Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. GIORGI BALIEV, Αρ. Υπόθεσης: 3634/13, 19/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ.. Αρ. Υπόθεσης: 3634/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και GIORGI BALIEV, από την Γεωργία και τώρα Λευκωσία Κατηγορουμένου Ημερομηνία:19 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τη κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου, για να ακούσει την απόφαση για αυτήν η κα Αναστασίου. Για το κατηγορούμενο: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα που εκτίθενται στις πέντε κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα: στην 1η κατηγορία το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος δηλαδή της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 371, 292(α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην 2η κατηγορία το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 292(α), 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην 3η κατηγορία το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στην 4η κατηγορία το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη στην Κύπρο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε, και στην 5η κατηγορία το αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Αφού ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και αρνήθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε τη κράτηση του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, αίτημα το οποίο συνάντησε την ένσταση της υπεράσπισης. Έρεισμα στο αίτημα αποτελεί σύμφωνα με τη κατηγορούσα αρχή η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης του, ενόψει: της σοβαρότητας των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει, του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν μόνιμοι δεσμοί του κατηγορούμενου με την Κύπρο αφού πρόκειται περί αλλοδαπού ο οποίος όπως αναφέρεται στις κατηγορίες 4 και 5 επί του κατηγορητηρίου είναι και απαγορευμένος μετανάστης, αφού απελάθηκε από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δύο περιπτώσεις με σχετικό διάταγμα, και επειδή υπάρχει ενδεχόμενο διάπραξης από μέρους του και άλλων αδικημάτων. Ενόψει αυτής της εξέλιξης και της ένστασης από πλευράς υπεράσπισης, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αποκλειστικά και μόνο για εξέταση του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε και έδωσε μαρτυρία την Γ/Αστ. 1944 Σ. Περικλέους η οποία μετά την κυρίως εξέταση της αντεξετάστηκε και από τον συνήγορο του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο: το Τεκμήριο (α) ήτοι φωτοτυπία εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη στις 2.9.11 εναντίον του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση για αδικήματα που διερευνώνται σχετικά με την συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ένοπλης ληστείας, απόπειρας φόνου, κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου και κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, και σαν Τεκμήριο (β) το έντυπο ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αναφορικά με τις προηγούμενες καταδίκες του. Η κυρίως εξέταση της μάρτυρος επικεντρώθηκε στην παράθεση ενώπιον του δικαστηρίου: · των γεγονότων που οδήγησαν στην σύλληψη του κατηγορούμενου για τα αδικήματα της παρούσας, · στην δήλωση του ίδιου του κατηγορούμενου ότι προσπάθησε να διαφύγει της σύλληψης αφού γνώριζε πως ήταν καταζητούμενο πρόσωπο από το ΤΑΕ Λευκωσίας σε υπόθεση ένοπλης ληστείας και απόπειρας φόνου, · στο ότι για τον κατηγορούμενο μετά την σύλληψη του διαπιστώθηκε ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης που εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 2.9.11, ήτοι το Τεκμήριο (α) και ότι αναζητείτο από τον Αστυνομικό Σταθμό Πύλης Πάφου για το αδίκημα της κλοπής αυτοκινήτου, · στο ότι από τις καταθέσεις που έλαβε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει μόνιμους δεσμούς με την Δημοκρατία καθότι ενώ ισχυρίστηκε πως διέμενε με την αρραβωνιαστικιά του, κα Σοφία Κοστίδου, από την Γεωργία, με την οποία έχει αποκτήσει ένα παιδί, στην οδό Αγίου Αντωνίου 2 στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, η ίδια η κα. Κοστίδου στην γραπτή της κατάθεση ανέφερε ότι δεν διέμενε μαζί της, · στο ότι δεν διέμενε με την κα Κοστίδου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός πώς από την έρευνα που έγινε δυνάμει δικαστικού εντάλματος στην διεύθυνση που είχε δώσει ότι διέμενε ο κατηγορούμενος, ήτοι το διαμέρισμα της κας. Κοστίδου, δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε προσωπικά αντικείμενα αυτού, · στο ότι από τις καταθέσεις που έλαβε προκύπτει πρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Κύπρο αλλά διέμενε σε διάφορα ξενοδοχεία, και · στο ότι ενώ αυτός ήταν απαγορευμένος ,μετανάστης και αφού είχε απελαθεί δύο φορές από την Κύπρο μετά από την έκτιση ποινή φυλάκισης που είχε καταδικαστεί για παρόμοιας φύσεως με αυτά της παρούσας αδικήματα, εντοπίστηκε ξανά στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αντεξέταση της μάρτυρος επικεντρώθηκε: Πρωτίστως: · στο κατά πόσο εξακολουθούσε να εκκρεμεί το ένταλμα σύλληψης Τεκμήριο (α), · στο κατά πόσο τα αδικήματα δυνάμει των οποίων εξεδόθη εξακολουθούσαν να διερευνώνται εις βάρος του κατηγορούμενου, και · στο κατά πόσο έχει καταχωρηθεί υπόθεση εναντίον του για τα εν λόγω αδικήματα. Σε σχέση δε με τα πιο πάνω, ενώ αρχικά η μάρτυρας ήταν κατηγορηματική ότι με την πληροφόρηση που είχε από τον ανακριτή για τα εν λόγω αδικήματα εξακολουθούσε να εκκρεμεί το ένταλμα σύλληψης και ότι επίσης συνεχίζοντο οι ανακρίσεις για τα αδικήματα δυνάμει των οποίων εξεδόθη, στην συνέχεια και αφού δόθηκε χρόνος κατόπιν αιτήματος να επικοινωνήσει ξανά με το ΤΑΕ Λευκωσίας και τον ανακριτή για την εν λόγω υπόθεση, ανέφερε ότι επειδή δεν υπήρξε επαρκής μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου ο ανακριτής στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του της ανέφερε ότι δεν γίνονται περαιτέρω εξετάσεις εις βάρος του κατηγορουμένου για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Επίσης δήλωσε ότι ο ανακριτής της εν λόγω υπόθεσης της ανέφερε πώς παρά το ότι είχε καταχωρηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο προηγουμένως και διεκόπηκε, αποφασίστηκε να μην επανακαταχωρηθεί λόγω του ότι η μαρτυρία δεν ήταν ικανοποιητική. Διευκρίνισε ακόμη ότι η υπόθεση του Αστ. Σταθμού Πύλης Πάφου με αριθμό Π/Φ, Μ.224/11 εξακολουθεί να τελεί υπό διερεύνηση και ενδεχομένως να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Το άλλο σημείο που επικεντρώθηκε η αντεξέταση ήταν στο κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία. Προς τούτο υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι επειδή ο κατηγορούμενος είναι αρραβωνιασμένος με την κα. Κοστίδου και έχει αποκτήσει παιδί μαζί της ηλικίας 7 μηνών σήμερα, αλλά και επειδή αυτή είναι Ελληνίδα υπήκοος που διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, όπως Έλληνας υπήκοος είναι και αυτός, δεν ευσταθεί η εισήγηση και η θέση της μάρτυρος ότι οι δεσμοί του με την Κύπρο δεν είναι ισχυροί. Περαιτέρω με αριθμό υποβολών ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε στη μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος διαμένει στην διεύθυνση της αρραβωνιαστικιάς του στην Λευκωσία, θέση όμως την οποία αντέκρουσε η μάρτυρας επισημαίνοντας ότι μπορεί η ίδια να μην επισκέφθηκε την διεύθυνση διαμονής της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορουμένου, όμως από τα όσα η ίδια η αρραβωνιαστικιά του ανέφερε στην κατάθεση της, ο κατηγορούμενος δεν διέμενε μαζί της δίδοντας μάλιστα σαν λόγο ότι δεν του άρεσε το γεγονός ότι μαζί της διέμεναν και οι γονείς της. Ένα άλλο σημείο το οποίο υποβλήθηκε στη μάρτυρα και συμφώνησε και η ίδια, είναι ότι ο κατηγορούμενος ενώ ευρίσκεται καταχωρημένος στο κατάλογο Stop-List της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά την έκδοση διατάγματος απέλασης του, αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου Λάρνακος χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Διευκρίνισε όμως η μάρτυρας ότι μπορεί μεν να εισήλθε από εγκεκριμένο αερολιμένα, όμως δεν αλλάζει οτιδήποτε στο γεγονός ότι αυτός κατά την είσοδο του αλλά και σήμερα, εξακολουθεί να είναι απαγορευμένος μετανάστης. Αυτή δε την πληροφόρηση πήρε από τους συναδέλφους της, της ΥΑΜ Λεμεσού. Ακόμη η μάρτυς διευκρίνισε πως όπως διαπίστωσε από το φάκελο της υπόθεσης η συνάδελφος της, τής ΥΑΜ Λεμεσού Μαρία Αγαθοκλέους, δεν μπορούσε να της αναφέρει πότε ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κύπρο την τελευταία φορά διότι επιβάτες με ελληνικά διαβατήρια δεν ελέγχονται από το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Όσον αφορά τις ημερομηνίες που τοποθετήθηκε ο κατηγορούμενος στο Stop-List, η μάρτυρας ανέφερε ότι με βάση τις καταθέσεις που πήρε από τους συναδέλφους της, αυτός είχε τοποθετηθεί στο Stop-List των καταλόγων με ημερομηνίες 23.11.09, 30.8.11, 3.9.11 και 16.11.11. Σε υποβολή δε ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας προτού καταχωρηθεί στο κατάλογο Stop-List ημερ. 23.11.09, ήτοι τον πρώτο κατάλογο, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε πως βρισκόταν στην Ολλανδία και στην Κύπρο είχε επιστρέψει 3 - 4 περίπου μήνες πριν την σύλληψη του, δηλαδή αρκετούς μήνες μετά και την τελευταία καταχώρηση του στο κατάλογο Stop-List ημερ. 16.11.11. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο ο ποινικός φάκελος και οι έρευνες που διεξήγοντο για τα αδικήματα του φόνου, της ένοπλης ληστείας, της μεταφοράς πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών έχει κλείσει και δεν υπάρχει πλέον για την αστυνομία, η μάρτυρας απάντησε ότι εις βάρος του κατηγορούμενου δεν εξετάζεται πλέον καμία κατηγορία για τα εν λόγω αδικήματα. Στην αγόρευση της η συνήγορος της Κατηγορούσας αρχής επικέντρωσε τα επιχειρήματα της: Στο ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ότι έχει αποδειχθεί πως αυτός δεν έχει μόνιμους δεσμούς με την Δημοκρατία και ως εκ τούτου είναι υπαρκτός ο κίνδυνος μη προσέλευσης στην δίκη του. Ότι το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο καθώς και η υπόθεση που πρόκειται να καταχωρηθεί εναντίον του, τού Αστ. Σταθμού Πύλης Πάφου Π.