Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Omid Samani Nasab, Αρ. Υπόθεσης: 10346/11, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10346/11 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Omid Samani Nasab Ημερομηνία: 28.2.2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: Ε. Kληρίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Τούμπας Κατηγορούμενος : Παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει επί του κατηγορητηρίου ως αυτό τροποποιήθηκε, με αριθμούς την 3, 4 και 5, αφού οι κατηγορίες 1 και 2, διακόπηκαν σε προηγούμενο στάδιο και σε αυτές ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε. Οι κατηγορίες αυτές, αφορούν τα αδικήματα, της εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις (3η Κατηγ.), της πλαστοπροσωπίας (4η Κατηγ.) και της εισόδου στη Δημοκρατία, χωρίς τη συγκατάθεση του λειτουργού Μετανάστευσης (5η Κατηγ.). Τα γεγονότα, είναι καταγραμμένα στη Γραπτή Έκθεση Γεγονότων την οποία η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α΄ και ανέγνωσε. Η εν λόγω έκθεση αναγνώστηκε και δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο της από την υπεράσπιση. Αυτά έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος την 22.11.07 υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο στην ΥΑΜ Λεμεσού παρουσιάζοντας στον Μ3 το διαβατήριο του Ιράν με αρ. I 12175520 (Τεκμήριο), στο όνομα Mohsen Mashhadi Karimi, Η.Γ. 18.11.75 και με το ίδιο Διαβατήριο στις 16.7.09 παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο στον Δήμο Αραδίππου, την Ευρωπαία υπήκοο Greta Georgieva από τη Βουλγαρία. Στις 7.3.10 μετά από πληροφορία που δόθηκε στην ΥΑΜ Λεμεσού, ότι ο πιο πάνω αλλοδαπός ήταν κάτοχος δύο Διαβατηρίων με διαφορετικά στοιχεία, κλήθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού, του λήφθηκε γραπτή κατάθεση στην μητρική του γλώσσα από τον Μ1 στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι τα πραγματικά του στοιχεία είναι Omid Samani Nasab, με αρ. διαβατηρίου U 8378060, το οποίο όμως είχε κατασχεθεί από τις αρχές του Ιράν και η έξοδος του από την χώρα απαγορευόταν. Όπως ανέφερε για να πετύχει την έξοδο του από το Ιράν αγόρασε καινούργιο αυθεντικό Διαβατήριο με αρ. I 12175520, με το όνομα Mohsen Mashhadi Karimi, από κάποιο Αστυνομικό στο Ιράν, στο οποίο είναι τυπωμένη η δική του φωτογραφία του, αλλά τα υπόλοιπα στοιχεία στο Διαβατήριο ανήκουν σε άλλο υπαρκτό πρόσωπο στο Ιράν, τον οποίο δεν γνωρίζει. Επίσης παραδέχεται ότι την 15.11.07 εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω του αερολιμένος Τύμπου. Το διαβατήριο με αρ. I 12175520, στο όνομα Mohsen Mashhadi Karimi παραλήφθηκε ως Τεκμήριο. Επίσης στις 26.4.10 αποστάληκε επιστολή στην Ίντερπολ Τεχεράνης, με την οποία ζητείτο να γίνουν εξετάσεις σχετικά με τα δύο Διαβατήρια. Στις 15.9.10 λήφθηκε απαντητική επιστολή από την Ίντερπολ Τεχεράνης, στην οποία αναφερόταν ότι το Διαβατήριο με αρ. U 8378060 στο όνομα Omid Samani Nasab, εκδόθηκε νόμιμα από τις αρχές του Ιράν, αλλά ο κάτοχος του δεν έφυγε από το Ιράν με το εν λόγω Διαβατήριο. Επίσης αναφερόταν ότι το Διαβατήριο με αρ. I 12175520, στο όνομα Mohsen Mashhadi Karimi, εκδόθηκε νόμιμα από τις αρχές του Ιράν, αλλά η φωτογραφία του προσώπου για το οποίο εκδόθηκε, δεν ήταν η πραγματική. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής ετοίμασε γραπτή αγόρευση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Αυτή σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β και την ανέγνωσε και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ταυτολεξεί τα όσα αναφέρονται σε αυτήν. Εκ των όσων ανέφερε επισημαίνω τα εξής: · Ότι η παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν ένα μεμονωμένο και μοναδικό περιστατικό στην ζωή του. · Ότι η χρήση του πλαστού διαβατηρίου από τον κατηγορούμενο έγινε για να αποφύγει τις σοβαρές συνέπειες και κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του λόγω του ότι άλλαξε θρησκεία και το όνομα του τοποθετήθηκε στο κατάλογο ΣΤΟΠ-ΛΙΣΤ στην χώρα του. · Την άψογη συνεργασία του με την αστυνομία. · Την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο. · Το νεαρό της ηλικίας του, ήτοι είναι 26 ετών σήμερα. · Το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την ημέρα που καλείται να αντιμετωπίσει την ποινή που θα του επιβληθεί. Επεσήμανε δε ιδιαίτερα την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, ήτοι 1 και πλέον χρόνο από την ημερομηνία της καταγγελίας · Ότι από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα, · Εισηγήθηκε επίσης ότι όλα τα αδικήματα πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα και συγκεκριμένα από τα γεγονότα της 4ης κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου · Σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες ανέφερε ότι η σύζυγος του είναι έγκυος 5 μηνών, είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του και προσπαθεί να εξεύρει εργασία για να την συντηρεί. Σε περίπτωση δε φυλάκισης αυτό θα έχει σοβαρότατες επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του. · Ακόμα σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες ανέφερε ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας, ήτοι διαφραγματοκοίλη που του έχει προκαλέσει έλκος βολβού με σημεία αιμορραγίας για την οποία θα πρέπει να υποβάλλεται σε θεραπεία, υπάρχει δε σοβαρή πιθανότητα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. · Σε σχέση με το ενδεχόμενο επιβολής ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που έχουν αναγνωρισθεί από την νομολογία ήτοι: · η διαγωγή του μετά την διάπραξη των αδικημάτων ήταν άψογη, · το λευκό του ποινικό μητρώο, και · τα κίνητρα του για την διάπραξη των αδικημάτων ήταν τέτοια έτσι ώστε αυτή να ανασταλεί. Τέλος επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος είναι πλέον νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, ζητήθηκε η θέση της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης που παρατηρείται στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Προς τούτο η ευπαίδευτη συνήγορος ανέφερε ότι ναι μεν τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2007 όμως η καταγγελία έγινε στις 7.3.10, η διερεύνηση όμως και οι ανακρίσεις συμπληρώθηκαν στις 23.2.11 αφού αναμένετο η ενημέρωση από τον Γενικό Εισαγγελέα αναφορικά με την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης αλλά και η λήψη πληροφοριών από το Τμήμα Διεθνούς Αστυνομίας (Interpol) του Ιράν, η οποία όπως αναφέρεται στην παράθεση των γεγονότων λήφθηκε στις 15.9.10. Αυτό είχε σαν επακόλουθο η υπόθεση να καταχωρηθεί τον Ιούλιο του 2011. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων από τους σχετικούς νόμους ποινών, τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται πολύ σοβαρά. Συγκεκριμένα για τα εν λόγω αδικήματα προβλέπονται οι πιο κάτω ποινές: Για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας ποινή φυλάκισης μέχρι 1 χρόνου (βλ. άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154). Για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας προβλέπεται, εφόσον τούτο δυνάμει του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 καθορίζεται ως πλημμέλημα, ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι το ισόποσπο σε ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 ή και οι δύο ποινές (βλ. άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154). Για το αδίκημα της 5ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 ή και με τις δύο ποινές, Κατά κανόνα, αδικήματα κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν και με αδικήματα πλαστογραφίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο. Αυτή αφορούσε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί στην Αγγλία. Λέχθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, συντρέχει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 204, ο κατηγορούμενος ήταν Βουλγαρικής καταγωγής, ηλικίας 31 χρόνων, παντρεμένος με τρία παιδιά. Το 1998 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για αδικήματα κλοπής επιταγών, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απελάθηκε. Επανήλθε παράνομα ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για δεύτερη φορά το 2003 για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, χωρίς να κατηγορηθεί. Ακολούθως εισήλθε ξανά στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό Διαβατήριο, το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα. Καταδικάσθηκε μετά από δική του παραδοχή για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην δε υπόθεση EURGAN ALI BHATTI v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 641, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που επέβαλε στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπίας ποινή φυλάκισης 9 και 5 μηνών αντίστοιχα. Τέλος η σοβαρότητα αδικημάτων όπως αυτά της τρίτης και τέταρτης κατηγορίας και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών, επισημάνθηκε και από το όσα αναφέρονται στην απόφαση στην υπόθεση ATEFI ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190. Στην εν λόγω υπόθεση οι ποινές φυλάκισης από 2 μέχρι 10 μήνες για αδικήματα παρόμοιας φύσης ως της παρούσας επικυρώθηκαν και το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο εφεσείων, ύστερα από δική του παραδοχή, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ δύο και δέκα μηνών για διάφορες κατηγορίες, για ψευδή δήλωση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση πιστοποιητικού εγγραφής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων, παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο λιμάνι. Υποστηρίζει ότι οι επιβληθείσες ποινές είναι υπερβολικές. ............................................................................ Ο εφεσείων καταδικάστηκε σε σωρεία κατηγοριών και του επιβλήθηκε ποινή, όχι μόνο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία ή της παράνομης διαμονής του, αλλά και για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Μάλιστα, οι ψηλότερες ποινές, αυτές των δέκα και οκτώ μηνών φυλάκισης, επιβλήθηκαν στις κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία ψευδούς εγγράφου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο εφεσείων, μέχρι τη σύλληψή του, δεν παρουσιάστηκε στις αρχές για να εκθέσει τους λόγους της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία. ............................................................................ Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε έδαφος στα εγερθέντα επιχειρήματα και συνεπώς η έφεση απορρίπτεται.» Τo αδίκημα της 5ης κατηγορίας, είναι επίσης πολύ σοβαρό. Αυτό, διαπράττεται με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα στον τόπο μας σε βαθμό που δίκαια να μπορεί να θεωρείται ότι βρίσκεται σε έξαρση. Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος αυτής της φύσης ενέχει σοβαρότατες συνέπειες στην οικονομική αλλά και κοινωνική ζωή του τόπου, στοιχεία που υπαγορεύουν την αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η νομολογία κατέδειξε ότι και για αδικήματα αυτής της φύσης, η ενδεδειγμένη ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Shabanali Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231). Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή τόνισε, ότι πρέπει να γίνει σεβαστό ότι στην περίπτωση της Κύπρου συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας και τόνισε επίσης κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Mohamed Said Mohamed El Feky και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166, τις ανησυχητικές διαστάσεις του αδικήματος με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις που αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο (βλ. επίσης, Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 295). Η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση καταμαρτυρεί πλήρη περιφρόνηση προς την πολιτεία και τους νόμους της και δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, ακόμα και για τους λόγους που τον ώθησαν σύμφωνα με τα όσα προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του να έλθει στον τόπο μας και θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με τη δέουσα αυστηρότητα (βλ. Ahmat Al Kawaret v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 169/08, ημερομηνίας 10.12.08). Παρά το ότι μπορεί να γίνει αντιληπτή από το Δικαστήριο η προσπάθεια του κατηγορούμενου να έλθει στην Κύπρο για να ξεφύγει από τον οποιοδήποτε κίνδυνο αντιμετώπιζε για τους λόγους πού ανέφερε ο συνήγορος του και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής του, θα πρέπει όμως, να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να έλθουν στην Κύπρο, οφείλουν να το πράττουν με το νόμιμο τρόπο και σεβόμενοι τους νόμους της Κυπριακής πολιτείας. Η είσοδος και η παραμονή τους στην Κύπρο θα πρέπει να γίνονται στα πλαίσια της νομιμότητας. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά παραπλάνησε τις αρμόδιες αρχές, παρουσιάσθηκε σε αυτές στις 22.11.2007 παρουσιάζοντας πλαστό διαβατήριο, υπέβαλε αίτηση για παροχή σε αυτόν πολιτικού ασύλου και ακολούθως συζεύχθηκε με ευρωπαία πολίτιδα με το ίδιο διαβατήριο. Ακόμη οι ενέργειες του πριν την άφιξη του στην Κύπρο η οποία άφιξη επισημαίνω έγινε και παράνομα μέσω μη εγκεκριμένου αερολιμένος, ήτοι του αερολιμένος της Τύμπου στην κατεχόμενη από την Τουρκία περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποδηλοί ότι αυτός είχε προσχεδιάσει την διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω η όλη του συμπεριφορά μετά την είσοδο του στις ελεύθερες περιοχές δείχνει ότι όχι μόνο δεν είχε πρόθεση να ζήσει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά αντίθετα με μία διαχρονική παράνομη συμπεριφορά παριστάνοντας τον εαυτό του σαν άλλο πρόσωπο με την χρήση του πλαστογραφημένου διαβατηρίου, όχι μόνο ξεγέλασε τις αρχές αλλά και την γυναίκα με την οποία τέλεσε γάμο. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, καταδεικνύει την πλήρη περιφρόνηση του προς τους κανόνες της πολιτείας της οποίας επεδίωξε τη φιλοξενία καθώς και την πρόθεση του να συνεχίσει την εν λόγω συμπεριφορά, η οποία μόνο με την σύλληψη του ανακόπηκε. Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτά στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει που παρά το ότι δεν ήταν άμεση εντούτοις ως η νομολογία καθορίζει λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλέπε υπόθεση Βασίλης Σόλωνα Φανάρα ν. Δημοκρατίας
(1999)Τόμος 2, Α.Α.Δ. 50), τη συνεργασία του με την αστυνομία, η οποία οδήγησε και στην εξιχνίαση του αδικήματος της 5ης κατηγορίας, το νεαρό της ηλικίας του, 26 ετών, καθώς επίσης τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Εξ αυτών λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου: · ότι κατάγεται από το Ιράν, είναι συζευγμένος με Ευρωπαία πολίτιδα και η σύζυγος του ευρίσκεται στον 5ον μήνα της εγκυμοσύνης της, · ότι είναι πτυχιούχος πανεπιστημίου στον κλάδο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών πανεπιστημίου της χώρας του, · ότι ο ίδιος δεν εργάζεται και συντηρείται τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του από την εργασία της σε υπεραγορά από την οποία λαμβάνει €808,00 μηνιαίως, · ότι διαμένει με την σύζυγο του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λεμεσό για το οποίο καταβάλλεται μηνιαίο ενοίκιο εκ €550,00, και ότι στη Κύπρο ήλθε το 2007 ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Τέλος, σε σχέση με το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ήτοι στοιχείο που επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου σαν πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα, παρατηρώ τα εξής: Τα συγκεκριμένα αδικήματα διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο 2007, όμως σχετική καταγγελία έγινε στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους τον Μάρτιο
- Αυτό είχε σαν επακόλουθο οι έρευνες της Αστυνομίας και οι ανακρίσεις να αρχίσουν μετά την καταγγελία αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος σε μια διαχρονική και συνεχόμενη παραβατική συμπεριφορά εξαπατούσε τις αρχές παριστάνοντας τον εαυτό του σαν άλλο πρόσωπο. Στα πλαίσια δε των ανακρίσεων απαιτήθηκε και η συμβολή της αστυνομίας της χώρας του κατηγορούμενου, ήτοι ζητήθηκαν στοιχεία αναφορικά με το πρόσωπο για το οποίο είχε εκδοθεί το πλαστογραφημένο διαβατήριο που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος τα οποία δόθηκαν στην Κυπριακή Αστυνομία τον Σεπτέμβριο
- Οι ανακρίσεις συμπληρώθηκαν τον Φεβρουάριο 2011, και ακολούθως ζητήθηκε η άποψη του Γενικού Εισαγγελέα για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Η γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για τα αδικήματα πού διέπραξε με επακόλουθο να καταχωρηθεί η παρούσα στις 13.7.
- Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταγγελία μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δυνάμει των αρχών της νομολογίας, ως αδικαιολόγητο. Αυτό λαμβανομένου υπόψη του όγκου των ερευνών, του μακρού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε μέχρι τη καταγγελία αλλά και του γεγονότος ότι θα έπρεπε να ληφθούν και στοιχεία από υπηρεσία άλλης χώρας. Πρόσθετα από την καταχώρηση της παρούσας, ένα μεγάλο μέρος του χρονικού διαστήματος που έχει διαρρεύσει μέχρι και σήμερα που θα επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο, οφείλεται και στον ίδιο, ο οποίος δεν παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες και σε αρκετές περιπτώσεις ζήτησε ο ίδιος αναβολή μέσω του συνηγόρου του. Κρίνω ως εκ τούτου σκόπιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό το ιστορικό της πορείας της υπόθεσης. Η Υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13.7.2011 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 30.9.
- Στις 30.9.2011 που ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ζήτησε χρόνο για να απαντήσει με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για απάντηση για την 3.11.
- Στην συνέχεια με την μη παραδοχή του στις 3.11.2011, οδήγησε την υπόθεση σε ακρόαση για την 30.3.
- Στις 30.3.2012 η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση στις κατηγορίες 2, 3 και 4 από μη παραδοχή σε παραδοχή με επακόλουθο η υπόθεση , κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης να οριστεί για γεγονότα και ποινή για τις 15.5.
- Στις 15.5.2012 κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορούμενου η υπόθεση αναβλήθηκε για την 21.6.2012 για γεγονότα και ποινή και για να ετοιμαζόταν έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Στις 21.6.2012 η υπόθεση κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής για να διευκρινίσει ζήτημα που είχε τεθεί από την υπεράσπιση, αναβλήθηκε εκ νέου για γεγονότα και ποινή για την 9.7.
- Στις 9.7.2012 η υπόθεση κατόπιν που τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο με την προσθήκη της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορίας αυτή με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στην 5η κατηγορία και για γεγονότα και ποινή στις κατηγορίες 3 και 4 αφού η 2η κατηγορία διεκόπηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στις 14.12.2012 ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση στην 5η κατηγορία από μη παραδοχή σε παραδοχή και κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής για την 7.1.
- Στις 7.1.2013 κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορούμενου αναβλήθηκε εκ νέου για γεγονότα και ποινή για την 7.2.
- Την 7.2.2013 εκτέθηκαν τα γεγονότα αγόρευσε ο συνήγορος του κατηγορούμενου για μετριασμό της ποινής και η υπόθεση ορίστηκε για να εκφωνηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου για την ποινή για σήμερα. Όπως λοιπόν είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του συνέβαλε και ο ίδιος στο να μην διεκπεραιωθεί η παρούσα σε πιο σύντομο χρόνο. Συνακόλουθα και παρά το ότι το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από την καταχώρηση μέχρι και σήμερα δεν κρίνεται υπέρμετρα μεγάλο, για την πάροδο του την ευθύνη φέρει κυρίως ο κατηγορούμενος. Όπως δε έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει το στοιχείο του παράγοντα του χρόνου και της καθυστέρησης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής ( βλ. απόφαση στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 11 ). Εν πάση περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι καλούμαι να επιβάλω ποινή στον κατηγορούμενο τρία σχεδόν χρόνια μετά την καταγγελία στην αστυνομία και την έναρξη των ανακρίσεων για τα αδικήματα πού αυτός διέπραξε, στοιχείο που, επί τη βάσει των όσων η νομολογία καθορίζει, κρίνω πώς δεν μπορώ να αγνοήσω παντελώς (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 623, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ 717, στην οποία υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής). Ενόψει όμως των πιο πάνω κρίνω ότι ο χρόνος πού έχει μεσολαβήσει στην παρούσα υπόθεση, εν όψει και της σοβαρότητας των αδικημάτων αλλάς και της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, δεν θεωρώ ότι είναι ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Όσον αφορά τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες ενός κατηγορουμένου όπως κατ΄ επανάληψη έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής αν αυτό δικαιολογείται, όταν όμως συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα, αυτές παραμερίζονται (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171). Ακόμη στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331, λέχθηκαν στις σελίδες 336 και 337, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα τα εξής: «Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν κατά την επιβολή της ποινής (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527). Ο εφεσίβλητος είναι 29 ετών, παντρεμένος σε διάσταση και πατέρας ενός παιδιού τεσσεράμιση χρόνων που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Έχει αποφασιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ, 57, 62. Βλέπε ακόμα Alarsan v. Δημοκρατίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430).» Τέλος η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα γεγονότα των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 5 πηγάζουν από τα γεγονότα του αδικήματος της κατηγορίας 4, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η από τον κατηγορούμενο διάπραξης του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας και τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν δεν εξυπακούει αυτομάτως χωρίς την επίδειξη άλλης παραβατικής συμπεριφοράς και την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 5 επί του κατηγορητηρίου. Αυτά στοιχειοθετούνται από εντελώς διαφορετικά γεγονότα στα οποία εμπεριέχεται η χρήση του πλαστογραφημένου διαβατηρίου με το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε και το αδίκημα της κατηγορίας 4. Συνακόλουθα δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι αρχές της νομολογίας στις περιπτώσεις αδικημάτων που τα γεγονότα τους είναι κοινά. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία υποδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλουν η φύση τους καθώς επίσης οι συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Συνακόλουθα τα πιο πάνω με έχουν οδηγήσει στο να αποφασίσω ότι η ποινή της φυλάκισης για τον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την επιβολή και χρηματικών ποινών, είναι οι ενδεδειγμένες ποινές υπό τις περιστάσεις. Τούτο βεβαίως χωρίς να μου διαφεύγουν τα όσα η Νομολογία έχει καθορίσει για το πότε επιβάλλεται η ποινή φυλάκισης. (Βλ. υπόθεση Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Ακόμη γιατί θεωρώ πως η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής στον κατηγορούμενο, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Υπό το φως όλων των πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Περαιτέρω επιβάλλω σε αυτόν ποινή προστίμου €1.500,
- Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Περαιτέρω επιβάλλω σε αυτόν ποινή προστίμου €300,
- Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Το ποσό των €20,00, έξοδα της κατηγορούσας αρχής, να καταβληθούν επίσης από τον κατηγορούμενο. Οι ποινές προστίμου που έχουν επιβληθεί στην 4η και 5η κατηγορίες καθώς επίσης και το ποσό των εξόδων, διατάσσω όπως εισπραχθεί από το ποσό των €2.000,00, που ο κατηγορούμενος κατέθεσε σε μετρητά την 9.7.2012, δυνάμει της υπ' αριθμόν Α 728210 απόδειξης, προς συμμόρφωση του σε ένα από τους όρους που του είχαν επιβληθεί για να διασφαλιστεί η παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου την ημέρα της δίκης του. Περαιτέρω το διαβατήριο που έχει κατακρατηθεί που φέρεται ως διαβατήριο ΙΡΑΝ με χαρακτηριστικά Ι 12175520, στο όνομα Mαshhadi Karim, δημεύεται και διατάσσεται όπως καταστραφεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου σε σχέση με τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν, θα εξετάσω τώρα εάν αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή δύνανται να ανασταλούν, ως και το σχετικό αίτημα από τον συνήγορο του κατηγορουμένου. Το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει το ζήτημα της αναστολής της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' ΄Ορων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης σε Ορισμένες Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό νόμο καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορούμενου ώστε σήμερα το ζήτημα να αποφασίζεται με πιο ελαστικά κριτήρια και διευρύνθηκε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτό. Ως προνοείται στο άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές δε για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στη υπόθεση Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω, ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, το κίνητρο στη διάπραξη των αδικημάτων που ήταν η προσπάθεια του να προστατεύσει την ζωή του, η παραδοχή του, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, το γεγονός ότι σήμερα η σύζυγος του είναι έγκυος, το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την διάπραξη των αδικημάτων, ότι στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και το γεγονός ότι αυτός πλέον βρίσκεται νόμιμα στη Δημοκρατία, αποτελούν ικανοποιητικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν την αναστολή των επιβληθέντων ποινών της φυλάκισης. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών της φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο, το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης) (Υπ.) .......... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/False pretences - Forgery Αναφορά: Ποινικό/ Ποινή/ Πλαστοπροσωπία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο