Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κωνσταντίνος Ευαγόρου, Αρ. Υπόθεσης: 10927/11, 6/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10927/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κωνσταντίνος Ευαγόρου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 06/02/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέωντος. Για την Κατηγορούμενη: κ. Μουχταρούδης. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στην ακόλουθη κατηγορία που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 11/06/10 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΤΥ 372 στη συμβολή των οδών Σπ. Κυπριανού με Γρ. Αυξεντίου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της Κυριακούς Σταύρου, τέως από τη Λεμεσό. Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε σχετικό έγγραφο επί των οποίων εκτίθενται τα γεγονότα (τεκμήριο Α) με το περιεχόμενο του οποίου, η Υπεράσπιση συμφώνησε καθώς επίσης και σχετικό σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο Β). Περαιτέρω, μέρος των γεγονότων αποτελούν και οι φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της μερικής ακροαματικής διαδικασίας που είχε διεξαχθεί. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος στις 11/06/2010 και περί ώρα 09:00 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΥ 372 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Φθάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας και ενώ το φως της πορείας του ήταν πράσινο συνέχισε την πορεία του. Ταυτόχρονα, η Κυριακού Σταύρου, ηλικίας 76 χρονών (θύμα) η οποία βρισκόταν πεζή ανατολικότερα της πιο πάνω αναφερόμενης διασταύρωσης στο αριστερό πεζοδρόμιο, άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο. Ο Κατηγορούμενος αφού πέρασε την διασταύρωση, κτύπησε με την μοτοσικλέτα του το θύμα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ως το σημείο Χ επί του σχεδιαγραφήματος, όπου και εκτινάχθηκε στο δρόμο. Η πεζή είχε περάσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και είχε διανύσει και τη μισή απόσταση της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας όταν κτυπήθηκε. Επίσης, σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου είχε αφήσει στην άσφαλτο ίχνη τριβής μήκους 20 περίπου μέτρων. Τα ίχνη αυτά αρχίζουν από απόσταση περίπου 5 μέτρων πριν από το σημείο σύγκρουσης και συνεχίζονται πέραν αυτού. Η ενεχόμενη μοτοσικλέτα εξετάστηκε μηχανικά από τους μάρτυρες 8 και 12 επί του κατηγορητηρίου και διαπιστώθηκε ότι ήταν σε άριστη μηχανική κατάσταση και τα φρένα της λειτουργούσαν κανονικά. Από το δυστύχημα τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και το θύμα τραυματίστηκαν σοβαρά. Ο Μ-5 στο Κατηγορητήριο, Γιαννάκης Χριστοδούλου, νοσοκόμος, παρέλαβε από τη σκηνή του δυστυχήματος το θύμα και τον Κατηγορούμενο και τους μετέφερε στο τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου το θύμα στη συνέχεια εισήχθη στο τμήμα Εντατικής παρακολούθησης αφού μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε ότι υπέστηκε κάταγμα δεξιού ισχίου και λεκάνης και ρήξη ήπατος . Την ίδια ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 18:45 - 19:50 ο Μ-12 στο κατηγορητήριο, Α/Λοχ 2700 Τρ. Θεοχάρους, επισκέφθηκε τον Κατηγορούμενο στην πολυκλινική Υγεία όπου προηγουμένως είχε αναχωρήσει από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και έλαβε ανακριτική κατάθεση στην οποία μεταξύ άλλων ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση παρά την συμβολή με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου είδε στιγμιαία την πεζή να διασταυρώνει το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά, επειδή διέρχονταν αυτοκίνητα στην αριστερή λωρίδα και δεν είχε απρόσκοπτη ορατότητα. Της κόρναρε αλλά δεν πρόλαβε να την αποφύγει, παρόλη την προσπάθεια που είχε κάνει της κτύπησε με το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας του. Στις 12.6.2010 και περί ώρα 13:45 και ενώ το θύμα βρισκόταν στο θάλαμο Εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού υπέκυψε στα τραύματα της και το θάνατο της διαπίστωσε ο Μ-3 στο κατηγορητήριο Δρ. Γεώργιος Μηνά και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό θανάτου. Στις 13.6.2010 ο Μ-12 επισκέφθηκε εκ νέου τον Κατηγορούμενο στην πολυκλινική Υγεία και τον πληροφόρησε για την υπόθεση που πλέον διερευνάτο εναντίον του, δηλαδή της Πρόκλησης Θανάτου εξ΄αμελείας και αυτός υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στις 11.6.10 συμπληρώνοντας μόνο ότι δεν θυμόταν εάν πριν κτυπήσει την πεζή η μοτοσικλέτα του έπεσε στην άσφαλτο. Στις 14.6.2010 και περί ώρα 11:30 η Μ-6 στο κατηγορητήριο, Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και απεφάνθηκε ως αιτία θανάτου «πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Πέραν των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενα και ούτε οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής και επιπρόσθετα ότι έχουν δημιουργηθεί €100 έξοδα της διαδικασίας. Ο κ. Μουχταρούδης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναφέρθηκε στις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος εστιάζοντας στο γεγονός ότι η αμέλεια του κατηγορούμενου συνίστατο στην παράλειψη του να αντιληφθεί έγκαιρα τη πεζή η οποία την στιγμή εκείνη διασταύρωνε το δρόμο και είχε διανύσει κάποια απόσταση φθάνοντας στη μέση περίπου της δεξιάς λωρίδας που κινείτο ο κατηγορούμενος. Το γεγονός αυτό το απέδωσε στο ότι στο δρόμο και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου κινούνταν άλλα οχήματα με αποτέλεσμα να μειωνόταν η ορατότητα του. Διευκρίνησε όμως, ότι λέγοντας αυτό δεν ισχυρίζεται ότι εξαλειφόταν εντελώς η ορατότητα του κατηγορουμένου η οποία υπήρχε και όφειλε να την αντιληφθεί έγκαιρα. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος είδε τη πεζή προσπάθησε να κάνει ελιγμό για να την αποφύγει με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να την κτυπήσει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την ώρα εκείνη πήγαινε στη δουλειά του και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι το θύμα φέρει μερίδιο συντρέχουσας ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος καθότι επιχείρησε να διασταυρώσει μερικά μέτρα εκτός της διάβασης πεζών που υπήρχε στο σημείο και όταν το φως της εν λόγω διάβασης ήταν κόκκινο γι αυτήν. Συνεχίζοντας, ήταν η θέση του ότι οι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος δεν υποδηλώνουν εγωιστική συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου και η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να διαχωριστεί από τις σοβαρές του είδους. Πρόκειται είπε, για περίπτωση στιγμιαίας αμέλειας αφού ο κατηγορούμενος παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία της πεζής στο δρόμο κάτι το οποίο μείωνε και τη δυνατότητα του να αντιδράσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Περαιτέρω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο και την μη ύπαρξη βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του και να εκλάβει το όλο γεγονός ως ένα μεμονωμένο στη ζωή του κατηγορούμενου. Ο ίδιος έχει τραυματιστεί σοβαρά από το εν λόγω δυστύχημα, υπέστη ταλαιπωρία και συνεχίζει να ταλαιπωρείται ψυχολογικά. Μέχρι και σήμερα βλέπει εφιάλτες που αποδίδονται στο γεγονός αυτό. Από μόνες τους οι συνέπειες αυτές, είπε, αποτελούν και την τιμωρία του. Σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 9 ετών. Διαμένει μόνος του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων και εργάζεται ως διευθυντής σε μεγάλη εταιρεία ηλεκτρονικών υπολογιστών στη Λεμεσό και έχει εισοδήματα ύψους €3000 μηνιαίως. Γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Κύπρο, αποφοίτησε κανονικά από το Λύκειο και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Εθνική Φρουρά. Το 2001 τέλεσε γάμο με Κύπρια με την οποία απέκτησε ένα παιδί και το 2007 οδηγήθηκαν στο χωρισμό λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων με την οποία όμως διατηρεί καλές σχέσεις, το ίδιο και με το παιδί του. Πέραν των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι η θέση του στην εταιρεία που εργάζεται είναι σημαντική και απουσία από αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα είχε ως αποτέλεσμα την παύση του. Επίσης, αναφέρθηκε στο χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή λέγοντας ότι η καθυστέρηση αυτή δεν οφείλεται στον κατηγορούμενο. Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει μεταμελήσει, δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα τόσο πριν όσο και μετά την διάπραξη του αδικήματος αυτού και ότι συνεχίζει να οδηγεί με άψογο τρόπο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή, η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο από την κατηγορούσα αρχή όσο και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος οδηγώντας τη μοτοσυκλέτα του και αφού πέρασε από τη διασταύρωση της Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία της πεζής στο δρόμο και την προσπάθεια της να διασταυρώσει αυτόν από αριστερά προς δεξιά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου. Επίσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. και μόλις αντιλήφθηκε τη πεζή στην πορεία του κόρναρε και προσπάθησε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να συρθεί στο έδαφος και να κτυπήσει την άτυχη πεζή. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η πιο πάνω ενέργεια και συμπεριφορά του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο ή το λάθος του ήταν στιγμιαίο. Για να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του τη δεδομένη στιγμή καθώς επίσης και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μετά που αυτός αντιλήφθηκε την πεζή στο δρόμο. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με χαμηλή ταχύτητα στο δρόμο και πέρασε τη διασταύρωση ενώ το φως στην πορεία του ήταν πράσινο ως είχε δικαίωμα να πράξει. Επίσης, προκύπτει ότι παρόλο που η πεζή κινήθηκε και διάνυσε αρκετή απόσταση στο δρόμο, αφού πέρασε ολόκληρη την αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου και τη μισή σχεδόν απόσταση της δεξιάς λωρίδας εντούτοις στην αριστερή λωρίδα κινούνταν και άλλα οχήματα που περιόριζαν σε κάποιο βαθμό την ορατότητα του κατηγορουμένου. Παρόλα αυτά όμως, είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε ορατότητα να αντιληφθεί τη παρουσία της πεζής έγκαιρα στο δρόμο και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Τα πιο πάνω γεγονότα κρίνω ότι δεν καταδεικνύουν ότι πριν από τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος οδηγούσε με οποιοδήποτε εγωιστικό ή αδιάφορο τρόπο για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου. Πέραν τούτου, ούτε η μετέπειτα συμπεριφορά του, αφού αντιλήφθηκε τη πεζή στο δρόμο, καταδεικνύει μια τέτοια συμπεριφορά. Όταν εν τέλει αντιλήφθηκε τη πεζή δεν συνέχισε την πορεία του αδιαφορώντας για τον κίνδυνο αυτό. Προσπάθησε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα χωρίς επιτυχία όμως. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις περιστάσεις που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή η κατάληξη είναι ότι ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε μοιραίο, δυστυχώς, στιγμιαίο σφάλμα και/ή απροσεξία αφού παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα τη παρουσία της πεζής στην πορεία του, η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο και αποτελούσε γι αυτόν ορατό και υπαρκτό κίνδυνο. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η οδήγηση του κατηγορουμένου ήταν εγωιστική ή αδιάφορη ως προς την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Δεν οδηγούσε με οποιαδήποτε υπερβολική ταχύτητα ούτε με οποιοδήποτε απερίσκεπτο τρόπο. Όταν αντιλήφθηκε τη πεζή, έστω και αργά προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση και δεν συνέχισε την πορεία του με τα τραγικά δυστυχώς αποτελέσματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω. (βλ. Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο με τον οποίο η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο στο συγκεκριμένο σημείο και ειδικότερα το σημείο από το οποίο εισήλθε στο δρόμο καθώς επίσης και το γεγονός ότι λίγα μέτρα πιο κάτω υπήρχε διάβαση πεζών το φως της οποίας ήταν κόκκινο γι αυτήν. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου την παραδοχή του, έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και την έμπρακτη μεταμέλεια του αφού από τη διάπραξη του αδικήματος και μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι και ο ίδιος έχει τραυματιστεί και ταλαιπωρηθεί από το δυστύχημα αυτό καθώς επίσης και την ψυχολογική του κατάσταση και την ταλαιπωρία που συνεχίζει να υφίσταται μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, την μη ύπαρξη βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του και τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου το χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 11/06/2010 και η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 18/10/2011 (δεν προκύπτει από το φάκελο πότε αυτή καταχωρήθηκε). Ακολούθως, ορίστηκε για ακρόαση στις 07/03/2012 ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 07/06/
- Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε στις 30/10/2012 λόγω αιτήματος της κατηγορούσας αρχής ημερομηνία στην οποία επαναορίστηκε στις 14/12/
- Την εν λόγω ημερομηνία άρχισε η ακροαματική διαδικασία και ορίστηκε για συνέχιση στις 27/12/2012 οπότε ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση και η υπόθεση τότε ορίστηκε στις 28/01/2013 για γεγονότα και ποινή με σκοπό να ετοιμαστεί η σχετική κοινωνικοοικονομική έκθεση. Πέραν της επιλογής του κατηγορουμένου να μην παραδεχτεί ευθύς εξ' αρχής στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, που αποτελεί και δικαίωμα του, η καθυστέρηση οφείλεται τόσο στην προώθηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή, χωρίς οποιοδήποτε λόγο, όσο και στις αναβολές για τις οποίες δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Πέραν τούτου όμως, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου ούτε έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό. Παρόλα αυτά, παραμένει ως γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο δύο χρόνων και επτά μηνών περίπου από τη διάπραξη του αδικήματος. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως ελαφρυντικός παράγοντας (Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Δεδομένων των πιο πάνω και συγκεκριμένα των περιστάσεων διάπραξης του αδικήματος σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και των υπολοίπων ελαφρυντικών παραγόντων που αναφέρθηκαν, είμαι της άποψης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια έτσι ώστε να μην επιβάλει στερητική της ελευθερίας ποινή στον Κατηγορούμενο, αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με την στέρηση του δικαιώματος του κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε λόγοι έτσι ώστε να αυτό να μην του αποστερηθεί. Παρόλα αυτά, θα λάβω υπόψη μου τόσο τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς επίσης και τη φύση της εργασίας του για τον καθορισμό της χρονικής διάρκειας που αυτό θα του αποστερηθεί, έχοντας πάντοτε υπόψη μου και τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή προστίμου €3.000 πλέον 5 βαθμοί ποινής. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 10 μηνών από αύριο. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο