Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ειρήνης Σωφρονίου, Αρ. Υπόθεσης: 26321/2010, 22/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26321/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Ειρήνης Σωφρονίου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για Κατηγορούμενη: κ. Ε. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της χρήσης μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων της άδειας της, κατά παράβαση του άρθρου 187
(1)(α) και
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορούμενη, στις 3.7.2010, στη Λεμεσό, ενώ της είχε παραχωρηθεί άδεια από τον Έπαρχο Λεμεσού για να χρησιμοποιεί μεγάφωνα σε δημόσιο χώρο, δηλαδή μέσα στο υποστατικό με την ονομασία «Library», παρέβηκε τους όρους της πιο πάνω άδειας χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω μεγάφωνα μέχρι η ώρα 01.40 αντί μέχρι η ώρα 01.
- Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας ήτοι τον Α/Αστ.145 Μιχάλη Αντωνίου, ΜΚ1 και την κα. Αντρούλλα Φυσέντζου, ΜΚ
- Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία κατατέθηκαν στις 30.10.2012 από την ΜΚ
- Για την υπόθεση της υπεράσπισης κατέθεσε η ίδια η κατηγορούμενη. Περαιτέρω στις 30.10.2012 δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκε σαν αποδεκτό γεγονός δυνάμει του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, το περιεχόμενο και τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, τα οποία και αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ׃ Ο ΜΚ1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την 3.7.10 ήταν υπηρεσία και στα πλαίσια των καθηκόντων του περί ώρα 01:40 μετέβηκε στο υποστατικό με την ονομασία «Library» το οποίο λειτουργούσε σαν μπαράκι για σκοπούς ελέγχου. Εισερχόμενος εντός του εν λόγω υποστατικού διαπίστωσε ότι μεταδιδόταν μουσική από μεγάφωνα τα οποία ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία στους τοίχους του εν λόγω υποστατικού. Εκεί εντόπισε την ιδιοκτήτρια του υποστατικού η οποία ήταν η κατηγορούμενη και την πληροφόρησε ότι διέπραττε το αδίκημα της μετάδοσης της ηχογραφημένης μουσικής κατά παράβαση των όρων της σχετικής άδειας που της είχε παραχωρηθεί αφού η άδεια που της παραχωρήθηκε ήταν να μεταδίδει ηχογραφημένη μουσική μέχρι και την 01:00 πμ. Της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και η κατηγορούμενη απάντησε «Δεν γίνεται», όταν δε την πληροφόρησε ότι θα κατηγορηθεί αυτή απάντησε «Τι να πω, τι να πώ». Εντός του υποστατικού την ώρα της καταγγελίας εβρίσκοντο 15 πελάτες οι οποίοι διασκέδαζαν. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε επίσης ότι η μουσική μεταδιδόταν μέσω κονσόλας την οποία χειριζόταν κάποιο πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για την μετάδοση της μουσικής εντός του υποστατικού. Στην αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι για όλες τις καταγγελίες τις οποίες προβαίνει έχει σχετικό σημειωματάριο στο οποίο τις καταγράφει και ότι για την συγκεκριμένη υπόθεση συμπλήρωσε και το σχετικό δικογραφικό φάκελο ο οποίος στάληκε για οδηγίες και μετά από τον έλεγχο του έγινε εισήγηση μέσω του Τμήματος Εισαγγελίας Λεμεσού για την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης . Το συγκεκριμένο σημειωματάριο την ημέρα που έδινε μαρτυρία δεν το είχε μαζί του αφού το είχε αφήσει στο σπίτι του, αρνήθηκε δε υποβολή ότι δεν κράτησε σημειώσεις. Ανέφερε επίσης ότι συνήθως για σκοπούς ελέγχου σε ένα βράδυ επισκέπτεται γύρω στα 15-20 υποστατικά, αυτό όμως εξαρτάται και από άλλες υποχρεώσεις που μπορεί να προκύψουν κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του. Διευκρίνισε δε ότι υπηρεσία βραδινή εκπληρώνει δύο φορές την εβδομάδα και όχι κάθε νύχτα και ότι θυμάται πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής γιατί προτού δώσει μαρτυρία συμβουλεύθηκε τις σημειώσεις του. Ακόμη ανέφερε ότι δεν είχε την άδεια που παραχωρήθηκε στην κατηγορούμενη, όμως σημείωσε τον αριθμό της, αυτή ήταν κατηγορίας Β και δυνάμει των όρων της, η κατηγορούμενη μπορούσε να μεταδίδει ηχογραφημένη μουσική στο συγκεκριμένο υποστατικό μέχρι και την 01:00 πμ. Το συγκεκριμένο βράδυ επισκέφθηκε το υποστατικό και ο ίδιος επισκέφθηκε ακόμη μια φορά για σκοπούς ελέγχου τούτο. Ακόμη διευκρίνισε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη ήταν υπεύθυνη του υποστατικού κατόπιν που αναζήτησε τον υπεύθυνο και του παρουσιάστηκε η ίδια η κατηγορούμενη στην οποία δεν επίδωσε οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για σκοπούς συμμόρφωσης το συγκεκριμένο βράδυ. Απαντώντας δε σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι έκανε έλεγχο και διαπίστωσε πως η μουσική που ακουγόταν από τα μεγάφωνα μεταδιδόταν μέσω ηλεκτρικής κονσόλας με την χρήση ψηφιακού δίσκου ως επίσης και με μηχάνημα ενισχυτή που ενίσχυε τον ήχο στα μεγάφωνα. Την διαπίστωση δε αυτή την έκανε όταν είδε το υπεύθυνο πρόσωπο μετάδοσης της μουσικής 2-3 λεπτά μετά την καταγγελία, να σταματά την μετάδοση της μουσικής πατώντας κάποια κουμπιά στην κονσόλα. Σε σχέση με τον αριθμό μεγαφώνων που υπήρχαν στο υποστατικό ανέφερε ότι εξ΄ όσων θυμόταν ήταν τέσσερα, σε υποβολή δε ότι ήταν 10 τα μεγάφωνα, απάντησε ότι μπορεί να υπήρχαν και περισσότερα από τα τέσσερα που ο ίδιος είδε. Σε υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε πρόσωπο υπεύθυνο για την μετάδοση της μουσικής με ιδιαίτερη έμφαση απάντησε ότι αρνείται την σχετική υποβολή και ότι στα δεκαπέντε χρόνια που υπηρετεί στην αστυνομία ουδέποτε κατήγγειλε πρόσωπο η υποστατικό εν αγνοία του ιδιοκτήτη η του υπευθύνου του. Απορρίπτοντας δε υποβολή ότι κατά την συγκεκριμένη ημέρα η μουσική δεν μεταδιδόταν μέσω μεγαφώνων, επανέλαβε ότι την συγκεκριμένη ημέρα η μουσική μεταδιδόταν μέσω μεγαφώνων. Τέλος σε υποβολή ότι η καταγγελία της κατηγορούμενης έγινε για εκδικητικούς σκοπούς και για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα άλλων υποστατικών που βρίσκονται απέναντι από το υποστατικό της κατηγορούμενης, αρνούμενος την σχετική υποβολή, ανέφερε ότι δεν εξυπηρετεί κανενός τα συμφέροντα και ειδικότερα τα συμφέροντα οποιουδήποτε άλλου υποστατικού. Στην επανεξέταση του ανεγνώρισε φάκελο ο οποίος του υπεδείχθη χωρίς να ζητηθεί να κατατεθεί σαν τεκμήριο από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, σαν το έντυπο της αστυνομίας με αναφορά Δικογραφικός Φάκελος αριθμός 2 και διευκρίνισε ότι είναι σε αυτό το φάκελο που έκανε αναφορά στην κυρίως εξέταση του. Σε διευκρινιστική δε ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι η ώρα και η ημέρα που επισκέφθηκε το υποστατικό της κατηγορούμενης ήταν η 3.7.2010 και ώρα 01:40 πμ. Επισημαίνω δε ότι όταν ρωτήθηκαν οι συνήγοροι της κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης αν ήθελαν να υποβάλουν οποιαδήποτε ερώτηση επί της διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου, αυτοί ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν να υποβάλουν οποιαδήποτε ερώτηση αφήνοντας έτσι αναντίλεκτη την μαρτυρία του ΜΚ1 επί του σημείου αυτού. Η ΜΚ2 κα. Φυσέντζου Αντρούλλα στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού ως υπεύθυνη του κλάδου γενικών αδειών χειριζόμενη μεταξύ άλλων θεμάτων και την παραχώρηση αδειών χρήσης μεγαφώνων. Ακολούθως κατέθεσε σαν Τεκμήριο 1 φωτοτυπία της άδειας μετάδοσης ήχου σε δημόσιο χώρο στο όνομα της κατηγορούμενης για το υποστατικό «Library» που βρίσκεται στις οδούς Ιφιγένειας και Θέμιδος 1, στη Λεμεσό. Περαιτέρω κατόπιν σχετικών δηλώσεων και από τους δύο συνηγόρους έγινε και ενεκρίθη ως αποδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι με ανακοίνωση του Έπαρχου Λεμεσού για το μήνα Ιούλιο του 2010 παρατάθηκε η άδεια μετάδοσης ηχογραφημένης μουσικής για τα κέντρα αναψυχής (εστιατόρια, ταβέρνες, μπυραρίες, μπαρ, καφετέριες, πιτσαρίες, σνακ-μπαρς) μέχρι τις 01:00 πμ. Φωτοτυπία δε της σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 18.6.10 κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Επισημαίνω ότι για την κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου ηγέρθηκε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης λόγω του ότι ήταν φωτοτυπία και όχι το πρωτότυπο όμως το δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του Περί Αποδείξεως Νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου εξ΄ ού και το εν λόγω έγγραφο κατέστη Τεκμήριο
- Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για το κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέβηκε τους όρους άδειας χρήσης μεγαφώνων ήτοι τους όρους του Τεκμηρίου 1 και περαιτέρω συμφώνησε ότι δυνάμει του όρου 8 η εν λόγω άδεια υπόκειται σε ακύρωση σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση οποιουδήποτε όρου αυτής. Εν κατακλείδι σε ερώτηση αν ακυρώθηκε η άδεια Τεκμήριο 1 απάντησε ότι αυτή δεν ακυρώθηκε. Μετά το τέλος της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει η ίδια ενόρκως. Μετά δε που η κατηγορούμενη έδωσε μαρτυρία, δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα για την υπεράσπιση της. Η κατηγορούμενη στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτρια του υποστατικού με την ονομασία Library και ότι τις 3.7.10 ενώ εβρίσκετο μέσα στο υποστατικό και εργάζετο κανονικά εισήλθε σε αυτό ο αστυνομικός Αντωνίου (ΜΚ1) η ώρα 00:40 πμ μόνος του και της ζήτησε τις άδειες λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού που είχε. Από ένα file που διατηρεί του έδωσε τις σχετικές άδειες, οπόταν αυτός μετά που τις έλεγξε την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί, οπόταν η ίδια του είπε «γιατí; δεν γίνεται». Ακολούθως ο ΜΚ1 άρχισε να γράφει κάτι, την ρώτησε το όνομα και τον αριθμό ταυτότητας της και παρά την προσπάθεια αυτής να του μιλήσει, αυτός ήταν ανένδοτος, της επέστρεψε την άδεια που του είχε δώσει και αποχώρησε από το υποστατικό. Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι η άδεια που είχε δώσει στον ΜΚ1 ήταν η άδεια για χρήση μεγαφώνων και μετάδοσης μουσικής και η άδεια του Δήμου Λεμεσού για πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Ακολούθως ανεγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το διάταγμα του Επάρχου Λεμεσού και όταν ρωτήθηκε αν το επέδειξε στον ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το είχε κατά τον επίδικο χρόνο ούτε και το έχει γιατί δεν της αποστέλλεται. Εκείνο το οποίο της δίνεται είναι η αρχική άδεια χρήσης μεγαφώνων. Εν τέλει ανέφερε ότι ο ΜΚ1 παρέμεινε στο υποστατικό της κατά τον επίδικο χρόνο γύρω στα 5 λεπτά ήτοι μέχρι να γράψει τα στοιχεία της. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ανέφερε : · Σε ερώτηση αν αυτό το οποίο ισχυρίζεται είναι πώς δυνάμει της άδειας μετάδοσης μουσικής που είχε μπορούσε να μεταδίδει μουσική με μεγάφωνα στο υποστατικό της μέχρι της 00:00 κατά τον επίδικο χρόνο, απάντησε ότι επί της άδειας αναγράφεται μέχρι τις 12:00 τα μεσάνυχτα, πρόσθεσε όμως ότι είναι κοινώς γνωστό ότι ο Έπαρχος έδωσε παράταση μέχρι τις 01:00 πμ. Συμφώνησε δε πώς κατά τον επίδικο χρόνο όπως όλα τα υποστατικά της κατηγορίας σνακ - μπαρ, όπως και το δικό της, μπορούσε να μεταδίδει μουσική μέσω μεγαφώνων μέχρι και την 01:00 πμ. · Σε υποβολή ότι ο ΜΚ1 στο υποστατικό της στις 3.7.10 εισήλθε στις 01:40πμ και όχι 00:40 απάντησε αρνητικά · Σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι μέσα στο υποστατικό όταν την επισκέφθηκε ο ΜΚ1 υπήρχαν γύρω στα 20 άτομα και κατά την ώρα εκείνη δεν ετοιμάζετο να κλείσει. · Σε ερώτηση τι ώρα κλείνει το υποστατικό της απάντησε ότι μπορεί μεν η μουσική να μεταδίδεται μέχρι την ώρα 01:00 όμως το μαγαζί μπορεί να μείνει ανοικτό μέχρι την 02:00 πμ, τα Σαββατοκύριακα δε μέχρι και την 03:00 πμ σύμφωνα με το διάταγμα του Επάρχου. · Σε ερώτηση εάν παραβαίνει τους όρους της άδειας μετάδοσης μουσικής απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι μπορεί να σταματά η μετάδοση της μουσικής στις 01:00 όμως οι πελάτες μένουν στο μαγαζί και συνεχίζουν να καταναλώνουν ποτά και να διασκεδάζουν μέχρι και τις 03:00 πμ. · Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι όταν πληροφορήθηκε από τον ΜΚ1 ότι θα καταγγελθεί και αν της ανέφερε για ποιο αδίκημα θα γίνει η καταγγελία, απάντησε ότι δεν της είπε για ποιο αδίκημα, απλώς της υπέδειξε την ταυτότητα του και ακολούθως άρχισε να γράφει. · Ακόμη ανέφερε ότι τον ΜΚ1 τον γνώριζε γιατί είχε επισκεφθεί ξανά το υποστατικό της, ο λόγος δε που ήθελε να του μιλήσει ήταν για να τον ρωτήσει για ποιο λόγο θα την κατάγγελλε. · Σε σχετική υποβολή ότι είχε πληροφορηθεί τους λόγους της καταγγελίας της απάντησε αρνητικά και διευκρίνισε ότι ο λόγος που του είπε «δεν γίνεται» ήταν διότι θεώρησε πως θα την κατάγγελλε χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος. · Σε άλλη υποβολή ότι στις 3.7.10 και ώρα 01:40 πμ στο υποστατικό της μεταδιδόταν μουσική με την χρήση μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων της άδειας που της είχε παραχωρηθεί, απάντησε ότι δεν παρέβηκε τους όρους και δεν μετέδιδε μουσική το υποστατικό της από τα μεγάφωνα μετά από την 01:00 πμ. · Εν τέλει σε υποβολή ότι στις 3.7.10 και περί ώρα 01:40 πμ μεταδιδόταν στο υποστατικό της ηχογραφημένη μουσική από μεγάφωνα που βρίσκονταν στους τοίχους του εν λόγω υποστατικού μέσω ηλεκτρονικής κονσόλας, απάντησε ότι δεν αποδέχεται την θέση αυτή. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ׃ Οι αγορεύσεις και των δύο συνηγόρων ετοιμάστηκαν γραπτώς και αντίγραφα τους κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, της μεν της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής σαν Έγγραφο Γ.Α.1, της δε συνηγόρου υπεράσπισης σαν Γ.Α.
