Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέτρος Τρύφωνος, Aρ. Υπόθεσης: 13789/12, 29/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 13789/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Πέτρος Τρύφωνος, από τον Άγ. Αθανάσιο Λ/σό Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ. Χ΄ Λοΐζου Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της κλοπής από κατάστημα, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα κατηγορείται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ότι την 4 Απριλίου 2011 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από το κατάστημα Bellagio, ένα ξύλινο τρόλεϊ αξίας €136.26, ένα τραπέζι ξύλινο αξίας €465.21, μια ξύλινη καρέκλα αξίας €152.17, μια ξύλινη καρέκλα αναπαυτική αξίας €143.47, μία ξύλινη καρέκλα αναδιπλωμένη αξίας €47.73, όλα συνολικής αξίας €946.84 περιουσία της Αστέρως Καμηλάρη από τη Λεμεσό. Τα γεγονότα, έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Συνοπτικά αυτά έχουν ως ακολούθως: Στις 4.4.11 γύρω στις 11:50 πμ. καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας από την Μ1 επί του κατηγορητηρίου ότι μεταξύ των ημερομηνιών 2.4.11 και 4.4.11 ενώ το κατάστημα της Bellagio ήταν κλειστό, άγνωστος έκλεψε από την βεράντα τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου, όλα συνολικής αξίας €946.
- Στις 28.5.11 μετά από πληροφορία που δόθηκε στην αστυνομία, ο Μ4 επί του κατηγορητηρίου με άλλους αστυνομικούς δυνάμει εντάλματος ερεύνης, ερεύνησαν την οικία και υποστατικά του κατηγορούμενου στην παρουσία του. Κατά την διάρκεια της έρευνας ανευρέθηκε μέρος της κλαπείσας περιουσίας και συγκεκριμένα: ένα ξύλινο τρόλεϊ, ένα τραπέζι ξύλινο, μια ξύλινη καρέκλα, μια ξύλινη καρέκλα αναπαυτική και μία ξύλινη καρέκλα αναδιπλωμένη. Τα εν λόγω αντικείμενα παρελήφθησαν σαν τεκμήρια. Ακολούθως και αφού ο κατηγορούμενος προειδοποιήθηκε, αυτός απάντησε «εγώ τα αγόρασα από τρεις Σύριους». Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε, κατηγορήθηκε και απάντησε «αγόρασα τα €200.00». Ακολούθως όλα τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν παρεδόθησαν στην παραπονούμενη. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 2 προηγούμενες καταδίκες ως ακολούθως: α) Στην υπόθεση 17445/05 Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην οποία στις 17/11/06 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για το αδίκημα της κατοχής φαρμάκου Τάξεως Α΄ β) Στην υπόθεση 21599/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία στις 21/10/08 καταδικάστηκε: Στην κατηγορία της παράνομης κατοχής φαρμάκου Τάξεως Α΄ σε 18 μήνες φυλάκιση Στην κατηγορία της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β΄ σε 6 μήνες φυλάκιση Στην κατηγορία της παράνομης χρήσης ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ σε 12 μήνες φυλάκιση Στην κατηγορία καπνίσματος φυτού κάνναβης σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην υπόθεση 21599/07 ζητήθηκε και λήφθηκε υπόψη η υπόθεση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 24802/07 η οποία αφορούσε τις κατηγορίες: Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄. Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄. Την προμήθεια ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ σε άλλο πρόσωπο. Της παράνομης χρήσης ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄. Ακόμη η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι στις 22/12/11 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην υπόθεση 13501/11 του Κακουργιοδικείου Λάρνακος, σε ποινή φυλάκισης 5 ½ χρόνια την οποία ποινή ακόμη εκτίει. Επεσήμανε βεβαίως και πολύ ορθά ότι η καταδίκη αυτή δεν αποτελεί προηγούμενο αφού τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν προγενέστερα των αδικημάτων της εν λόγω υπόθεσης. Για τις πιο πάνω προηγούμενες καταδίκες η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε σχετικό ποινικό μητρώο το οποίο σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να του δοθεί αντίγραφο του εν λόγω μητρώου αφού τα όσα αναφέρθηκαν από αυτό από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, είναι αποδεκτά. Ακόμη η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι στην πιο πάνω υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας με αριθμό 13501/11, και όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη η υπ΄ αριθμό 21156/11 του Ε.Δ. Λεμεσού από την υπεράσπιση όχι όμως και η παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα ο συνήγορος του κατηγορούμενου στα πλαίσια της αγόρευσης του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ανέφερε πως ο λόγος που δεν ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη και η παρούσα υπόθεση στη υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακας 13501/11 ήταν διότι δεν είχε γίνει η επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας στον κατηγορούμενο μέχρι και την ημερομηνία που εκτέθηκαν γεγονότα και επιβλήθηκε ποινή σε αυτόν, ήτοι μέχρι και τις 22.12.
- Επίσης ο συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι αν είχε περιέλθει στην αντίληψη του και η παρούσα υπόθεση θα εζητείτο να ληφθεί υπόψη αφού ο κατηγορούμενος ευρίσκετο και υπό κράτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λάρνακος, από τις 10.7.
- Ακόμη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, επικαλέστηκε την απολογία του κατηγορούμενου, επεσήμανε την άμεση παραδοχή του και το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία που του επιβάλλεται ποινή. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Υπό το φως των πιο πάνω, το υπό τιμωρία αδίκημα κρίνεται ως ιδιαίτερα σοβαρό. Η σοβαρότητα του, αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή αφού για το αδίκημα της κλοπής δυνάμει του άρθρου 262, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προνοείται ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, εκτός εάν λόγω των περιστάσεων της κλοπής η της φύσης του πράγματος που κλάπηκε προβλέπεται άλλη ποινή. Βεβαίως το Δικαστήριο εκτός της περίπτωσης του αδικήματος του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, αν κάποιο αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μόνο, δύναται να επιβάλει φυλάκιση λιγότερου χρόνου ή αντί τέτοιας ποινής χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο το Δικαστήριο αυτό έχει εξουσία να επιβάλει. Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην παρούσα υπόθεση προκύπτει επίσης και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων, σημείωσε την ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν αδικήματα της φύσης αυτής και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην δε υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα της κλοπής, όπως και της διάρρηξης, είναι σε έξαρση, γι' αυτό και επιβάλλεται η ανάγκη για ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (βλ. David Piliev v. Αστυνομίας 2005 2 ΑΑΔ 587, Χρ. Παναγίδης v. Δημοκρατίας, 1997
(2)ΑΑΔ 104, Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138). Στην υπόθεση David Piliev πιο πάνω, λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίσθηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: «οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη». Στην δε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Mixaylov κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 94/2011, 95/2011 και 96/2011, ημερ. 30.3.2012, υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους (Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. αρ. 145/2010, ημερ. 13.5.2011). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Michal Bukowski και Dawid Aleksander Glowacki v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. αρ. 142/2010 και 147/2010, ημερ. 4.3.2011.» O κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες για κατηγορίες για αδικήματα που είναι διαφορετικής φύσεως από το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης. Η νομολογία δε επί του ιδίου θέματος, δεν καθορίζει ότι μόνο για παρόμοιας φύσεως αδικήματα λαμβάνονται υπόψη οι προηγούμενες καταδίκες. Αντιθέτως από αυτήν συνάγεται ότι οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στη επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς και μη τήρησης των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Συνακόλουθα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες έστω κι αν αυτές αφορούσαν αδικήματα άλλης φύσης, είναι στοιχείο που όπως και πιο πάνω αναφέρεται μειώνει την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί σε αυτόν από το Δικαστήριο, ακολουθώντας βεβαίως τις καθιερωθείσες νομολογιακές αρχές. Το συγκεκριμένο θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου , άλλως Καμμούγιαρος, (ανωτέρω), στην οποία στην σελίδα 570 αναφέρονται τα εξής: «Κατά την ενασχόληση του με το θέμα των προηγούμενων καταδικών το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι «η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν είναι επιβαρυντικό στοιχείο, απλώς ελλείπει το ελαφρυντικό στοιχείο του καθαρού ποινικού μητρώου». Ακολούθως αναφέρθηκε στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142, 143* στην οποία έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας. _______ *Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96) Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).» Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Σαουρής, έχει ως εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation .......................................................................... Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης .......................................................................... Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεραρυμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτού στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής, δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Όπως, χαρακτηριστικά, λέχθηκε στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου Πίσκοπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 342 : «Μας παρέπεμψε (ο συνήγορος του εφεσείοντα δικό μου σχόλιο), στη Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, στην οποία υιοθετείται η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, ως προς την επενέργεια της εξατομίκευσης στον καθορισμό της ποινής, από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα :- (σελ. 228) «Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δε συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι, όπως και στην προκείμενη υπόθεση, για την απόδοση και αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει και στο άτομο του παραβάτη.» Στη μεταγενέστερη απόφαση μας, στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, επισημάναμε:- (σελ. 138) «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194].» Από την άλλη η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, στρέφεται όχι μόνο εναντίον του προσώπου από το οποίο έκλεψε την πιο πάνω αναφερόμενη περιουσία, αλλά εναντίον του συνόλου της κοινωνίας και της έννομης τάξης, συμπεριφορά που όπως και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Καμμούγιαρος πιο πάνω υποδεικνύεται, κλονίζει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας, γι' αυτό και σύμφωνα με τις αποφάσεις που επίσης εκτίθενται πιο πάνω θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με αυστηρότητα. Ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει από τις προηγούμενες καταδίκες του είναι άτομο με ροπή προς το έγκλημα και την επίδειξη παραβατικής συμπεριφοράς. Ούτε και επιβολή σε αυτόν ποινών αμέσου φυλάκισης, ήτοι του πλέον αυστηρού τιμωρητικού μέτρου, φάνηκε αρκετή για να τον αποτρέψει από του να διαπράξει άλλα αδικήματα. Αντιθέτως η συμπεριφορά του δείχνει ότι αρέσκεται να διαπράττει διάφορα αδικήματα. Δεν μπορεί κάποιος παρά να νιώσει θλίψη εξετάζοντας την όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Αντί με την αποφυλάκιση του να στραφεί στον έντιμο βίο και να προσπαθήσει μέσα από ένα νέο τρόπο ζωής να αφήσει πίσω του ότι του προκάλεσε την στέρηση ενός από τα πολυτιμότερα αγαθά που απολαμβάνει ο άνθρωπος, ήτοι την προσωπική του ελευθερία, επανήλθε σε συμπεριφορές που τον θέτουν και πάλιν αντιμέτωπο με τιμωρία που ενέχει τον σοβαρότατο κίνδυνο να οδηγηθεί και πάλιν σε περαιτέρω εγκλεισμό του στην φυλακή. Με την πιο πάνω περιγραφόμενη εγκληματική συμπεριφορά του στην παρούσα υπόθεση, επέδειξε ξανά έλλειψη σεβασμού και περιφρόνηση στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και για τις όποιες συνέπειες θα είχε ο ίδιος από αυτήν. Έχοντας λοιπόν κατά νού όλα τα πιο πάνω λαμβάνω υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, τα πιο κάτω : · Την άμεση παραδοχή και απολογία του στο Δικαστήριο. · Το ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 5 ½ ετών για τα αδικήματα τα οποία διέπραξε στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακας 13501/11 και βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές από την 10.7.11, στην οποία θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής και η παρούσα υπόθεση. Ένας παράγοντας που θα πρέπει να επίσης να εξεταστεί στο κατά πόσο θα ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου στην επιμέτρηση της ποινής, είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης, με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, είναι ουσιώδες στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα των αδικημάτων δικαιολογεί την επιβολή της ποινής της φυλάκισης. Η νομολογία καταδεικνύει ότι τέτοια καθυστέρηση, είναι γεγονός που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιλογή του τύπου της ποινής. Παράλληλα όμως λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται από το Δικαστήριο και άλλοι παράγοντες, όπως η σοβαρότητα του αδικήματος και η συμπεριφορά του αδικοπραγούντα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ το αδίκημα διαπράχθηκε στις 4.4.2011, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τον Ιούνιο 2012, 14 δηλαδή μήνες αργότερα, χωρίς κανένας λόγος να δοθεί προς τούτο από την κατηγορούσα αρχή. Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Κρίνω λοιπόν ότι το στοιχείο αυτό θα ληφθεί μέν υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου αφού ουδεμία ευθύνη δύναται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου να του αποδοθεί για την τοιαύτη καθυστέρηση, δεν θεωρώ όμως ότι ο χρόνος αυτός είναι σε τέτοιο βαθμό, σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Η πιο πάνω παράμετρος θα έχει επομένως το αντίκρισμα της στην ποινή που θα επιβληθεί, όχι όμως σε σχέση με το είδος της αλλά μόνο σε σχέση με το εύρος της. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω, το ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες, καθώς και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής εκτός αυτή της φυλάκισης, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής, το οποίο θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Όσο αφορά την ύπαρξη των προηγούμενων καταδικών έχω κατά νου τα όσα εκτίθενται ανωτέρω επί τη βάση των αρχών που έχουν καθιερωθεί στα πλαίσια της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορικά δε με το εύρος της ποινής, αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Ανδρέα Ξενή Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 222, στην οποία για το αδίκημα της κλοπής, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε την ποινή της αμέσου φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα από έξι μήνες σε τρείς. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη πρωτόδικα και άλλη μία υπόθεση για παρόμοιας φύσεως αδίκημα και το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στη σελίδα 226, ανέφερε τα εξής׃ «Είναι ορθό ότι η σωφρονιστική πολιτική, που καθιέρωσε η νομολογία, διαπνέεται από την αρχή της εξατομίκευσης. Αυτό σημαίνει πως η μεταχείριση του κατηγορουμένου πρέπει να εκδηλώνεται με ποινή που προσιδιάζει στην προσωπικότητα του και παράλληλα μπορεί να προωθήσει την κοινωνική επανένταξη του. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στα γεγονότα. Ο εφεσείων κράτησε το ένα ραδιομαγνητόφωνο για δική του χρήση. Με άλλα λόγια ωθήθηκε στην πράξη του από εγωκεντρισμό. Δεν έκαμε την κλοπή λ.χ. από ανυπέρβλητη οικονομική δυσχέρεια ή άλλο λόγο που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει ελαφρυντικό. Πέρα από αυτή τη διαπίστωση εκείνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η βαρύτητα της πράξης. Κλοπές αυτής της μορφής αυξήθηκαν τελευταία σε βαθμό που προκαλούν ανησυχία και ανασφάλεια στο κοινό. Γι αυτό επιβάλλεται η άμεση φυλάκιση ώστε να αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο στη τέλεση του αδικήματος. Παρόλο που η φυλάκιση αποτελούσε την ενδεδειγμένη ποινή, εντούτοις η συρροή των ελαφρυντικών που παραθέσαμε επέβαλλε ηπιότερη μεταχείριση. Με βάση το κριτήριο που επικράτησε η χρονική διάρκεια της ποινής κρίνεται υπερβολική. Γι αυτό αντικαθίσταται με φυλάκιση τριών μηνών. Η έφεση επιτυγχάνει στην έκταση αυτή.» Καταληκτικά και έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει׃ Ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω, παρά το ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν ετέθει από τον συνήγορο του κατηγορούμενου, κατά πόσον οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής της φυλάκισης. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Ως προνοείται στο άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. Στη δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» Πρέπει εδώ αρχικά να λεχθεί ότι δεν κατέληξα στην κρίση μου σε σχέση με το θέμα αναστολής της ποινής φυλάκισης στην παρούσα αβασάνιστα, αντιθέτως έχω προβληματιστεί στον μέγιστο βαθμό. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αλλά και τη φύση και σοβαρότητα του, κρίνω ότι προέχει η ανάγκη αποτροπής. Όσον αφορά τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες επισημαίνω δεν έχουν διαφοροποιηθεί από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες, οι οποίοι ήδη λήφθηκαν υπόψη και προσμέτρησαν δεόντως στην απόφαση μου αναφορικά με το ύψος της ποινής και συνακόλουθα δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο δεν δικαιολογείται. Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η ποινή φυλάκισης των 4 μηνών, που έχω σήμερα επιβάλει στον κατηγορούμενο θα πρέπει να συντρέχει ή να είναι διαδοχική με την ήδη εκτιόμενη ποινή που επιβλήθηκε στην υπόθεση με αριθμό Κακουργιοδικείου Λάρνακος υπ' αριθμό 13501/11. Το πιο πάνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά την λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις ... Επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από τον Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts
(2000)1 Cr. App. R. (S) 460 .: «If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive». Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς τον γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton L.J., στην υπόθεση R v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) . υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences». Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed." Εξετάζοντας το σύνολο των παραγόντων που διέπουν το θέμα στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνουμε έρεισμα στην έφεση. Κατ' αρχή, επρόκειτο για αδικήματα της ίδιας φύσης με εκείνα για τα οποία είχε επιβληθεί η προηγούμενη και εκτιόμενη ποινή φυλάκισης των δυόμισι ετών στην υπόθεση 9399/03 όπως και με εκείνα τα οποία αφορούσαν οι υποθέσεις που ανεφέρθησαν ως προηγούμενες καταδίκες. Αυτό διαφοροποιεί την υπόθεση από την Κουφού κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 396, όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήσαν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση, ώστε η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο "από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης" (σ. 401).» Επίσης σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 396, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του εξετάζοντας την έφεση με την οποία ο εφεσείων προσέβαλε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου γιατί δεν διέταξε οι ποινές που του είχαν επιβληθεί να συνέτρεχαν μαζί με ποινή φυλάκισης που ήδη εξέτιε για άλλη υπόθεση, αναφέρει στην σελίδα 401 τα εξής: «Ηγέρθη το θέμα εάν η ποινή αυτή θα αρχίσει μετά την έκτιση από τον παρόντα εφεσείοντα της μακράς ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο στις 17 Φεβρουαρίου, 1992, για σειρά εγκλημάτων εναντίον περιουσίας. Το Άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προβλέπει ότι η ποινή φυλάκισης προσώπου, που έχει ήδη καταδικαστεί σε φυλάκιση, αρχίζει μετά την έκτιση προηγούμενης ποινής φυλάκισης, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει άλλοσπως. Το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή πρέπει να υπάρχουν ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες. Η ποινή την οποία εκτίει ο εφεσείων είναι για εγκλήματα εντελώς διαφορετικής φύσεως από το έγκλημα της κατοχής ινδικής καννάβεως στο οποίο βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση. Η έκδοση διαφορετικής διαταγής από τη γενική πρόνοια για έκτιση της ποινής μετά την έκτιση της προηγούμενης ποινής φυλάκισης, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το χαρακτήρα και τα περιστατικά της υπόθεσης.» Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στη παρούσα υπόθεση, στο σύνολο της και να αποφασίσει ποιά είναι η κατάλληλη ποινή για όλα τα αδικήματα. Εξετάζοντας το σύνολο των παραγόντων που διέπουν το θέμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι το υπό τιμωρία αδίκημα, δεν είναι παρόμοιας φύσης με τα αδικήματα της υπόθεσης Κακουργιοδικείου Λάρνακος υπ' αριθμό 13501/2011. Συγκεκριμένα τα αδικήματα της υπόθεσης του Κακουργιοδικείου Λάρνακος 13501/11 ήταν: (ι) Κατηγορία 1, κατοχή ηρωίνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5½ χρόνια. (ιι) Κατηγορία 2, κατοχή κάνναβης χωρίς άδεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μήνες. (ιιι) Κατηγορία 3, κατοχή κάνναβης χωρίς άδεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μήνες. (ιν) Κατηγορία 4, κατοχή ηρωίνης χωρίς άδεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μήνες. (ν) Κατηγορία 5, κατοχή κάνναβης χωρίς άδεια, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μήνες. Αυτό κατατάσσει την παρούσα υπόθεση στα πλαίσια των όσων αναφέρθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου η επιβολή διαδοχικών ποινών βασίσθηκε στο ότι τα αδικήματα ήταν εντελώς διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία είχε ήδη επιβληθεί και εκτίετο ποινή σε άλλη υπόθεση, ώστε η επιβολή συντρεχουσών ποινών να μην δικαιολογείτο για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Πρόσφατα όμως το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Μιχάλης Παραρές ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 20.3.2013, αποδεχόμενο την έφεση, διέταξε όπως η επιβληθείσα πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 2 μηνών στον εφεσείοντα, να συντρέχει με την ποινή φυλάκισης των 4 χρόνων που αυτός εξέτιε κατά την επιβολή της ποινής. Αυτό δε παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα της υπόθεσης που είχε επιβληθεί η δίμηνη ποινή φυλάκισης ήταν εντελώς διαφορετικά από τα αδικήματα για τα οποία εξέτιε την ποινή φυλάκισης των 4 χρόνων, ήτοι ενέπιπτε στις αρχές και στα όσα η απόφαση στην υπόθεση Κουφού ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), καθιέρωσε για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση της πλειοψηφίας στην εν λόγω υπόθεση: «Τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κύρια θέση του εφεσείοντος, διά του συνηγόρου του, ότι αν η υπόθεση καταχωρείτο έγκαιρα θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από το Κακουργιοδικείο, είναι και εύλογη και ορθή. Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 72/2010, ημερ. 19.9.2011 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Και περαιτέρω δεν πρέπει φραστική και μόνο σημασία να αποδίδεται από το Δικαστήριο στην αποτίμηση και τη σημασία των όλων προσωπικών συνθηκών ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικές ουσίες, (Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης, (καθυστέρηση στην ποινική δίωξη, νεαρά ηλικία του εφεσείοντος, η ελάχιστη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας προορισμένης για δική του χρήση, η δυνατότητα να είχε η παρούσα υπόθεση ληφθεί υπόψη στην προηγηθείσα καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο), δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά τη διαφορετικότητα των αδικημάτων. Η άσκηση επιβολής ποινής εμπεριέχει ένα εύρος κινήσεων, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, άλλως θα αποτελούσε, όπως λέχθηκε στην Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 42/10 και 43/10, ημερ. 14.7.2011, «μια μηχανιστική άσκηση, χωρίς περιθώριο ευλυγισίας.». Επισημαίνω δε ότι το αδίκημα της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκε πριν την καταδίκη του κατηγορούμενου στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακος με αριθμό 13501/ 11 και συνακόλουθα αυτή θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή της ποινής στην υπόθεση εκείνη, κάτι που δεν έγινε για τους λόγους που εξέθεσε ο κ. Χ΄Λοίζου. Κρίνω δε ότι αν είχε επιδοθεί και η παρούσα υπόθεση στον κατηγορούμενο, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να μην ζητείτο να ληφθεί υπόψη και να μην συγκατατίθετο προς τούτο και η κατηγορούσα αρχή αφού όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρθησαν, εδόθη συγκατάθεση να ληφθεί υπόψη και όντως λήφθηκε υπόψη άλλη μια υπόθεση και συγκεκριμένα η 21156/11 Ε. Δ. Λεμεσού, η οποία αφορούσε κατηγορία για παράνομη κατοχή αεροβόλου όπλου, ήτοι εντελώς διαφορετικού αδικήματος από τα αδικήματα της υπόθεσης Κακουργιοδικείου 13501/
- Εξετάζοντας λοιπόν κατά πόσο η συνολική ποινή των 5 χρόνων και 10 μηνών που προκύπτει από την διαδοχικότητα των ποινών, είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς το εν λόγω αδίκημα, κρίνεται πως η απάντηση θα πρέπει να είναι θετική. Αν η παρούσα υπόθεση ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν επιβάλλετο ποινή στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακος με αριθμό 13501/11 και λαμβανόταν υπόψη, αμφιβάλλω αν η ποινή που θα επέβαλλε το Δικαστήριο θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επιβλήθηκε. Εν' όψει λοιπόν των αρχών της νομολογίας που πιο πάνω αναφέρονται, όπως πρόσφατα έχουν διαμορφωθεί, αλλά και υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι η ποινή των 5 ½ ετών που επιβλήθηκε στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακος με αριθμό 13501/11 θα ήταν αυξημένη ή αρκούντως αυξημένη αν τότε είχε ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση, ώστε να δικαιολογείται άλλη απόφαση από την απόφαση όπως, η ποινή που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να συντρέχει με την ήδη επιβληθείσα στην υπόθεση 13501/11 ποινή. Για τους πιο πάνω λόγους, η ποινή της φυλάκισης των 4 μηνών που σήμερα επιβλήθηκε από το Δικαστήριο στον κατηγορούμενο θα συντρέχει με την ήδη επιβληθείσα ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε αυτόν στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λάρνακος με αριθμό 13501/
- (Υπ.) .............. Tάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Steeling/Sentence Αναφορά: Κλοπή/Διαδοχικότητα - Προηγούμενα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο