← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέας Ευαγγέλου, Αρ. Υπόθεσης: 1392/11, 13/2/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέας Ευαγγέλου, Αρ. Υπόθεσης: 1392/11, 13/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1392/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αντρέας Ευαγγέλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13/02/

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέωντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Kεφ. 154 και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αρχ. Αν. Λοχία. 3027 Ανδρέα Περικλέους (Μ.Κ.1) και τον Αστ. 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.2). Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, δηλώθηκαν τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα εκ μέρους του κατηγορούμενου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: - Ο ιατρός Δρ. Λάκης Παλάζης βεβαίωσε ότι στις 05/06/2010 και ώρα 08:03 διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός ο Χριστάκης Ιωάννου (θύμα). - Η Ιατροδικαστική Έκθεση (τεκμήριο 9). - Ο θάνατος του θύματος προήλθε συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. - Το θύμα πριν το δυστύχημα είχε επισκεφθεί το αρτοποιείο που φαίνεται στη φωτογραφία
  2. Πέραν των πιο πάνω παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, στην ουσία, η ακόλουθη μαρτυρία: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής του δυστυχήματος και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του, τεκμήριο
  3. Σε αυτή αναφέρει ότι στις 05/06/2010 και περί ώρα 01:30 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Στη σκηνή βρήκε το ενεχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΗΖ 897 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο στη τελική του θέση. Όπως πληροφορήθηκε από τον Αστ. 2009 ο οποίος ήδη βρισκόταν στη σκηνή, αυτό περί ώρα 01:00 κτύπησε και τραυμάτισε σοβαρά τον πεζό Χριστάκη Ιωάννου, 57 ετών. Αυτό είχε υποστεί ζημιές στο μπροστινό αριστερό μέρος (καπό, προφυλακτήρα, αριστερό φτερό). Ακολούθως, στην παρουσία αυτού και του κατηγορούμενου, ο Αστ. 2009 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και με υπόδειξη του λήφθηκαν από τον πιο πάνω Αστυνομικό φωτογραφίες της σκηνής. Το δυστύχημα, αναφέρει, έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας με οδικό φωτισμό, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Στη σκηνή και στην παρουσία του κατηγορούμενου, έλεγξε τα φώτα πορείας του οχήματος του και την ορατότητα εντός του οχήματος προς τα έξω και διαπίστωσε ότι η ακτίνα των φώτων στην κανονική στάση ήταν 20 μέτρα ενώ υπήρχε πολύ καλή ορατότητα πέραν των 200 μέτρων στην πορεία του οδηγού. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε τις ενέργειες που έκανε μετέπειτα και ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 03:15 - 04:15 στη Τροχαία Λεμεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 2) στην οποία του ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε το πεζό στο δρόμο με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει. Περαιτέρω, αναφέρει ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 15:55 - 16:05 πήρε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 3). Επίσης, την ίδια μέρα και περί ώρα 16:10 έλεγξε μηχανικά το όχημα του κατηγορουμένου ως προς το σύστημα οδήγησης και πέδησης και διαπίστωσε ότι αυτό ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Σε περαιτέρω εξέταση του, προσπάθησε να εξηγήσει πώς κατέληξε στην πορεία του θύματος. Ανέφερε ότι το θύμα διασταύρωνε το δρόμο από βόρεια προς νότια. Σε αυτό κατέληξε, ανέφερε, με βάση μαρτυρία που είχε ότι το θύμα λεπτά πριν είχε επισκεφθεί κατάστημα - φούρνο που ήταν στη βόρεια πλευρά στο δρόμου, με βάση τα τραύματα του θύματος τα οποία ήταν στην αριστερή πλευρά του σώματος του και με βάση τη θέση που βρέθηκε το θύμα και αυτό ήταν στην αριστερή πλευρά του πεζοδρομίου, αν δεν κάνει λάθος. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι λήφθηκε αίμα και οφθαλμικό υγρό από το θύμα και οι αναλύσεις κατέδειξαν ότι το θύμα είχε στο αίμα του 120 mg αντί 50 mg που είναι το επιτρεπτό για ένα οδηγό με βάση τον Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο (βλ. τεκμήριο 4) ενώ σχετική εξέταση αλκοόλης του κατηγορούμενου κατέδειξε ένδειξη μηδέν. Αντεξεταζόμενος, δεν γνώριζε να πει κατά πόσο ρώτησε ή γνώριζε πόσα λεπτά πριν τη σύγκρουση το θύμα επισκέφθηκε το παρακείμενο φούρνο. Επίσης, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε το θύμα στην τελική του θέση αφού όταν έφτασε στη σκηνή είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο και θεώρησε ως τελική του θέση τη κηλίδα αίματος που εντοπίστηκε στη σκηνή. Ούτε ρώτησε να μάθει πού ήταν η τελική θέση του θύματος. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου εντόπισε τον κατηγορούμενο και το όχημα του στην τελική του θέση. Τη στιγμή που έφθασε στο μέρος το θύμα είπε μεταφερόταν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Επίσης, ανέφερε ότι υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός στο μέρος, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Ακολούθως, λόγω της σοβαρότητας του δυστυχήματος ειδοποίησε τον Αν. Λοχία 3027 Α. Περικλέους για να έρθει στη σκηνή. Ο ίδιος έλαβε σχετικές φωτογραφίες της σκηνής τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο και τις κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήριο 8). Περαιτέρω, ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής με το οποίο συμφώνησε ο οδηγός του οχήματος και το υπέγραψε ως ορθό (τεκμήριο 6) και αργότερα το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας 1:
  4. Σε περαιτέρω εξέταση του, επεξήγησε το σχέδιο της σκηνής και τα διάφορα σημεία που σημείωσε σε αυτό. Κατ' αρχή, όπως προκύπτει από το σχέδιο απεικονίζεται σε αυτό η οδός Γρίβα Διγενή. Με το γράμμα Α σημειώνεται η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, η οποία σημειώθηκε από τον μάρτυρα κατόπιν συνομιλίας με τον κατηγορούμενο αλλά και από την τελική θέση του οχήματος του. Η εν λόγω πορεία είναι από ανατολικά προς δυτικά. Την πορεία Β (πορεία του πεζού) στο σχέδιο επί κλίμακας (τεκμήριο 7) την τοποθέτησε καθ' υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης μετά από μαρτυρία που εξασφάλισε. Ο ίδιος δεν μπορούσε να καθορίσει την πορεία αυτή ούτε γνώριζε κατά πόσο αυτή είναι η ορθή. Επίσης, η πορεία αυτή δεν είναι σημειωμένη στο πρόχειρο σχέδιο. Η εν λόγω πορεία όπως φαίνεται στο σχέδιο επί κλίμακας, η οποία τοποθετήθηκε αργότερα σε αυτό, είναι από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά (διαγώνια). Με το γράμμα Β1 τοποθέτησε κηλίδα αίματος η οποία βρίσκεται επί του αριστερού πεζοδρομίου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου. Επίσης, με το γράμμα Γ τοποθέτησε μαύρισμα τροχού του οχήματος του κατηγορούμενου. Ο ίδιος δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για το μαύρισμα αυτό αλλά το τοποθέτησε καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.
  5. Πέραν των πιο πάνω, επεξήγησε τις φωτογραφίες που έβγαλε και το τι η κάθε μια απεικονίζει. Περαιτέρω, από το σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 7) φαίνεται ότι το πλάτος του δρόμου στο σημείο είναι γύρω στα 12 μέτρα και το σημείο Χ τοποθετείται σε απόσταση 2 μέτρων από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου. Η τελική θέση του οχήματος βρίσκεται μπροστά από το εν λόγω σημείο και η πισινή του πλευρά απέχει περίπου 10 μέτρα από αυτό. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, δηλαδή στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, τοποθετείται το Αρτοποιείον «SUNFRESH» και απέχει σε ευθεία πορεία γύρω στα 23 μέτρα από το σημείο Χ και 15,5 μέτρα κάθετα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το σημείο Γ δεν είναι ευδιάκριτο και δεν φαίνεται στις φωτογραφίες καθώς επίσης και ότι αυτό ενδεχομένως να μην προέρχεται από το όχημα του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Επίσης, δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται και οι δύο ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο (τεκμήρια 2 και 3). Στο τεκμήριο 2 ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 05/06/2010 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΚΗΖ 897 στην οδό Γρίβα Διγενή με δυτική κατεύθυνση και είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα στην κανονική στάση. Η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40 - 50 Χ.Α.Ω. και μπροστά του και πίσω του δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Απέναντι του από ότι θυμάται έρχονταν αυτοκίνητα. Τον δρόμο μπροστά του τον έβλεπε ολοκάθαρα αφού υπήρχε φωτισμός στο σε αυτόν αλλά υπήρχαν και τα φώτα του αυτοκινήτου του. Ενώ πλησίαζε στο κρυσφήγετο του Γρίβα και βρισκόταν σχεδόν στη μέση του δρόμου, είδε απότομα μπροστά του ένα άσπρο πράγμα να κτυπά στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του και λίγο προς τα αριστερά και να πετά πίσω από το αυτοκίνητο. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ήταν τόσο αστραπιαίο και δεν μπόρεσε να σταματήσει αμέσως και προχώρησε περίπου 15 μέτρα πιο μπροστά και στη συνέχεια ήρθε λίγο πίσω και σταμάτησε. Κατέβηκε κάτω και είδε ότι κτύπησε ένα πεζό, ηλικίας περίπου 55 χρονών που φορούσε άσπρη φανέλα και τζιν παντελόνι. Φαινόταν σοβαρά τραυματισμένος στο κεφάλι και βρισκόταν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο αριστερά της πορείας του. Ο ίδιος δεν είδε καθόλου την πορεία του πεζού πριν να τον κτυπήσει αλλά υπολογίζει, αφού κρατούσε και τσάντα του φούρνου, ότι ερχόταν από το φούρνο που βρισκόταν στα δεξιά του. Ο ίδιος πάντως, λέει, ότι πριν από τη σύγκρουση δεν τον είδε ούτε να τρέχει ούτε να περπατά να διασταυρώσει. Στο τεκμήριο 3, ο κατηγορούμενος δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στην πιο πάνω κατάθεση του και απλώς του λήφθηκε καθότι του επεστήθηκε πλέον η προσοχή του στο Νόμο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει με το κατηγορητήριο ενώ αρχικά ήταν για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ολόκληρη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι πραγματική. Ελλείπει οποιαδήποτε προφορική ή άμεση μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασαν οι μάρτυρες κατηγορίας και τις εξηγήσεις και σχετικά συμπεράσματα τους για να καταλήξει κατά πόσο αυτή είναι αποκαλυπτική των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Θεωρώ ορθό να προχωρήσω πρώτα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 ο οποίος ήταν αυτός που κατέθεσε όλη την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή και ετοίμασε τα σχετικά σχεδιαγράμματα έτσι ώστε να είναι και πιο κατανοητή η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ο οποίος βασίστηκε σε αυτήν για να εκθέσει τις θέσεις και απόψεις του. Το γεγονός ότι, τόσο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 6) όσο και το σχέδιο επί κλίμακας (τεκμήριο 7) απεικονίζουν την οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό δεν αμφισβητήθηκε. Το ίδιο και οι διάφορες μετρήσεις οι οποίες καταγράφονται σε αυτά. Επίσης, να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός επισκέφθηκε τη σκηνή όπου και ετοίμασε αρχικά το πρόχειρο σχέδιο το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακας. Αποδέχομαι τα πιο πάνω αφού πέραν αυτών δεν έχει προκύψει και οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει ότι ενδεχομένως να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ούτε έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν τούτου, αποδέχομαι τόσο την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου όσο και το σημείο σύγκρουσης αφού αυτά προέκυψε να αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων. Παρόλο που ο μάρτυρας αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το σημείο σύγκρουσης και για ποιο λόγο τοποθετείται στο συγκεκριμένο σημείο επί του σχεδίου, εντούτοις το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα ούτε αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο. Επίσης, δεν έχει προκύψει κάτι που να καταδεικνύει ότι αυτό ενδεχομένως να είναι κάπου αλλού. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο διευκρινίστηκε από το μάρτυρα τόσο κατά την κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, είναι ότι το σημείο Β, που είναι η πορεία του θύματος, τοποθετήθηκε στο σχέδιο καθ' υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1) με βάση τη μαρτυρία που ο αυτός εξασφάλισε και κατείχε. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε θέση και άποψη επί της ορθότητας του σημείου το οποίο δεν σημειώθηκε εξ' αρχής στο πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε και ο κατηγορούμενος. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί το εν λόγω σημείο, η ορθότητα του οποίου θα πρέπει να ανευρεθεί από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1. Πέραν τούτου, παρόλο που ο μάρτυρας σημείωσε επί του σχεδίου με το γράμμα Γ μαύρισμα τροχού του οχήματος του κατηγορουμένου, εντούτοις ο ίδιος συμφώνησε ότι δεν το είχε ελέγξει, δεν φαίνεται ή δεν είναι ευδιάκριτο στις φωτογραφίες που κατέθεσε και δεν αμφισβήτησε ότι αυτό μπορεί να μην είναι του εν λόγω οχήματος. Ως εκ τούτου ούτε το εν λόγω σημείο μπορεί να γίνει αποδεκτό. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που έφθασε στη σκηνή δεν εντόπισε το θύμα στην τελική του θέση και δεν ήταν σε θέση να πει πού αυτό κατέληξε μετά τη σύγκρουση και επομένως δεν μπορεί να γίνει ανάλογο εύρημα. Εκείνο που εντόπισε ήταν μια κηλίδα αίματος επί του πεζοδρομίου. Η εν λόγω κηλίδα δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι. Πέραν τούτου, υπέδειξε στη φωτογραφία 7 και μια σακούλα του φούρνου η οποία σύμφωνα με τις αναφορές του μάρτυρα, κρατούσε το θύμα, από ότι πληροφορήθηκε από τον εξεταστή με βάση μαρτυρία που εξασφάλισε. Αποδέχομαι μόνο την ύπαρξη της εν λόγω σακούλας στο μέρος. Οτιδήποτε άλλο ανέφερε ο μάρτυρας σε σχέση με αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε γνώση. Πέραν τούτου, αποδέχομαι και τις φωτογραφίες που κατέθεσε (τεκμήριο 8) αφού δεν αμφισβητήθηκε το τι αυτές απιεκονίζουν καθώς επίσης και η γνησιότητα τους και ουσιαστικά αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος και βασικά η μαρτυρία του σκοπό και στόχο είχε να καταδείξει την πορεία του θύματος αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά επιχείρησε να προβεί σε αναπαράσταση του δυστυχήματος με βάση τις γνώσεις του για να καταδείξει την πορεία αυτή. Προτού ασχοληθώ με την μαρτυρία του επί του ζητήματος αυτού θα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο ο μάρτυρας αυτός μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας σε σχέση με αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο για να καταλήξει στην πορεία του θύματος. Είναι καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται η εμπειρογνωμοσύνη ενός μάρτυρα σε σχέση με το θέμα στο οποίο θα αναφερθεί. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομοληγηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι είναι σχεδιαστής, εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων, φωτογράφος, ειδικός στην αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και χειριστής της συσκευής «SKIDMAN». Επίσης, κατά την προφορική του μαρτυρία επικαλέστηκε την πείρα του στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων (και με πεζούς) η οποία είναι πέραν των 10 χρόνων και ότι έχει εξετάσει πολλά τέτοια δυστυχήματα. Δεν έχουν αναφερθεί οποιαδήποτε ακαδημαϊκά προσόντα από το μάρτυρα σε σχέση με την αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων ούτε ρωτήθηκε να αναφέρει τέτοια, είτε κατά την κυρίως του εξέταση είτε κατά την αντεξέταση του. Να σημειωθεί επίσης, ότι και η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού θεώρησε και έκλαβε ως δεδομένο ότι ο μάρτυρας αυτός είναι ειδικός σε σχέση με την αναπαράσταση δυστυχημάτων και συγκεκριμένα ειδικός να αναφέρει και να καταλήξει στην πορεία του θύματος με βάση τα διάφορα ευρήματα. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα ανωτέρω και ειδικότερα τη πείρα του μάρτυρα σε σχέση με την διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων με πεζούς και την αναφορά του ότι είναι ειδικός για αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων, κρίνω ότι μπορώ να τον αποδεκτώ ως τέτοιο και η μαρτυρία του σε σχέση με την πορεία του θύματος θα αξιολογηθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Προχωρώντας τώρα να αξιολογήσω τη μαρτυρία και θέση του μάρτυρα αυτού σε σχέση με την πορεία του θύματος, κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα ώστε να δύναται το ίδιο το Δικαστήριο επί της μαρτυρίας του να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την πρότερη της σύγκρουσης πορεία του θύματος. Ο μάρτυρας εξέφρασε στο Δικαστήριο μια γενική και ατεκμηρίωτη θέση ότι η πορεία του θύματος ήταν από βόρεια προς νότια για τους λόγους που ανέφερε στους οποίους θα ασχοληθώ κατωτέρω λεπτομερώς. Να σημειωθεί επίσης, ότι σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του τέθηκαν ενώπιον του είτε το σχέδιο της σκηνής είτε οι φωτογραφίες ούτε δόθηκαν από αυτόν οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις για τη θέση και το συμπέρασμα του αυτό. Για να καταλήξει στην πορεία του θύματος είπε, έλαβε υπόψη του μαρτυρία που είχε ότι λεπτά πριν από το δυστύχημα το θύμα είχε επισκεφθεί τον φούρνο που βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του δρόμου, τα τραύματα του θύματος τα οποία ήταν στην αριστερή πλευρά και τη θέση που βρέθηκε το θύμα. Κατ΄ αρχή τα πιο πάνω στοιχεία που έλαβε υπόψη του δεν είναι τέτοια που να οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό στον απαραίτητο βαθμό και από μόνα τους είναι αδύνατα και ατεκμηρίωτα. Ανέφερε ότι λεπτά πριν, το θύμα είχε επισκεθφεί το φούρνο. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν γνώριζε να πει ούτε αν ρώτησε πόση ώρα προηγουμένως το θύμα είχε επισκεφθεί το φούρνο, ούτε αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε σχέση με την κατεύθυνση που ακολούθησε το θύμα όταν εξήλθε από το φούρνο και πότε. Πέραν τούτου, σε σχέση με τα τραύματα του θύματος ο μάρτυρας είπε ότι αυτά ήταν στην αριστερή πλευρά. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση το θύμα έφερε εκδορές στο πρόσωπο, τραύμα συραμμένο στη δεξιά κογχική χώρα. Εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματος. Θλαστική εκχύμωση στην αριστερή τροχαντίριο χώρα και θλαστική εκχύμωση της κογχικής χώρας αμφοτεροπλεύρως. Επίσης, έφερε κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, κάταγμα λεκάνης, κάταγμα μέσου εγκεφαλικού βόθρου και κάταγμα πλευρών αριστερά. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, το θύμα έφερε τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος του. Τα πιο πάνω τραύματα σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας επεξηγήθηκαν από οποιοδήποτε ειδικό και πιο συγκεκριμένα πώς αυτά τα τραύματα μπορεί να προκληθούν. Πώς μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα τραύματα αυτά προκλήθηκαν από την επαφή του οχήματος του κατηγορουμένου με το θύμα; Kαι πώς μπορεί να καταλήξει ότι εν όψει των τραυμάτων αυτών (που ήταν σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος) το θύμα κτυπήθηκε από το όχημα στην αριστερή του πλευρά; Στην απουσία οποιαδήποτε εξήγησης των τραυμάτων θα ήταν αυθαίρετο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο εύρημα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι έλαβε υπόψη του την τελική θέση του θύματος. Ο ίδιος όμως είπε ότι δεν είδε το θύμα πού ήταν όταν έφθασε στη σκηνή διότι είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Εκλαμβάνει τη κηλίδα αίματος ως την τελική θέση του θύματος. Παρόλο που καμία μαρτυρία δεν τέθηκε σε σχέση με την τελική θέση του θύματος, εντούτοις αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν επί του πεζοδρομίου αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του - η αξιολόγηση της θα γίνει κατωτέρω - αναφέρει ότι όταν κατέβηκε από το όχημα του εντόπισε το θύμα στη θέση αυτή. Το γεγονός αυτό από μόνο του όμως, δεν καταδεικνύει και την πορεία του θύματος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός πρόσθεσε ότι την πορεία τη σημείωσε αρχικά όπως φαίνεται στο σχέδιο με βάση τη κατάθεση του κατηγορούμενου. Στην κατάθεση του όμως, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν γνωρίζει από όπου ήρθε το θύμα και ότι υπολογίζει ότι πιθανόν να ήρθε από βόρεια. Ούτε η θέση αυτή του μάρτυρα υποστηρίζει το συμπέρασμα του για την πορεία αφού ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση έδωσε σαφή και ξεκάθαρη μαρτυρία για την πορεία του θύματος. Πέραν των πιο πάνω, σε κανένα σημείο της προσαχθείσας μαρτυρίας αλλά και στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού συσχετίστηκαν οι ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου με την πορεία που ακολουθούσε το θύμα. Οι ζημιές αυτές όπως φαίνονται και στις φωτογραφίες (βλ. φωτογραφία 8,9,13 και 14) βρίσκονται στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, αριστερό προφυλακτήρα, αριστερή γωνία του προφυλακτήρα και αριστερό μπροστινό καπώ πάνω από το αριστερό φανάρι. Η ζημιά στο σημείο αυτό φαίνεται να είναι ένα μικρό ξεσκόνισμα. Πουθενά δεν εξηγήθηκε ή δεν συσχετίστηκαν οι ζημιές αυτές με την πορεία του θύματος ούτε εξηγήθηκε πώς μπορεί να αφαιθεί στο καπώ ένα τέτοιο ξεσκόνισμα και κατά πόσο αυτό υποδηλεί και την πορεία του θύματος όπως την έθεσε ο μάρτυρας στο σχέδιο της σκηνής. Επιπρόσθετα, τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι ενδεχομένως το θύμα να περπατούσε στο αριστερό πεζοδρόμιο και να μπήκε ξαφνικά στο δρόμο εξ' ού και οι ζημιές στην αριστερή γωνιά του οχήματος αλλά και η τελική θέση του θύματος. Ο μάρτυρας απάντησε ότι εξέτασε και αυτό το ενδεχόμενο αλλά κατέληξε ότι η πορεία ήταν από βόρεια προς νότια. Γιατί όμως απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό δεν εξηγήθηκε ούτε έδωσε οποιαδήποτε επιστημονική και εμπεριστατωμένη εξήγηση. Πιο κάτω κατά την αντεξέταση του και ερωτούμενος πού θα κατέληγε το θύμα την ώρα που κτυπήθηκε αν βάδιζε με νότια κατεύθυνση, ο μάρτυρας είπε ότι θα κατέληγε είτε μπροστά είτε αριστερά σύμφωνα με την πορεία του πεζού και αυτό εξαρτάται από το είδος του αυτοκινήτου. Συνεχίζοντας και ερωτούμενος πού θα καταλήξει ο πεζός αν περπατά στο πεζοδρόμιο και εισέλθει στο δρόμο απάντησε ότι θα πάει μπροστά και διευκρινίζοντας κατά πόσο δεν θα πέσει στο πεζοδρόμιο απάντησε λογικά ναι και ότι θα υπάρχει τραύμα στη δεξιά πλευρά του σώματος του. Οι πιο πάνω απαντήσεις δεν παρέχουν κανένα εχέγγυο στο Δικαστήριο να καταλήξει στον ορθότητα του συμπεράσματος του μάρτυρα σε σχέση με την πορεία. Δεν παρέχεται καμία εξήγηση για τις απαντήσεις του οι οποίες είναι γενικές και αστήρικτες και μπορώ να πω ότι αποτελούν και εικασίες στις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω αλλά και όλη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι αυτή δεν ήταν τέτοιας επάρκειας έτσι ώστε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα εχέγγυα για να μπορεί να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με την πορεία του θύματος κατά και πριν από τη σύγκρουση. Επομένως, δεν μπορεί με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού να εξαχθεί οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με την πορεία του θύματος. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην αναφορά του κατηγορούμενου σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε πριν από τη σύγκρουση και ότι αυτός κινείτο δυτικά στην οδό Γρίβα Διγενή με ταχύτητα γύρω στα 40 - 50 Χ.Α.Ω και ότι είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και ότι έβλεπε ολοκάθαρα το δρόμο αφού είχε φωτισμό στο δρόμο και ότι ούτε μπροστά του ούτε πίσω του υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Τα πιο πάνω συνάδουν και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία καθώς επίσης αποτελούν και δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε απότομα μπροστά του ένα άσπρο πράγμα να κτυπά στο μπροστινό ανεμοθώρακα του οχήματος και λίγο προς τα αριστερά και ακολούθως σταμάτησε και κατέβηκε από το όχημα του και είδε ένα άνδρα ξαπλωμένο στο αριστερό πεζοδρόμιο της πορείας του ο οποίος φαινόταν σοβαρά τραυματισμένος στο κεφάλι. Οι δηλώσεις αυτές είναι ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου και δεν συγκρούονται με άλλη μαρτυρία. Σε σχέση με την αναφορά του για την πορεία του θύματος είναι προφανές ότι ο ίδιος δεν γνώριζε από πού ήρθε το θύμα ούτε πού κινείτο εντός του δρόμου ή βρισκόταν πριν από τη σύγκρουση αφού η οποιαδήποτε αναφορά του όπως και η ίδιος αναφέρει είναι υποθετική. Υπολογίζει είπε να ερχόταν από το φούρνο αφού κρατούσε και τσάντα του εν λόγω φούρνου. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ή δεν αμφισβητήθηκε, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος στις 05/06/2010 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΗΖ 897 στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό έχοντας δυτική κατεύθυνση, τα φώτα της πορείας του αναμμένα και ταχύτητα γύρω στα 40 - 50 Χ.Α.Ω. Τόσο μπροστά του όσο και πίσω του δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό, υπήρχε φωτισμός και ο ίδιος έβλεπε ολοκάθαρα το δρόμο. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου είδε απότομα μπροστά του ένα άσπρο πράγμα να κτυπά στο μπροστινό ανεμοθώρακα και λίγο προς τα αριστερά και να πετά πίσω από το αυτοκίνητο του. Σταμάτησε λίγο πιο μπροστά, κατέβηκε κάτω από το αυτοκίνητο και είδε ένα άνδρα να βρίσκεται ξαπλωμένος στο αριστερό πεζοδρόμιο της πορείας του και να είναι σοβαρά τραυματισμένος στο κεφάλι. Ο εν λόγω άνδρας με τον οποίο συγκρούστηκε ήταν ο Χριστάκη Ιωάννου ηλικίας 57 ετών τέως από τη Λεμεσό (θύμα) ο οποίος αργότερα είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και είχε υποκύψει στα τραύματα του στις 05/06/2010 και περί ώρα 08:03. Ως αιτία του θανάτου του ήταν κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Το θύμα είχε στο αίμα του 120 mg αλκοόλης με αντί 50 mg βάση τους Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμους του 1986 ως τροποποιηθήκαν ενώ ο κατηγορούμενος μετά από σχετικό έλεγχο είχε ένδειξη μηδέν. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 2 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και η ορατότητα ήταν πολύ καλή και πέραν των 200 μέτρων στην πορεία του κατηγορούμενου. Nομική Πτυχή: Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή). (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Με βάση, επίσης, το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό την πορεία και το ακριβές σημείο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το θύμα εισήλθε και έθεσε τον εαυτό του εντός της πορείας που κινείτο ο κατηγορούμενος, η κατηγορία του κατηγορητηρίου είναι έκθετη σε απόρριψη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σάζος
(2001)2 Α.Α.Δ.18). Η απουσία ευρήματος σε σχέση με την πορεία του θύματος πριν από τη σύγκρουση αλλά και του τρόπου που αυτός βρέθηκε στο δρόμο και έθεσε τον εαυτό του εντός της πορείας του οχήματος του κατηγορουμένου, στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδήγησε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα υπό τις περιστάσεις. Το ενδεχόμενο το θύμα να εισήλθε στο δρόμο από το αριστερό πεζοδρόμιο ή να έθεσε τον εαυτό του σε τέτοιο σημείο του δρόμου και με τέτοιο τρόπο που να καθιστούσε αδύνατο για τον κατηγορούμενο τη λήψη οποιονδήποτε αποτρεπτικών μέτρων για να αποφύγει τη σύγκρουση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τονίζω ότι πρόσωπο που βρίσκεται επί πεζοδρομίου δεν αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο για ένα οδηγό εντός της ασφάλτου παρά μόνο όταν το εν λόγω πρόσωπο πράξει με τρόπο που δεικνύει την πρόθεση του να εισέλθει εντός της ασφάλτου (βλ. Σιλβέστρου v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.378 και Paul Lesley Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 ). Έχοντας επίσης, υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με σχετικά χαμηλή ταχύτητα και ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει μόλις δύο μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του, σε συνδυασμό με την κατάσταση που βρισκόταν το θύμα πριν από τη σύγκρουση, το ενδεχόμενο το θύμα να εισήλθε στο δρόμο ή να έθεσε το εαυτό του εντός της πορεία του κατηγορούμενου που να ήταν αδύνατο να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση είναι μια εύλογη πιθανότητα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η πιο πάνω κατάληξή μου, καθιστά την εξέταση του ενδεχομένου ο Κατηγορούμενος να ήταν αμελής μη αναγκαία και αυτό γιατί η αδυναμία του Δικαστηρίου να αποκλείσει το ενδεχόμενο το θύμα να εισήλθε εντός της πορείας που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου σε τέτοιο σημείο και με τέτοιο τρόπο που να ήταν αδύνατη η αποφυγή της σύγκρουσης, αποτελεί ουσιαστική αδυναμία και για σκοπούς εξέτασης του αδικήματος της αμέλειας. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: thanatiforo) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.