← Κύπρος

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 9/1/2013

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 9/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23511/11 GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD v.

  1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD
  2. AIMAN MOHAMED SOBOH
  3. OMAR AIMAN SOBOH
  4. HUSSEIN ALI NASRAT ABDALLAH Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 09.01.13 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Παυλίδης μαζί με κο Καριτζή Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Αραούζος Για Κατηγορούμενο 4: κος Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενοι 2 και 4: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 301 του Κεφ.154 και της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ.154 (πρώτη, τρίτη και πέμπτη κατηγορία). Οι δε κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατηγορούνται ότι παρείχαν συνδρομή και/ή συμβουλή και/ή παρακίνησαν την κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη των προαναφερόμενων κατ' ισχυρισμό αδικημάτων κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26 και 29 του Κεφ.154 (δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία). Πριν από την έναρξη της διαδικασίας, η κατηγορούσα αρχή απέσυρε τις κατηγορίες που αφορούσαν τον κατηγορούμενο 3 με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αθωωθεί και να απαλλαχθεί. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, η εκδίκαση της υπόθεσης προχώρησε σε σχέση μόνο με τους κατηγορουμένους 1, 2 και
  5. Ακολούθως, με την παρουσίαση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας επιχειρήθηκε να κατατεθεί γραπτή δήλωση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η ενέργεια αυτή προσέκρουσε στην ένσταση των ευπαιδεύτων συνηγόρων υπεράσπισης που ας σημειωθεί ότι είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν το περιεχόμενο του σκοπούμενου προς κατάθεση εγγράφου αφού αντίγραφο της προτεινόμενης μαρτυρίας τους δόθηκε προηγουμένως. Αγορεύοντας επ' αυτού ο κύριος Αραούζος ευσεβάστως εισηγήθηκε να αναγνωστεί το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου προτού αυτό κατατεθεί καθότι προτίθεται να ενστεί στην κατάθεση μέρος αυτού και συγκεκριμένα ορισμένων παραγράφων. Με αυτό τον τρόπο, είπε ο κύριος Αραούζος, θα είναι δυνατή η κατάθεση γραπτής μαρτυρίας που είτε για την οποία δεν θα υπάρξει ένσταση να κατατεθεί από οποιονδήποτε κατηγορούμενο είτε θα είναι αποτέλεσμα απόφασης Δικαστηρίου μετά από εξέταση σχετικής ένστασης. Στη συνέχεια ωστόσο ο εν λόγω συνήγορος αναθεώρησε τη θέση του σημειώνοντας πως δεν θα ήταν αντίθετος σε μια διαδικασία μέσα από την οποία οι ενστάσεις επί του περιεχομένου του επίμαχου εγγράφου υποβάλλονταν μετά την κατάθεση του και κατά τη διάρκεια ανάγνωσης του κειμένου του. Στο ίδιο επίπεδο με την αρχική θέση του κυρίου Αραούζου κυμάνθηκε η επιχειρηματολογία του κυρίου Ερωτοκρίτου, ο οποίος αφού συμφώνησε με αυτή, πρόσθεσε ότι τυχόν άδεια για κατάθεση του εγγράφου προτού το περιεχόμενο του διαμορφωθεί μέσα από την εξέταση των ενστάσεων που και ο ίδιος προτίθεται να υποβάλει κατά την ανάγνωση του θα καταστήσει άνευ σημασίας τέτοιες ενστάσεις με αποτέλεσμα έτσι να αχρηστεύεται το δικαίωμα ένστασης σε κατάθεση μαρτυρίας. Προς στήριξη των θέσεων του ο κύριος Ερωτοκρίτου παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Αντίθετη ήταν η θέση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι με την κατάθεση του επίμαχου εγγράφου οι κατηγορούμενοι δεν απεμπολούν τα δικαιώματα τους περί υποβολής ένστασης ως προς την κατάθεση συγκεκριμένης μαρτυρίας που περιέχεται σ' αυτό. Το δικαίωμα ενός μάρτυρα σε ποινική υπόθεση, περιλαμβανομένης και ιδιωτικής φύσεως, να καταθέσει στο Δικαστήριο γραπτώς τη μαρτυρία του ή να προβεί σε γραπτή δήλωση η οποία να θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του ή μέρος αυτής διασφαλίζεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, το οποίο εισήχθηκε στην εν λόγω νομοθεσία με τον τροποποιητικό νόμο αρ. 32(Ι)/
  6. Σε μία τέτοια περίπτωση ο μάρτυρας δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Το δικαίωμα αλλά και ο σκοπός κατάθεσης γραπτής μαρτυρίας σε μία ποινική υπόθεση, είδος της οποίας αποτελεί και η ιδιωτική ποινική υπόθεση, δεν διαφέρει από αυτά σε μια αγωγή. Αντίθετα, το λεκτικό του άρθρου 25 του Κεφ.9 και ειδικότερα η φράση '. σε οποιαδήποτε διαδικασία.' που περιέχεται σ' αυτό φανερώνει την ύπαρξη τέτοιας δυνατότητας τόσο σε ποινική όσο και σε πολιτική διαδικασία χωρίς οποιαδήποτε διαφορά ή διάκριση. Το πιο πάνω δικαίωμα και συνάμα η δυνατότητα κατάθεσης γραπτής μαρτυρίας ή γραπτής δήλωσης από ένα μάρτυρα ως την κυρίως εξέταση του ή μέρος αυτής σε οποιασδήποτε μορφής δικαστικής διαδικασίας αναγνωρίστηκε επίσης μέσα από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Πιέρου v. Ηλία

(2010)1Β Α.Α.Δ. 843 τονίστηκε ότι το άρθρο 25 του Κεφ.9 δεν θέτει όρους ή περιορισμούς που αφορούν στην παρουσίαση της κατάθεσης ή δήλωσης μάρτυρα ώστε αυτή να θεωρείται ότι αποτελεί την κύρια εξέταση του μάρτυρα. Περαιτέρω, μέσα από την ίδια υπόθεση υποδείχτηκε ότι αν τεθεί θέμα ότι η δήλωση ή μέρος αυτής εμπεριέχει μαρτυρία η οποία δεν πρέπει να γίνει αποδεχτή, το θέμα εξετάζεται από το δικαστήριο ad hoc όπως σε κάθε άλλη περίπτωση. Ωστόσο, όπως στη συνέχεια λέχθηκε, είναι αυτονόητο πως σε περίπτωση που η δήλωση περιέχει μη αποδεχτή μαρτυρία και το έγγραφο κατατεθεί χωρίς ένσταση, το δικαστήριο διατηρεί μέχρι το τέλος της δίκης τη δυνατότητα να ενεργήσει στη βάση μόνο αποδεχτής μαρτυρίας, αγνοώντας οποιαδήποτε άλλη μη αποδεχτή μαρτυρία. Επιπλέον, στην υπόθεση Ζερβού κ.α. v. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2009, ημερομηνίας 05.09.12 λέχθηκε ότι η νέα αυτή διαδικασία δεν στερεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων επί θεμάτων που, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δίκαιο της απόδειξης. Επίσης, στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι η γραπτή δήλωση δεν παρέχει απεριόριστο δικαίωμα σε ένα μάρτυρα να καταθέσει ότι επιθυμεί, εάν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον πιο πάνω κανόνα. Στόχος και σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η οικονομία χρόνου και δαπάνης. Συνεπώς για να επιτευχθεί η γρηγορότερη εκδίκαση των υποθέσεων χρησιμοποιώντας γραπτή δήλωση στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης μαρτύρων που εξάλλου αποτελεί το βασικό στόχο της τροποποίησης του Κεφ.9 με την εισαγωγή του άρθρου 25 θα πρέπει τέτοια γραπτή κατάθεση ή δήλωση να περιορίζεται μόνο σε γεγονότα. Χρήσιμη καθοδήγηση άντλησα ακόμη από την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που συνεδριάζει στην Λάρνακα σε σχέση με την αγωγή υπ' αριθμό 849/03, ημερομηνίας 09.07.07 μεταξύ Βλίττη και άλλου v. Εκδόσεως Αρκτίνος Λτδ και άλλου, όπου παρόλο ότι δεν έχει δεσμευτική ισχύ εντούτοις η νομική ανάλυση που παρέχεται με βρίσκει σύμφωνο, με την εφαρμογή της να επεκτείνεται και σε ποινικές υποθέσεις περιλαμβανομένων και των ιδιωτικών ποινικών. Συγκεκριμένα, συμφωνώ ότι σκοπός του νομοθέτη με την προαναφερόμενη τροποποίηση δεν είναι άλλος παρά η διευκόλυνση και σύντμηση της διαδικασίας. Σίγουρα όμως ουδέποτε ήταν η πρόθεση του νομοθέτη να καταστήσει τη γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση ένα όχημα μέσω του οποίου να εισάγεται στη δίκη μαρτυρία επί παντός επιστητού, σχετικού ή άσχετου, αποδεχτού ή μη αποδεχτού με βάση τους γνωστούς καθιερωμένους κανόνες του δικαίου της απόδειξης, πράγμα που φαίνεται από τη ρητή επιφύλαξη του άρθρου 24
(2)του Κεφ.9. Έχω την ταπεινή άποψη ότι κανένας μάρτυρας που πρόκειται να παρουσιάσει γραπτή κατάθεση ή γραπτή μαρτυρία, στα πλαίσια αξιοποίησης των προνοιών του άρθρου 25 του Κεφ.9, δεν πρέπει να αποκτά πλεονέκτημα έναντι μάρτυρα που καλείται να δώσει προφορική μαρτυρία υπό τη μορφή της αφαίρεσης του δικαιώματος υποβολής ένστασης κατά του αποδεχτού της μαρτυρίας του ή μέρος αυτής πριν αυτή εισαχθεί, ακουστεί ή καταγραφεί ως τέτοια, ή έστω να επιτρέπει προσωρινά την πλήρη αποδοχή του συνόλου της μαρτυρίας και μετάθεση σε μεταγενέστερο στάδιο ή μετά το τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης οποιοδήποτε θέμα αποδεχτότητας, όταν και εάν κάτι τέτοιο εγερθεί. Παράλληλα, έχω μελετήσει με προσοχή τις διατάξεις του άρθρου 25 του Κεφ.9 και δεν διαπιστώνω αυτές να θέτουν όρους ή περιορισμούς στην παρουσίαση μιας γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης ώστε αυτή να καταστεί η κύρια εξέταση μάρτυρα ή μέρος αυτής. Ούτε και οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου καθορίζουν συγκεκριμένη διαδικασία που θα πρέπει να εφαρμοστεί σε μια τέτοια περίπτωση. Ούτε και η νομολογία υποδεικνύει την εφαρμογή συγκεκριμένης διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω και με γνώμονα ότι σε κάθε δίκη ('trial'), όρος που χρησιμοποιείται αδιακρίτως στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων και με βάση την ποινική υπόθεση Δημοκρατία v. Ford και άλλων (Αρ.1)
(1995)2 Α.Α.Δ. 29 ερμηνεύτηκε ότι περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου καλύπτοντας έτσι και το στάδιο της ακρόασης, το Δικαστήριο έχει εξουσία να ρυθμίζει κατά την ελεύθερη του κρίση την πορεία της διαδικασίας με τρόπο που αυτός ο οποίος ήθελε φανεί επιθυμητός και ο οποίος δεν είναι ασυμβίβαστος με τις διατάξεις του Κεφ.155 (βλέπε άρθρο 175 του Κεφ.155), θεωρώ ότι η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί στην προκειμένη περίπτωση επί του θέματος αυτού είναι η εξής:
  1. Η πλευρά που καλεί το μάρτυρα ή ο ίδιος ο μάρτυρας να εφοδιάζει την αντίδικη πλευρά με αντίγραφο της προτεινόμενης γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης έγκαιρα και προτού επιχειρηθεί η παρουσίαση της στο Δικαστήριο για εξέταση.
  2. Εάν η αντίδικη πλευρά υπό το φως του περιεχομένου της προτεινόμενης γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης έχει ένσταση στο να γίνει αποδεχτή η προτεινόμενη μαρτυρία του είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, δικαιούται αλλά και πρέπει να προβάλει την ένσταση της προτού η γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση της σημειωθεί σαν μαρτυρία.
  3. Στην περίπτωση όπου εγερθούν ενστάσεις επί του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τις παραστάσεις όλων των μερών και αφού εφοδιαστεί με το κείμενο της προτεινόμενης κατάθεσης ή δήλωσης, θα αποφασίσει κατά πόσο το σύνολο της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης ή οποιοδήποτε μέρος αυτής, αναλόγως της περίπτωσης, δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτό σαν μαρτυρία.
  4. Εάν παρόλα αυτά δεν εγερθεί ένσταση πριν από την προσαγωγή της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης και εισαχθεί μέσω αυτής μαρτυρία, το Δικαστήριο μετά το τέλος της εκδίκασης της υπόθεσης και κατά το στάδιο αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας θα αξιολογήσει καθηκόντως την ενώπιον του μαρτυρία στη βάση των παραμέτρων και κανόνων απόδειξης οι οποίοι πηγάζουν από το Κεφ.9 και γενικότερα από το δίκαιο της απόδειξης, όπως θα έπραττε με το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου προς αξιολόγηση στο στάδιο αξιολόγησης μαρτυρίας. Συνακόλουθα, η ένσταση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 4 επιτυγχάνει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Ενδιάμεση Απόφαση/Διαδικασία κατάθεσης γραπτής μαρτυρίας ή γραπτής δήλωσης δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.