τους κτύπησε. Κατά την αντεξέτασή της από τον Κατηγορούμενο 2, Η Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι είναι ο Κατηγορούμενος 2 που οδηγούσε, προσθέτοντας ότι τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Δεύτερος μάρτυρας Κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 578, Αντρέας Βέιζυ (Μ.Κ.2), ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λευκωσίας και είναι ο εξεταστής του τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 7/11/2011 και περί ώρα 11:10 στη διασταύρωση των Λεωφόρων Θεμιστοκλή Δέρβη με Σπύρου Κυπριανού με ενεχόμενα οχήματα το Αυτοκίνητο Α και το Αυτοκίνητο Β. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «2» αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου που ετοίμασε, όπου αναφέρεται ότι κατά τη διερεύνηση του περί ου ο λόγος δυστυχήματος, διαπιστώθηκε ότι η Κατηγορουμένη 1 οδηγούσε το Αυτοκίνητο Β χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας, με ληγμένη άδεια κυκλοφορίας από τις 30/12/2010 και με ληγμένη μαθητική άδεια οδηγού από τις 5/10/
  5. Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να διαπράξει τα προαναφερθέντα αδικήματα. Ο Μ.Κ.2, με τη βοήθεια διερμηνέα, έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη 1, και στη συνέχεια την κατηγόρησε γραπτώς για τα εν λόγω αδικήματα και η Κατηγορουμένη 1 απάντησε «Συγγνώμη θα τα εξηγήσω όλα στο Δικαστήριο.» Ακολούθως, με τη βοήθεια διερμηνέα, ο Μ.Κ.1 έλαβε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς για τα προαναφερθέντα αδικήματα και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Δεν απαντώ.» Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια: 1.Ως Τεκμήριο «3» την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης 1 στα Περσικά. 2.Ως Τεκμήριο «3Α» την μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης 1 από τα Περσικά στα Αγγλικά. 3.Ως Τεκμήριο «3Β» την μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης 1 στα Ελληνικά. 4.Ως Τεκμήριο «4» την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου 2 στα Περσικά. 5.Ως Τεκμήριο «4Α» την μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου 2 από τα Περσικά στα Αγγλικά. 6.Ως Τεκμήριο «4Β» την μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου 2 στα Ελληνικά. 7.Ως Τεκμήριο «5» την γραπτή καταγγελία της Κατηγορουμένης 1 στα Περσικά. 8.Ως Τεκμήριο «5Α» την μετάφραση της γραπτής καταγγελίας της Κατηγορουμένης 1 από τα Περσικά στα Αγγλικά. 9.Ως «Τεκμήριο 5Β» την μετάφραση της γραπτής καταγγελίας της Κατηγορουμένης 1 στα Ελληνικά.
  6. Ως Τεκμήριο «6» την γραπτή καταγγελία του Κατηγορουμένου 2 στα Περσικά. 11.Ως Τεκμήριο «6Α» την μετάφραση της γραπτής καταγγελίας του Κατηγορουμένου 2 από τα Περσικά στα Αγγλικά. 12.Ως Τεκμήριο «6Β» την μετάφραση της γραπτής καταγγελίας του Κατηγορουμένου 2 στα Ελληνικά. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν υπέγραψε τη δική του κατάθεση. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου Β είναι ο Κατηγορούμενος
  7. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «7» αντίγραφο του εντύπου που εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τίτλο «Στοιχεία ιδιοκτήτη». Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, στη σκηνή του δυστυχήματος η Κατηγορουμένη 1 του είπε ότι ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου Β είναι ο σύζυγός της. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «8» το έντυπο που του στάλθηκε από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών σε σχέση με την κατάσταση αδειών/κατηγοριών οδηγού της Κατηγορουμένης 1, σύμφωνα με την οποία η μαθητική άδεια οδήγησης της τελευταίας, με ημερομηνία έκδοσης και έναρξης στις 6/10/2010, έληξε στις 5/10/
  8. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «9» έντυπο που τύπωσε από τα αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών σε σχέση με το status της Κατηγορουμένης 1 στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, η Αστυνομία έχει πρόσβαση στα αρχεία των διάφορων κυβερνητικών τμημάτων κατά την εξέταση των υποθέσεών της. Κατά την αντεξέτασή του από την Κατηγορουμένη 1, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι πέρασε κάποια ώρα από την ώρα του δυστυχήματος μέχρι να πάει στη σκηνή. Όταν ο Μ.Κ.2 πήγε στη σκηνή, τα ενεχόμενα αυτοκίνητα είχαν μετακινηθεί και ήταν παρούσες οι δύο οδηγοί, οι οποίες του είπαν ότι οδηγός του Αυτοκινήτου Β ήταν η Κατηγορουμένη
  9. Σε υποβολή ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν ξέρει είτε Ελληνικά είτε Αγγλικά, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι μίλησε με την Κατηγορουμένη 1 στα Ελληνικά και τα Αγγλικά και η τελευταία του είπε ότι είναι αυτή που οδηγούσε. Σε υποβολή ότι τους είχαν για 8 ώρες στον αστυνομικό σταθμό και τους έλεγαν ότι έπρεπε να υπογράψουν αυτά που ήθελαν, ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε ότι πίεσε την Κατηγορουμένη 1 να υπογράψει ο,τιδήποτε, η δε κατάθεση της Κατηγορουμένης 1 είναι αυτά που η τελευταία είπε στην παρουσία του διερμηνέα. Είπε, επίσης, ότι χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να ετοιμαστεί το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, να εντοπιστεί διερμηνέας και να ληφθούν οι καταθέσεις και να γίνουν οι γραπτές καταγγελίες στην μητρική γλώσσα των Κατηγορουμένων 1 και 2 μαζί με τις μεταφράσεις. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι αστυνομικοί απειλούσαν το σύζυγο της Κατηγορουμένης 1 ότι θα πάει φυλακή, προσθέτοντας ότι ο σύζυγος της έμπαινε συνεχώς στο χώρο που λαμβάνετο η κατάθεση της και παρενέβαινε στη διαδικασία. Ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν του ανέφερε ότι είχε κάποιο πρόβλημα ή ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση. Κατά την αντεξέτασή του από τον Κατηγορούμενο 2, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον αστυνομικό σταθμό ο Κατηγορούμενος 2, ο τελευταίος δημιουργούσε προβλήματα, εφόσον έμπαινε συνεχώς στην αίθουσα που λάμβαναν κατάθεση από την Κατηγορουμένη 1 και διέκοπτε. Ουδέποτε τους είπε ο Κατηγορούμενος 2 ότι αυτός οδηγούσε το Αυτοκίνητο Β όταν ενεπλάκη στο δυστύχημα και ουδέποτε ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 2 να πει ότι δεν οδηγούσε αυτός, αλλά η σύζυγός του. Ακολούθως, ο Μ.Κ.2 απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις και διαμαρτυρίες του Κατηγορουμένου 2 που σχετίζονταν με την κατοχή από τον Μ.Κ.2 του Τεκμηρίου
  10. Τρίτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Hamidreza Khalj (M.K.3), διερμηνέας στις Υπηρεσίες Ασύλου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του δήλωση του ιδίου (Τεκμήριο «10»), όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι γεννήθηκε στο Ιράν και μιλά, γράφει και διαβάζει fluently την Αγγλική και την Περσική γλώσσα (Farsi language). Επίσης, ότι στις 7/11/2011 κλήθηκε από τον Μ.Κ.2 στην Τροχαία Λευκωσίας για να μεταφράσει από τα Περσικά στα Αγγλικά και τανάπαλιν σε σχέση με υπό διερεύνηση υπόθεση. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 1530-1650, υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη 1 στην μητρική της γλώσσα, ήτοι το Τεκμήριο
  11. Μεταξύ των ωρών 1700-1740, ο Μ.Κ.3, υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.2, κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη 1 για τα αδικήματα που διέπραξε, ήτοι το Τεκμήριο
  12. Μεταξύ των ωρών 17:50-18:40, υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.2, Ο Μ.Κ.3 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 στην μητρική του γλώσσα, ήτοι το Τεκμήριο
  13. Μεταξύ των ωρών 18:50-19:20 ο Μ.Κ.3, υπό τις οδηγίες του Μ.Κ.2, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο 2, ήτοι το Τεκμήριο
  14. Ο Μ.Κ.3 μετάφρασε τις καταθέσεις και τις γραπτές κατηγορίες των Κατηγορουμένων 1 και 2 από τα Περσικά στα Αγγλικά, ήτοι τα Τεκμήρια 3Α, 4Α, 5Α και 6Α. Η Κατηγορούμενη 1 υπέγραψε την κατάθεσή της, μετά που της την διάβασε ο Μ.Κ.
  15. Ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε να διαβάσει και αυτός την κατάθεση της Κατηγορουμένης 1 πριν υπογράψει η τελευταία. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να υπογράψει την ανακριτική του κατάθεση, παρά το ότι την διάβασε. Ακολούθως, ο Μ.Κ.3 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκαν οι καταθέσεις και έγιναν οι μεταφράσεις. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.3, ο Μ.Κ.2 και ο Κατηγορούμενος 2 ήταν αρκετά φραστικώς επιθετικοί μεταξύ τους. Κατά την αντεξέτασή του από την Κατηγορουμένη 1, ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι ήταν τεταμένη η ατμόσφαιρα στον αστυνομικό σταθμό και ο Κατηγορούμενος 2 είχε πολύ έντονη λογομαχία με τον Μ.Κ.2 σε βαθμό που ήρθε κάποιος ανώτερος και του ζήτησε να αποχωρήσει από το δωμάτιο που λαμβάνετο η κατάθεση της Κατηγορουμένης
  16. Ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη 1 ήταν αγχωμένη και ο Μ.Κ.3 προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Σε υποβολή ότι η Κατηγορουμένη 1 οδήγησε μόνο από το σημείο σύγκρουσης μέχρι το πάρκιγκ, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η Κατηγορουμένη 1 είχε πει αυτά που καταγράφηκαν στην κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή του από τον Κατηγορούμενο 2, ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 ζήτησε από αυτόν να υπογράψει αυτά που ήθελε, λέγοντας ότι ο Μ.Κ.2 έκανε τις ερωτήσεις και του είπε ότι θα έκανε τις ερωτήσεις με τον τρόπο που ήθελε. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Κ.2 μιλούσαν μεταξύ τους στα Ελληνικά και τα Αγγλικά, μιλούσαν έντονα και φώναζαν, αλλά δεν θυμόταν ακριβώς τις κουβέντες τους. Η Κατηγορουμένη 1 στην ένορκη κατάθεσή της ανέφερε ότι λυπάται που την ημέρα εκείνη ήταν με τον άντρα της και της συνέβηκε αυτό το πράγμα. Η ίδια στεναχωρέθηκε πολύ. Η Μ.Κ.1 δεν ήξερε. Η ίδια δεν οδηγούσε και στον αστυνομικό σταθμό έμαθε ότι έληξε η άδεια οδήγησής της. Η ίδια δεν οδηγεί καθόλου για να καταλάβει πότε έληξε ή όχι η άδεια οδήγησής της. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορουμένη 1 αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 3 και πρόσθεσε ότι την πίεσαν και έχει ψυχολογικά προβλήματα. Της είπαν να βάλει την υπογραφή της και να φύγει. Δεν ρώτησε τον μεταφραστή αυτά που δεν καταλάβαινε, εφόσον και αυτός της έλεγε να υπογράψει και δεν είναι τίποτε. Ερωτηθείσα να εξηγήσει ποιά είναι η φίλη της η Μαρία που είπε ότι ήταν μαζί της στο Αυτοκίνητο Β, η Κατηγορουμένη 1 απάντησε ότι είπε για τον άντρα της, τον Μάριο. Στην Κύπρο, ως είπε, φωνάζουν τον Κατηγορούμενο 2 Μάριο και αυτή Νάνσυ. Όταν της λάμβαναν την κατάθεση, η Κατηγορουμένη 1 είπε ότι ήταν με τον άντρα της. Δεν διάβασε την κατάθεσή της πριν την υπογράψει ούτε και της δόθηκε για να την διαβάσει. Ακολούθως, η Κατηγορουμένη 1 έδωσε την εκδοχή της σε σχέση με διάφορες αναφορές της στην κατάθεσή της. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι δεν μπορεί να διαβάσει τον γραφικό χαρακτήρα της κατάθεσης. Η ίδια δεν έχει σχέση με το Αυτοκίνητο Β. Απλώς έχει μαθητική άδεια, αλλά δεν οδηγεί. Ανανέωσε πρόσφατα την μαθητική της άδεια επειδή αλλάζουν οι νόμοι στην Κύπρο. Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη 1, η ίδια απλώς μετακίνησε το Αυτοκίνητο Β για πέντε μέτρα από το χώρο του δυστυχήματος μέχρι το πάρκιγκ. Είχε πολλή κίνηση, και ο αστυνομικός την άφησε να το μετακινήσει. Ο ασφαλιστής της είπε ότι ο αστυνομικός της έδωσε άδεια να το μετακινήσει. Ο ασφαλιστής πήρε μπροστά της τηλέφωνο την Αστυνομία και της έκανε χειρονομία και αυτή κατάλαβε. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε φύγει ο άντρας της μετά το δυστύχημα και μετακίνησε η ίδια το Αυτοκίνητο Β. Ακολούθως, η Κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι κατά την λήψη της κατάθεσής της η αστυνομία ήθελε με το ζόρι να πει ότι δεν οδηγούσε ο άντρας της και είναι γι' αυτό που ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε όταν ήρθε στο σταθμό. Η ίδια υπέγραψε την κατάθεσή της επειδή της είπαν ότι δεν είναι τίποτα. Δεν ήξερε περί τίνος πρόκειτο η κατάθεσή της. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει Αγγλικά, αλλά γνωρίζει λίγα πράγματα στα Ελληνικά. Ο Κατηγορούμενος 2 στη δική του ένορκη μαρτυρία ανέφερε ότι η Αστυνομία ανάγκασε τη σύζυγό του να υπογράψει την κατάθεσή της με το ζόρι και πως την κατηγόρησαν και μετά της πήραν την κατάθεση. Τον ίδιο τον ρώτησαν αν παραδέχεται και τους είπε ότι δεν απαντά και πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι πολιτικός πρόσφυγας και εξέφρασε στο Δικαστήριο το παράπονο και τη διαμαρτυρία του για το ότι η Αστυνομία έχει πρόσβαση στο φάκελό του και κατέθεσε ως τεκμήριο στη διαδικασία το Τεκμήριο
  17. Ανέφερε, επίσης, ότι στον αστυνομικό σταθμό είπε ότι οδηγούσε ο ίδιος, αλλά οι αστυνομικοί ήθελαν με το ζόρι να πουν ότι είναι η σύζυγός του που οδηγούσε. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος 2 δέχθηκε ότι το Αυτοκίνητο Β ανήκε σε αυτόν το 2011, αλλά αρνήθηκε ότι στις 7/11/2011 επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να το οδηγήσει. Δέχθηκε ότι ήταν ληγμένη η άδεια οδήγησής της Κατηγορουμένης 1 ως και ότι δεν την κάλυπτε οποιαδήποτε ασφάλεια, αλλά αυτό δεν έχει σημασία εφόσον αυτή δεν οδηγούσε. Δεν αρνήθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας για το Αυτοκίνητο Β από τις 31/12/2010, λέγοντας ότι αυτό είναι πιθανόν. Αρνήθηκε, όμως, ότι την συγκεκριμένη ημέρα είχε δώσει το Αυτοκίνητο Β στην Κατηγορουμένη 1, λέγοντας ότι η σύζυγός του εδώ και 8 χρόνια παίρνει φάρμακα για ψυχολογικά προβλήματα που έχει και ότι εκείνη την ημέρα την πίεσαν και παραδέχθηκε τα πάντα. Ανέφερε, επίσης, ότι η Αστυνομία δεν τους άφηνε να μιλήσουν και φώναζε και αυτός αναγκάστηκε να παρέμβει επειδή η σύζυγός του είναι άρρωστη και η Αστυνομία την πίεζε. Ανέφερε, επίσης, ότι η Αστυνομία ήθελε να φταίξει τον ίδιο, γι' αυτό και τον κατηγόρησαν. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε να κριθούν αξιόπιστοι οι μάρτυρες κατηγορίας και να απορριφθεί η ένορκη εκδοχή των Κατηγορουμένων. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι υπάρχει παραδοχή από την Κατηγορουμένη 1 ότι ήταν ληγμένη η άδεια οδήγησής της και παραδοχή από τον Κατηγορούμενο 2 ότι η ασφάλεια δεν κάλυπτε την Κατηγορουμένη 1, ως και ότι δεν είχε άδεια κυκλοφορίας το Αυτοκίνητο Β. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι υπάρχει περιστατική μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να οδηγήσει. Ζήτησε, λοιπόν, την καταδίκη των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε όλες τις Κατηγορίες. Η Κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι το λάθος της ήταν ότι ήταν μαζί με τον σύζυγό της. Η ίδια δεν οδηγεί, δεν έχει αυτοκίνητο και δεν φταίει. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να πει ο,τιδήποτε. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ως προκύπτει από την σύνοψη της μαρτυρίας που παραθέτω ανωτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία αποτέλεσε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ότι στις 7/11/2011 και περί ώρα 11:10 π.μ. επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στη διασταύρωση των Λεωφόρων Θεμιστοκλή Δέρβη με Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας με ενεχόμενα οχήματα το Αυτοκίνητο Α, το οποίο οδηγούσε η Μ.Κ.1, και το Αυτοκίνητο Β, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του Κατηγορουμένου
  18. Κατά τη διερεύνηση των συνθηκών διάπραξης του δυστυχήματος, η Αστυνομία έκρινε ότι ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος είχε η Μ.Κ.
  19. Το ουσιαστικό ζητούμενο στην παρούσα είναι κατά πόσον οδηγός του Αυτοκινήτου Β ήταν η Κατηγορουμένη 1, όπως εισηγήθηκε η Κατηγορούσα Αρχή, ή ο σύζυγος αυτής, ήτοι ο Κατηγορούμενος 2, όπως ήταν η κοινή γραμμή των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά την ακροαματική διαδικασία. Η Μ.Κ.1 μου προξένησε γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας. Η μαρτυρία της σε σχέση με το ουσιώδες της παρούσας υπόθεσης ζήτημα, ήτοι ποιός ήταν ο οδηγός του Αυτοκινήτου Β, ήταν σαφής και πειστική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Το δυστύχημα έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της ημέρας και δεν αναφέρθηκε από οποιοδήποτε ότι επικρατούσαν τέτοιες καιρικές ή άλλες συνθήκες στο δρόμο που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Μ.Κ.1 σε σύγχυση ως προς την ταυτότητα του οδηγού του Αυτοκινήτου Β, με το οποίο έγινε μια όχι σφοδρή σύγκρουση, πόσω δε μάλλον να ξεχωρίσει κατά πόσον ο οδηγός ήταν άντρας ή γυναίκα. Βεβαίως, η εκδοχή της Μ.Κ.1 σε σχέση με τις ακριβείς συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος δεν αποτελούν επίδικο θέμα και δεν μπορώ παρά να αγνοήσω τις εν λόγω αναφορές της, ως και την θέση της ότι ευθύνη για το δυστύχημα φέρει η οδηγός του Αυτοκινήτου Β. Είναι εξ άλλου αναμενόμενο ότι έκαστος οδηγός που ενέχεται σε τροχαίο δυστύχημα επιχειρεί να αποδώσει την ευθύνη για την πρόκλησή του στον άλλο οδηγό. Πέραν τούτου, όμως, δεν θεωρώ ούτε έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι η Μ.Κ.1 θα ήταν ικανή να παραποιήσει τα γεγονότα σε σχέση με το πρόσωπο του οδηγού του Αυτοκινήτου Β. Με τις διευκρινίσεις και τις διαφοροποιήσεις που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Καλή εικόνα σχημάτισα επίσης σε σχέση με το Μ.Κ.2, ήτοι τον εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε ή σε αυτά που είπε, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός διακατέχονταν από οποιαδήποτε προκατάληψη εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ώστε να ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων σε σχέση με τί διαπίστωσε και του λέχθηκε από τους εμπλεκομένους. Τουναντίον, η αντικειμενικότητά του διαφαίνεται και από το ότι δέχθηκε την εκδοχή της Κατηγορουμένης 1 ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και δεν κατηγόρησε αυτή για αμελή οδήγηση. Βεβαίως, κατά πόσον στοιχειοθετούνται οι Κατηγορίες εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο και δεν αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης η κρίση του για τις Κατηγορίες που αποφάσισε να προσάψει. Ομολογουμένως, χρειάστηκαν πάρα πολλές ώρες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία λήψης καταθέσεων από τους Κατηγορουμένους 1 και 2, αλλά δέχομαι τη θέση του Μ.Κ.2, ήτοι ότι εν πρώτοις χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να εξευρεθεί διερμηνέας στη μητρική γλώσσα των Κατηγορουμένων 1 και
  20. Μπορεί ο Μ.Κ.2 να μην μας είπε το ακριβές περιεχόμενο της έντονης λεκτικής αντιπαράθεσης που υπήρξε μεταξύ αυτού και του Κατηγορουμένου 2 στον αστυνομικό σταθμό κατά την λήψη των καταθέσεων, αλλά δέχομαι την εκδοχή του Μ.Κ.2, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρενέβαινε στη διαδικασία λήψης της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορουμένης 1, γεγονός που συνέβαλε στην επιμήκυνση του χρόνου παραμονής των Κατηγορουμένων 1 και 2 στον σταθμό. Το αν ο Μ.Κ.2 και τα υπόλοιπα μέλη της Αστυνομίας θα μπορούσαν να χειριστούν διαφορετικά τις αντιδράσεις του Κατηγορουμένου 2 δεν είναι ζήτημα που αφορά την παρούσα διαδικασία. Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω ότι στο στάδιο που επιχειρήθηκε να κατατεθεί η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης 1, η τελευταία προέβαλε δύο διϊστάμενες εκδοχές. Η πρώτη ήταν ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν κάποιας υπόσχεσης της Αστυνομίας και η δεύτερη ότι η ίδια δεν είπε αυτά που καταγράφονται σε αυτή. Εφόσον φαινόταν να προέκυπτε ζήτημα σε σχέση με τη θεληματικότητα της κατάθεσης της Κατηγορουμένης 1, το Δικαστήριο ζήτησε από αυτή να ξεκαθαρίσει ποιά ήταν τελικά η θέση της και απάντησε ότι η ίδια δεν είπε αυτά που καταγράφονται στην κατάθεσή της. Ενόψει της εν λόγω δήλωσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ετίθετο ζήτημα διεξαγωγής δίκης εντός δίκης για να διαπιστωθεί η θεληματικότητα ή όχι της κατάθεσης της Κατηγορουμένης
  21. Σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή του Μ.Κ.2 σε σχέση με τον τρόπο λήψης των καταθέσεων από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 και με τον τρόπο που τους κατηγόρησε γραπτώς, με τη βοήθεια διερμηνέα στην μητρική τους γλώσσα, επιβεβαιώθηκε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ήτοι του διερμηνέα στις υπηρεσίες ασύλου της Δημοκρατίας, ο οποίος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε με τρόπο σαφή και αρκούντος επεξηγηματικό σε σχέση με τον τρόπο που λήφθηκαν οι καταθέσεις και έγιναν οι μεταφράσεις, θέση που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Επίσης, κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.3 ελέχθηκε και διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, με τη βοήθεια της μεταφράστριας στην παρούσα διαδικασία, ότι πράγματι οι μεταφράσεις τόσο των καταθέσεων, όσο και των γραπτών καταγγελιών, στην Αγγλική και την Ελληνική γλώσσα αποτελούν πιστή μετάφραση του κειμένου των αντιστοίχων καταθέσεων και γραπτών καταγγελιών στη μητρική γλώσσα των Κατηγορουμένων 1 και
  22. Όπως σχετικά κατέθεσε ο Μ.Κ.3 και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, αυτός όχι μόνο διάβασε στην Κατηγορουμένη 1 την κατάθεσή της στη μητρική της γλώσσα πριν η τελευταία την υπογράψει, αλλά την έδωσε για να τη διαβάσει και στον Κατηγορούμενο 2, κατόπιν απαίτησης του τελευταίου. Η αντικειμενικότητα της εκδοχής του Μ.Κ.3 διαφαίνεται και από το ότι δεν επιχείρησε να κρύψει από το Δικαστήριο ότι υπήρχε έντονη λογομαχία μεταξύ του Μ.Κ.2 και του Κατηγορουμένου 2, ως και ότι το όλο κλίμα προκάλεσε άγχος στην Κατηγορουμένη 1, την οποία αυτός προσπαθούσε να καθησυχάσει. Συνεπώς, δέχομαι ότι οι καταθέσεις και οι απαντήσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 επί των γραπτών καταγγελιών λήφθηκαν από τον Μ.Κ.2, με τη βοήθεια του διερμηνέα, Μ.Κ.3, με τον ορθό τρόπο και πως σε αυτές καταγράφονται τα όσα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανέφεραν στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κατά τη λήψη των καταθέσεων και των γραπτών καταγγελιών. Η Κατηγορουμένη 1, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, επιχείρησε να αμφισβητήσει την εκδοχή αυτού, ήτοι ότι κατά την άφιξή του στη σκηνή του δυστυχήματος, η ίδια του ανέφερε ότι ήταν η οδηγός του Αυτοκινήτου Β, επικαλούμενη ότι δεν γνωρίζει είτε Ελληνικά είτε Αγγλικά. Κατά την ένορκη εκδοχή της, όμως, διαφοροποίησε τη θέση της, λέγοντας ότι ξέρει λίγα Ελληνικά. Επί του προκειμένου θα επανέλθω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης
  23. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε των Κατηγορουμένων 1 και 2 η αλήθεια του περιεχομένου των Τεκμηρίων 7 και
  24. Σε κάθε περίπτωση, κατόπιν των επεξηγήσεων που ο Μ.Κ.2 έδωσε σε σχέση με την προέλευση τούτων, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 7 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σε σχέση με τα στοιχεία του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του Αυτοκινήτου Β στις 7/11/2011, τα στοιχεία του Αυτοκινήτου Β ως και το καθεστώς της άδειας κυκλοφορίας του Αυτοκινήτου Β κατά τις 7/11/
  25. Επίσης, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 8 ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σε σχέση με την κατάσταση των αδειών/κατηγοριών οδηγού της Κατηγορουμένης 1 κατά τις 7/11/
  26. Με τις διαφοροποιήσεις και διευκρινίσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 γίνεται αποδεκτή. Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι οποίοι τήρησαν κοινή γραμμή υπεράσπισης, θα πρέπει εξ αρχής να σημειώσω ότι δεν με έπεισαν ότι υπήρξαν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Κατ' αρχάς η εκδοχή τους σε σχέση με το ουσιώδες της υπόθεσης θέμα δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Δηλαδή, ότι οδηγός του Αυτοκινήτου Β ήταν ο Κατηγορούμενος 2, οποίος αποφάσισε αμέσως μετά τη σύγκρουση να φύγει από τη σκηνή του δυστυχήματος αφήνοντας εκεί την Κατηγορουμένη 1, η οποία ήταν απλώς συνοδηγός και δεν είχε κάποια σχέση με το Αυτοκίνητο Β, να περιμένει μέχρι να έρθουν οι ασφάλειες και η Αστυνομία, και δη στην συγκεκριμένη περίπτωση όπου υπήρχε έντονη αμφισβήτηση σε σχέση με τις ακριβείς συνθήκες διάπραξής του. Επίσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 προσπάθησαν να μας πείσουν από την μια ότι η Κατηγορουμένη 1 έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και ήταν σε τόσο άσχημη ψυχολογική κατάσταση που δεν μπορούσε να χειριστεί από μόνη της την κατάθεσή της στην Αστυνομία, ενώ από την άλλη ότι ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος δεν ήθελε να την εγκαταλείψει κατά την λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης στον Αστυνομικό Σταθμό, εγκατέλειψε αυτή στην σκηνή του δυστυχήματος για να αντιμετωπίσει μόνη της την Μ.Κ.1 που φωνασκούσε και να εξηγήσει στους αντιπροσώπους των ασφαλειών και την Αστυνομία πώς έγινε το δυστύχημα. Επίσης, σε αρκετά σημεία η ένορκη μαρτυρία των Κατηγορουμένων 1 και 2 έρχεται σε αντίθεση με τις θέσεις που προέβαλλαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, αυτοί δε παρέλειψαν να θέσουν υπόψη αυτών ουσιώδεις πτυχές της μετέπειτα ένορκης εκδοχής τους, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να τοποθετηθούν. Κατ' αρχάς, η Κατηγορουμένη 1 με την ένορκη εκδοχή της ανασκεύασε την θέση που προέβαλε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2, ήτοι ότι δεν ξέρει Ελληνικά και άρα δεν θα μπορούσε να πει σε αυτόν όταν έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος ότι ήταν η ίδια η οδηγός του Αυτοκινήτου Β, λέγοντας ότι ξέρει λίγα Ελληνικά, αλλά δεν ξέρει να πει την λέξη «οδηγώ». Κατά τα άλλα, όμως, ήταν σε θέση να συνεννοηθεί με αυτόν και να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης, χωρίς τη βοήθεια διερμηνέα, να συζητήσει με τους εκπροσώπους των ασφαλειών και να αντιληφθεί από τον ασφαλιστή ότι ο αστυνομικός είπε να μετακινηθούν τα ενεχόμενα οχήματα σε κοντινό χώρο στάθμευσης. Επίσης, η Κατηγορουμένη 1 δεν αμφισβήτησε την εκδοχή του Μ.Κ.3 ότι της διάβασε την κατάθεση πριν την υπογράψει, ενώ κατά την ένορκη εκδοχή της αρνήθηκε ότι της διαβάστηκε. Πολύ δε περισσότερο, όμως, κατά την ένορκη εκδοχή της μας ανέφερε για πρώτη φορά ότι άλλα την ρωτούσαν και άλλα καταγράφονταν κατά τη λήψη της ανακριτικής της κατάθεσης. Δηλαδή, ότι την ρωτούσαν για τον άντρα της πώς οδηγούσε και κατέγραφαν ότι είναι αυτή που οδηγούσε. Ακούσαμε, επίσης, και το εξωφρενικό, ότι δηλαδή τους είπε ότι αυτή ήταν με τον άντρα της, τον Μάριο, ενώ αυτοί έγραψαν ότι συνοδηγός της ήταν κάποια φίλη της με το όνομα Μαρία. Δεν υπέβαλε, επίσης, κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι ανέφερε σε αυτούς οποτεδήποτε ότι οδηγός του Αυτοκινήτου Β ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και όχι η ίδια. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 δεν υπέβαλε κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι ανέφερε σε οποιοδήποτε από αυτούς στον αστυνομικό σταθμό ότι αυτός ήταν ο οδηγός του Αυτοκινήτου, θέση που προέβαλε για πρώτη φορά με την ένορκη εκδοχή του, δηλαδή ότι αυτή ήταν εξ αρχής η θέση του στον αστυνομικό σταθμό. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίας ουσιώδεις ισχυρισμούς που έχει κατά νουν ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Συνεπώς, δεν μπορώ παρά να αγνοήσω τις πραναφερθείσες ουσιώδεις πτυχές της ένορκης μαρτυρίας εκάστου, οι οποίες δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3. Σημειώνω, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με το γιατί η Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να δει ποιός ήταν ο οδηγός του Αυτοκινήτου Β. Περαιτέρω, έδινε διάφορες και αντιφατικές εκδοχές σε σχέση με τις συνθήκες λήψης της ανακριτικής της κατάθεσης και ήταν εμφανές ότι αυτή, για τους λόγους που ίδια είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα, μετάνιωσε για όσα είπε στην ανακριτική της κατάθεση και προσπαθούσε να αποδεσμεύσει τον εαυτό της από αυτή επινοώντας διάφορα. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν σε αυτές. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Παραπέμπω, επίσης, στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.330, 365: «Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα εξής: 'Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή, αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.'» Σημειώνω ότι η Κατηγορουμένη 1 στην ανακριτική της κατάθεση ανέφερε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο οδηγούσε αυτή το Αυτοκίνητο Β στη Λεωφόρο Θεμιστικλή Δέρβη με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Νίκης πριν φθάσει στην διασταύρωση που έγινε το δυστύχημα. Μετά τη σύγκρουση, η Κατηγορουμένη 1 σταμάτησε το Αυτοκίνητο Β για 30 λεπτά και μετά που ήρθε η ασφαλιστική εταιρεία το μετακίνησε μετά που της είπε ότι είναι εντάξει με την Αστυνομία. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.2 έφτασε στη σκηνή του δυστυχήματος, ο οποίος ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και η Κατηγορουμένη 1 συμφώνησε με τα μέτρα και το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε σε αυτόν και υπέγραψε το σχέδιο. Ανέφερε, επίσης, ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου Β που αυτή οδηγούσε είναι ο σύζυγός της, Κατηγορούμενος 2, και πως η άδεια οδηγού της και η ασφάλειά είχαν λήξει. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά δεν απάντησε σε οποιαδήποτε των ερωτήσεων που του έγιναν. Εχοντας, λοιπόν, παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τους Κατηγορουμένους 1 και 2, ενώ κατέθεταν ενόρκως, και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, απορρίπτω την εκδοχή τους σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα, καταλήγω ότι οδηγός του Αυτοκινήτου Β κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο ήταν η Κατηγορουμένη 1. Η μαθητική άδεια οδηγού της Κατηγορουμένης 1 είχε λήξει στις 5/10/2011 και δεν είχε ανανεωθεί μέχρι και τις 7/11/2011. Στις 7/11/2011, η Κατηγορουμένη 1 δεν ήταν κάτοχος οποιασδήποτε άλλης άδειας οδηγού. Επίσης, ότι η άδεια κυκλοφορίας του Αυτοκινήτου Β είχε λήξει στις 31/12/2010 και έκτοτε δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας μέχρι και τις 7/11/2011. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 3
(1)του Ν. 96(Ι)/2000 διαλαμβάνει τα εξής: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού∙ (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Επίσης, το Άρθρο 49
(1)των περί Αδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως 2010 διαλαμβάνει τα εξής: «-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου∙ ή (β) ... (γ) επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή να έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος...» Σύμφωνα δε με τον Καν. 17 των Κανονισμών: «(α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, η οποία να είναι σε ισχύ.» Υπο το φως, λοιπόν, των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της Δεύτερης και της Τρίτης Κατηγορίας που η Κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει. Όσον αφορά την Πρώτη Κατηγορία, πέραν του ότι η ίδια η Κατηγορουμένη 1 ομολόγησε στην κατάθεσή της ότι η επίδικη οδήγηση δεν καλυπτόταν από ασφάλεια, εφόσον έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου ότι η Κατηγορουμένη 1 οδηγούσε το Αυτοκίνητο Β σε οδό, αυτή είχε το βάρος να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η χρήση του Αυτοκινήτου Β από την ίδια καλυπτόταν από ασφάλεια που να αφορά ευθύνη έναντι τρίτου. Βλ. Leathly v. Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR
  1. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν μου ίχνος τέτοιας μαρτυρίας από την Κατηγορουμένη 1 και άρα αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας που η Κατηγορουμένη 1 αντιμετωπίζει. Συνεπώς, η Κατηγορουμένη 1 κρίνεται ένοχη στις Κατηγορίες 1, 2 και
  2. Όπως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να οδηγήσει το Αυτοκίνητο Β χωρίς ασφάλεια, χωρίς ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας και χωρίς ισχύουσα άδειας οδήγησης. Για την απόδειξη των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος 2, ως ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου Β, επέτρεψε στην Κατηγορουμένη 1 να οδηγήσει το Αυτοκίνητο Β, δηλαδή ότι είτε εξουσιοδότησε αυτή ή ότι είχε εκ των προτέρων ή έστω ταυτόχρονη γνώση ότι η Κατηγορουμένη 1 θα οδηγούσε ή οδηγούσε το Αυτοκίνητο Β. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του προσώπου που επιτρέπει, όπως και στις περιπτώσεις συνεργού, έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Willkinson's Road and Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 55, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Pope v. Minton
(1954)Crim L.R. 711 και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5. Θα πρέπει, βεβαίως, να προστεθεί ότι η γνώση, όπως και η ένοχη διάνοια συνεργού, μπορεί να αποδειχθεί, στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία. Βλ., μεταξύ άλλων, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73. Είναι γνωστή η νομολογία ότι η γραπτή κατάθεση συγκατηγορουμένου δεν επενεργεί ως μαρτυρία εναντίον κατηγορουμένου σε ποινική ακρόαση. Συνεπώς, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου 2 δεν μπορώ να λάβω υπόψη την αναφορά της Κατηγορουμένης 1 στην ανακριτική της κατάθεση, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος 2 της έδωσε το Αυτοκίνητο Β για να το οδηγήσει και ότι οδήγησε αυτό με την άδεια του άντρα της. Δεν μπορώ, επίσης, να δεχθώ την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής πως από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 στον αστυνομικό σταθμό δεν κατήγγειλε ή ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1, η οποία είναι σύζυγός του, οδήγησε το Αυτοκίνητο Β χωρίς την άδειά του, σε συνδυασμό με το ότι είχε διαβάσει εκεί την ανακριτική της κατάθεση, δύναται να συναχθεί με την βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε δώσει άδεια στην Κατηγορουμένη 1 να το οδηγήσει ή ότι γνώριζε ότι αυτή θα το οδηγούσε ή ότι το οδηγούσε. Από κανένα σημείο της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, προκύπτει το απαραίτητο νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων των Κατηγοριών 4, 5 και 6 που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται και αθωώνεται από όλες τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.