Φ, Μ.224/11, καταδεικνύουν ότι πρόκειται περί προσώπου με ροπή προς την διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσης με αυτά της παρούσας. Για δε το επιχείρημα ότι αυτός δεν έχει μόνιμους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία επικαλέστηκε το αναντίλεκτο γεγονός από την μαρτυρία της Γ/Αστ. 1944, ότι στην έρευνα που έγινε στην κατοικία της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορουμένου δεν εντοπίστηκαν προσωπικά του αντικείμενα. Ακόμη επεσήμανε ότι η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή άλλο μάρτυρα και συγκεκριμένα την ίδια την αρραβωνιαστικιά του, που να υποστηρίζει την δική του θέση. Ακόμα επικαλούμενη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου (β) στο οποίο καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε άλλες δύο φορές για παρόμοιας φύσης αδικήματα με αυτά της παρούσας και γι΄ αυτό απελάθηκε δύο φορές, εξ ού και αντιμετωπίζει την κατηγορία του απαγορευμένου μετανάστη, εισηγήθηκε πώς ο κίνδυνος διάπραξης μελλοντικών αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος, είναι υπαρκτός. Αφού λοιπόν επικαλέστηκε όλα τα πιο πάνω, όλως αιφνιδίως, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και μέσα στα πλαίσια ειλικρινούς και έντιμης αντιμετώπισης του κατηγορούμενου αλλά και του Δικαστηρίου όπως η ίδια ανέφερε, δήλωσε ότι οι καταδίκες που επικαλέστηκε και είναι καταγεγραμμένες στο Τεκμήριο (β) έχουν εξαλειφτεί πλήρως αφού έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που τάσσει η σχετική νομοθεσία προς τούτο. Ήταν όμως η θέση της πώς έκανε επίκληση του περιεχομένου του Τεκμηρίου (β) για να καταδειχθεί η ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα. Σε σχέση δε με τις προηγούμενες καταδίκες που λαμβάνονται υπόψη σε παρόμοιας φύσεως αιτήματα για να καταδείξουν την ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα, με παρέπεμψε στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 130. Καταλήγοντας κάλεσε το Δικαστήριο ενόψει των όσων ανέφερε να εγκρίνει το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Η κα. Αδάμου αντίθετα υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενώ αρχικά προέβαλε άλλους λόγους προς υποστήριξη του αιτήματος της, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει μόνιμους δεσμούς με την Κύπρο, την σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι έχει απελαθεί από την Κύπρο ως απαγορευμένος μετανάστης, στην τελική αγόρευση της προέβαλε σαν πρόσθετο λόγο και το ενδεχόμενο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ακολούθως επικαλούμενη επί του θέματος νομολογία παραπέμποντας με σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις υποθέσεις Φώτος Χ΄ Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2ΑΑΔ 45, Ρένου Κώστα Κυριάκου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 373, Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2ΑΑΔ 139, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 7237 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 23/06, εισηγήθηκε πως δεν συντρέχουν όλες και καμία από τις προϋποθέσεις που η νομολογία τάσσει για να εγκριθεί το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Προς επίρρωση της θέσης της επικαλέστηκε την αντιφατική μαρτυρία της μάρτυρος σε σχέση με την αρχική θέση της για την κατ΄ ισχυρισμό εκκρεμούσα διερεύνηση των σοβαρών αδικημάτων που είναι καταγεγραμμένα στο Τεκμήριο (α), η οποία στην συνέχεια διαφοροποιήθηκε και τελικά έγινε αποδεκτό ότι έκλεισε ο φάκελος της υπόθεσης εκείνης αλλά και το ότι δεν εκκρεμεί πλέον το ένταλμα σύλληψης. Επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι Έλληνας υπήκοος, αρραβωνιασμένος με Ελληνίδα η οποία είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου, έχει αποκτήσει παιδί με την αρραβωνιαστικιά του και συνεπώς έχει στενούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Αυτά τα στοιχεία συνηγορούν στο να αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος αφού είναι η πρώτη η επιλογή που το Δικαστήριο εξετάζει. Όσον αφορά τους όρους που θα του επιβληθούν για να διασφαλιστεί η παρουσία του στην δίκη του, ο κατηγορούμενος εισηγείται και είναι πρόθυμος να εφαρμόσει κατά γράμμα: Την κατάθεση €7.000,00, σε μετρητά στο Δικαστήριο Να τεθεί το όνομα του στο κατάλογο προσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας που απαγορεύεται η έξοδος τους από το έδαφος της, Stop-List, Να εμφανίζεται καθημερινά και να υπογράφει σε Αστυνομικό Σταθμό σε συγκεκριμένες ώρες. Εισηγήθηκε επίσης πως επειδή το ζήτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι απαγορευμένος μετανάστης, το οποίο επικαλέστηκε η κατηγορούσα αρχή σαν στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν έχει ισχυρούς δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και σαν πρόσθετο λόγο για τον κίνδυνο διαφυγής του, ενόψει των όσων έχουν καθιερωθεί από την Νομολογία και επειδή αυτό είναι ζήτημα επίδικο δεν πρέπει να θεωρηθεί η ενοχή του ως δεδομένη. Συνεπώς ήταν η τελική της εισήγηση πώς ούτε και αυτό το στοιχείο είναι στο βαθμό που επιβάλλεται, ικανοποιητικό για να δικαιολογήσει την αποστέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, ως το αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Μετά το πέρας των αγορεύσεων των δύο πλευρών, το Δικαστήριο ζήτησε από την συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής να διευκρινίσει κατά πόσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ το ένταλμα σύλληψης Τεκμήριο (α) και επιδιώκεται η εκτέλεσης του και στο κατά πόσο ενόψει της εξάλειψης των προηγούμενων καταδικών που περιέχονται στο Τεκμήριο (β) εμμένει στην επίκληση τους. Στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου δόθηκε η απάντηση: · ότι το ένταλμα σύλληψης δεν υφίσταται πλέον, και · ότι παρά την μη ύπαρξη προηγουμένων καταδικών εις βάρος του κατηγορούμενου λόγω της εξάλειψης των, η κατηγορούσα αρχή εμμένει στην θέση της ότι μπορεί το δικαστήριο να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του Τεκμηρίου (β). Σε ερώτηση δε αν έχει εντοπίσει νομολογία που να υποστηρίζει την θέση αυτή, δηλαδή παρά την εξάλειψη των προηγούμενων καταδικών και κατ' επέκταση του λευκού ποινικού μητρώου ενός κατηγορούμενου, να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε εξαληφθείσαν προηγούμενη καταδίκη, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής απάντησε αρνητικά. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η μαρτυρία της Γ/Α Σταύρης Περικλέους, ναι μέν θα εξεταστεί και θα ληφθούν υπόψη τα όσα προκύπτουν από αυτήν, όμως είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η σχετική Νομολογία, για το κατά πόσο το αίτημα της κατηγορούσας αρχής είναι δικαιολογημένο. Ακόμη παρά την διαπιστωθείσα ανακρίβεια στα όσα ανέφερε για το ένταλμα σύλληψης Τεκμήριο (α) αλλά και για την διερευνώμενη υπόθεση σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία αυτό εξεδόθη, δεν θα συμφωνήσω ότι αυτό στόχευε στη παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Από τα όσα ανέφερε αποδέχομαι ότι ο λόγος της παρατηρούμενης αντίφασης ήταν διότι δεν μερίμνησε, ως όφειλε, έτσι ώστε να ενημερωνόταν για όλες τις λεπτομέρειες και τελική έκβαση των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Τούτο δε διότι αυτά αφορούσαν άλλη Επαρχία και ο ανακριτής ήταν άλλος συνάδελφος της. Εν πάση περιπτώση μετά την αντεξέταση της επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν δίστασε να αναγνωρίσει την παράλειψη της αυτή και να δηλώσει ξεκάθαρα ότι το ένταλμα Τεκμήριο (α) δεν εκτελέστηκε και ότι δεν εξετάζεται πλέον εναντίον του κατηγορούμενου η υπόθεση για την οποίαν αυτό εξεδόθη. Συνακόλουθα αποδέχομαι τα όσα ανέφερε η μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής σαν το πραγματικό υπόβαθρο για να εξάξω τα συμπεράσματα μου και στο κατά πόσο τα δεδομένα που θα συναχθούν εξ αυτών, δικαιολογούν ή μη το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορουμένου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του, αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου. Αυτοί είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες, εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς, μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι, λοιπόν, απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 που πιο πάνω μνημονεύεται, έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και υποστηρίχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Η νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στο πρόσωπο του, απαλλάσσοντάς τον, από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο κατά πόσο οι συνθήκες αυτές, ανατρέπουν την σκέψη στο κατηγορούμενο να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λουκάς Σιδερένιος
(2008)2 ΑΑΔ 319). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου, που επίσης πιο πάνω μνημονεύεται, παράγοντες όπως οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση η κράτηση του κατηγορούμενου ζητείται στην βάση της πιθανότητας μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης του και του κινδύνου διάπραξης αν αφεθεί ελεύθερος και άλλων αδικημάτων. Δεν έγινε επίκληση του τρίτου λόγου, ήτοι του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Επομένως, αυτός δεν τίθεται προς εξέταση και κατ' επέκταση, δεν θα με απασχολήσει. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας τους αποτελούν οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής αποτελεί σύμφωνα με το νόμο κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων, το αδίκημα της κατοχής περιουσίας για την οποία υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι είναι κλοπιμαία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έξι μηνών, όσο δε αφορά το αδίκημα της συνομωσίας δυνάμει του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, αυτό τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επίσης επτά χρόνων. Επίσης σοβαρά είναι και τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5 επί του κατηγορητηρίου αφού το μέν αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.5.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου, το δε αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 ή και με τις δύο ποινές, Η σοβαρότητα των αδικημάτων όλων των κατηγοριών προκύπτει, επίσης και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του σημείωσε την ανησυχητική έξαρση που αυτά παρουσιάζουν και τόνισε την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα της κλοπής όπως και της διάρρηξης είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (βλ. David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587, Χρ. Παναγίδης v. Δημοκρατίας,
(1997)
(2)ΑΑΔ 104, Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ138). Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47, όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα και γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Δεν μου διαφεύγει, ακόμη, ότι σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 4 και 5, ενδέχεται και για αυτές τις κατηγορίες η επιβολή αυστηρής ποινής και δη ποινής φυλάκισης. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ahmat Al Kawaret v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 169/08, ημερομηνίας 10.12.08, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για τα αδικήματα της εισόδου στη Δημοκρατία ενώ είχε απελαθεί και της διαμονής του ως απαγορευμένου μετανάστη στην Δημοκρατία. Κατ' έφεση ζήτησε να του επιδειχθεί επιείκεια και να μειωθεί η ποινή εν' όψει των προσωπικών του περιστάσεων. Έγινε αναφορά στην οικογένειά του που ζούσε στην Συρία και ανέμενε οικονομική στήριξη από τον ίδιο και, που, όπως είχε αναφέρει, περιλάμβανε και δύο παιδιά. Με αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία ενώ είχε ήδη προηγηθεί η απέλασή του, στοιχείο που αποτελούσε, σύμφωνα με το Εφετείο, ιδιαίτερα επιβαρυντική παράμετρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι αν και οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν αυστηρές, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έκδηλα υπερβολικές ή ότι επιβλήθηκαν λόγω κάποιου σφάλματος αρχής. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση. Στην δε υπόθεση Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 231, λέχθηκε, ότι η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι στην περίπτωση της Κύπρου, συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η ποινή δε των τριών μηνών άμεσης φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα για, το αδίκημα της παράνομης διαμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων και μόνο, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης και η επιβολή αυστηρής ποινής, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991)). Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα, έτσι ώστε, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των στοιχείων και δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος της 4ης κατηγορίας επαυξάνεται από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε στην Κύπρο αφού είχαν προηγηθεί ήδη δύο απελάσεις του από τη Δημοκρατία, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, καθιστώντας έτσι και την πιθανότητα καταδίκης του στην κατηγορία αυτή αλλά και στην 5ην κατηγορία υπαρκτή. Τα στοιχεία του εντοπίζονται στους καταλόγους Στοπ-Λιστ ως απαγορευμένου μετανάστη ημερομηνίας 23.11.09, 30.8.2011, 3.9.2011 και 16.11.2011, κάτι πού επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Επισημαίνω επίσης πώς εύλογο είναι και το συμπέρασμα πώς o κατηγορούμενος αν δεν συλλαμβανόταν θα συνέχιζε να παραμένει στην Κύπρο ενώ έχει κηρυχτεί απαγορευμένος μετανάστης. Το γεγονός δε ότι εισήλθε μέσω εγκεκριμένου αερολιμένος στη Δημοκρατία, ενώ το όνομα του βρισκόταν στους πιο πάνω αναφερόμενους καταλόγους δεν αναιρεί και δεν καθιστά την διάπραξη των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών αδύνατη. Ακόμη σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η είσοδος του στη Δημοκρατία έγινε πρίν την τοποθέτηση του στον κατάλογο stop - list ημερομηνίας 23.11.2009, έστω κι αν γινόταν αποδεκτή, δεν εξυπακούει ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της παράνομης παραμονής του ενώ ήταν και είχε κηρυχτεί απαγορευμένος μετανάστης. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας είναι ότι ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης ευρέθει στην Κύπρο και όχι ότι εισήλθε ενώ ήταν τέτοιος. Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι το γεγονός πώς ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, πρέπει να συνυπολογιστεί όχι ως παράγοντας σε βάρος του, αλλά ως στοιχείο που ίσως καθιστά ευκολότερη την μετάβαση του στο εξωτερικό για να αποφύγει τη δίκη του. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστεί μαζί με τις λοιπές προϋποθέσεις και όχι ως δεδομένο. Και αυτό γιατί η καταγωγή του και μόνο, δεν καθιστά τον κίνδυνο αυτό υπαρκτό έναντι οιουδήποτε άλλου προσώπου που θεωρητικά θα μπορούσε να πράξει το ίδιο. Και αυτό γιατί θα πρέπει να καταδειχθούν και άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη του κινδύνου αυτού. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παράνομης παραμονής, ως εις την παρούσαν, εφόσον αυτό αποτελεί επίδικο θέμα της δίκης, όπου και θα κριθεί. Σε κάθε περίπτωση το στοιχείο αυτό θα πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια όλων των σχετικών δεδομένων για το κατά πόσο θα ανταποκριθεί στο καθήκον του να εμφανιστεί στη δίκη του. Βλ. υπόθεση Amirov ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ 603, στην οποία έκανε αναφορά και ο συνήγορος του. Σίγουρα οι δεσμοί που κάποιος έχει με την Κύπρο και η πιθανότητα να εγκαταλείψει την Κύπρο είναι μεταξύ των δεδομένων τα οποία λαμβάνονται υπόψη και τα οποία το Δικαστήριο σταθμίζει για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος μη προσέλευσης ή όχι. Βλέπε επίσης υπόθεση Allam v Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 539, στην οποία αναφέρθηκαν: «Είναι γεγονός ότι, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο, η πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να διαφανεί αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό, όμως το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μπορούσε η ποινή να ήταν αρκετά σοβαρή και συγκεκριμένα ποινή φυλάκισης σε περίπτωση καταδίκης, έλαβε δε υπ'΄όψη του ιδιαίτερα την έλλειψη δεσμών με την Κύπρο και την πιθανότητα εγκατάλειψης του εδάφους μέσω των κατεχομένων». Συνακόλουθα εν όψει των πιο πάνω αναφερθέντων κρίνω ότι ελλοχεύει και είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ο κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στη δίκη του με σκοπό να αποφύγει το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει τις σοβαρές ποινές για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν καταδειχθεί και διαπιστώνω την ύπαρξη των αντικειμενικών στοιχείων που η νομολογία έχει ως τέτοια καθορίσει, βλέπε υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, για κράτηση του κατηγορουμένου. Θα προχωρήσω να εξετάσω τώρα στο κατά πόσο έχουν καταδειχθεί και τα υποκειμενικά στοιχεία όπως η νομολογία τα έχει καθορίσει. Ήτοι οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα μας και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Από τα πιο πάνω στοιχεία όπως και ανωτέρω αναφέρεται, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν ετέθει και ως εκ τούτου δεν θα προχωρήσω στην εξέταση του. Για τά λοιπά υπό εξέταση στοιχεία κρίνω ότι σημαίνοντα παράγοντα στο κατά πόσο αυτά συντρέχουν αποτελούν τα όσα σχετικά έχουν αναφερθεί από την μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής. Από την ενώπιον μου λοιπόν τεθείσα μαρτυρία και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση ταύτης για τους σκοπούς της ουσίας της υπόθεσης, αλλά εξετάζοντας ταύτην αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες του υπό εξέταση ζητήματος, δεν έχουν αμφισβητηθεί τα πιο κάτω σημεία και θέσεις της μάρτυρος της κατηγορούσας αρχής, η οποία ήταν και η μόνη μάρτυρας αφού ο κατηγορούμενος ούτε o ίδιος έδωσε μαρτυρία αλλά ούτε και κάλεσε άλλο μάρτυρα για λογαριασμό του: · Το ότι ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση μετά τη σύλληψη του για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. · Το ότι η αρραβωνιαστικιά του κατηγορούμενου Σοφία Κοστίδου στη γραπτή της κατάθεση που έδωσε ανέφερε πως ο κατηγορούμενος δεν διέμενε μαζί της διότι δεν του άρεσε το γεγονός πως αυτή έμενε με τους γονείς της. · Ότι από έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα της αρραβωνιαστικιάς του κατηγορούμενου στη διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε μέσα από την κατάθεση του ότι διέμενε, δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε προσωπικά του αντικείμενα. · Ότι από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λεμεσού λήφθηκε κατάθεση από συνάδελφο της μάρτυρος της κατηγορούσας αρχής που υπηρετεί στην εν λόγω υπηρεσία, από την οποία διαπιστώθηκε το καθεστώς του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα ότι αυτός είχε κηρυχθεί ως παράνομος μετανάστης. · Ότι το όνομα του κατηγορουμένου τοποθετήθηκε και καταχωρήθηκε στους καταλόγους απαγορευμένων προσώπων - stop list, ημερομηνίας 23.11.2009, 30.8.2011, 3.9.2011 και 16.11.
- · Ότι ο κατηγορούμενος ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία ότι στην Κύπρο επέστρεψε 3 - 4 μήνες πριν τη σύλληψη του από την Ολλανδία όπου ευρισκόταν. · Ότι εις βάρος του κατηγορούμενου εκκρεμεί η καταχώρηση της υπόθεσης του Αστυνομικού Σταθμού Πύλης Πάφου, Λευκωσίας, με αριθμό Π/Φ Μ. 224/
- · Ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. · Ότι δεν εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του αφού για τα αδικήματα του Τεκμηρίου (α), δεν διεξάγονται πλέον έρευνες σε σχέση με τον κατηγορούμενο αφού δεν προέκυψε επαρκής μαρτυρία εναντίον του. Τα πιο πάνω δε σημεία, κρίνω ότι είναι και τα πιο καίρια και σημαντικά για το κατά πόσο συντρέχουν τα άνωθι αναφερόμενα στοιχεία. Αναφορικά λοιπόν με τον επικαλούμενο από την κατηγορούσα αρχή κίνδυνο διάπραξης από τον κατηγορούμενο παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον, θα πρέπει να λεχθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι όχι μόνο η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, αλλά και η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων αποτελούν παράγοντα που μπορεί να συνυπολογισθεί (βλ. Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α. ανωτέρω). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), που με παρέπεμψε και η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείοντας και ο συγκατηγορούμενός του αντιμετώπιζαν κατηγορία απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, κατά παράβαση του άρθρου 325 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Όταν παραπέμφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά δεσμεύτηκαν με εγγύηση και άλλους όρους. Όταν οι δύο κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το Κακουργιοδικείο ύστερα από σχετική αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής διέταξε όπως οι κατηγορούμενοι παρουσιαστούν με τους ίδιους όρους. Όμως κατά την ορισθείσα δικάσιμο και όταν η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου για 3 μήνες μετά η κατηγορούσα αρχή διαφοροποίησε την προηγούμενη της θέση και ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση. Το Κακουργιοδικείο διέταξε μόνο την κράτηση του εφεσείοντα όταν δόθηκε μαρτυρία από αστυφύλακα του ΤΑΕ Λεμεσού ότι εναντίον του εξεταζόταν καταγγελία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ενώ τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου είναι χαρακτηριστικό: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ' άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις, .......................................... Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police) . Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από την διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλέπε R v. Wharton 1955 Cr. L. R. 565). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση R v. Philips 32 Cr. App. R. 47 ορισμένα αδικήματα δεν είναι πιθανόν να επαναληφθούν κατά την περίοδο που εκκρεμεί η διαδικασία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η απόλυση στο κοινωνικό σύνολο προσώπου με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο που συνελήφθη για την διάπραξη νέου αδικήματος πριν ακόμα αντιμετωπίσει την εναντίον του κατηγορία δεν ενδείκνυται. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο έχει να σταθμίσει την ελευθερία του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, υπό το φως πάντοτε όλων όσων έχουν λεχθεί προηγουμένως, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου .». Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Λέχθηκε, ότι το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του όχι απλά αόριστους φόβους περί διάπραξης άλλου αδικήματος, αλλά θετική μαρτυρία για την εξέταση αδικήματος, που, όπως η κατηγορούσα αρχή ισχυρίσθηκε, ο εφεσείοντας ήδη είχε διαπράξει. Ήταν επιτρεπτό, επομένως, το Δικαστήριο αξιολογώντας όλο το ενώπιον του υλικό να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος. Σύμφωνα με το Εφετείο ο εφεσείοντας, ο οποίος ανέμενε την εκδίκαση αδικήματος άσκησης βίας, δηλαδή απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, είχε στο μεταξύ διαπράξει επίθεση και πρόκληση σωματικής βλάβης, αδίκημα, το οποίο, επίσης, σχετίζεται με την άσκηση βίας. Ήταν η κατάληξη του Εφετείου, ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε από μόνο του αλλά και συνδυασμένο με το ιστορικό του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένων και των 4 προηγούμενων του καταδικών, ισχυρή ένδειξη ή πιθανολόγηση για την διάπραξη και άλλου αδικήματος βίας. Από την υπόθεση Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, που πιο πάνω αναφέρεται, προκύπτει, ότι δεν είναι απαραίτητο όπως οι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούσες υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου για να αποφασισθεί ότι υπάρχει κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Στην πιο πάνω υπόθεση η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον από τον εφεσείοντα, η οποία κρίθηκε ορθή από το Εφετείο, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε υπόθεση η οποία δεν είχε μέχρι τότε καταχωρηθεί σε Δικαστήριο, αλλά διερευνάτο από την αστυνομία. Στην δε απόφαση Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τρόπος προσέγγισης της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος διαγράφεται στην υπόθεση Matznetter v. Austria A 10, ρ.33
(1969)στην οποία τα Αυστριακά δικαστήρια έλαβαν υπόψη την "πολύ παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων του κατηγορουμένου, την πελώρια έκταση της ζημιάς που είχαν υποστεί τα θύματα, την πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και μεγάλη δεξιότητα του κατηγορουμένου το καθιστούσαν εύκολο για τον ίδιο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεώρησε ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούσαν περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούσαν την άρνηση απόλυσης με εγγύηση για λόγο που σχετίζεται με την αποτροπή διάπραξης άλλου αδικήματος». Όσον αφορά το ζήτημα των προηγουμένων καταδικών του κατηγορούμενου, το οποίο επικαλέστηκε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής προς επίρρωση της θέσης της ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος διάπραξης κι άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο αν αφεθεί ελεύθερος, το ελάχιστο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι πώς ενέχει σοβαρότατη αντίφαση με την δήλωση της ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου αφού όλες οι προηγούμενες καταδίκες που αναφέρονται στο Τεκμήριο (β) έχουν εξαλειφτεί. Κρίνω επίσης πώς αποδοχή της εισήγησης της κατηγορούσας αρχής θα ισοδυναμούσε με αντινομία. Τούτο διότι εφόσον ο νομοθέτης με σχετική νομοθεσία προέβλεψε πότε μία καταδίκη εξαλείφεται και δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε αυτήν, τυχόν αποδοχή προηγούμενης καταδίκης η καταδικών για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει ροπή προς το έγκλημα σαν στοιχείου για εξέταση αιτήματος κράτησης του, θα συνιστούσε παράβαση των προνοιών της εν λόγω νομοθεσίας. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι οι πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας καλύπτουν μόνο το στάδιο που εξετάζεται η επιλογή του είδους και του εύρους της ποινής. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη κρίνω ότι θα υπήρχε ρητή πρόνοια στο νόμο. H επίκληση δε της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Αστυνομίας, από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αλλά και η δική μου έρευνα της σχετικής επί του ζητήματος νομολογίας, καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο από την εισήγηση της ευπαίδευτου συνηγόρου. Όλες οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορούν στην διαπίστωση της ύπαρξης προηγούμενων καταδικών εις βάρος κατηγορούμενων, στοιχείο πού στην ενώπιον μου υπόθεση δεν προκύπτει αφού δεν υπάρχουν τέτοιες. Συνακόλουθα κρίνω πώς το μόνο στοιχείο που δύναται να ληφθεί υπόψη σαν ένας παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έχει τάση προς την διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσεως με αυτά της παρούσας, είναι η ύπαρξη του Ποινικού Φακέλου του Αστυνομικού Σταθμού Πύλης Πάφου με αριθμό Π/Φ Μ. 224/11, γεγονός το οποίο επισημαίνω πώς δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα αποδέχομαι την ύπαρξη της εν λόγω υπόθεσης ως στοιχείο πού εύλογα δείχνει την τάση και ροπή του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, να επιδεικνύει συγκεκριμένου είδους παραβατική συμπεριφορά, καθιστώντας έτσι τον κίνδυνο αν αφεθεί ελεύθερος διάπραξης κι άλλων αδικημάτων, υπαρκτό. Από τα υποκειμενικά στοιχεία παραμένει προς εξέταση το ζήτημα κατά πόσο υπάρχουν η όχι στενοί δεσμοί του κατηγορούμενου με την Δημοκρατία. Προς απόδειξη της θέσης της η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε την αναντίλεκτη μαρτυρία της μάρτυρος που κάλεσε, δια της οποίας αβίαστα προκύπτει ότι αυτός όχι μόνο δεν διέμενε με την αρραβωνιαστικιά του αλλά πρόσθετα ότι διέμενε επί τη βάση του περιεχομένου των καταθέσεων που είχαν ληφθεί, όχι κάπου μόνιμα αλλά σε διάφορα ξενοδοχεία. Επίσης επικαλέστηκε προς τούτο το περιεχόμενο της κατάθεσης της ίδιας της αρραβωνιαστικιάς του αλλά και της έρευνας πού έγινε στην οικία της, από την οποία δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε προσωπικά αντικείμενα του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση βεβαίως επέμενε στην θέση της επικαλούμενη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο διέμενε με την αρραβωνιαστικιά του, αλλά πρόσθετα οι στενοί δεσμοί του με την Κύπρο συνάγονται και από το γεγονός που είναι επίσης αδιαμφισβήτητο, ότι αυτός είναι πατέρας ενός παιδιού που απέκτησε από την αρραβωνιαστικιά του ηλικίας σήμερα επτά μηνών. Σε σχέση δε με την θέση αυτή της υπεράσπισης θα πρέπει να επισημάνω ότι το γεγονός πώς ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει παιδί με την αρραβωνιαστικιά του, δεν τον εμπόδισε να φύγει από την Κύπρο μετά που αυτό είχε γεννηθεί. Αυτό συνάγεται και από την ίδια την δήλωση του κατηγορούμενου στην κατάθεση του, για την οποία επισημαίνω πώς δεν αμφισβητήθηκε η μάρτυρας στο σημείο αυτό, ότι ευρίσκετο στην Ολλανδία και επέστρεψε στην Κύπρο 3 - 4 μήνες πρίν από την σύλληψη του στην παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα αποδέχομαι μέν ότι ο κατηγορούμενος έχει δεσμούς με την Κύπρο αφού εδώ ευρίσκεται το παιδί του αλλά και η αρραβωνιαστικιά του, από την άλλη όμως αυτοί οι δεσμοί κρίνω πώς από την προηγούμενη του συμπεριφορά δεν είναι τέτοιοι για εκείνον, σε υποκειμενικό επίπεδο εξεταζόμενοι, ικανοί που να τον αποτρέψουν να αναχωρήσει και πάλιν από την Κύπρο ιδιαίτερα εν όψει της συνδρομής και των λοιπών στοιχείων που έχω αποδεχθεί ότι συντρέχουν. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω, πως οι λόγοι επί των οποίων η κατηγορούσα αρχή στηρίζει το αίτημά της για κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα της δίκης του ευσταθούν. Ενόψει και των αρχών της νομολογίας ότι δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών παραγόντων που πιο πάνω αναφέρονται για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50), το αίτημα της κατηγορούσας αρχής όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του κρίνεται δικαιολογημένο ενόψει: · του κινδύνου που υπάρχει για διάπραξη άλλων αδικημάτων, · του κινδύνου να διαφύγει έτσι, ώστε να αποφύγει την τιμωρία του με τις σοβαρότατες ποινές που προνοούνται για τα υπό κατηγορία σοβαρά αδικήματα, και · της διαπίστωσης πώς έχει καταδειχθεί στο βαθμό πού επιβάλλεται, του στοιχείου της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης του, τουλάχιστον στις κατηγορίες 4 και 5. Η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 27.3.2013 και ώρα 11:00 π.μ. Ο κατηγορούμενος να παραμείνει μέχρι τότε υπό κράτηση. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του στο Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Τάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal Αναφορά: Κράτηση μέχρι τη δίκη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο