← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Salih Mayrok, Aρ. Υπόθεσης : 2992/13, 8/2/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Salih Mayrok, Aρ. Υπόθεσης : 2992/13, 8/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης : 2992/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Salih Mayrok, από την Τουρκία και τώρα Λεμεσό Ημερομηνία: 8.2.13 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κα. Μαρίνα Λαβίθια Κατηγορούμενος παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, στις οποίες προέβη σε μη παραδοχή. Συγκεκριμένα κατηγορείται: στη πρώτη κατηγορία για την παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Β΄, στη 2η κατηγορία κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β΄ με σκοπό όπως το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, στη 3η κατηγορία της χρήσης ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β΄, και στη 4η κατηγορία της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά την λήξη της άδειας παραμονής του. Μετά που ο κατηγορούμενοι κλήθηκε και απάντησε στις κατηγορίες αρνούμενος ενοχή, η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την κράτηση του μέχρι την δίκη του, επικαλούμενη: · το σοβαρό ενδεχόμενο καταδίκης του, · τον κίνδυνο μη προσέλευσης στην δίκη του, · τον κίνδυνο αν αφεθεί ελεύθερος να διαπράξει άλλα αδικήματα και αυτά σε συνάρτηση με το ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον μόνιμους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία αφού είναι Τούρκος υπήκοος και ο γάμος του με την Ελληνοκύπρια σύζυγο του έχει διαλυθεί. Στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής η συνήγορος υπεράσπισης έφερε ένσταση με επακόλουθο να οριστεί η υπόθεση σήμερα για να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία αποκλειστικά και μόνο στα πλαίσια της εξέτασης του συγκεκριμένου αιτήματος. Ενώπιον μου σήμερα κατέθεσε σαν μάρτυρας προς υποστήριξη του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής ο Αστ. 3490 Γερόλεμος Γερολέμου, ο οποίος υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λεμεσού. Ο μάρτυρας αυτός μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του αντεξετάστηκε και από την συνήγορο του κατηγορουμένου. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι δεν θα καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Η συνήγορος υπεράσπισης αρχικά ζήτησε αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας έτσι ώστε να κλητεύσει σαν μάρτυρα προς υποστήριξη της θέσης του κατηγορούμενου τον αστυφύλακα 1947 Μ. Πάφιο. Στο αίτημα αναβολής δεν έφερε ένσταση η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, ζήτησε όμως ο κατηγορούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα που θα οριζόταν η συνέχιση της ακρόασης. Προς τούτο δε αγόρευσε επικαλούμενη προς υποστήριξη του αιτήματος της τα όσα ο μάρτυρας που είχε κλητευθεί από πλευράς της κατηγορούσας αρχής ανέφερε σήμερα στο Δικαστήριο. Επίσης επικαλέστηκε σχετική νομολογία επί του σχετικού ζητήματος. Στο αίτημα της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής έφερε και πάλιν ένσταση η συνήγορος υπεράσπισης και περαιτέρω δήλωσε ενόψει αυτής της εξέλιξης, ότι δεν επιθυμούσε πλέον να κλητεύσει μάρτυρα προς υποστήριξη της θέσης του κατηγορούμενου και ότι δεν επιμένει στο αίτημα της για αναβολή και συνακόλουθα το απέσυρε. Περαιτέρω δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να αγορεύσει σήμερα επί του αιτήματος της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής για την περαιτέρω κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την οποιαδήποτε αναβολή της υπόθεσης και την δίκη του. Δόθηκε η ευκαιρία μετά την εξέλιξη αυτή στην συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν ήθελε να προσθέσει οτιδήποτε προς υποστήριξη του αιτήματος της πέραν των όσων είχε αναφέρει και αυτή δήλωσε πως υιοθετεί όσα ελέχθησαν προγενέστερα από την ίδια. Η συνήγορος υπεράσπισης προς υποστήριξη της ένστασης της ανέφερε τα εξής: Ο κατηγορούμενος παρά το ότι αντιμετωπίζει άλλη υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία έγινε αναφορά από τον Μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, αφέθηκε ελεύθερος στην εν λόγω υπόθεση με συγκεκριμένους όρους τους οποίους και εφαρμόζει ανελλιπώς. Αυτό το στοιχείο ως και η νομολογία καθορίζει θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη για το κατά πόσο θα εγκριθεί αίτημα να παραμείνει υπό κράτηση και παρέπεμψε το Δικαστήριο στις ποινικές εφέσεις Χαραλάμπους ν. Δημοκρατία, ποινική έφεση αρ. 6092 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας, ποινική έφεση με αριθμό 6248. Πρόσθετα επικαλούμενη τα όσα είχαν λεχθεί στην υπόθεση Amirov ν. Αστυνομίας

(2001)2 ΑΑΔ 603, από το Ανώτατο Δικαστήριο, εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει να εκληφθεί ότι ο κατηγορούμενος επειδή αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, ήτοι το αδίκημα της κατηγορίας 4, και εφόσον αυτός δεν έχει παραδεχθεί το συγκεκριμένο αδίκημα, πώς είναι δεδομένη η διάπραξη του αλλά η διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου θα εξεταστεί και θα κριθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό τόνισε και το Ανώτατο Δικαστήριο, παραμερίζοντας το διάταγμα κράτησης του εφεσείοντα στην εν λόγω υπόθεση, καθ' ότι όπως αναφέρθηκε, εφόσον αποτελούσε επίδικο θέμα της δίκης η συγκεκριμένη κατηγορία δεν θα έπρεπε να αποτελέσει δεδομένο επί του οποίου το Δικαστήριο να στήριζε την απόφαση του καθότι τούτο θα ήταν αντινομικό προς το τεκμήριο αθωότητας. Τέλος επικαλούμενη το γεγονός ότι στην άλλη ποινική υπόθεση που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η κατηγορούσα αρχή δεν ζήτησε την κράτηση του αλλά να του επιβληθούν άλλοι όροι διασφάλισης της παρουσίας του, εισηγήθηκε πως στην υπόθεση αυτή οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε η κατηγορούσα αρχή με βάση το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο και του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, δεν συνάδει με την θέση που τήρησε σε εκείνη την υπόθεση. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η μαρτυρία του αστ. 3490 Γερολέμου, ναι μέν θα εξεταστεί και θα ληφθούν υπόψη τα όσα προκύπτουν από αυτήν, όμως είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η σχετική Νομολογία, για το κατά πόσο το αίτημα της κατηγορούσας αρχής είναι δικαιολογημένο. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και υποστηρίχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων (Βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, και Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Φώτος Χ΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), που πιο πάνω μνημονεύεται, έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και λέχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με τη βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Η νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, τη κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στο κατηγορούμενο απαλλάσσοντάς τον από τη ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο κατά πόσο οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν την σκέψη στο κατηγορούμενο να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λουκάς Σιδερένιος
(2008)2 ΑΑΔ 319). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου, (υπόθεση στην οποία με παρέπεμψε και η συνήγορος του κατηγορουμένου) που πιο πάνω αναφέρεται, παράγοντες όπως οι επιπτώσεις της κράτησης στη προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Έχοντας λοιπόν υπόψη όσα αναφέρονται πιο πάνω επισημαίνω καταρχάς ότι στην αντεξέταση της η συνήγορος υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε το τι ανέφερε ο μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με τα πιο κάτω: Ότι εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμεί άλλη υπόθεση με παρόμοιας φύσεως αδικήματα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ήτοι υπ΄ αριθμό 1130/12, ήτοι υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε, όπως προκύπτει από τον αριθμό της προγενέστερα της παρούσας και εντός του έτους 2012, ήτοι πριν και την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η λήψη οικειοθελούς κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, από το μάρτυρα και η παραδοχή του στην κατάθεση αυτή διάπραξης των αδικημάτων. Ακόμη δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του κατηγορούμενου για αδίκημα παρόμοιας φύσης με αυτό της κατηγορίας 4 επί του κατηγορητηρίου, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Έγγραφο Β που κατατέθηκε ενώπιον μου. Ακόμη δεν αμφισβητήθηκε τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας σε σχέση με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 10.10.12 ο γάμος που είχε τελέσει ο κατηγορούμενος με την Ελληνοκύπρια Κατερίνα Γεωργίου, διελύθει με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ως το Τεκμήριο Έγγραφο Α που κατατέθηκε ενώπιον μου. Στο μόνο σημείο το οποίο αντεξετάστηκε ο μάρτυρας ήταν πιο πρόσωπο συνέλαβε τον κατηγορούμενο στο οποίο δόθηκε ξεκάθαρη απάντηση, ότι η σύλληψη έγινε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού και ότι ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες για το τι έγινε, όταν ο κατηγορούμενος ανακόπηκε για έλεγχο από άλλο συνάδελφο του. Συνακόλουθα αποδέχομαι τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής στο σύνολο τους σαν το πραγματικό υπόβαθρο για να εξάξω τα συμπεράσματα μου και στο κατά πόσο τα δεδομένα που θα συναχθούν εξ αυτών, δικαιολογούν ή μη το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Εξετάζοντας τώρα εάν έχει καταδειχθεί η πιθανότητα καταδίκης κρίνω πώς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία και παραδέχεται τη διάπραξη των αδικημάτων 1 και 3, είναι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, στοιχείο αρκετό έτσι ώστε να διαφανεί η ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης σε αυτά. Επίσης υπαρκτό είναι το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου στην κατηγορία 2, αφού η ποσότητα ναρκωτικών Τάξεως Β, για την οποία κατηγορείται και παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή του, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας αυτής. Επισημαίνω για ακόμη μία φορά ότι ο μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο όταν έκανε αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα. Υποστήριξε επίσης η συνήγορος του ότι το γεγονός πώς ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, Τούρκος, δεν καταδεικνύει ότι υπάρχει πιθανότητα αυτός να μεταβεί στο εξωτερικό για να αποφύγει τη δίκη του και αυτό γιατί είναι πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών που απέκτησε με την Ελληνοκύπρια σύζυγο του που διαμένουν στη Λεμεσό. Θα πρέπει να επισημάνω σε σχέση με το πιο πάνω επιχείρημα ότι το γεγονός πώς ο κατηγορούμενος είναι Τούρκος υπήκοος, πρέπει να συνυπολογιστεί όχι βέβαια ως παράγοντας σε βάρος του, αλλά ως στοιχείο που ίσως καθιστά ευκολότερη την μετάβαση του στις κατεχόμενες περιοχές για να αποφύγει τη δίκη του. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί μαζί με τις λοιπές προϋποθέσεις και όχι ως δεδομένο. Και αυτό γιατί η καταγωγή του και μόνο, δεν καθιστά τον κίνδυνο αυτό υπαρκτό έναντι οιουδήποτε άλλου προσώπου που θεωρητικά θα μπορούσε να πράξει το ίδιο. Και αυτό γιατί θα πρέπει να καταδειχθούν και άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη του κινδύνου αυτού. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης παραμονής εφόσον αυτό αποτελεί επίδικο θέμα της δίκης, όπου και θα κριθεί. Σε κάθε περίπτωση το στοιχείο αυτό θα πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια όλων των σχετικών δεδομένων για το κατά πόσο θα ανταποκριθεί στο καθήκον του να εμφανιστεί στη δίκη του. Βλ. υπόθεση Amirov πιο πάνω. Σίγουρα οι δεσμοί που κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπόψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι. βλ. υπόθεση Allam v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539, στην οποία αναφέρθηκαν: «Είναι γεγονός ότι, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο, η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή να ήταν αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης, έλαβε δε υπ'΄όψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων». Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία, αλλά και της σοβαρότητας των αδικημάτων των κατηγοριών όπως αυτή προκύπτει και από τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που προνοούνται σε περίπτωση καταδίκης, ήτοι για τις κατηγορίες 2 και 3 προνοείται ποινή φυλάκισης ισόβιας κάθειρξης ενώ για την κατηγορία 1 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών, σε συνάρτηση με το πιο πάνω αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, και ότι ο γάμος του με την Ελληνοκύπρια σύζυγο του έχει διαλυθεί, πώς είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να διαφύγει μέσω των κατεχομένων περιοχών. Επικαλέστηκε επίσης η συνήγορος του κατηγορούμενου, παραπέμποντας με και σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι στις ποινικές Εφέσεις 6092 και 6248, προς υποστήριξη της ένστασης της, το γεγονός της πλήρους τήρησης των όρων που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο στην άλλη υπόθεση που αντιμετωπίζει. Έχω μελετήσει τις δύο υποθέσεις που με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος και αυτό το οποίο συνάγεται από αυτές είναι ακριβώς το αντίθετο από την εισήγηση της. Στις δύο αυτές υποθέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τις εφέσεις επεσήμανε πώς η προγενέστερη τήρηση των επιβληθέντων όρων από τους εφεσείοντες δεν αποτελεί παράγοντα που από μόνος του καθιστά μη ορθή την διαφοροποίηση του Δικαστηρίου μεταγενέστερα, εάν και εφόσον διαπιστώνονται ότι συντρέχουν οι υπό της νομολογίας και νομοθεσίας προϋποθέσεις για κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του. Τούτο μάλιστα στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης και όχι ως εις την παρούσα πού είναι άλλη από αυτήν στην οποία έκανε αναφορά η συνήγορος. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 15, στις σελίδες 18 και 19 αναφέρθηκαν τα εξής: «...................................... Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση αυτή των δικηγόρων του εφεσείοντα. Το καθιερωμένο κριτήριο είναι όπως αναλύθηκε στη νομολογία μας από τις διάφορες εφέσεις που εξέτασε το Εφετείο και δεν είναι άλλο από την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Επομένως, το Κακουργιοδικείο δεν έσφαλε όταν εφάρμοσε στα γεγονότα της υπόθεσης αυτό το κριτήριο. Ο άλλος λόγος εφέσεως είναι ότι το Κακουργιοδικείο λανθασμένα δεν αξιολόγησε ορθά την προηγούμενη τήρηση των όρων εγγύησης που επέβαλε στον κατηγορούμενο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 29/11/95. Ο κατηγορούμενος είχε παρουσιαστεί στις 29/11/95 στη διαδικασία της παραπομπής ενώπιον Κακουργιοδικείου και η υπόθεση ανεβλήθη για την 1/12/95 για να εξετάσει την υπόθεση του το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ο εφεσείοντας είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση για να παρουσιαστεί ξανά την 1/12/95, κάτι το οποίο τήρησε. Είναι η εισήγηση των δικηγόρων του εφεσείοντα ότι το γεγονός ότι ο εφεσείοντας σε εκείνη τη διαδικασία αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι κάτι το σημαντικό το οποίο έπρεπε να λάβει υπόψη του το Κακουργιοδικείο και να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο με εγγύηση μέχρι την ημέρα της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Το Κακουργιοδικείο ανάφερε ότι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης είναι ορθός και ότι θα τον αξιολογήσουν μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους. Περαιτέρω, ανέφεραν ότι η απόλυση του ήταν για δύο μόνο μέρες και ο λόγος της απόλυσής του όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, έγινε γιατί δεν είχε τεθεί τότε ενώπιον του Δικαστηρίου η σχετική μαρτυρία και τα άλλα στοιχεία και περιστάσεις που υπάρχουν σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή εναντίον του κατηγορουμένου. Συμφωνούμε με τα όσα ανέφερε το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του επί του θέματος αυτού. Ακούσαμε τα επιχειρήματα των δικηγόρων του εφεσείοντα σχετικά με τον άλλο λόγο έφεσης που είναι η πλημμελής άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Κακουργιοδικείου. Δε συμφωνούμε ότι υπάρχει λογική προσδοκία ότι εάν ο εφεσείοντας αφεθεί ελεύθερος θα παραβρεθεί στη δίκη του. Το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του εξέτασε τις εισηγήσεις των δικηγόρων του εφεσείοντα και κατέληξε στο συμπέρασμα με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης, την έκταση της ποινής που δυνατό να επιβληθεί και την πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος, ότι η απόλυση του κατηγορουμένου δεν δικαιολογείτο και στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας διέταξαν την κράτηση του εφεσείοντα. Έχουμε εξετάσει όλη την επιχειρηματολογία των δικηγόρων του εφεσείοντα και δεν είχαμε καμία δυσκολία να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Κακουργιοδικείου.» Ακόμα στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7, το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 10 και 11 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Πρέπει να λεχθεί ότι ο εφεσείων, που αφέθηκε ελεύθερος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που τον παρέπεμψε σε δίκη, συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν και εμφανίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Ήταν επίσης ακριβής στις προηγούμενες μία ή δύο εμφανίσεις του στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στηριζόμενος σε αυτό το γεγονός, της προηγούμενης συμπεριφοράς του εφεσείοντα, ο δικηγόρος του υπέβαλε ότι το Κακουργιοδικείο δεν έδωσε τη βαρύτητα που έπρεπε στη μέχρι τότε εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για να τον απολύσει υπό όρους, προστατεύοντας έτσι το δικαίωμα ελευθερίας του, που κατοχυρώνει το άρθρο 11 του Συντάγματος. ............................................................................................................................................. Ας σημειωθεί ότι ο εφεσείων δεν είχε παρόμοιο προηγούμενο. Αυτό ώθησε το συνήγορο να υποβάλει ότι ο πελάτης του έπρεπε να απολυθεί γιατί η κράτηση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρχει σώρευση όλων των παραγόντων που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φορή, ανωτέρω, οι οποίοι επηρεάζουν την πιθανότητα προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. .......................................... Τα κριτήρια που καθοδηγούν την κρίση του δικαστηρίου στο συζητούμενο θέμα εκτέθηκαν μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στη Rodosthenous & Another v. The Police
(1961)C.L.R. 50. Είναι σημαντικό ότι στην υπόθεση εκείνη επισημάνθηκε ότι μόνο για σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στα ποινικά δικαστήρια. Θα προσθέταμε ότι τη θέση αυτή, ότι το Εφετείο είναι φειδωλό στις επεμβάσεις του, επικρότησε ύστερα από τόσα χρόνια η υπόθεση Φορή, η οποία, όπως και άλλες αποφάσεις, υιοθετεί τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια. Πρωταρχικό μέλημα είναι να διασφαλισθεί η παράσταση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο στον καθορισμένο χρόνο και τόπο (βλέπε και την παλιά απόφαση Police v. Nicola, 7 C.L.R. 14, 15). Αυτό εξαρτάται από τρεις ευρύτερους παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τη φύση του αδικήματος. Στην περίπτωση μας πρόκειται, όπως προελέχθη, για διαρρήξεις και κλοπές, που περιλαμβάνουν διαρρήξεις εν καιρώ νυκτός. Ο δεύτερος είναι η πιθανότητα καταδίκης. Εδώ το Κακουργιοδικείο, που για το σκοπό αυτό μελέτησε το φάκελο της υπόθεσης, αποφάνθηκε πως υπάρχει. Στην απόφαση του αφού επεσήμανε "και τις εκ πρώτης όψης θεληματικές καταθέσεις των κατηγορουμένων" παρατήρησε: "μπορούμε να προβούμε σε αυτό το στάδιο (χωρίς να αξιολογούμε τη μαρτυρία που περιέχεται στις πιο πάνω καταθέσεις και με την επιφύλαξη ότι η ομολογία του 2ου κατηγορουμένου μπορεί να μην γίνει αποδεκτή) ότι από το σύνολο της μαρτυρίας διαφαίνεται η πιθανότητα ευρήματος ενοχής". Διευκρινίζεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο έγινε ειδική αναφορά ανωτέρω, είναι ο εφεσείων. Ο τρίτος παράγων είναι η αυστηρότητα της ποινής που προβλέπεται για τα αδικήματα τα οποία ο εφεσείων κατηγορείται, που είναι 7 χρόνια για ορισμένες κατηγορίες και 10 χρόνια για άλλες. ...................................... Η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ένας, δε βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία. Οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.» Ενόψει λοιπόν όλων των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την εκφρασθείσα θέση της συνηγόρου του κατηγορουμένου σε σχέση με το συγκεκριμένο λόγο προς υποστήριξη της ένστασης της στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Σαν πρόσθετο λόγο κράτησης του κατηγορουμένου όπως προαναφέρεται, η κατηγορούσα αρχή επικαλέσθηκε τον κίνδυνο διάπραξης από αυτόν παρόμοιων ή άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι όχι μόνο η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, αλλά και η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων αποτελούν παράγοντα που μπορεί να συνυπολογισθεί (βλ. Φώτος Χ΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α. (ανωτέρω). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι επίσης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπου Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130. Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσείοντας και ο συγκατηγορούμενος του αντιμετώπιζαν κατηγορία απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, κατά παράβαση του άρθρου 325 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Όταν παραπέμφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά δεσμεύτηκαν με εγγύηση και άλλους όρους. Όταν οι δύο κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το Κακουργιοδικείο ύστερα από σχετική αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής διέταξε όπως οι κατηγορούμενοι παρουσιαστούν με τους ίδιους όρους. Όμως κατά την ορισθείσα δικάσιμο και όταν η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου για 3 μήνες μετά η κατηγορούσα αρχή διαφοροποίησε την προηγούμενη της θέση και ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση. Το Κακουργιοδικείο διέταξε μόνο την κράτηση του εφεσείοντα όταν δόθηκε μαρτυρία από αστυφύλακα του ΤΑΕ Λεμεσού ότι εναντίον του εξεταζόταν καταγγελία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ενώ τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου είναι χαρακτηριστικό: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ' άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις .......................................... Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police) . Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από την διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλέπε R v. Wharton 1955 Cr. L. R. 565). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση R v. Philips 32 Cr. App. R. 47 ορισμένα αδικήματα δεν είναι πιθανόν να επαναληφθούν κατά την περίοδο που εκκρεμεί η διαδικασία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η απόλυση στο κοινωνικό σύνολο προσώπου με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο που συνελήφθη για την διάπραξη νέου αδικήματος πριν ακόμα αντιμετωπίσει την εναντίον του κατηγορία δεν ενδείκνυται. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο έχει να σταθμίσει την ελευθερία του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, υπό το φως πάντοτε όλων όσων έχουν λεχθεί προηγουμένως, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου .». Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Λέχθηκε, ότι το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όχι απλά αόριστους φόβους περί διάπραξης άλλου αδικήματος, αλλά θετική μαρτυρία για την εξέταση αδικήματος, που, όπως η κατηγορούσα αρχή ισχυρίσθηκε, ο εφεσείοντας ήδη είχε διαπράξει. Ήταν επιτρεπτό, επομένως, το Δικαστήριο αξιολογώντας όλο το ενώπιον του υλικό να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος. Σύμφωνα με το Εφετείο ο εφεσείοντας, ο οποίος ανέμενε την εκδίκαση αδικήματος άσκησης βίας, δηλαδή απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, είχε στο μεταξύ διαπράξει επίθεση και πρόκληση σωματικής βλάβης, αδίκημα, το οποίο, επίσης, σχετίζεται με την άσκηση βίας. Ήταν η κατάληξη του Εφετείου, ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε από μόνο του αλλά και συνδυασμένο με το ιστορικό του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένων και των 4 προηγούμενων του καταδικών, ισχυρή ένδειξη ή πιθανολόγηση για την διάπραξη και άλλου αδικήματος βίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση έρεισμα για την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι υπάρχει κίνδυνος ο κατηγορούμενος να διαπράξει νέα αδικήματα στο μέλλον παρόμοιας ή άλλης φύσης, αποτελεί το γεγονός, ότι αυτός έχει καταδικασθεί προηγουμένως στην υπόθεση που αναφέρεται στο Τεκμήριο Έγγραφο Β, για παρόμοιας φύσης αδίκημα με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας στην παρούσα και επίσης διότι εναντίον του εκκρεμεί η υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 1130/12 επίσης για παρόμοιας φύσεως με της παρούσας αδικήματα. Επισημαίνω ότι το σχόλιο της συνηγόρου υπεράσπισης για απόρριψη του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής επειδή στην εν λόγω υπόθεση έγινε αποδεκτό να επιβληθούν διαφορετικοί όροι διασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου, όπως ανωτέρω αναφέρεται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό για να υποστηρίξει επαρκώς την ένσταση. Τούτο διότι το εξεταζόμενο ζήτημα θα κριθεί με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου για να υποστηρίξουν το αίτημα περαιτέρω κράτησης του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση, και όχι σε συνάρτηση με το τι αποδέχτηκε η κατηγορούσα αρχή στην άλλη υπόθεση. Η παρούσα δε υπόθεση πρέπει να επισημάνω ότι διαφοροποιείται, λόγω ακριβώς της κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξης αδικημάτων από τον κατηγορούμενο μετά την καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης και είναι με δεδομένο την ύπαρξη της που η κατηγορούσα αρχή επιχειρηματολόγησε για να στηρίξει την θέση της για πιθανότητα διάπραξης κι άλλων αδικημάτων. Άλλωστε στην υπόθεση εκείνη δεν υπήρχε άλλη υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, που να εκκρεμεί ως εις την παρούσα. Ούτε και η τήρηση των όρων πού επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην εν λόγω υπόθεση, αποδέχομαι πώς είναι ικανοποιητικό στοιχείο από μόνο του για να υποστηρίξει επαρκώς την ένσταση της υπεράσπισης. Τούτο διότι πλέον τα στοιχεία πού υποστηρίζουν το αίτημα της κατηγορούσας αρχής έχουν διαφοροποιηθεί όπως και πιο πάνω αναφέρεται. Υπομνήσκω δε ότι ο κατηγορούμενος παρά την εκκρεμοδικία και την επιβολή των όρων πού η υπεράσπιση επικαλέστηκε, δεν δίστασε να εμπλακεί σε νέα παραβατική συμπεριφορά που για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας και μόνο λαμβάνω υπόψη, τον φέρουν να διάπραξε τα υπό κατηγορία στην παρούσα αδικήματα. Όπως και πολύ πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστάκη Πέτρου Πατατάρη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 30/12 ημερομ. 7.2.12: «Όπως έχει νομολογηθεί και σε σωρεία υποθέσεων επαναληφθεί, πρωτεύουσα θέση μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται εισήγηση για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης στο μέλλον αδικημάτων από τον αδικοπραγούντα, κατέχει το ποινικό μητρώο του τελευταίου. Η πιθανολόγηση διάπραξης νέου αδικήματος αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του αδικοπραγούντα στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του. Στο υλικό αυτό συγκαταλέγεται και το ιστορικό του αδικοπραγούντα, όπως αυτό αναδύεται μέσα από το ποινικό του μητρώο. (Βλ. Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 και Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 510)». Επίσης όπως προαναφέρεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος και η συνήγορος του δεν αμφισβήτησε ότι βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη ούτε και ότι εκκρεμεί εις βάρος του η υπόθεση 1130/12, Ε.Δ. Λεμεσού. Η ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης σε μια άλλη υπόθεση με αδίκημα της ίδιας φύσης, με το αδίκημα της κατηγορίας 4 της παρούσας, καθώς επίσης και η ύπαρξη της καταχωρηθείσας υπόθεσης 1130/12 Ε.Δ. Λεμεσού με παρόμοιας φύσης αδικήματα των κατηγορικών 1, 2 και 3 της παρούσας, κρίνω πως καθιστούν τον κατηγορούμενο ως άτομο με ροπή προς το έγκλημα για αδικήματα ως αυτά της παρούσας υπόθεσης. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω, πως οι λόγοι επί των οποίων η κατηγορούσα αρχή στηρίζει το αίτημά της για κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα της δίκης του ευσταθούν. Ενόψει και των αρχών της νομολογίας ότι δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών παραγόντων που πιο πάνω αναφέρονται για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50), το αίτημα της κατηγορούσας αρχής όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του κρίνεται δικαιολογημένο ενόψει: · του κινδύνου που υπάρχει για διάπραξη άλλων αδικημάτων, · του κινδύνου να διαφύγει έτσι, ώστε να αποφύγει την τιμωρία του με τις σοβαρότατες ποινές που προνοούνται για τα υπό κατηγορία αδικήματα, και · της διαπίστωσης πώς έχει καταδειχθεί στο βαθμό πού επιβάλλεται, του στοιχείου της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης του, τουλάχιστον στις κατηγορίες 1 και 3, που έχει ο ίδιος παραδεχθεί στην κατάθεση του. Η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 27.2.2013 και ώρα 11:00 π.μ. Ο κατηγορούμενος να παραμείνει μέχρι τότε υπό κράτηση. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του στο Δικαστήριο. Τα έξοδα της διερμηνέως εξ €90,00, να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Τάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal Αναφορά: Κράτηση μέχρι τη δίκη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.