← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. PASHA IVANOVA PANEVA, Αρ. Υπόθεσης: 13655/11, 28/3/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. PASHA IVANOVA PANEVA, Αρ. Υπόθεσης: 13655/11, 28/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13655/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - PASHA IVANOVA PANEVA Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αριστου. Κατηγορούμενη παρούσα. ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη μετά από δική της παραδοχή κρίθηκε ένοχη στην ακόλουθη κατηγορία που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη την 24ην Αυγούστου 2010 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΧΝ 363 στην συμβολή των οδών Αγίας Ζώνης με Γεωργίου Ζαλοκώστα, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του MIZANUR RAHMAN, τέως από τη Λεμεσό. Tα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, με το περιεχόμενο των οποίων η Υπεράσπιση συμφώνησε, έχουν ως ακολούθως: Στις 24/08/2010 και περί ώρα 23:00 η κατηγορούμενη οδηγούσε το σαλούν αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΧΝ 363 στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Γεωργίου Ζαλοκώστα και στρίβοντας βεβιασμένα δεξιά στην εν λόγω οδό, ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε με την εξ' αντιθέτου ερχόμενη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΚRN 807 που οδηγούσε το θύμα το οποίο δεν έφερε προστατευτικό κράνος ασφαλείας. Από τη σύγκρουση το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα το οποίο έφερε και φωσφορούχο γιλέκο ενώ τα δύο οχήματα υπέστησαν υλικές ζημιές. Το όχημα της κατηγορουμένης έφερε ζημιές στην μπροστινή αριστερή γωνιά ενώ η μοτοσυκλέτα του θύματος στο τιμόνι, καθρεφτάκια, μιλίμετρο, στο αριστερό πατήδι και στο κιβώτιο μεταφοράς τροφίμων. Μετά τη σύγκρουση ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο όπου έφθασε στο μέρος και διαπιστώθηκε ότι το θύμα δεν είχε παλμό ούτε αναπνοή ενώ οι κόρες των ματιών του ήταν διεσταλμένες. Μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών όπου αφού ο Μ.Κ.2 εξέτασε το θύμα περί ώρα 23:20 διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Τη σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκαν οι Μ.Κ.8 και 9 όπου βρήκαν τη μοτοσυκλέτα στην τελική της θέση ενώ το ενεχόμενο όχημα είχε ήδη μετακινηθεί πριν από την άφιξη τους. Παρούσα στη σκηνή ήταν η κατηγορούμενη της οποίας έγινε έλεγχος αλκοόλης με ένδειξη μηδέν. Πήραν διάφορες μετρήσεις και ετοιμάστηκε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στην παρουσία της κατηγορουμένης η οποία συμφώνησε με αυτό και υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετήθηκε στο σχέδιο με το γράμμα Χ

  1. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 02:30 -04:30 ο Μ.Κ.10 πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε βόρεια στην οδό Αγίας Ζώνης δεν είδε κανένα όχημα να έρχεται εξ' αντιθέτου και γι αυτό έστριψε δεξιά στην πάροδο της οδού Ζαλοκώστα παίρνοντας και λίγο κλειστά τη στροφή. Στη συνέχεια, άκουσε κτύπημα στο μπροστινό μέρος του οχήματος της και κατάλαβε ότι συγκρούστηκε με το όχημα του θύματος. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι στο σημείο υπήρχε άπλετος οδικός φωτισμός και υπήρχε ορατότητα. Η Κατηγορούσα Αρχή επιπρόσθετα κατέθεσε στο Δικαστήριο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο Α), βεβαίωση θανάτου (τεκμήριο Β), φωτογραφίες της σκηνής (τεκμήριο Γ) και ιατροδικαστική έκθεση (τεκμήριο Δ). Σύμφωνα με το τελευταίο έγγραφο, ο ιατροδικαστής Σ. Σοφοκλέους στις 25/08/2010 διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και κατέληξε ως αιτία θανάτου «Κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα». Τέλος, αναφέρθηκε ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης της και έχουν δημιουργηθεί και €100 έξοδα της διαδικασίας. Ο κ. Αρίστου, κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα λέγοντας ότι η κατηγορούμενη κινείτο με χαμηλή ταχύτητα κατά τον ουσιώδη χρόνο, 20 - 30 μέτρα πριν επιχειρήσει να στρίψει προς την πάροδο έδειξε με το δείκτη την πρόθεση της να το πράξει και είχε τα φώτα της αναμμένα. Το σφάλμα της είπε είναι ότι δεν αντιλήφθηκε την έλευση της μοτοσυκλέτας εξ' αντιθέτου. Η ίδια δεν την είδε να έρχεται ούτε είδε τα φώτα της εν λόγω μοτοσυκλέτας παρόλο που ήταν αναμμένα. Συνεχίζοντας και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία είπε ότι ο όλος τρόπος οδήγησης της κατηγορουμένης τη δεδομένη στιγμή δεν υποδηλώνει μια υφιστάμενη και συνεχή κατάσταση πραγμάτων ή συνειδητοποίηση του κινδύνου ή εμμονή σε μια επικίνδυνη συμπεριφορά που απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία προς τους άλλους. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε συνειδητή παραγνώριση κινδύνου παρά μια στιγμιαία αβλεψία. Η ενέργεια της απέχει κατά πολύ από τη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας. Πέραν τούτου, τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, την παραδοχή της στο Δικαστήριο έστω και στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα καθώς επίσης και την συνεργασία της με τις Αστυνομικές Αρχές κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Επίσης, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το θύμα δεν φορούσε το κράνος του και σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση ο τραυματισμός του θύματος στον εγκέφαλο ήταν μια από τις κύριες αιτίες θανάτου του για να καταλήξει ότι υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει, μεταμελείται και απολογείται. Η μεταμέλεια της φαίνεται και από το γεγονός ότι ήδη η ασφαλιστική εταιρεία της βρίσκεται σε διαδικασία συζήτησης με την οικογένεια του θύματος με σκοπό την καταβολή αποζημιώσεων, κάτι το οποίο αποτελεί και επιθυμία της κατηγορουμένης. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης, αναφέρθηκε στο πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, το οποίο προήλθε από την παρούσα υπόθεση. Επίσης, το Δικαστήριο διέταξε την ετοιμασία κοινωνικοοικονομικής έκθεσης σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης στην οποία αναφέρεται ότι αυτή είναι ηλικίας 40 χρονών, άγαμη, χωρίς παιδιά και κατάγεται από τη Βουλγαρία. Προέρχεται από οικογένεια βιοπαλαιστών και οι γονείς της διαμένουν μόνιμα στη Βουλγαρία. Μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας ακολουθώντας σπουδές Μarketing. Μετά την αποπεράτωση των σπουδών της το 1986 μετανάστευσε στην Ελλάδα για να εργαστεί ως σερβιτόρα σε ξενοδοχειακές μονάδες, ταβέρνες σε διάφορα ελληνικά νησιά μέχρι το
  2. Τα τελευταία πέντε χρόνια εργαζόταν ως μάγειρας σε εστιατόριο της Λεμεσού και από τον Σεπτέμβριο του 2012 εξασκεί το επάγγελμα της καθαρίστριας σε σπίτια. Διαμένει με ομοεθνείς της σε κατοικία τριών υπνοδωματίων και καταβάλλει ενοίκιο €200 μηνιαίως. Από την εργασία της κερδίζει €800 περίπου μηνιαίως και δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία ούτε χρέη. Πέραν των πιο πάνω, ο ευπαίδετος συνήγορος της κατηγορουμένης ανέφερε ότι η μητέρα της κατηγορούμενης διαμένει στη Βουλγαρία και έχει σύνταξη €60 μηνιαίως που λαμβάνει από το κράτος και η κατηγορούμενη αναγκάζεται να την βοηθά οικονομικά. Επίσης, πριν από ένα περίπου μήνα η μητέρα της κατηγορούμενης διαγνώστηκε με καρκίνο και θα υποβληθεί τον επόμενο μήνα σε εγχείριση στην ουρήθρα. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος της κατηγορουμένης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ως μετριαστικό παράγοντα το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή, ο οποίος ανέρχεται στα 21/2 έτη. Καταλήγοντας, ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή του προστίμου. Σε περίπτωση όμως, που το Δικαστήριο καταλήξει ότι θα πρέπει να επιβληθεί ποινή φυλάκισης τότε πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για αναστολή της. Η άμεση φυλάκιση δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό, αντιθέτως θα επιφέρει περαιτέρω προβλήματα και οικονομική εξαθλίωση της κατηγορουμένης και των δικών της ανθρώπων. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή, η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, τόσο από την κατηγορούσα αρχή αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης, η κατηγορούμενη στην προσπάθεια της να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία της από την οδό Αγίας Ζώνης στην οποία κινείτο προς την πάροδο της οδού Γεώργιου Ζαλοκώστα, ανέκοψε την πορεία της εξ' αντιθέτου ερχόμενης μοτοσυκλέτας που οδηγείτο στην οδό Αγίας Ζώνης με αποτέλεσμα το θάνατο του θύματος. Προκύπτει επίσης, ότι το δυστύχημα έγινε βράδυ αλλά στο σημείο της σύγκρουσης υπήρχε ορατότητα, άπλετος οδικός φωτισμός, το φως της μοτοσυκλέτας του θύματος ήταν αναμμένο και η κατηγορούμενη όφειλε να αντιληφθεί την παρουσία της μοτοσυκλέτας στο δρόμο. Επίσης, όπως φαίνεται και από το σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο Α) το σημείο σύγκρουσης (Χ) βρίσκεται απέναντι από τη γραμμή άλτ της οδού Ζαλοκώστα σε απόσταση περίπου 1,5 μέτρο. Δηλαδή, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη άρχισε να στρίβει προτού έρθει απέναντι από την πιο πάνω οδό και από τη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία θα ακολουθούσε εντός της παρόδου. Πέραν τούτου, προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής ότι πριν από τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα είχε αφήσει στην άσφαλτο ίχνη τροχοπέδησης και τριβής συνολικού μήκους 12 περίπου μέτρων και αυτά ξεκινούν από το σημείο που αρχίζει περίπου η είσοδος στην οδό Ζαλοκώστα σύμφωνα με την πορεία του θύματος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω γεγονότα, το ερώτημα είναι κατά πόσο ο τρόπος οδήγησης της κατηγορουμένης και η συμπεριφορά της μπορεί να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν το δρόμο ή το λάθος της ήταν στιγμιαίο. Είναι γεγονός ότι η κατηγορούμενη προτού επιχειρήσει να στρίψει στην πάροδο της οδού Ζαλοκώστα, είχε δείξει την πρόθεση της να το πράξει από απόσταση περίπου 20 - 30 μέτρων και η ταχύτητα που κινείτο τη δεδομένη στιγμή ήταν χαμηλή. Επίσης, σύμφωνα με την αναφορά της ίδιας στην κατάθεση της ο λόγος που έστριψε τη δεδομένη στιγμή ήταν διότι δεν είδε κανένα όχημα να κινείται από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Προκύπτει δηλαδή, ότι κοίταξε αλλά δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη άλλου οχήματος. Αυτό ανέφερε και ο συνήγορος της κατά την αγόρευση του, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη δεν είδε τη μοτοσυκλέτα και των φώτα αυτής από την απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας. Η μοτοσυκλέτα που οδηγείτο από το θύμα όμως, ήταν υπαρκτή στο δρόμο αλλά και ορατή αφού είχε και τα φώτα της αναμμένα και η κατηγορούμενη όφειλε και έπρεπε να την αντιληφθεί προτού επιχειρήσει να στρίψει προς τα δεξιά. Επίσης, αν ληφθούν υπόψη τα ίχνη τροχοπέδησης και τριβής που άφησε στο δρόμο η μοτοσυκλέτα αλλά και την απόσταση σκέψης προτού τεθούν σε εφαρμογή τα φρένα της μοτοσυκλέτας, προκύπτει ότι η εν λόγω μοτοσυκλέττα ήταν σε κοντινή απόσταση κατά την ώρα που επιχείρησε στροφή η κατηγορούμενη και δεν ήταν ασφαλές να το πράξει. Η κατηγορούμενη όφειλε και είχε υποχρέωση να αντιληφθεί την παρουσία της μοτοσυκλέττας στο δρόμο και να αναμένει να περάσει προτού επιχειρήσει στροφή προς τα δεξιά. Επίσης, όφειλε να αρχίσει να στρίβει προς τα δεξιά από σημείο βορειότερα από αυτό που επιχείρησε να το πράξει και να μην βιαστεί να στρίψει και να εισέλθει στην οδό Ζαλοκώστα διαγώνια. Ο πιο πάνω τρόπος οδήγησης της κατηγορουμένης αναμφίβολα ήταν επικίνδυνος. Παρόλα αυτά όμως, κρίνω ότι το πιο πάνω σφάλμα και/ή απροσεξία της κατηγορούμενης ήταν δυστυχώς στιγμιαίο. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η οδήγηση της κατηγορουμένης ήταν εγωιστική ή αδιάφορη ως προς την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Παρά τη βεβιασμένη κίνηση της να εισέλθει στην οδό Ζαλοκώστα και να πάρει τη στροφή κλειστά εντούτοις φαίνεται ότι το ουσιαστικό της σφάλμα ήταν η μη αντίληψη της εξ' αντιθέτου ερχόμενης μοτοσυκλέτας ενώ όφειλε να την είχε αντιληφθεί και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να στρίψει προτού το επιχειρήσει. Βεβαίως, έχοντας υπόψη και την πραγματική μαρτυρία και την κατάσταση του δρόμου στο σημείο καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης, θεωρώ ότι η αμέλεια και απροσεξία της κατηγορουμένης είναι μεγάλη καθότι θα έπρεπε να ελέγξει πιο προσεκτικά και ικανοποιητικά το δρόμο και θα έπρεπε να αντιληφθεί την παρουσία της μοτοσυκλέτας η οποία βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Είναι προφανές ότι ο έλεγχος που προέβη θα πρέπει να ήταν πολύ επιπόλαιος διαφορετικά δεν εξηγείται η μη αντίληψη της μοτοσυκλέτας. Ο δρόμος ήταν ευθύς, δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο και φωτιζόταν από ηλεκτρικούς πάσσαλους της Α.Η.Κ και ο φωτισμός ήταν άπλετος. Επίσης, η μοτοσυκλέτα είχε τα φώτα της αναμμένα. Λαμβάνοντας υπόψη μου την πιο πάνω οδική συμπεριφορά της κατηγορούμενης δεν μπορεί να θεωρηθεί όμως ότι αυτή συνιστά εγωιστική οδήγηση ή παντελή αδιαφορία για την ασφάλεια άλλων. Η συμπεριφορά της δεν αποκαλύπτει μια συνεχή και εκτεταμένη απερισκεψία υπό τη μορφή της αδιαφορίας. Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, έδειξε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά στην πάροδο της οδού Ζαλοκώστα και όταν το επιχείρησε δεν αντιλήφθηκε την έλευση της εξ' αντιθέτου ερχόμενης μοτοσυκλέττας. Κρίνω ότι ήταν ένα στιγμιαίο λάθος και/ή απερισκεψία η πιο πάνω παράλειψη. Ήταν μια λανθασμένη κίνηση της στιγμής η οποία δυστυχώς είχε τραγικά αποτελέσματα και την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Και αν ακόμη όμως, θεωρηθεί ότι η παράλειψη αυτή της κατηγορουμένης δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ότι αποτελεί καθαρά στιγμιαία αβλεψία, σίγουρα η ενέργειας της απείχε από τη χαρακτηριστική περίπτωση συνειδητής αδιαφορίας (βλ. Τζενιφερ Ανν Καρτερ v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 78 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αννας Μακρίδου Νεοκλέους
(2001)2 Α.Α.Δ. 48, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Αποστόλου
(2009)2 Α.Α.Δ. 307 και Νίκος Χατζηιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Πέραν των πιο πάνω και για σκοπούς καθορισμού τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της κατηγορουμένης την παραδοχή της έστω και στα στάδιο που αυτή έλαβε χώρα (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και την έμπρακτη μεταμέλεια της αφού από τη διάπραξη του αδικήματος και μέχρι σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα αλλά και την απολογία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό της ποινικό μητρώο, την μη ύπαρξη βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης της καθώς επίσης και τις προσωπικές της συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και έχουν αναφερθεί ανωτέρω αλλά και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εξέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ως ελαφρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι το θύμα δεν έφερε προστατευτικό κράνος έχοντας πάντοτε υπόψη μου την ιατροδικαστική έκθεση και τους τραυματισμούς που το θύμα έφερε (βλ. Νίκος Χατζηιωάννου v. Αστυνομίας ανωτέρω). Επιπρόσθετα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται αναφορικά με την προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 24/08/2010 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26/08/2011 δηλαδή ένα και πλέον χρόνο μετά. Ορίστηκε στις 21/11/2011 ημερομηνία κατά την οποία η κατηγορούμενη εμφανίστηκε, απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 30/03/2012. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 24/04/12 για λόγους που αφορούσαν το Δικαστήριο και στη συνέχεια στις 17/09/2012, οπόταν ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 11/12/12 λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις 11/12/12 ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά της κατηγορουμένης και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 29/01/2013 ημερομηνία κατά την οποία έγινε αλλαγή απάντησης και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 28/02/2013 με σκοπό να ετοιμαστεί η σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας μέχρι τότε. Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση επαναορίστηκε για τις 20/03/2013 λόγω του ότι η έκθεση του γραφείου ευημερίας δεν ήταν έτοιμη, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ολοκληρώθηκε. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεση προκύπτει ότι, πέραν της επιλογής της κατηγορουμένης να μην παραδεκτεί ευθύς εξ' αρχής την κατηγορία που αντιμετωπίζει, που αποτελεί και δικαίωμα της, αλλά και μιας αναβολής που ζητήθηκε εκ μέρους της, η καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στην προώθηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή, χωρίς οποιοδήποτε λόγο αλλά και σε αναβολές για τις οποίες δεν ευθύνεται η κατηγορουμένη. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι δεν παρατηρείται οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα της για τα οποία εν πάσει περιπτώσει δεν έχουν δοθεί και περισσότερα στοιχεία. Παρόλα αυτά όμως, παραμένει ως γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο δύο χρόνων και επτά μηνών περίπου από τη διάπραξη του αδικήματος. Το γεγονός αυτό θα ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατηγορουμένης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Σωτήρης Αβράαμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543). Δεδομένων όλων των πιο πάνω, είμαι της άποψης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια έτσι ώστε να μην επιβάλει στερητική της ελευθερίας ποινή στην Κατηγορούμενη, αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχουν ειδικοί λόγοι έτσι που να μην αποστερηθεί η κατηγορούμενη του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, κρίνω ότι δεν υπάρχουν ούτε και αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοιδήποτε λόγοι έτσι ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο αυτοί είναι τέτοιοι ή όχι. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλεται στην κατηγορούμενη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή προστίμου €2.500 πλέον 5 βαθμοί ποινής. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από αύριο. Επίσης, η κατηγορούμενη να καταβάλει και €100 έξοδα της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.