- Δηλώθηκε δε και από τους δύο συνηγόρους ότι έχουν αναγνωσθεί και ζήτησαν να καταστούν ως αναγνωσθείσες και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στην δική της αγόρευση εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ήτοι οι ΜΚ1 και 2 πρέπει να κληθούν σαν αξιόπιστοι και συνακόλουθα η μαρτυρία τους να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της και ότι από τη μαρτυρία αυτή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη στην μοναδική κατηγορία του κατηγορητηρίου και συνακόλουθα να κριθεί ένοχη. Αυτό στήριξε περαιτέρω και στο περιεχόμενο της δήλωσης που έγινε αποδεκτό γεγονός δυνάμει του περί αποδείξεως νόμου ήτοι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, την άδεια μετάδοσης ήχου σε δημόσιο χώρο που εξεδόθη επ΄ ονόματι της κατηγορούμενης στις 26.1.
- Κατά την εισήγηση της η αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, υποδεικνύει στο βαθμό που επιβάλλεται ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή της κατηγορουμένης. Σχολιάζοντας δε τα όσα η κατηγορούμενη ανέφερε επεσήμανε ότι η μαρτυρία της έρχεται σε διάσταση με την θέση που προώθησε η υπεράσπιση κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας ότι δηλαδή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 δεν κάλυπτε την κατηγορούμενη 1 και το υποστατικό στο οποίο διεξήγε την επιχείρηση της με την ονομασία «Library». Ακόμα επεσήμανε ότι η κατηγορούμενη ενώ σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν αμφισβητήθηκε η ώρα που ο ΜΚ1 επισκέφθηκε το υποστατικό «Library», η ίδια στη μαρτυρία της ανέφερε ότι η ώρα που έγινε η σχετική επίσκεψη για σκοπούς ελέγχου από τον ΜΚ1 ήταν η 00:40 της 3.7.10 και όχι 01:
- Ένα άλλο σημείο στο οποίο επικέντρωσε την θέση της η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη είναι η σοβαρή αντίφαση που περιέπεσε στο σημείο της μαρτυρίας της που ενώ ισχυρίστηκε πως δεν πληροφορήθηκε τον λόγο καταγγελίας της από τον ΜΚ1, εντούτοις ακολούθως ανέφερε ότι του επέδειξε τις άδειες λειτουργίας του υποστατικού και του υπέδειξε την ταυτότητα της Η συνήγορος υπεράσπισης στην μακροσκελή της αγόρευση η οποία αποτελείται από 13 δακτυλογραφημένες σελίδες επικαλέστηκε καταρχάς τα όσα με την νομολογία έχουν καθιερωθεί στο ζήτημα του βάρους και μέτρου απόδειξης που ισχύει στις ποινικές υποθέσεις, ήτοι ότι αυτό βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή η οποία θα πρέπει να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επίσης επικαλέστηκε την αρχή ότι σε περίπτωση που υπάρχει και διαπιστώνεται έστω και παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, αυτός θα πρέπει να αθωώνεται κάτι που κατά την εισήγηση της ισχύει και στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα αναλύοντας και παραθέτοντας αρκετά σημεία από την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και κατά την θέση της αντιφάσεις του ΜΚ1, είναι η τελική της εισήγηση πως εκτός από το αναξιόπιστο του μάρτυρος αυτού ακόμα και εκεί που δεν αμφισβητείται η μαρτυρία του εφόσον δεν είναι ειδικός εμπειρογνώμονας δεν έδωσε θετική μαρτυρία αναφορικά με ζητήματα μεθόδου αναπαραγωγής ήχου ή με ηλεκτρονικά συστήματα αναπαραγωγής ήχου. Συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι ο ήχος που ακούγετο από τα μεγάφωνα που εβρίσκοντο εγκατεστημένα εντός του υποστατικού της κατηγορούμενης, μεταδίδετο μέσω της ηλεκτρικής κονσόλας που εβρίσκετο εντός του υποστατικού και χειρίζετο συγκεκριμένο πρόσωπο με την χρήση ψηφιακού δίσκου. Ούτε και η απάντηση του ΜΚ1 είναι στο βαθμό που απαιτείται επαρκής για το ζήτημα πότε σταμάτησε να μεταδίδεται η μουσική από τα μεγάφωνα, αφού η χρήση από μέρους της, της φράσης «πάτησε κάτι κουμπιά» στην ηλεκτρική κονσόλα δεν είναι απόδειξη πως η μουσική και ο ήχος μεταδιδόταν μέσω αυτής όταν με το πάτημα των κουμπιών αυτή σταμάτησε. Όσον αφορά το αναξιόπιστο του ΜΚ1 επικαλέστηκε την μη δυνατότητα του να θυμηθεί τον ακριβή αριθμό των μεγαφώνων, την μάρκα τους και τι τύπου ήταν που διέθετε το υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο, ότι αρχικά ανέφερε για 4 μεγάφωνα και στην συνέχεια δέχθηκε ότι μπορεί να υπήρχαν και
- Επίσης ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν μόνος όταν επισκέφθηκε το επίδικο υποστατικό ή με άλλο συνάδελφο του και ούτε το όνομα αν τελικά συνοδευόταν από άλλο πρόσωπο αποδίδοντας την επιλεκτική απώλεια μνήμης στην προσπάθεια του ο ΜΚ1 να προσαρμόσει την μαρτυρία του στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ακόμα επεσήμανε ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο πήρε οποιεσδήποτε σημειώσεις σχετικά με την καταγγελία στην οποία θα προέβαινε στην κατηγορούμενη ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι θυμόταν αρκετές λεπτομέρειες αφού συμβουλεύθηκε τις σημειώσεις του πριν να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Περαιτέρω επί του ιδίου θέματος επεσήμανε ότι ο ΜΚ1 δικαιολογώντας την μνήμη του σε λεπτομέρειες σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι πέραν των σημειώσεων του στο βιβλιάριο του έχει συμπληρώσει και δικογραφικό φάκελο, έντυπο της Αστυνομίας ο οποίος ετοιμάζεται τον οποίο όμως δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ακόμα επεσήμανε στην μαρτυρία του ΜΚ1, αναφέρθηκε πως ο ίδιος σε σχετική ερώτηση δήλωσε πως επισκέπτετο 15 έως 20 υποστατικά κάθε βράδυ, στη συνέχεια διαφοροποίησε την θέση του διότι αντιλήφθηκε πως αυτό είναι αδύνατο να γίνεται σε ένα βράδυ βλέποντας ότι αυτό γινόταν δύο φορές την εβδομάδα όταν ήταν σε υπηρεσία την βραδινή βάρδια. Τέλος όσον αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, εισηγήθηκε η συνήγορος υπεράσπισης ότι αποδεικνύει και αυτό το αναξιόπιστο του ΜΚ1 αφού αυτός στην αντεξέταση του ανέφερε πως είχε ελέγξει την άδεια της κατηγορούμενης και κατέγραψε και τον αριθμό της άδειας της, όμως αυτό το οποίο είπε είναι πως αυτή της έδινε άδεια μετάδοσης ηχογραφημένης μουσικής καθημερινά μέχρι τις 01:00 κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 αφού η ώρα που αναγράφεται σε αυτήν είναι η 00:
- Συνακόλουθα κατά την εισήγηση της και εφόσον ο ΜΚ1 δεν είχε δει το διάταγμα που εξέδωσε ο Έπαρχος Λεμεσού για επέκταση της ώρας μετάδοσης μουσικής μέχρι τις 01:00 αυτός δεν είπε την αλήθεια. Όσον αφορά την ΜΚ2 εισηγήθηκε ότι με την κατάθεση του Τεκμηρίου 2 από πλευράς της ουσιαστικά αναίρεσε τους ισχυρισμούς του ΜΚ1 αφού ενώ στο Τεκμήριο 1 η αναγραφόμενη ώρα μετάδοσης μουσικής είναι η 00:00 με το Τεκμήριο 2 διαφοροποιείται η ώρα αυτή και ως εκ τούτου η αναφορά του ΜΚ1 στους συγκεκριμένους όρους του Τεκμηρίου 1 ενισχύουν την θέση της περί αναξιοπιστίας του. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η εισήγηση της ότι δεν έχουν αποδειχθεί από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη μετέδιδε μουσική μέχρι τις 01:40 αντί μέχρι τις 01:00 και τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει αυτή την θέση δεν υπάρχει. Την εισήγηση της αυτή την στηρίζει στο γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 αναγράφει σαν ώρα μετάδοσης τις 00:00 καθημερινά και όχι την 01:
- Συνακόλουθα ενώ έχει αποδειχθεί το πρώτο στοιχείο του αδικήματος, ήτοι η ύπαρξη άδειας με το Τεκμήριο 1 και δεν αμφισβητήθηκε, το δεύτερο στοιχείο ήτοι ότι το υποστατικό «Library» ήταν δημόσιος χώρος, θα έπρεπε πρόσθετα να αποδειχθεί και το τρίτο συστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα ότι η άδεια που είχε η κατηγορούμενη ήταν μέχρι τις 01:00 κάτι που δεν αποδεικνύεται μέσω του Τεκμηρίου
- Αναφερόμενη στη μαρτυρία της κατηγορούμενης επεσήμανε ότι αυτή ανέφερε πως η επίσκεψη του ΜΚ1 έγινε στις 00:40 τις 3.7.10 και όχι 01:40 μια θέση η οποία ήταν ξεκάθαρη και σαφής, θέση την οποία δέχθηκε και η κατηγορούσα αρχή κατά την αγόρευση της στο στάδιο της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσο είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Είναι δε η θέση της πως αυτή η δήλωση δεσμεύει την κατηγορούσα αρχή και έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την υποβολή προς την κατηγορούμενη ότι ο χρόνος που εισήλθε ο ΜΚ1 στο υποστατικό της ήταν 01:40 και όχι 00:
- Αυτό είναι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης, αποστερεί από το Δικαστήριο την δυνατότητα να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την ώρα που ο κατηγορούμενος 1 εισήλθε στο υποστατικό της για να την καταγγείλει. Τελειώνοντας και επικαλούμενη την απόφαση στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1982)2 ΑΑΔ 363, κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει την κατηγορούμενη. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας ενώ έδιδαν ενόρκως μαρτυρία ενώπιον μου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα όσα η κατηγορούμενη ανέφερε με την δική της ένορκη μαρτυρία. Κρίνω δε ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν οι μάρτυρες τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο αφού το Δικαστήριο εξετάζοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καλείται να αναδείξει υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής. Η προσπάθεια αυτή γίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το ευρύτερο πλαίσιο της δίκης. Ναι μεν η αξιολόγηση είναι ατομική, όμως θα πρέπει τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα να συναρτώνται και να αντιπαραβάλλονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων, των τεκμηρίων και τελικά να διερευνάται η αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Moustafa v. Καυκαρή κ.ά.,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Βλ. και την Evpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 89/07, ημερομηνίας 29.2.2008). Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» ....................................... Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 129/07, ημερομηνίας 10.12.2008: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Με τα πιο πάνω κατά νου προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 αστυνομικού κρίνεται ως ανεξάρτητη και αντικειμενική. Δεν διεπίστωσα σε κανένα στάδιο προσπάθεια αποφυγής να απαντήσει, αντιθέτως απαντούσε με σαφήνεια, σταθερότητα και χωρίς αοριστίες και κενά. Ούτε και προκύπτει έστω και κατ' ελάχιστον υποψία πώς ο ΜΚ1 είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον η συμφέρον τρίτων να εξυπηρετήσει έτσι ώστε να επηρεάστηκε το ανεξάρτητη και αντικειμενικό στοιχείο της μαρτυρίας του. Αναφορικά με την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι στην μαρτυρία του ΜΚ1, εντοπίζονται σοβαρές αντιφάσεις που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του μάρτυρα, οι οποίες σαφώς καταδεικνύουν την αναξιοπιστία και ανειλικρίνεια του, δεν την αποδέχομαι. Στην απόφαση μου αυτή κατέληξα εξετάζοντας από την μιά τις κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η κα Ιωάννου και από την άλλη την εκ των πρακτικών αναδυόμενη μαρτυρία. Από την εξέταση αυτή δεν έχω εντοπίσει σημεία που υποστηρίζουν τις εισηγήσεις της κας Ιωάννου. Συγκεκριμένα εισηγήθηκε η κα Ιωάννου ότι ο ΜΚ1 περιέπεσε σε αντιφάσεις και έδωσε μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή σε σχέση με τα πιο κάτω: · για το κατά πόσο ο Μ.Κ.1 όντως είδε το σύστημα μετάδοσης της μουσικής στο υποστατικό της κατηγορούμενης, · για το ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει, αν η μουσική που μεταδιδόταν ήταν ηχογραφημένη ή όχι, · για το ότι αυτός δεν είναι ειδικός - εμπειρογνώμονας για να μπορούσε να έδιδε θετική μαρτυρία σε σχέση με το από πού και πως μεταδιδόταν η μουσική, · για το ότι δεν θυμόταν αν συνοδεύετο με άλλο συνάδελφο του κατά τον επίδικο χρόνο, και · για το ότι ενώ ανέφερε πώς κράτησε σημειώσεις στο σημειωματάριο του εν τέλει δεν το παρουσίασε. Καθόλου δεν συμφωνώ ότι από τις αναφορές και παραπομπές σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 από την κα Ιωάννου προς υποστήριξη των πιο πάνω, δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα πού αυτή εισηγείται, ήτοι ότι αποτελούν αντιφάσεις. Το ότι επρόκειτο περί ηχογραφημένης μουσικής εύκολα συνάγεται από το ότι εντός του υποστατικού δεν ευρισκόταν πρόσωπο πού να τραγουδά ζωντανά και επίσης από το ότι ο ΜΚ1 είδε την ηλεκτρική κονσόλα, τον ψηφιακό δίσκο από τον οποίο μεταδιδόταν η μουσική και το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο προς τούτο. Ακόμη το ότι η μουσική μεταδιδόταν από την συγκεκριμένη ηλεκτρική κονσόλα εξάγεται αβίαστα και αναπόδραστα από την μαρτυρία του ΜΚ1 πού δεν έχει αμφισβητηθεί επί του συγκεκριμένου σημείου, ο οποίος ανέφερε πώς με την απενεργοποίηση της σταμάτησε να ακούγεται και ο ήχος από τα ευρισκόμενα εντός του επιδίκου υποστατικού μεγάφωνα. Αυτό άλλωστε το συμπέρασμα είναι και ζήτημα κοινής λογικής, αφού με την απενεργοποίηση της ηλεκτρικής κονσόλας χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σταμάτησε να ακούγεται και ο ήχος από τα εντός του επιδίκου υποστατικού μεγάφωνα. Επίσης αν ήταν τέσσερα η δέκα όπως του υποβλήθηκε από την συνήγορο, τα μεγάφωνα που μετέδιδαν την μουσική ουδόλως επηρεάζουν το γεγονός της μετάδοσης μέσω αυτών ηχογραφημένης μουσικής και την αξιοπιστία του ΜΚ1. Όσον αφορά το ζήτημα της μη παρουσίασης στο Δικαστήριο του σημειωματάριου του ΜΚ1 επισημαίνω ότι ενώ αυτός είχε αναφέρει πως ευρίσκετο την ημέρα που έδιδε κατάθεση στο σπίτι του, δεν ζητήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης χρόνος για να παρουσιαστεί και κατατεθεί τούτο στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Ακόμα αναφορικά με την θέση της συνηγόρου υπεράσπισης πως ο ΜΚ1 δεν ήταν εμπειρογνώμονας έτσι ώστε να μπορούσε να δώσει θετική μαρτυρία για το κατά πόσο η μουσική που μεταδιδόταν ήταν ηχογραφημένη και από πού αυτή ακουγόταν, πέραν των ανωτέρω, επισημαίνω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο ότι κατά τον επίδικο χρόνο μεταδιδόταν μουσική από τα μεγάφωνα εντός του υποστατικού αλλά ούτε και ότι είδε στην ηλεκτρική κονσόλα τον ψηφιακό δίσκο από τον οποίο όταν εβρίσκετο σε λειτουργία η ηλεκτρική κονσόλα ακουγόταν ηχογραφημένη μουσική από τα εν λόγω μεγάφωνα. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι ότι απαιτείτο εξειδικευμένη γνώση από τον ΜΚ1 για να έχει προσωπική αντίληψη αφού τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν απόρροια των όσων ο ίδιος προσωπικά άκουσε και είδε με τις αισθήσεις της ακοής και της όρασης του. Ακόμη τα όσα ανέφερε είναι ζητήματα που μπορούν να ιδωθούν όπως και πιο πάνω αναφέρεται και μέσα στα πλαίσια της αποδοχής μαρτυρίας δυνάμει της κοινής λογικής αλλά και συμπερασμάτων από περιστατική μαρτυρία. Προς τούτο έχω κατά νου τα όσα δια της νομολογία μας έχουν γίνει αποδεκτά αναφορικά με την εφαρμογή των κανόνων της λογικής. Όπως λοιπόν αναφέρθηκε στην Πολ. Έφεση Χλόη Κυριάκου v. Άννας Γρίβα,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 825: «Η εφαρμογή των κανόνων της λογικής δεν είναι έξω από τα όρια της δικαστικής συλλογιστικής, αλλά είναι το κύριο εργαλείο για την εκλογίκευση του μαρτυρικού υλικού για την εξαγωγή συμπερασμάτων.» Επίσης και παρά το ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής κρίνω ότι για το πιο πάνω ζήτημα ήταν άμεση, έχοντας κατά νου τα όσα έχουν γίνει δια της νομολογίας μας αποδεκτά σε σχέση με την αποδοχή περιστατικής μαρτυρίας για την εξαγωγή συμπερασμάτων, ακόμα και στην περίπτωση που εκλάμβανετο η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ως τέτοια, θα κατέληγα και πάλιν στο ίδιο συμπέρασμα . Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ξυδιάς κ.ά. v. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αντίκριση περιστατικής μαρτυρίας: «Πριν προχωρήσουμε θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπόθεση της Κατηγορίας γενικά στηριζόταν σε περιστατική μαρτυρία, και ο πρωτόδικος Δικαστής ορθά καθοδήγησε τον εαυτό του ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό. Ότι δηλαδή η ουσιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μην επιδέχεται συμβιβασμούς με άλλες λογικές εξηγήσεις της περιστατικής μαρτυρίας (Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Η δε αδυναμία της Κατηγορούσας Αρχής να αποκλείσει κάθε άλλη λογική εξήγηση που προσφέρει η περιστατική μαρτυρία αναπόφευκτα οδηγεί στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (βλ. Al Hamad και Salem v. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 117). Θα έπρεπε να προστεθεί εδώ για συμπλήρωση των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία μας ότι ένα Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, βέβαια όλα τα στοιχεία που συνιστούν την περιστατική μαρτυρία ως σύνολο.» Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τα όσα προκύπτουν από την μαρτυρία του Μ.Κ.1 όταν ειδωθούν στο σύνολο τους και την συνοχή και λογική που τα χαρακτηρίζει, με οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Ακόμη το αν εσυνοδεύετο από άλλο συνάδελφο του ή όχι κατά τον επίδικο χρόνο ο ΜΚ1, η ότι επειδή δεν θυμόταν το όνομα του συναδέλφου του, είναι στοιχείο που τον καθιστά αναξιόπιστο, επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού δεν επηρεάζει η μαρτυρία αυτή με οποιοδήποτε τρόπο τα ουσιώδη και σχετικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει η απάντηση του δεν διαπιστώνω να ενέχει αντίφαση, αντιθέτως δείχνει την από μέρους του ειλικρίνεια πώς δεν θυμόταν. Πρόσθεσε δε ότι αν επιθυμούσε η συνήγορος υπεράσπισης θα μπορούσε να συμβουλευτεί τα βιβλία της αστυνομίας και να έδιδε τη σχετική απάντηση. Η συνήγορος υπεράσπισης άφησε την απάντηση αυτή ασχολίαστη και δεν ζήτησε χρόνο έτσι ώστε να μπορέσει ο μάρτυρας να ανατρέξει στις σχετικές εγγραφές των βιβλίων της αστυνομίας και να της δώσει απάντηση. Για το κατά πόσο δε οι καταγγελίες στις οποίες προέβαινε όταν ήταν υπηρεσία ανέρχοντο σε 15 έως 20, ούτε και αυτό είναι στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του μάρτυρος που εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει από την μαρτυρία του οποιαδήποτε αντίφαση ή κενό. Αυτό το οποίο είπε ήταν απαντώντας σε σχετική ερώτηση ότι περίπου ανέρχοντο σε αυτόν τον αριθμό και τούτο εξαρτάτο και από τα άλλα καθήκοντα και δουλειά που είχε κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του. Σε σχέση με τον όρο που καταγράφεται στην άδεια χρήσης μεγαφώνων Τεκμήριο 2, και τα όσα εισηγείται η συνήγορος υπεράσπισης γιατί δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 και πάλι δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Τούτο διοτι όπως επεξηγήθηκε τόσο από τον ΜΚ1 όσο και από την ΜΚ2, αλλά έγινε αποδεκτό και από την ίδια την κατηγορούμενη αλλά τελικά και την ίδια την συνήγορο υπεράσπισης, η ώρα που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1 για μετάδοση ηχογραφημένης μουσικής είναι 00:00, όμως κατά τον επίδικο χρόνο με σχετική ανακοίνωση του Επάρχου Λεμεσού Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, η ώρα 00:00 επεκτάθηκε μέχρι και την 01:
- Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ως η σχετική εισήγηση. Εν κατακλείδι ενώ η συνήγορος υπεράσπισης με τις λεπτομερείς αναφορές της στην μακροσκελή αγόρευση της με τα επιχειρήματα της αποσκοπούσε στο να καταδείξει αντίφαση του ΜΚ1 με τους όρους του Τεκμηρίου 1 και ότι συνεπεία τούτου δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αφού στο Τεκμήριο 1 ο όρος που υπάρχει για το μέχρι ποια ώρα μπορούσε να μεταδίδει ηχογραφημένη μουσική η κατηγορούμενη ήταν η 00:00 και όχι η 01:00 ως το κατηγορητήριο στις λεπτομέρειες του, η ίδια η κατηγορούμενη συμφώνησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ο όρος ο συγκεκριμένος τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση του Επάρχου, Τεκμήριο 2, και έγινε 01:
- Συνακόλουθα όχι μόνο δεν υπάρχει αντίφαση αλλά αντιθέτως πλήρης συνάφεια της μαρτυρίας του ΜΚ1 με αυτής της ΜΚ2 αλλά και της ίδιας της κατηγορούμενης. Ούτε και η μη αναφορά του ΜΚ1 σε τροποποίηση του συγκεκριμένου όρου είναι δυνατόν να κλονίσει την αξιοπιστία του. Αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη εδικαιούτο να μεταδίδει ηχογραφημένη μουσική εντός του επιδίκου υποστατικού μέχρι και την 01:
- Επισημαίνω ακόμη ότι σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο για τον ακριβή χρόνο της επίσκεψης του στο υποστατικό της κατηγορούμενης σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ1 απάντησε ότι αυτή έγινε στις 3.7.2010 και περί ώρα 01.
- Όταν δε δόθηκε η ευκαιρία στους δύο συνηγόρους να υποβάλουν οποιαδήποτε ερώτηση επί της ερώτησης του Δικαστηρίου, η υπεράσπιση ουδεμία ερώτηση υπέβαλε αφήνοντας έτσι την απάντηση και την μαρτυρία αυτή αναντίλεκτη. Ενόψει όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Οι ισχυρισμοί δε περί επιλεκτικής δίωξης της κατηγορούμενης δυνάμει των σχετικών υποβολών από πλευράς συνηγόρου υπεράσπισης, παρέμειναν εντελώς ατεκμηρίωτοι και με κανένα τρόπο δεν μπορούν όχι μόνο να κλονίσουν την αξιοπιστία του ΜΚ1 αλλά και την αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία του. Τέτοιου είδους υποβολές και θέσεις αν στο τέλος δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία τίποτα απολύτως δεν προσφέρουν στην πλευρά που τους επικαλέστηκε. Αντιθέτως την αφήνουν έκθετη σε προσπάθεια αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου με την απόδοση ατεκμηρίωτων, αλλότριων κινήτρων σε μάρτυρα. Η μαρτυρία της Ανδρούλας Φυσέντζου (Μ.Κ.2), επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Προκύπτει από αυτή, ότι σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, δόθηκε στην κατηγορούμενη από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και ίσχυε στον ουσιώδη χρόνο, η άδεια μετάδοσης ήχου σε δημόσιο χώρο (βλ. το τεκμήριο 1), η οποία τελούσε υπό τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, όρους: «. . . . . . . . . . . . . . . .. ΌΡΟΙ ΑΔΕΙΑΣ
- Η άδεια δίδεται για χρήση ενισχυτή και μεγαφωνικών συσκευών για μετάδοση ηχογραφημένης μουσικής στο πιο πάνω υποστατικό από 26.1.2010 μέχρι 31.12.
- Είδος Μουσικής: Η μουσική που θα μεταδίδεται θα είναι Ηχογραφημένη.
- Χώρος μετάδοσης της μουσικής: Η μουσική θα μεταδίδεται στον κλειστό χώρο του υποστατικού.
- Ωράριο μετάδοσης μουσικής: Η μετάδοση της μουσικής θα αρχίζει από η ώρα οκτώ μετά το μεσημέρι μέχρι η ώρα δώδεκα τα μεσάνυχτα.
- Οι μεγαφωνικές συσκευές να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μετάδοση μουσικής στη χαμηλότερη δυνατή ένταση ώστε ο ήχος να περιορίζεται στο χώρο του κέντρου μόνο. . . . . . . . . .. . . . . . ..» Προκύπτει ακόμη από τη μαρτυρία της ίδιας, ότι η ώρα μετάδοσης της ηχογραφημένης μουσικής από τα εντός του υποστατικού της κατηγορούμενης ευρισκόμενα μεγάφωνα, επεκτάθηκε κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και την 01.00 της επόμενης ημέρας (βλ. το τεκμήριο 2). Επισημαίνεται δε ότι η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τα παραπάνω. Η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η προσπάθεια της επικεντρώθηκε στο να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ΜΚ1 επισκέφτηκε το υποστατικό της όχι στις 01:40 της 3.7.2010, αλλά στις 00:40 της 3.7.
- Τούτο δε χωρίς να υποβληθεί στον ίδιο τον ΜΚ1 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του από την συνήγορο υπεράσπισης, η οποία επικέντρωσε τις ερωτήσεις της σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Επίσης και με την απάντηση που έδωσε η κατηγορούμενη στον ΜΚ1 όταν την κατήγγειλε δεν συνάγεται να είχε αμφισβητήσει την ώρα που επισκέφτηκε αυτός το υποστατικό της. Συναφώς κρίνω ότι η θέση της κατηγορούμενης είναι προϊόν μεταγενέστερης σκέψης που αποσκοπούσε στο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά το σημείο αυτό και έτσι να μην μπορέσει ο ΜΚ1 να το σχολιάσει. Επίσης κρίνω ως εντελώς ανεδαφική και μη λογική τη θέση της κατηγορούμενης ότι ο ΜΚ1 δεν της εξήγησε τον λόγο της καταγγελίας της. Αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα καθιστούσε τον ΜΚ1 πρόσωπο το οποίο χωρίς να επεξηγεί τους λόγους και το είδος της επίσκεψης του, εισήλθε εντός του υποστατικού της κατηγορούμενης κατά τον επίδικο χρόνο, απαίτησε να δει την υπεύθυνη, του παρουσιάστηκε η κατηγορούμενη του επέδειξε τις άδειες της και αφού τις είδε, χωρίς να επεξηγηθεί στην κατηγορούμενη ότι διέπραττε αδίκημα και ενώ αυτή απάντησε και άρχισε να μονολογεί «Δεν γίνεται» χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση και λόγο απεχώρησε. Το λιγότερο που μπορεί να χαρακτηριστεί η εκδοχή αυτή της κατηγορούμενης είναι μη σοβαρή. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, στην αντεξέταση της, παραδέχεται ότι ο ΜΚ1 την κατήγγειλε απλά δεν της ανέφερε τους λόγους της καταγγελίας, κάτι που επίσης δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής αλλά και που έρχεται σε διάσταση με τη γραμμή που ακολούθησε η συνήγορος της στο στάδιο της αντεξέτασης του ΜΚ1, η οποία σε κανένα σημείο δεν υπέβαλε τη θέση αυτή. Αν άλλωστε αυτή η εκδοχή της κατηγορούμενης ανταποκρινόταν στην αλήθεια, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να απενεργοποιηθεί η λειτουργία της ηλεκτρικής κονσόλας από το πρόσωπο πού ήταν υπεύθυνο για την μετάδοση της μουσικής. Εν κατακλείδι επισημαίνω ότι και ανωτέρω στην αξιολόγηση του ΜΚ1 αναφέρεται, ήτοι ότι ο ΜΚ1 σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο για τον ακριβή χρόνο της επίσκεψης του στο υποστατικό της κατηγορούμενης σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, απάντησε ότι αυτή έγινε στις 3.7.2010 και περί ώρα 01.40, όταν όμως δόθηκε η ευκαιρία στους δύο συνηγόρους να υποβάλουν οποιαδήποτε ερώτηση επί της ερώτησης του Δικαστηρίου, η υπεράσπιση ουδεμία ερώτηση υπέβαλε αφήνοντας έτσι την απάντηση και την μαρτυρία αυτή του ΜΚ1 αναντίλεκτη. Συνακόλουθα η μαρτυρία της κατηγορούμενης κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού εμπεριέχει τις πιο πάνω αντιφάσεις σε αναντίλεκτη μαρτυρία, κενά, αλλά και ισχυρισμούς που δεν αντέχουν στη λογική. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ : Το άρθρο 187
(1)(α) του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως: «
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο- (α) σε δημόσιο χώρο ∙ ή (β)...................................... Παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια.
(2)Όποιος διενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)ή όρου που αναφέρεται σε άδεια που εκδόθηκε δυνάμει αυτού, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση έξι μηνών ή και στις δύο ποινές, το δε Δικαστήριο που εκδικάζει τέτοιο ποινικό αδίκημα δύναται να διατάξει κατάσχεση εκείνου του οργάνου που αφορούσε το ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε ή στέρηση της άδειας που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα.» Όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Νούρος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 161, το άρθρο 187
(1)(α) του Κεφ. 154, καθιστά αδίκημα τη χρήση μεγαφώνων κατά παράβαση των όρων άδειας. Προς απόδειξη δε της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία για την παρούσα υπόθεση είναι: 1. Η έκδοση άδειας στο όνομα της κατηγορούμενης για χρήση μεγαφώνων δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου.
- Να υπάρχει όρος στην άδεια ότι η κατηγορούμενη επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τα μεγάφωνα σε συγκεκριμένες ώρες.
- Ότι η κατηγορούμενη έχει παραβεί τον όρο αυτό και χρησιμοποίησε τα μεγάφωνα σε δημόσιο χώρο εκτός των ωρών που προβλέπονται στην άδεια της.
- Ότι η μουσική μεταδιδόταν από τα μεγάφωνα σε δημόσιο χώρο. Ξεκινώντας με το τελευταίο, το τι συνιστά δημόσιο χώρο καθορίζεται από το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, έχει δε αποτελέσει ζήτημα το οποίο εξετάσθηκε και δια της νομολογίας. Όπως λοιπόν προνοείται στο εν λόγω άρθρο: «
- «δημόσιος χώρο» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ευθυμιάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, η οποία περιέχει χρήσιμη ανάλυση του όρου αυτού στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα μεμονωμένων ομάδων ατόμων. Το επιχείρημα . ... που βασίζεται στα δικαιώματα που συνεπάγεται η ατομική ιδιοκτησία, απαντά με πληρότητα η αγγλική απόφαση Elkins v. Cartlidge, [1947] 1 All E.R.
- Ο Δικαστής Goddard παρατήρησε τα εξής: "It was a private field, and no doubt it could have been closed in at any time, and I have no doubt that the proprietor of the field could have objected to any particular person going into it. The public had not a legal right which they could enforce of access to the field, but it was a public place for the purposes of this section because at the relevant time the public were being invited to use it." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ....... Πέρα και πάνω από τη θεμελίωση αυτή η υπόθεση Anthony Castlelow,ανωτέρω, αποφάσισε ότι κέντρο αναψυχής, όπως το μπαρ, συνιστά δημόσιο χώρο κατά την έννοια του άρθρου
- Και ασφαλώς δεν χωρεί διάκριση μεταξύ μπυραρίας και μπαρ.» Όσον αφορά το ζήτημα τι αποτελεί ηχογραφημένη μουσική, έχω ανατρέξει στο λεξικό του Γ. Παμπινιώτη ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Γ' ΕΚΔΟΣΗ, όπου δίδεται η εξής ερμηνεία: «Ηχογραφώ: καταγράφω (ήχο) σε ειδικό υλικό, με τρόπο ώστε να διατηρηθεί και να μπορεί να αναπαράγεται με τα κατάλληλα μέσα: ηχογράφησαν πρώτα τα όργανα και μετά την φωνή //~ ψηφιακά / πιστά / επιτυχημένα. - ηχογράφηση». Ενόψει της πιο πάνω ερμηνείας κρίνω ότι η μετάδοση μουσικής από ψηφιακό δίσκο εμπίπτει στα πλαίσια του όρου «ηχογραφημένης μουσικής». ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και το παραδεκτό γεγονός έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα: Κατ΄ αρχάς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, το οποίο ενεκρίθει και κατέστει αποδεκτό γεγονός. Δυνάμει τούτου η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο είχε άδεια μετάδοσης ζωντανής και ηχογραφημένης μουσικής σε κλειστό χώρο ήτοι εντός του υποστατικού με την ονομασία «Library» που βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο στη γωνία των οδών Ιφιγένειας και Θέμιδος 1, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού (εν τοις εφεξής καλουμένου « το επίδικο υποστατικό»), του οποίου ήταν ιδιοκτήτρια και κατά τον επίδικο χρόνο υπεύθυνη, δυνάμει των όρων που περιέχονται σε αυτό. Οι ώρες μετάδοσης της μουσικής δυνάμει του όρου 4, του Τεκμηρίου 1, ήταν από τις 8:00 μετά το μεσημέρι μέχρι η ώρα 12:00 τα μεσάνυχτα, ο οποίος όμως όρος και ώρες μετάδοσης της μουσικής τροποποιήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, με την επέκταση στα κέντρα αναψυχής κατηγορίας Α', όπως ήταν και το επίδικο υποστατικό (Snack Bar), μέχρι και την 01:00 της αμέσως επόμενης ημέρας, με σχετική ανακοίνωση του Επάρχου Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 2). Την 3.7.2010 και περί ώρα 01:40, ο ΜΚ1 στα πλαίσια των καθηκόντων και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, φορώντας πολιτική περιβολή, επισκέφθηκε για σκοπούς ελέγχου το επίδικο υποστατικό. Αφού εισήλθε χωρίς κανένα απολύτως έλεγχο ή προϋπόθεση εντός του υποστατικού ζήτησε να δει το υπεύθυνο πρόσωπο οπόταν και του παρουσιάστηκε η κατηγορούμενη. Εντός του επίδικου υποστατικού κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν περίπου 15 πελάτες οι οποίοι διασκέδαζαν με τους ήχους μουσικής που μεταδιδόταν και ακούγετο από τα μεγάφωνα. Στη συνέχεια ο ΜΚ1, πληροφόρησε την κατηγορούμενη το λόγο της επίσκεψης του και της ζήτησε τις άδειες λειτουργίας και χρήσης του επίδικου υποστατικού και όλων των σχετικών αδειών για τη λειτουργία αυτού ως κέντρου αναψυχής «Snack Bar». Η κατηγορούμενη ακολούθως παρέδωσε στον ΜΚ1 φάκελο (file) στον οποίο περιέχοντο όλες οι σχετικές άδειες που αφορούσαν την άδεια λειτουργίας, άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, άδεια του Δήμου Λεμεσού και άδεια χρήσεως μεγαφώνων εντός του επιδίκου υποστατικού ηχογραφημένης και ζωντανής μουσικής (βλ. Τεκμήριο 1). Ο ΜΚ1 αφού εξέτασε τα εν λόγω έγγραφα (άδειες), πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι θα καταγγελθεί για το αδίκημα της χρήσης μεγαφώνων για σκοπούς μετάδοσης ηχογραφημένης μουσικής πέραν της επιτρεπόμενης δυνάμει του Τεκμηρίου 1 ώρας, ήτοι πέραν της 01:
- Ακολούθως και αφού επέστησε την προσοχή στο Νόμο της κατηγορούμενης αυτή απάντησε «Δεν γίνεται». Μετά την απάντηση αυτή της κατηγορούμενης ο ΜΚ1 την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για το συγκεκριμένο αδίκημα και αφού της επέστησε ξανά την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε «Τι να πω, τι να πω;». Ακόμη ο ΜΚ1, διαπίστωσε ότι ένα πρόσωπο που βρισκόταν μπροστά από μια ηλεκτρική κονσόλα ήταν υπεύθυνο για τη μετάδοση της μουσικής. Το πρόσωπο δε αυτό εθεάθει από τον ΜΚ1, αμέσως μετά που πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι θα καταγγελθεί, να απενεργοποιεί την εν λόγω κονσόλα από την οποία η μουσική μεταδιδόταν με τη χρήση ψηφιακού δίσκου και ενισχυτή. Αμέσως μετά την απενεργοποίηση της ηλεκτρικής κονσόλας σταμάτησε να ακούγεται και η ηχογραφημένη μουσική από τα μεγάφωνα. Ο αριθμός των μεγαφώνων εντός του υποστατικού μέσω των οποίων μεταδιδόταν η ηχογραφημένη μουσική ήταν τουλάχιστον 4, ήτοι αυτά τα οποία είδε και περιέπεσαν στην προσωπική αντίληψη του Μ.Κ.
- Εν κατακλείδι αποτελεί εύρημα μου ότι η είσοδος εντός του επιδίκου υποστατικού εγίνετο από το κοινό χωρίς οποιοδήποτε όρο ή περιορισμό και έτσι εισήλθε εντός αυτού ο Μ.Κ. 1, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν με πολιτική περιβολή. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην νομική πτυχή της υπόθεσης έχω καταλήξει στα πιο κάτω: Το ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, ήτοι ότι αυτή ήταν το πρόσωπο για το οποίο είχε εκδοθεί άδεια μετάδοσης ζωντανής η ηχογραφημένης μουσικής, δυνάμει των όρων του τεκμηρίου 1, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αντιθέτως αυτό έγινε και αποδεκτό γεγονός. Ανεξαρτήτως τούτου να σημειώσω ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 1, προκύπτει ότι εκδόθηκε άδεια στο όνομα της κατηγορουμένης για χρήση μεγαφώνων στο υποστατικό με την ονομασία «Library», που κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην γωνία των οδών Ιφιγενείας και Θέμιδος στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, («το επίδικο υποστατικό»), με συγκεκριμένους όρους. Από τους όρους του τεκμηρίου 1, ο όρος 4 δυνάμει της ανακοίνωσης του Επάρχου Λεμεσού, τεκμήριο 2, κατά τον επίδικο χρόνο τροποποιήθηκε με την παράταση της ώρας που μπορούσε να μεταδίδετο μουσική ηχογραφημένη από μεγάφωνα, από τις 8:00 μετά το μεσημέρι μέχρι και την 01:00 της επόμενης ημέρας. Συνακόλουθα η ύπαρξη αδείας και οι όροι που ίσχυαν ως τροποποιήθηκαν, έχουν αποδειχθεί. Ακόμη από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα, κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι την 3.7.2010 και ώρα 01:40, ο Μ.Κ.1 εισήλθε εντός του επίδικου υποστατικού, αφού η πόρτα ήταν ανοικτή, χωρίς κανένα έλεγχο η προϋπόθεση και είδε εντός αυτού γύρω στους 15-20 πελάτες, οι οποίοι διασκέδαζαν υπό τους ήχους μουσικής. Συνακόλουθα κρίνω ότι το επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο αποτελούσε «δημόσιο χώρο» εντός της ερμηνείας του άρθρου 4 του Κεφ. 154, εφόσον αυτός ο όρος περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, όπου εκάστοτε το κοινό έχει δικαίωμα εισόδου χωρίς όρους ή υπό τον όρο πληρωμής. Επισημαίνω εν πάση περιπτώσει ότι σε κανένα σημείο στην αντεξέταση αλλά και στην αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκε ότι το επίδικο υποστατικό αποτελούσε δημόσιο χώρο. Αντιθέτως και στην αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης αποδέχεται ότι το επίδικο υποστατικό αποτελούσε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το θέμα για το κατά πόσο η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο το οποίο μετέδιδε ή επέτρεψε ηχογραφημένη μουσική, από τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή, φαίνεται ότι όταν αναζητήθηκε το υπεύθυνο πρόσωπο του υποστατικού εμφανίστηκε η κατηγορούμενη, η οποία ανέφερε ότι ήταν η ιδιοκτήτρια και υπεύθυνη του κέντρου. Όταν δε της ζητήθηκαν η άδεια λειτουργίας και η άδεια χρήσης μεγαφώνων εκείνη τις επέδειξε στον ΜΚ1 παραδίδοντας τις σε σχετικό φάκελο. Συνακόλουθα έχει αποδειχθεί ότι το πρόσωπο το οποίο ήταν υπεύθυνο και επέτρεπε την μετάδοση της ηχογραφημένης μουσικής κατά τον επίδικο χρόνο εντός του επιδίκου υποστατικού, ήταν η κατηγορούμενη Απαραίτητο επίσης συστατικό του αδικήματος είναι η μετάδοση ηχογραφημένης μουσικής μέσω μεγαφώνων, όπως καθορίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της υπό κρίση κατηγορίας. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Μ.Κ.1 η οποία έγινε αποδεκτή και αποτελεί και εύρημα μου, καταδεικνύει ότι κατά την είσοδο και παραμονή του ΜΚ1 εντός του υποστατικού, ακουγόταν μουσική. Επίσης ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει για το ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν μεταδιδόταν μουσική ζωντανά. Όσον αφορά τον τρόπο μετάδοσης της μουσικής από τα εντός του επιδίκου υποστατικού ευρισκόμενα μεγάφωνα, η σαφής μαρτυρία του ΜΚ1, είναι ότι μεταδιδόταν ηχογραφημένη, μέσω ψηφιακού δίσκου με την χρήση ηλεκτρικής κονσόλας και ενισχυτή και η οποία ακουγόταν από τουλάχιστον τέσσερα μεγάφωνα που ήταν αναρτημένα στους τοίχους του επιδίκου υποστατικού. Συνακόλουθα κρίνω ότι και αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Τέλος από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι δυνάμει του όρου 4, του τεκμηρίου 1, και των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 2, η μετάδοση ηχογραφημένης μουσικής εντός του επιδίκου υποστατικού, επιτρεπόταν κατά τον επίδικο χρόνο από την ογδόην μετά το μεσημέρι ώραν μέχρι της πρώτης ώρας της επομένης ημέρας (ήτοι της 01.00). Συνακόλουθα και εφόσον δυνάμει των ευρημάτων μου την ώρα που ο ΜΚ1 επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό, ήτοι στις 01.40, της 3.7.2010, μεταδιδόταν εντός αυτού ηχογραφημένη μουσική μέσω μεγαφώνων, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πώς η κατηγορούμενη παρέβηκε τον συγκεκριμένο όρο αφού ήταν και το πρόσωπο πού ήταν υπεύθυνη του υποστατικού αλλά και το πρόσωπο για το οποίο η σχετική άδεια, τεκμήριο 1, είχε εκδοθεί. Συνακολούθα κρίνω ότι και αυτό το συστατικό στοιχείο έχει αποδειχθεί. Εν κατακλείδι δεν μου διαφεύγει η νομική αρχή ότι η Κατηγορούσα Αρχή φέρει πάντοτε το βάρος της απόδειξης της ενοχής ενός κατηγορουμένου στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει κανένα απολύτως βάρος απόδειξης της αθωότητας του. Ό,τι ο κατηγορούμενος ισχυριστεί, όταν προβάλλει την υπεράσπιση του, οδηγεί στην αθώωση του, όταν τούτο δημιουργεί εύλογη αμφισβήτηση ως προς την ενοχή του. Έχοντας λοιπόν την πιο πάνω αρχή κατά νου, κρίνω ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει αφήσει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου αλλά ούτε και παρουσιάζει κενά η ασάφειες που κατά την άποψη μου δεν στηρίζουν την κατηγορία (βλ. Λοϊζου v. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. σελ. 363, Φλουρής v. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401, Παφίτης κ.ά.v. Δημοκρατίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. σελ. 102). Αντιθέτως έχω από αυτήν ολοκληρωμένη και λεπτομερή εικόνα για τα όσα έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο στο επίδικο υποστατικό. Από την άλλη η κατηγορούμενη με την δική της μαρτυρία δεν μου δημιούργησε οποιεσδήποτε εύλογες αμφιβολίες σε σχέση με την ενοχή της. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και ως εκ τούτου κρίνω την κατηγορούμενη ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Speakers Terms Αναφορά: Ποινικό/Χρήση Μεγαφώνων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο