← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λοϊζος Γιαννόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 26490/10, 11/2/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λοϊζος Γιαννόπουλος, Αρ. Υπόθεσης: 26490/10, 11/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26490/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Λοϊζος Γιαννόπουλος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11/02/

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ανδρέας Χαραλάμπους. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της μη άσκησης του καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκινήτου οχήματος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Α και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος, την 29ην Απριλίου 2010, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του μηχανοκινήτου οχήματος με αρ. εγγραφής PZ 661, στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησής του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 3100 Σ. Κυριάκου (ΜΚ1), τον κ. Χρίστο Κumar (ΜΚ2) και τον κ. Pavitar Singh (M.K.3), ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του από την κατηγορούσα αρχή κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας και επιτράπηκε η αντεξέτασή του, την κα Χριστιάνα Σταύρου (Μ.Κ.4) και τον κ. Μάριο Χριστοδουλίδη (Μ.Κ.5). Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, δηλώθηκαν στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: - Ο Pavitar Singh στις 29/04/2010 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής PZ 661 στη οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου και ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα. Το εν λόγω όχημα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. - Η ανακριτική κατάθεση του Pavitar Singh στην ελληνική γλώσσα (τεκμήριο 4) είναι πιστή μετάφραση της ανακριτικής κατάθεσης του που λήφθηκε στην μητρική του γλώσσα (τεκμήριο 5). Ο Μ.Κ1, Aστυφύλακας της Τροχαίας Λεμεσού, κατέθεσε, υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 1) ότι κατά τη διερεύνηση τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε στις 29/04/2010 και περί ώρα 21:50 στη συμβολή των οδών Μισιαούλη & Καβάζογλου με την οδό Ηλέκτρας στη Λεμεσό με ενεχόμενο το διπλοκάμπινο PZ 661, διεφάνη ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, ο οποίος ήταν ο Λοϊζος Γιαννόπουλος, δεν έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα και προφυλάξεις ούτως ώστε να μην οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Την 01ην/05/2010 και μεταξύ των ωρών 12:40 - 13:00 στη Τροχαία Λεμεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Λοϊζο Γιαννόπουλο όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του, οδηγήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του από τον Pavitar Singh (τεκμήριο 2). Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 13:10 - 13:15 κατηγόρησε γραπτώς τον Λοïζο Γιαννόπουλο για το από μέρους του διαπραχθέν τροχαίο αδίκημα και αφού του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: « Παραδέχομαι και την ταλαιπωρία που ενέπλεξα την Αστυνομία και τα Δικαστήρια για αυτό το λάθος μου ζητώ συγνώμη». Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι κατηγόρησε και τον Pavitar Singh για τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης, της οδήγησης του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής PZ 661 χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδηγήσεως και χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλειας καθώς επίσης και ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε: «Παραδέχομαι και ζητώ συγνώμη» (βλ. τεκμήρια 6Α και 6Β). Σε περαιτέρω εξέταση του για το πώς προέκυψε ότι ο εν λόγω Pavitar Singh δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και ασφάλειας, ο μάρτυρας είπε ότι ο πιο πάνω του παρουσίασε αντίγραφο διεθνούς άδειας της Ινδίας (βλ. τεκμήριο 7) η οποία όμως δεν είχε ισχύ καθότι δεν αναγραφόταν σε αυτή η Κύπρος και δεν μπορούσε να οδηγεί με αυτή την άδεια. Πέραν τούτου, σε σχέση με την ασφάλεια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση του παρουσίασε αντίγραφο ασφαλιστηρίου εγγράφου (βλ. τεκμήριο 8) το οποίο όμως δεν κάλυπτε τον εν λόγω Pavitar Singh. Kατά την αντεξέταση του μάρτυρα υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Pavitar Singh, πριν δώσουν τις καταθέσεις τους, ανέφεραν ότι τα κλειδιά του οχήματος δεν βρίσκονταν στο «switch» του αυτοκινήτου αλλά κρυμμένα κάτω από το χαλί, θέση με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι αυτά που του ανέφεραν τα κατέγραψε στις καταθέσεις τους. Επίσης, διαφώνησε και με θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας είπε τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον Pavitar Singh ότι αντί να πουν ότι τα κλειδιά ήταν κάτω από το χαλί του αυτοκινήτου, να πουν ότι ήταν πάνω στο «switch» του αυτοκινήτου καθότι αυτό θα είχε σημασία στις κατηγορίες που θα τους απευθύνονταν. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι εκτέλεσε χρέη διερμηνέα την 01ην/05/2010 από την Ινδική Γλώσσα στην Ελληνική και αναγνώρισε τα τεκμήρια 6A και 6Β ως τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον Pavitar Singh. Δεν έτυχε αντεξέτασης ο μάρτυρας αυτός, αφού αποτέλεσε και αποδεκτό γεγονός ότι τόσο η γραπτή κατηγορία στα ελληνικά όσο και η ανακριτική κατάθεση του πιο πάνω προσώπου αποτελούν πιστές μεταφράσεις από την μητρική του γλώσσα. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Pavitar Singh o οποίος ανέφερε ότι κατάγεται από την Ινδία και ήρθε στην Κύπρο για πρώτη φορά το 2009 και εργαζόταν στον κατηγορούμενο. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 5 ως την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αλλά αρνήθηκε να υιοθετήσει όλο το περιεχόμενο της ως αληθές. Συγκεκριμένα, είπε ότι σε αυτή αναφέρει ότι τα κλειδιά του οχήματος τα βρήκε στο σημείο όπου ξεκινά το αυτοκίνητο ενώ η αλήθεια είναι ότι τα βρήκε κάτω από το χαλί του αυτοκινήτου, αφού αρχικά κοίταξε στο τασάκι και δεν τα βρήκε. Ο λόγος που ανέφερε τη θέση που καταγράφεται στην κατάθεση του είναι διότι του είπε κάποιος Αστυνομικός να το κάνει και επειδή φοβήθηκε ότι θα τον έστελναν πίσω στη χώρα του. Ακολούθως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν εχθρικός εντός της εννοίας του άρθρου 32 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και επιτράπηκε στην Κατηγορούσα Αρχή να τον αντεξετάσει σχετικά με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας, επέμεινε ότι βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κάτω από το χαλί και όχι στο σημείο όπου ξεκινά το αυτοκίνητο. Επίσης, ανέφερε ότι δεν συζήτησε την υπόθεση αυτή με τον κατηγορούμενο, πρώην εργοδότη του, πριν έρθει στο Δικαστήριο και το μόνο που τον ρώτησε είναι κατά πόσο θα μπορεί να διαμένει στην Κύπρο. Η Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι εργάζεται στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και μεταξύ των καθηκόντων της είναι και η παραλαβή αιτήσεων αλλοδαπών για άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Τηρείται αρχείο για τέτοιες αιτήσεις και έχει στην κατοχή της το φάκελο του αλλοδαπού Pavitar Singh. Σε σχέση με αυτόν, ανέφερε ότι έγινε αίτηση από τον Λοïζο Γιαννόπουλο το 2009 για να έρθει στην Κύπρο και να εργαστεί. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την σχετική αίτηση ως τεκμήριο
  2. Η αίτηση αυτή εγκρίθηκε και δόθηκε άδεια προσωρινής παραμονής του εν λόγω προσώπου αρχικά μέχρι τις 15/07/2009 και ακολούθως ανανεωνόταν μέχρι και τις 30/09/2011 που έληξε και δεν ανανεώθηκε ξανά. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την Άδεια Εισόδου στη Δημοκρατία ως τεκμήριο 11Α και ακολούθως τις σχετικές άδειες προσωρινής παραμονής ως τεκμήριο 11Β, 11Γ και 11Δ. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και είναι υπεύθυνος Εποπτών και μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η έκδοση Κυπριακών Αδειών Οδήγησης. Για τις εν λόγω άδειες τηρείται σχετικό αρχείο και με βάση έρευνα που έκανε ο αλλοδαπός Pavitar Singh με αρ. Δ.Ε. Α 5642185 δεν κατέχει Κυπριακή Άδεια Οδήγησης. Κατέθεσε προς τούτο αντίγραφο Αναζήτησης Πληροφοριών Οδηγού ως τεκμήριο
  3. Ακολούθως, του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 - αντίγραφο της διεθνούς άδειας οδήγησης - και ερωτούμενος κατά πόσο ο εν λόγω αλλοδαπός μπορούσε να οδηγεί στην Κύπρο με την εν λόγω άδεια, ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να το πράξει καθότι στην άδεια αυτή δεν αναγράφεται η Κύπρος. Για να μπορούσε να οδηγεί με την άδεια αυτή, με βάση το Νόμο, έπρεπε να ήταν επισκέπτης. Σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να είχε κυπριακή άδεια οδηγού. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Συμφωνώ με τα όσα είπε ο μάρτυρας Pavitar όσο αφορά τη θέση που βρισκόταν το κλειδί του αυτοκινήτου. Εγώ δεν γνώριζα μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Pavitar αν είχε άδεια οδηγού ή όχι διότι αν μπορούσε να οδηγήσει το αυτοκίνητο θα λάμβανα περισσότερα μέτρα. Αφήνοντας το κλειδί κάτω από το χαλί του αυτοκινήτου θεωρώ ότι ήταν αποτρεπτικός λόγος στο να το οδηγήσει διότι ήταν νύκτα και δεν ήταν εύκολο να το βρει. Ενώ αν το έπαιρνα μαζί μου στην αποθήκη που θα πήγαινα λόγω του ότι δεν υπήρχε ηλεκτρισμός, για να παραλάβω κάποια άλλα υλικά για να διεκπεραιωθεί η εργασία που θα κάναμε την επομένη πιθανόν να το έχαναν με αποτέλεσμα να μην μπορώ να πάω στο σπίτι μου. Το αυτοκίνητο το είχα σταθμεύσει στην οδό Σόλων και όχι στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου.» Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου που έδωσε στην Αστυνομία ως τεκμήριο
  1. Σε αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης πλυντηρίου αυτοκινήτων και γκαράζ βαρέων οχημάτων και για τις ανάγκες της δουλειάς του προσέλαβε τρεις αλλοδαπούς, ένας εκ των οποίων είναι και ο Pavitar Singh από την Ινδία. Ένα από τα αυτοκίνητα που έχει είναι και το διπλοκάμπινο Isuzu με αριθμούς εγγραφής PZ
  2. Στις 29/04/2010 και κατά η ώρα 21:30 πήρε τους εργάτες στο σπίτι όπου διαμένουν στην οδό Σόλων 3 στη Λεμεσό. Λόγω του ότι θα πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του που βρίσκεται λίγο πιο κάτω, άφησε το αυτοκίνητο εκεί για να κατεβάσουν υλικά τα οποία θα επιδιόρθωναν την κουζίνα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι άφησε και τα κλειδιά πάνω αλλά σε καμία περίπτωση δεν επέτρεψε σε αυτούς να το οδηγήσουν αφού δεν καλύπτονται από ασφάλεια. Αφού πέρασε κανένα εικοσάλεπτο τον πήρε τηλέφωνο ο Pavitar και σοκαρισμένος του ανέφερε ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα. Μόλις πήγε στη σκηνή είδε το αυτοκίνητο του να είναι κτυπημένο στην μπροστινή του πλευρά. Το οδήγησε ο Pavitar και στην προσπάθεια του να στρίψει δεξιά στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου συγκρούστηκε με αυτοκίνητο το οποίο ήρθε από τα δεξιά του. Τέλος, στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο ίδιος δεν επέτρεψε σε κανένα να οδηγήσει το αυτοκίνητο του ενώ αυτό υπέστη αρκετές ζημιές από το δυστύχημα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Εξέθεσε τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του και τις ενέργειες τις οποίες έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής αλλά και της υπόθεσης που προέκυψε εναντίον του Μ.Κ.
  3. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στις καταθέσεις που έλαβε τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τον Μ.Κ.3 τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και στις γραπτές κατηγορίες που τους πρόσαψε, τις οποίες επίσης κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, αναφέρθηκε και στις ενέργειες που έκανε για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Μ.Κ.3 είχε άδεια οδήγησης με βάση την οποία δικαιούταν να οδηγεί στην Κύπρο καθώς επίσης και κατά πόσο καλυπτόταν από σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο της Διεθνούς Άδειας Οδήγησης (τεκμήριο 7) που του παρέδωσε ο Μ.Κ.3 για να πει ότι με βάση αυτή δεν είχε δικαίωμα να οδηγεί στην Κύπρο αφού φαίνεται σε αυτή ότι έληξε στις 27/04/2010 αλλά και ότι σε αυτή δεν περιλαμβάνεται η Κύπρος ως μια από τις χώρες που είχε δικαίωμα να οδηγεί με βάση την άδεια αυτή. Περαιτέρω, είπε με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο που δόθηκε από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 8) ο Μ.Κ.3 δεν καλυπτόταν. Όλα τα πιο πάνω που ανέφερε ο μάρτυρας καθώς επίσης και τα τεκμήρια που κατέθεσε δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ούτε έχει προκύψει κάτι διαφορετικό. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία και τα γεγονότα που εξέθεσε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας καθώς επίσης και τα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε. Εκείνο που αμφισβητήθηκε από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι το γεγονός ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.3 (που στην πορεία η αντεξέταση επικεντρώθηκε μόνο για τον Μ.Κ.3 αφού για τον κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε η θεληματικότητα της κατάθεσης του) ανέφεραν στις καταθέσεις του ότι τα κλειδιά βρίσκονταν πάνω στο αυτοκίνητο, στο «switch» διότι αυτός τους είπε να το πουν. Στην πραγματικότητα η αλήθεια είναι ότι ήταν κάτω από το χαλί του αυτοκινήτου και αυτό του είπαν προφορικά πριν να δώσουν τις καταθέσεις τους αλλά το άλλαξαν διότι ο ίδιος τους είπε ότι έχει σημασία στις κατηγορίες που θα τους προσαχθούν. Η θέση αυτή πέραν του γεγονότος ότι απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον μάρτυρα ο οποίος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, κρίνω ότι ήταν και μια γενική και αόριστη θέση χωρίς να έχει συγκεκριμενοποιηθεί έτσι ώστε να έχει πειστικότητα. Για ποιο λόγο για παράδειγμα να είπε ο μάρτυρας κάτι τέτοιο στο Μ.Κ.3 αλλά και στον κατηγορούμενο και τί όφελος ο ίδιος θα είχε από αυτό; Επίσης, τι είδους σημασία θα είχε για τις κατηγορίες και τι θα άλλαζε; Αυτά είναι γεγονότα που θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθούν έτσι ώστε το επιχείρημα αυτό να μπορεί να αξιολογηθεί με βάση κάποια συγκεκριμένα γεγονότα και να μπορεί να έχει και κάποια πειστικότητα. Η γενική και αόριστη υποβολή στο μάρτυρα δεν μπορεί να καταδείξει κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου αποδέχομαι και επί αυτού του σημείου τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αληθή. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο μεταφραστής κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ο οποίος μετάφρασε την ανακριτική κατάθεση του Μ.Κ.3 και τη γραπτή κατηγορία. Ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε αντεξέτασης και η μαρτυρία του ήταν περιορισμένη αφού το γεγονός ότι τα πιο πάνω έγγραφα στα ελληνικά αποτελούν πιστή μετάφραση αυτών που έγιναν στη μητρική του γλώσσα αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, αυτός κηρύχτηκε εχθρικός μάρτυρας. Η μαρτυρία ενός τέτοιου μάρτυρα θα πρέπει να προσεγγίζεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Στην Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65 λέχθηκε ότι δεν υπάρχει κανόνας που να υπαγορεύει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί στην ολότητα της η μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προβληματιστεί αν θα δώσει οποιοδήποτε βάρος στη μαρτυρία του, αλλά μπορεί, αν το θεωρήσει ορθό, να το πράξει, ιδιαίτερα όταν μέρη της ενισχύονται με άλλη μαρτυρία στη διαδικασία (βλ. Λεόντιος Ιωάννου v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. Αρ. 5/2009, Ημερ. 21/03/2011, Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Πέραν των πιο πάνω, στην Κύπρο εξακολουθεί να ισχύει η αρχή ότι η προηγούμενη κατάθεση του μάρτυρα που λόγω της ένορκης του συμπεριφοράς κηρύσσεται εχθρικός ενόψει ουσιαστικής αναίρεσης του περιεχομένου της, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο ή μαρτυρία ενοχής. Η κατάθεση αυτή όμως, μπορεί να αποτελέσει ενδεικτικό υλικό αναξιοπιστίας (βλ. Κώστας Βενιζέλου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59). Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 είναι εντελώς αναξιόπιστη και ο μάρτυρας αυτός μοναδικό στόχο και σκοπό είχε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος μέχρι προσφάτως ήταν ο εργοδότης του. Διαπιστώνεται μια σοβαρή αντίφαση μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της προφορικής του μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου πάνω σε αυτό και συγκεκριμένα στο σημείο όπου ξεκινά, στην προφορική του μαρτυρία προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτό που είπε στην κατάθεση του δεν είναι η αλήθεια αλλά αυτή είναι το τι ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο διότι ορκίστηκε στη θρησκεία του να πει την αλήθεια. Αντεξεταζόμενος από την Κατηγορούσα Αρχή, μετά την κήρυξη του σε εχθρικό μάρτυρα, προσπάθησε με διάφορους γενικούς και αστήρικτους ισχυρισμούς να πείσει το Δικαστήριο ότι η διαφορά στην εκδοχή του στην γραπτή του κατάθεση, οφείλεται στην προτροπή κάποιου Αστυνομικού, όχι αυτού που του λάμβανε την κατάθεση, να πει ότι τα κλειδιά ήταν πάνω στο αυτοκίνητο αντί κάτω από το χαλί όπως ήταν κατά αυτόν η πραγματικότητα διότι έτσι θα παρέμενε περισσότερο χρόνο στην Κύπρο και αφού ο ίδιος δεν ήθελε να φύγει, το είπε αυτό. Οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα δεν έχουν καμία πειστικότητα, ούτε και οποιαδήποτε λογική. Πώς δηλαδή θα επωφελείτο ο ίδιος αν έλεγε αυτά που είπε στην κατάθεση του ή αυτά που είπε προφορικά στο Δικαστήριο σε σχέση με την παραμονή του στην Κύπρο. Αντεξεταζόμενος από την υπεράσπιση και ερωτούμενος κατά πόσο οι Αστυνομικοί του είπαν ότι αν πει ότι τα βρήκε κάτω από το χαλί τότε θα διωκόταν για κλοπή, απάντησε όχι και ότι δεν γνωρίζει τίποτε γι αυτό. Πέραν τούτου, είπε ότι τον προέτρεψαν οι Αστυνομικοί να το πει αυτό που είπε στην κατάθεση του. Εγείρεται και εδώ το ερώτημα γιατί να το κάνουν αυτό και τι όφελος θα είχαν αν το έκαναν. Γιατί να θέλουν να βοηθήσουν τον Μ.Κ.3 να παραμείνει στην Κύπρο λέγοντας του να πει κάτι διαφορετικό από αυτό που έγινε. Οι πιο πάνω θέσεις του και η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι κατά την προφορική του μαρτυρία είπε την αλήθεια δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά καθότι στερούνται οποιασδήποτε λογικής συνοχής, είναι γενικές και αόριστες θέσεις και εξηγήσεις για να δικαιολογήσουν την διαφορετική εκδοχή που ανέφερε στο Δικαστήριο σε μια προσπάθεια του να βοηθήσει τον πρώην εργοδότη του. Παρόλη την άρνηση του μάρτυρα ότι δεν μίλησε για την υπόθεση αυτή με τον κατηγορούμενο, εντούτοις από τις απαντήσεις του φάνηκε ότι όταν εργαζόταν ακόμη σε αυτόν, του έλεγε πότε ήταν η υπόθεση και ότι έπρεπε να πάει Δικαστήριο και μετά που σταμάτησε να εργάζεται τον έπαιρνε τηλέφωνο και τον ενημέρωνε. Αν ο μάρτυρας δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο για την υπόθεση αυτή, τότε γιατί ενημερωνόταν από τον κατηγορούμενο για τις δικασίμους της υπόθεσης. Γιατί ο κατηγορούμενος ενημέρωνε ένα μάρτυρα κατηγορίας εναντίον του να παρευρίσκεται στο Δικαστήριο και τι σχέση είχε με το ζήτημα αυτό ο κατηγορούμενος; Πέραν των πιο πάνω, ενώ ο μάρτυρας παραδέκτηκε ότι κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για τα αδικήματα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς ασφάλεια, ερωτούμενος κατά πόσο καλυπτόταν από ασφάλεια όταν οδήγησε το όχημα του κατηγορουμένου, απάντησε ότι δεν θυμάται και ισχύει αυτό που ανέφερε στην κατάθεση του. Επίσης, σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι δεν ήξερε ότι στην κατάθεση του έπρεπε να πει την αλήθεια. Στο Δικαστήριο όμως, που ορκίστηκε στη θρησκεία του θα πρέπει να πει την αλήθεια και αυτήν λέει. Δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να προβώ σε οποιοδήποτε σχολιασμό της πιο πάνω αναφοράς του μάρτυρα. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και από την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι ότι η μαρτυρία του είναι εντελώς αναξιόπιστη, έρχεται σε αντίφαση με την γραπτή του κατάθεση και ο ίδιος ήρθε στο Δικαστήριο για να προβάλει, ανεπιτυχώς, μια ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο εκδοχή στο βαθμό που αυτό μπορούσε να γίνει. Δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε αξία στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την απορρίπτω στην ολότητα της. H Μ.Κ.4 κατέθεσε στο Δικαστήριο λεπτομέρειες σε σχέση με την παραμονή του Μ.Κ.3 στην Κυπριακή Δημοκρατία τις οποίες γνώριζε ως εκ της φύσεως της δουλειάς και των καθηκόντων της και από το φάκελο του Μ.Κ.3 τον οποίο είχε στην κατοχή της. Η μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και κατά την αντεξέταση της απλώς ζητήθηκαν κάποιες διευκρινήσεις σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του Μ.Κ.3 από τον Μάρτιο του 2009 όταν αφίχθηκε στην Κύπρο μέχρι και τις 30/09/2011 που ίσχυε η τελευταία άδεια παραμονής του. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στην μαρτυρία της τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη που κατέθεσε ούτε έχει διαφανεί ότι τα όσα κατέθεσε δεν είναι η αλήθεια. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Κ.5 ο οποίος ως εκ της θέσεως του κατέθεσε στο Δικαστήριο για να καταδείξει ότι ο Μ.Κ.3 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν κατείχε κυπριακή άδεια οδηγού προβαίνοντας σε σχετικό έλεγχο του αρχείου που τηρείται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Επίσης, αναφέρθηκε στο τεκμήριο 7 που είναι η διεθνής άδεια οδηγού του Μ.Κ.3 για να πει ότι με αυτή την άδεια ο Μ.Κ.3 δεν είχε δικαίωμα να οδηγεί στην Κύπρο αφού δεν αναγράφεται σε αυτή ως μια από τις χώρες που ο Μ.Κ.3 είχε δικαίωμα να οδηγεί. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και το αποτέλεσμα της έρευνας που έκανε μέσω του αρχείου σχετικά με την ύπαρξη ή μη κυπριακής άδειας οδηγού για τον Μ.Κ.3. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της στο βαθμό που αφορά ζήτημα γεγονότων. Οι οποιεσδήποτε νομικές θέσεις εξέφρασε παραπέμποντας στη σχετική νομοθεσία για να καταδείξει πότε ένας αλλοδαπός δικαιούται να οδηγεί στην Κύπρο και με τι είδους άδεια μπορεί να το πράξει δεν θα ληφθούν υπόψη. Το θέμα αυτό είναι του Δικαστηρίου, το οποίο θα καταλήξει με βάση τα σχετικά ευρήματα γεγονότων. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ανωτέρω ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αλλά και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν μπορώ να τη λάβω υπόψη μου. Δεν έχει οποιαδήποτε πειστική αξία ούτε συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, ούτε μπορεί να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος παρέχει εξήγηση για τις πράξεις που του καταλογίζονται χωρίς αυτό να συνάδει με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αλλά ούτε και έχει προσκομιστεί και άλλη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τη δήλωση ή εξήγηση του αυτή. Επίσης, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, συγκρούεται και με την γραπτή κατάθεση του ιδίου του κατηγορούμενου που έδωσε στην Αστυνομία δύο μέρες μετά το συμβάν όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη φρέσκια στο μυαλό του, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Κρίνω ότι τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο με την ανώμοτη του δήλωση είναι εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποφύγει τυχόν καταδίκη του. Επομένως, η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου δεν λαμβάνεται υπόψη. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτήν. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Προχωρώντας να εξετάσω το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου, παρατηρώ ότι οι αναφορές του κατηγορούμενου σε αυτή είτε συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία είτε αποτελούν δηλώσεις τουλάχιστον ενάντια στα συμφέροντα του. Συγκεκριμένα, αναφέρει σε αυτήν ότι είναι ιδιοκτήτης πλυντηρίου και ότι ένας εκ των εργοδοτουμένων του ήταν και ο Μ.Κ.3 ο οποίος κατάγεται από την Ινδία και βρίσκεται νόμιμα στη Κύπρο και είναι δηλωμένος στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Η πιο πάνω θέση του συνάδει και με την μαρτυρία της Μ.Κ.4 την οποία το Δικαστήριο έκρινε αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αναφέρει ότι στις 29/04/2010 και περί ώρα 21:30 πήρε τους εργάτες στο σπίτι που διαμένουν στην οδό Σόλων 3 στη Λεμεσό και λόγω του ότι θα πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του που βρίσκεται λίγο πιο κάτω, άφησε το αυτοκίνητο εκεί για να κατεβάσουν υλικά τα οποία θα επιδιόρθωναν την κουζίνα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι άφησε και τα κλειδιά πάνω αλλά σε καμία περίπτωση δεν επέτρεψε σε αυτούς να το οδηγήσουν αφού δεν καλύπτονταν από ασφάλεια. Οι πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου αποτελούν τουλάχιστον δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του και γεγονότα τα οποία εμπίπτουν στη δική του γνώση και ως εκ τούτου μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Η θεληματικότητα των δηλώσεων αυτών και της κατάθεσης γενικότερα του κατηγορούμενου δεν έχει αμφισβητηθεί, τουλάχιστον ευθέως και με τον ορθό τρόπο. Κάποιες αναφορές της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 για τις συνθήκες λήψης της κατάθεση του κατηγορούμενου αλλά και ότι του υποβλήθηκε να πει ότι είπε στη κατάθεση του σε σχέση με το πού βρίσκονταν τα κλειδιά του οχήματος, απορρίφθηκαν ανωτέρω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1. Περαιτέρω, η έστω και γενική αυτή θέση όπως έγινε προσπάθεια να υποβληθεί στο Μ.Κ.1 δεν έχει υποστηριχθεί καθοιονδήποτε τρόπο με άλλη μαρτυρία. Επομένως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία για τη θεληματικότητα της κατάθεσης του κατηγορουμένου. Επίσης, έχω πειστεί και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Εκτός του ότι δόθηκε σε πολύ σύντομο χρόνο μετά το συμβάν οι πλείστες από τις αναφορές σε αυτήν υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία καθώς επίσης και από τη γραπτή κατηγορία και την απάντηση που έδωσε σε αυτήν ο κατηγορούμενος. Επομένως, θεωρώ ότι οι πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το τι έγινε την ημέρα του συμβάντος αλλά και πού αυτός άφησε τα κλειδιά μπορούν να γίνουν αποδεκτές (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Περαιτέρω, σε σχέση με την αναφορά του για την ασφάλεια του οχήματος και ότι οι εν λόγω εργάτες δεν καλύπτονταν από αυτή, συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, όσον αφορά φυσικά τον Μ.Κ.
  1. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του κατηγορούμενου ότι το εν λόγω όχημα του το οδήγησε ο Μ.Κ.3 ο οποίος ενεπλάκη σε δυστύχημα στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου και ο ίδιος δεν του επέτρεψε να το πράξει. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στο περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου γι αυτό αποδίδω σε αυτό βαρύτητα και το αποδέχομαι. Ευρήματα Έχοντας υπόψη την ενώπιόν μου μαρτυρία και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος στις 29/04/2010 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής PZ
  2. Κατά τον πιο πάνω χρόνο και περί ώρα 21:30, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης πλυντηρίου αυτοκινήτων και γκαράζ βαρέων οχημάτων και για σκοπούς της εργασίας του εργοδοτούσε τρεις αλλοδαπούς, μεταξύ αυτών και τον Μ.Κ.3, μετέφερε τους εν λόγω αλλοδαπούς στο σπίτι που διέμεναν στην οδό Σόλων 3 στη Λεμεσό. Λόγω του ότι θα πήγαινε στο σπίτι της μητέρας του που βρίσκεται λίγο πιο κάτω, άφησε το αυτοκίνητο εκεί για να κατεβάσουν υλικά τα οποία θα επιδιόρθωναν τη κουζίνα και άφησε και τα κλειδιά πάνω στο αυτοκίνητο. Το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγήθηκε από τον Μ.Κ.3, χωρίς τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου και μετά από πάροδο περίπου 20 λεπτών ο εν λόγω Μ.Κ.3 ειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου. Ο Μ.Κ.3 κατάγεται από την Ινδία και ήρθε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2009 για να εργαστεί στο πλυντήριο αυτοκινήτων που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, κατόπιν αίτησης του τελευταίου. Δόθηκε αρχικά άδεια εισόδου στον Μ.Κ.3 η οποία ίσχυε μέχρι 21/06/2009 και ακολούθως δόθηκε προσωρινή άδεια παραμονής η οποία ανανεωνόταν κατά διαστήματα μέχρι και την 30/09/2011 οπότε έληξε και δεν ζητήθηκε εκ νέου η ανανέωση της. Ο εν λόγω Μ.Κ.3 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος Διεθνούς Άδειας Οδήγησης η οποία όμως ήταν ληγμένη και επίσης δεν περιλαμβανόταν η Κύπρος ως μια από τις χώρες στις οποίες επιτρέπετο να οδηγεί με βάση την εν λόγω άδεια. Περαιτέρω, δεν ήταν κάτοχος Κυπριακής Άδειας Οδηγού και δεν καλυπτόταν από οποιοδήποτε πιστοποιητικό ασφάλειας για να οδηγεί το όχημα με αρ. εγγραφής PZ 661 ή οποιοδήποτε άλλο όχημα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 14Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «14 Α. -
(1)Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(2)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(1)επιβαλλόμενης υποχρέωσης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(3)Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης.
(4)Για σκοπούς του άρθρου αυτού - «ιδιοκτήτης», χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. «μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή να έχει τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος και (β) να μην έχει λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρήσης του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (βλ. επίσης Παντελής Χαραλάμπους v. Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 72). Κατάληξη: Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του μηχανοκινήτου οχήματος με αρ. εγγραφής PZ 661, τύπου διπλοκάμπινο. Παρομοίως, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι o Pavitar Singh στις 29/04/2010 οδήγησε το εν λόγω όχημα χωρίς τη συγκατάθεση του κατηγορουμένου. Επίσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω όχημα οδηγήθηκε από τον εν λόγω Pavitar Singh χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου. Περαιτέρω, προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω αλλοδαπός βρισκόταν στην Κύπρο όχι ως επισκέπτης αλλά με προσωρινή άδεια παραμονής και θα έπρεπε να έχει κυπριακή άδεια οδηγού για να δικαιούται να οδηγεί ή να αποταθεί στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων για έκδοση Διεθνής Άδειας οδήγησης (βλ. άρθρα 43, 44 και 45 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου Ν. 94(Ι)/2001). Τέτοια άδεια ο εν λόγω αλλοδαπός δεν είχε. Συνεπώς ο εν λόγω Pavitar Singh ήταν μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στα πλαίσια του άρθρου 14Α όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Εφόσον λοιπόν έχει αποδειχθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής PZ 661, ιδιοκτησίας κατά τον ουσιώδη χρόνο του Κατηγορουμένου, οδηγήθηκε, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε, από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους του Κατηγορουμένου να αποδείξει ότι αυτός έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρησιμοποίησης αυτής. Ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του άρθρου 14Α το έτος 2000 και τη φράση «όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα» έχει καθορίσει το καθήκον και την ευθύνη που επιφορτίζεται κάθε ιδιοκτήτης οχήματος. Δεν είναι αρκετό να έχει λάβει κάποια εύλογα μέτρα, αλλά υπέχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα. Το κατά πόσο αυτό έχει συμβεί είναι θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης χωριστά. Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος άφησε τα κλειδιά πάνω στο αυτοκίνητο ενώ αυτός απομακρύνθηκε από αυτό και παράλληλα άφησε στο μέρος τους τρεις εργάτες του μεταξύ αυτών και τον Μ.Κ.3 για να κατεβάσουν κάποια υλικά. Περαιτέρω, ο ίδιος γνώριζε ότι οι εν λόγω αλλοδαποί δεν καλύπτονταν από ασφάλεια και δεν τους επέτρεπε να οδηγούν το όχημα του. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν, όχι μόνο ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε εύλογα μέτρα για την αποτροπή χρησιμοποίησης του οχήματος του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο αλλά ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο έναντι του κινδύνου αυτού. Αντιθέτως, άφησε τα κλειδιά πάνω στο αυτοκίνητο και μεταξύ άλλων και τον Μ.Κ.3 στο σημείο. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να αποτρέψει τον κίνδυνο χρησιμοποίησης του οχήματος του από τον Μ.Κ.3 ο οποίος δεν ήταν προσοντούχος οδηγός, δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλισης και το αποτέλεσμα ήταν να προκαλέσει τροχαίο δυστύχημα. Όπως και να ερμηνευθεί η θέση του κατηγορούμενου ότι άφησε τα κλειδιά πάνω στο αυτοκίνητο, καταδεικνύεται και προκύπτει ότι δεν έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του υπό τις περιστάσεις. Επιπρόσθετα και/ή διαζευτικά ο κατηγορούμενος είχε το βάρος απόδειξης ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα, το οποίο με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Τέλος και πριν την κατάληξη του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από την υπεράσπιση και συγκεκριμένα ότι ενώ στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως τόπος διάπραξης του αδικήματος η οδός Μισιαούλη & Καβάζογλου, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προέκυψε ότι αυτό διαπράχθηκε στην οδό Σόλων 3. Η θέση της υπεράσπισης είναι ότι πρόκειται για άλλο αδίκημα και το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα πρέπει να τροποποιήσει το κατηγορητήριο καθότι αυτό θα έχει δυσμενή επηρεασμό στον κατηγορούμενο αφού προώθησε την υπεράσπιση του με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος του αδικήματος που αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα ότι παρέλειψε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για αποτροπή χρησιμοποίησης του οχήματος του από τον Μ.Κ.3 στη οδό Σόλων 3 αντί στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή του υφιστάμενου κατηγορητηρίου ή να κριθεί ένοχος άλλου αδικήματος με την προσθήκη νέας κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155. Λαμβάνοντας υπόψη μου τις αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Issa and Another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Κυριάκου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 κρίνω ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με τη διευκρίνιση ότι το αδίκημα διαρπάχτηκε στην οδό Σόλων 3 αντί στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου που διαπιστώθηκε η διάπραξη του, χωρίς τη μεταβολή του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης οποιασδήποτε άλλης κατηγορίας. Έχω αναφερθεί ανωτέρω στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και καταλήγω ότι ο τόπος διάπραξης του αδικήματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος στην παρούσα περίπτωση. Κρίνω ότι ο τόπος ή η οδός διάπραξης του αδικήματος της παρούσας υπόθεση δεν είναι ουσιώδες στοιχείο έτσι ώστε να επηρεάζεται η καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. Μιχαήλ Θωμά v. Της Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Επίσης, κρίνω ότι με την αναφορά στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου λανθασμένης οδού διάπραξης του αδικήματος, ο κατηγορούμενος δεν έχει αποστερηθεί του δικαιώματος του να τύχει μιας δίκαιης δίκης ούτε εμποδίστηκε από του να προβάλει την υπεράσπιση του ή οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση που ενδεχομένως να ήταν διαθέσιμη γι αυτόν αν αναφερόταν η ορθή οδός διάπραξης του αδικήματος. Να υπενθυμίσω ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει με λεπτομέρεια τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 29/04/2010 σε σχέση με το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Επομένως, ο ίδιος ήταν γνώστης και γνώριζε τί κατηγορία αντιμετώπιζε και δεν παραπλανήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο με την αναφορά άλλης διεύθυνσης στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η οποία να σημειωθεί ότι δεν είναι τελείως άσχετη με τα γεγονότα της υπόθεσης αφού είναι η διεύθυνση που έγινε το δυστύχημα και διαπιστώθηκε και το αδίκημα το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Πέραν τούτου, η ουσιαστική υπεράσπιση η οποία επιχειρήθηκε να προβληθεί από τον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων αλλά και δια της ανώμοτης του δήλωσης, ήταν ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα για αποτροπή χρησιμοποίησης του οχήματος του από τον Μ.Κ.3. Σε κανένα σημείο της δίκης έχει διαπιστωθεί να παραπλανήθηκε από το θέμα αυτό ή να εμποδίστηκε να προβάλει την υπεράσπιση του. Περαιτέρω, διερωτώμαι τι άλλου είδους υπεράσπιση θα μπορούσε να προβάλει ο κατηγορούμενος και εμποδίστηκε ή παραπλανήθηκε από τη οδό που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: καθήκον ασφαλή φύλαξη) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.