Δημοκρατία ν. OMID SANDOGHDAR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2122/2013, 13/3/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2013:4 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2122/2013 Δημοκρατία v.
- OMID SANDOGHDAR, από το Ιράν
- MARYAΜ MASLAHATI NIAR, από το Ιράν
- REZA NOORIHELAN, από το Ιράν Κατηγορουμένων .............. Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2013 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Κανναουρίδης Κατηγορούμενοι 1,2,3 παρόντες, γι' αυτούς ο κ. Π. Παύλου (Διερμηνείς παρόντες) Π Ο Ι Ν Η Και οι τρεις κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κατηγορίες που τους αφορούν, όπως παρατίθενται κατωτέρω. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχτηκαν τις εξής κατηγορίες: Πρώτη Κατηγορία Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι 1 και 2 την 7η Ιανουαρίου 2013 στη Λεμεσό συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή ένοπλη ληστεία. Δεύτερη Κατηγορία Ένοπλη ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, την 7η Ιανουαρίου 2013 στη Λεμεσό ενώ ήσαν οπλισμένοι με επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα μαχαίρι, έκλεψαν από το χρυσοχοείο με την ονομασία "ISABELLA JEWELERRY", ιδιοκτησίας του Αλέξανδρου Αναστασίου, τέσσερα ρολόγια μάρκας GUESS χρώματος ασημί, έξι ρολόγια μάρκας D & G χρώματος ασημί και κοσμήματα (δώδεκα καδένες χεριού από χρυσό και λευκόχρυσο, ένα χρυσό περιδέραιο, ένα περιδέραιο από λευκόχρυσο, δύο βραχιόλια το ένα από χρυσό και το άλλο από λευκόχρυσο, δύο ζεύγη σκουλαρίκια, βίδες από λευκόχρυσο, οκτώ χρυσά δακτυλίδια και δώδεκα από λευκό χρυσό το ένα με μπλε πέτρα) όλα συνολικής αξίας €20625, περιουσία του πιο πάνω προσώπου και αμέσως πριν και αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησαν σωματική βία εναντίον του εν λόγω προσώπου, με σκοπό να αποκτήσουν και να κατακρατήσουν τα κλαπέντα. Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε επίσης τις ακόλουθες κατηγορίες. Τρίτη Κατηγορία Βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 7η Ιανουαρίου 2013 στη Λεμεσό, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Αλέξανδρο Αναστασίου. Τέταρτη Κατηγορία Παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά την λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο 1ος κατηγορούμενος κατ' άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 5ης Φεβρουαρίου 2011, και της 7ης Ιανουαρίου 2013, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και ευρίσκετο στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 4.2.2011, ημερομηνία που απορρίφθηκε η έφεση του από την Αναθεωρητική Αρχή, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Έκτη Κατηγορία Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως "A" κατά παράβαση των άρθρων 2,3 ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ, Μέρος Ι, 6
(1)
(2)και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο 1ος κατηγορούμενος, την 7η Ιανουαρίου 2013 στη Λεμεσό είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Α, δηλαδή 0,3285 γραμμάρια μεταμφεταμίνες χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο 3ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε την εξής κατηγορία: Πέμπτη Κατηγορία Παραμονή στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά την λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο 3ος κατηγορούμενος κατ' άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 22ας Δεκεμβρίου 2010 και της 7ης Ιανουαρίου, 2013, στη Λεμεσό ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και ευρίσκετο στη Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 21.12.2010, ημερομηνία που απορρίφθηκε η έφεση του από την Αναθεωρητική Αρχή, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί αυτούσια από την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως εξής: Την 07/01/2013 και περί ώρα 10.15, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, προσποιούμενοι τους πελάτες, εισήλθαν εντός του χρυσοχοείου με την ονομασία "ISABELLA JEWELLERY", το οποίο βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή αριθμός 65 Γ, στη Λεμεσό. Κατά την είσοδο τους, εντός του χρυσοχοείου βρισκόταν μόνος του ο ιδιοκτήτης του Αλέξανδρος Αναστασίου, 45 ετών. Κατά την εν λόγω είσοδο τους ζήτησαν από τον Αλέξανδρο Αναστασίου να τους υποδείξει διάφορα δαχτυλίδια - αρραβώνες. Σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος 1 άρχισε να κτυπά με γροθιές στο πρόσωπο τον Αλέξανδρο Αναστασίου ο οποίος άρχισε να αντιστέκεται με αποτέλεσμα ο δράστης να ανασύρει αμφίστομη μάχαιρα με αλουμινένια χειρολαβή για να τον ακινητοποιήσει. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έκλεψαν διάφορα χρυσαφικά και κοσμήματα, από το χρηματοκιβώτιο, το οποίο ήταν ανοικτό και από σταντ που βρισκόταν πάνω σε γραφείο. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τράπηκαν πεζοί σε φυγή με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Γρίβα Διγενή. Ο Αλέξανδρος Αναστασίου τότε άρχισε να καλεί σε βοήθεια, οπόταν πολίτες οι οποίοι βρίσκονταν κοντά στο σημείο καταδίωξαν τους δράστες σε απόσταση 200 μέτρων περίπου. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εισήλθαν στο πίσω κάθισμα του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής DBB630, μάρκας Mitsubishi L200, χρώματος μπλε, στο οποίο ο κάτοχος του οχήματος, βρισκόταν στη θέση του οδηγού και ήταν θείος του κατηγορούμενου
- Στη συνέχεια, ο οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου, με αρ. εγγραφής DBB630 κατέβηκε από αυτό, ενώ ο κατηγορούμενος 1, διαμέσου του καθίσματος, κάθισε στη θέση του οδηγού, και αφού ξεκίνησε το αυτοκίνητο και αφού προσέκρουσε τόσο στο πίσω σταθμευμένο όχημα, όσο και στο μπροστά σταθμευμένο όχημα που εμπόδιζαν την αναχώρηση του, τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας στην σκηνή τον εν λόγω οδηγό του οχήματος. Όπως διαπιστώθηκε ο κατηγορούμενος άφησε ένα δερμάτινο μπουφάν χρώματος μαύρου μάρκας SPRINGFIELD εντός του εν λόγω χρυσοχοείου. Στο συγκεκριμένο μπουφάν, εντοπίστηκε άσπρη κρυσταλλική ουσία μεταμφεταμίνη βάρους 0.3285 γρ. το οποίο κατατάσσεται στα ναρκωτικά Τάξεως "A" και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA του 1ου κατηγορούμενου. Ο Αλέξανδρος Αναστασίου, ο οποίος έφερε τραύματα στο πρόσωπο, μετέβηκε στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γ.Ν. Λεμεσού όπου αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι Ιατρό, Τρύφωνος, και διαπιστώθηκε ότι φέρει κάταγμα δεξιού μετωπιαίου οστού, κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου και κάταγμα ρινικού οστού και κρατήθηκε για νοσηλεία. Ανακρινόμενος προφορικά ο θείος του 1ου κατηγορούμενου ανάφερε ότι την Ληστεία την διέπραξαν ο κατηγορούμενος 1 μαζί με την κατηγορούμενη
- Ενόψει των πιο πάνω και με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, την 07/01/2013 εκδόθηκαν δικαστικά εντάλματα σύλληψης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
- Την 08/01/2013 και ώρα 17.00, o κατηγορούμενος 1 και η κατηγορούμενη 2 προσήλθαν στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και έθεσαν τον εαυτό τους στη διάθεση της Αστυνομίας για σκοπούς εξετάσεως της υπόθεσης. Μαζί της η κατηγορούμενη 2 έφερε μια γυναικεία τσάντα χρώματος μπλε, εντός της οποίας υπήρχε όλη η περιουσία που κλάπηκε από το χρυσοχοείο "ISABELLA JEWELLERY". Ως εκ τούτου, την 08/01/2013, ο Αστυφ. 3512, συνέλαβε τον 1ο κατηγορούμενο στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης με τη βοήθεια του διερμηνέα FARZALY MAHDANI, και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε: "Έκαμα λάθος". Στη συνέχεια ο Αστυφ. 3512, συνέλαβε πάλι με τη βοήθεια του εν λόγω διερμηνέα, την 2η κατηγορούμενη στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης της και της επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτή απάντησε: "Συγνώμη". Την 10/01/2013 ο κατηγορούμενος 1 οδήγησε τους Αστυφ. 4797 και 3512 με τη συνοδεία του διερμηνέα FARZALY MAHDANI, και τους υπέδειξε, το εν λόγω χρυσοχοείο. Ο Αστυφ. 3512, αφού του επέστησε μέσω του διερμηνέα την προσοχή στο νόμο, ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε: "Εν τούτο το χρυσοχοείο που έκλεψα". Τα γεγονότα για τις κατηγορίες 4 εώς 5 είναι ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών. Περαιτέρω αναφέρθηκε σε σχέση με την 4η κατηγορία ο 1ος κατηγορούμενος καταχώρισε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο με αρ. 982/11 το αποτέλεσμα της οποίας εκκρεμεί. Όσον αφορά την 5η κατηγορία ο 3ος κατηγορούμενος καταχώρισε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο με αρ. 494/11 η οποία απορρίφθηκε. Οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ενώπιον μας, έχουν κατατεθεί και για τους τρεις κατηγορούμενους εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήρια Α, Β και Γ στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο 1ος κατηγορούμενος, ηλικίας 25 ετών, είναι σύζυγος της 2ης κατηγορούμενης. Κατάγεται από το Ιράν και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ηλικίας 50 ετών, απασχολείται σε ελαφριά εργασία έπειτα από καρδιακό επεισόδιο που υπέστηκε. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια μέτριας εισοδηματικής κατάστασης. Η μητέρα του, ηλικίας 40 ετών, προέρχεται επίσης από πολυμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ασχολείτο ανέκαθεν με το νοικοκυριό και παρουσιάζει καρδιακά προβλήματα. Οι σχέσεις των γονέων περιγράφηκαν από τον αναφερόμενο, αρμονικές. Ο 1ος κατηγορούμενος είναι το πρώτο σε σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Ο αδελφός του είναι ηλικίας 14 ετών, ζει στην Κύπρο και συντηρείται οικονομικά από τον κατηγορούμενο
- Στο παρόν στάδιο φιλοξενείται από φιλικό άτομο στο Κολόσσι. Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε φιλήσυχο οικογενειακό περιβάλλον. Διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με τους γονείς και τον αδελφό του. Αποφοίτησε το Λύκειο και ακολούθως, εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Από την εφηβική του ηλικία άρχισε να απασχολείται ως εργάτης για να συνεισφέρει στα έξοδα της οικογένειας. Ο 1ος κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο το 2006, μέσω των μη ελεγχομένων περιοχών από την Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς πολιτικού ασύλου. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Έκτοτε εργάζεται ως ελαιοχρωματιστής χωρίς να λαμβάνει σταθερό εισόδημα. Κατά την παραμονή του στην Κύπρο γνώρισε τη συμπατριώτισσα του Maryam Maslahati με την οποία τέλεσε θρησκευτικό γάμο πριν ένα χρόνο περίπου. Η σύζυγος του ασχολείτο με το νοικοκυριό και συντηρείτο αποκλειστικά από τον 1ον κατηγορούμενο. Η 2η κατηγορούμενη, σύζυγος του 1ου κατηγορούμενου είναι ηλικίας 19 ετών και κατάγεται επίσης από το Ιράν. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς της βρίσκονται στο Ιράν. Δεν εργάζονται λόγω προβλημάτων υγείας και βοηθούνται οικονομικά από επιδόματα. Η ίδια είναι η μικρότερη σε ηλικία από τα πέντε παιδιά της οικογένειας. Έχει τρεις αδελφές οι οποίες είναι έγγαμες και ένα αδελφό ο οποίος είναι άγαμος. Οι σχέσεις της με την οικογένεια της περιγράφηκαν αρμονικές. Η 2η κατηγορούμενη ολοκλήρωσε τη φοίτηση της σε σχολείο στη χώρα της και ακολούθως μετέβηκε στην Κύπρο μαζί με τους γονείς της. Έφτασαν μέσω των κατεχόμενων περιοχών πριν από δύο χρόνια περίπου και εγκαταστάθηκαν στη Λεμεσό. Υπέβαλαν αίτηση για παραχώρηση πολιτικού ασύλου και στηρίζονταν οικονομικά από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Η 2η κατηγορούμενη παρακολούθησε μαθήματα της ελληνικής γλώσσας στο σχολείο για περίοδο έξι μηνών. Μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων της ασχολήθηκε με τα οικιακά. Πριν ένα χρόνο περίπου τέλεσε γάμο με τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος επίσης κατάγεται από το Ιράν. Μετά το γάμο της οι γονείς της επέστρεψαν στο Ιράν όπου βρίσκονται τα άλλα τους παιδιά. Η ίδια διέμενε με το σύζυγο της ο οποίος εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής. Ο 3ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 38 ετών, άγαμος και κατάγεται και αυτός από το Ιράν. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του προερχόταν από πολυμελή οικογένεια μέτριας εισοδηματικής κατάστασης. Ήταν δημόσιος υπάλληλος, καρδιοπαθής που απεβίωσε πριν δεκαεφτά χρόνια. Η μητέρα του, ηλικίας 60 ετών, προέρχεται επίσης από πολυμελή οικογένεια μέτριας οικονομικής κατάστασης. Ασχολείτο ανέκαθεν με το νοικοκυριό. Τα τελευταία εφτά χρόνια ζει στην Κύπρο και παρουσιάζει Alzheimer. Ο 3ος κατηγορούμενος είναι το τελευταίο σε σειρά από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του είναι ηλικίας 41 ετών, έγγαμη, ζει στο Ιράν και εργάζεται ως φωτογράφος. Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε συγκρουσιακό οικογενειακό περιβάλλον. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα αλλά και μάρτυρας άσκησης σωματικής κακοποίησης των μελών της οικογένειας από τον πατέρα του. Διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με τη μητέρα του και την αδελφή του. Αποφοίτησε το Λύκειο και ακολούθως, εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Μετά την αποστράτευση του, φοίτησε σε πανεπιστήμιο στη χώρα του, στον κλάδο ψυχολογίας για διάστημα τεσσάρων χρόνων. Στην πατρίδα του εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής. Ο 3ος κατηγορούμενος ήλθε στην Κύπρο το 2002, μέσω των μη ελεγχομένων περιοχών από την Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς πολιτικού ασύλου. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και έξι μήνες αργότερα, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Κατά την παραμονή του στην Κύπρο, αρχικά εργάστηκε ως ελαιοχρωματιστής και από το 2007 είναι ιδιοκτήτης εργοληπτικής εταιρείας. Η εν λόγω εταιρεία στο παρόν στάδιο βρίσκεται σε αδράνεια εξαιτίας της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές. Ο 3ος κατηγορούμενος ανέλαβε την ευθύνη οικονομικής συντήρησης της μητέρας του και της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης. Ως εκ τούτου, σήμερα η μητέρα του βρίσκεται μόνη με σοβαρά προβλήματα υγείας και χωρίς υποστηρικτικό περιβάλλον. Ο κ. Παύλου συνήγορος υπεράσπισης, υιοθετώντας το περιεχόμενο και των τριών προαναφερόμενων εκθέσεων, αγόρευσε ειδικά σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2 περαιτέρω αναφέροντας τα εξής: Αφού τόνισε το νεαρό της ηλικίας και το λευκό ποινικό τους μητρώο στάθηκε ιδιαίτερα στο τρόπο δράσης τους ο οποίος ήταν καθόλα ερασιτεχνικός και πρόχειρος δεικνύοντας ότι οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων ήταν μία εκτός του χαρακτήρα τους ενέργεια. Ειδικά ο κ. Παύλου στάθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος 1 υπό το κράτος αγωνίας και πανικού και μόνο όταν ο παραπονούμενος αντέδρασε προχώρησε σε πράξεις βίας εναντίον του περισσότερο για να τον ακινητοποιήσει και να διαφύγει. Ορθά ο κ. Παύλου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πραγματική μεταμέλεια των κατηγορουμένων 1 και 2 οι οποίοι ακριβώς μετά την διάπραξη του αδικήματος και ενώ είχαν διαφύγει αμέσως κατάλαβαν το λάθος τους, προσέφυγαν στον ίδιο ζητώντας του να τους συνοδεύσει στην παράδοση τους στην αστυνομία πράγμα το οποίο και έκαμαν αμέσως μετά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με γλαφυρό τρόπο μας εξήγησε ότι και τα δύο αυτά πρόσωπα ακριβώς επειδή δεν ήσαν άτομα με εγκληματική προσωπικότητα και συναισθανόμενοι το βάρος της ενοχής τους όταν προσήλθαν στο γραφείο του έκλαιγαν με λυγμούς. Την προσωπικότητα των κατηγορουμένων ο κ. Παύλου την συσχέτισε με το πρότερο βίο τους ο οποίος ακριβώς δεν περιέχει ο,τιδήποτε κακό για τον χαρακτήρα τους. Ακόμη ο κ. Παύλου ανέφερε ότι τόσο με βάση τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές συνθήκες των ίδιων των κατηγορουμένων 1 και 2 επιβάλλεται να υπάρξει διαφοροποίηση της ποινής μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 δεχόμενος τον δεσπόζοντα ρόλο του κατηγορούμενου 1 στην διάπραξη του αδικήματος. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε και σε άλλο στάδιο της απόφασης μας. Η ένοπλη ληστεία, είναι το σοβαρότερο των προαναφερθέντων αδικημάτων. Η σοβαρότητα του αντανακλάται πρώτιστα από την προνοούμενη από τον Ποινικό Κώδικα ποινή που είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης είναι επίσης σοβαρό. Κατατάσσεται στα κακουργήματα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Δεν πρέπει ασφαλώς να παραγνωρίζεται και η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, παρά την μικρή ποσότητα που αφορά η έκτη κατηγορία. Η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή, είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως τα Δικαστήρια δεν βασίζονται, μόνο στη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων καθώς επίσης και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Για το θέμα αυτό θα αναφερθούμε πιο κάτω. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταπιάνεται με την επιβολή ποινών για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, επειδή η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται, για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, που παραδέχθηκε το αδίκημα του άρθρου 282, ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κατηγορούμενος απέσπασε με τη χρήση βίας που συνίστατο σε γροθιά, τσάντα με χρήματα συνολικού ύψους £4.782 αφού παραπλάνησε το διευθυντή υπεραγοράς που την κατείχε. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες και το Κακουργιοδικείο δέχθηκε ότι το αδίκημα αποτελούσε μία, εκτός χαρακτήρα, ενέργεια του κατηγορούμενου. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τη μικρή συνδρομή του στη διαλεύκανση του αδικήματος καθώς και τη γνήσια μεταμέλεια του. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Ιωάννη Χαράκη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 183, για το ίδιο αδίκημα (ένοπλης ληστείας) επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 4 ετών που δεν κρίθηκε από το Εφετείο ως υπερβολική. Οι κατηγορούμενοι οπλισμένοι με ξύλινο ρόπαλο και με την κεφαλή και το πρόσωπο καλυμμένα με κράνος και κουκούλα, εισέβαλαν σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λακατάμια και με την απειλή βίας στους υπαλλήλους και πελάτες της τράπεζας απέσπασαν το ποσό των £13040 και διέφυγαν με κλοπιμαία μοτοσυκλέττα αφού προηγουμένως κτύπησαν και τραυμάτισαν διαβάτη που προσπάθησε να τους ανακόψει. Οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνοντο με προηγούμενες καταδίκες και παραδέχθηκαν ενοχή ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ.50, οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δυο κατηγορίες ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι δυο κατηγορούμενοι κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δυο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ.411 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, που ήταν ένας από τους δυο δράστες που με την απειλή όπλου απέσπασαν το ποσό των £4.582 από κατάστημα τραπέζης, ποινή φυλακίσεως 10 ετών. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη για ένοπλη ληστεία, ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και είχε ψυχολογικά προβλήματα. Η ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha v. Δημοκρατία
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, κατόπιν παραδοχής του εφεσείοντα επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης οκτώ ετών σε κατηγορία για ένοπλη ληστεία, κατά παράβαση των άρθρων 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στις Ποιν. Εφ. 33/12 Μακρής ν. Δημοκρατίας, ημερ. 15.1.13 και Ποιν. Εφ. 211/11 Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, ημερ. 25.1.13 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινές 8ετούς φυλάκισης για κατηγορούμενους που διέπραξαν ένοπλη ληστεία με έμφορτο όπλο τονίζοντας ως κύριο ελαφρυντικό την παραδοχή τους. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται, από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου, αποτελούν σε συνάρτηση, με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, 115). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι «όταν το έγκλημα, είναι σοβαρό και το στοιχείο της αποτροπής λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό της ποινής, το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί». Από την άλλη η διαδικασία εξατομίκευσης δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Δυστυχώς οι ένοπλες ληστείες βρίσκονται στη πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας με ανησυχητική αύξηση, όπως μπορούμε να κρίνουμε ως εκ της θέσεως μας, οπότε και υπερέχει το καθήκον του Δικαστηρίου για προστασία του κοινωνικού συνόλου. Για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουμε να πούμε πολλά. Αδικήματα αυτής της φύσης, ενέχουν στοιχείο σοβαρότητας που επιβάλλει στο Δικαστήριο να τονίσει το καθήκον του για αποτροπή τέτοιων αδικημάτων εφόσον δια της διάπραξης τους τίθεται εν πολλοίς σε κίνδυνο η ασφάλεια της Δημοκρατίας όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλέπετε μεταξύ άλλων Khlef κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203). Σε ανθρώπινο επίπεδο απόλυτα εκφράζουμε την συμπάθεια μας για τις συνθήκες αυτές των ανθρώπων, όπως σοφά ετέθη από το Δικαστή Νικήτα στην πιο πάνω απόφαση: «Η Κύπρος κατακλύζεται κυριολεκτικά από αλλοδαπούς που διεισδύουν με τον ίδιο τρόπο για να πετύχουν παραμονή και εξασφάλιση εργασίας. Παρόλη τη συμπάθεια που μπορεί να τρέφει κανείς για τα ελατήρια που ωθούν τους ανθρώπους αυτούς προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής εντούτοις το φαινόμενο, που δεν υποχωρεί, έχει δημιουργήσει ουσιαστικά προβλήματα.» Έχουμε εξετάσει την παρούσα υπόθεση με την δέουσα προσοχή στα πλαίσια που η νομολογία καθορίζει και έχουμε λάβει υπόψη όλα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος μας έχει αναφέρει. Σίγουρα, οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της ένοπλης ληστείας είναι σοβαρές, παρά τον πρόχειρο και ερασιτεχνικό τρόπο δράσης τους, αφού ο κατηγορούμενος 1 στην παρουσία της κατηγορουμένης 2 για σκοπό απόκτησης περιουσίας εκ μέρους τους δεν δίστασε όχι μόνο να απειλήσει το θύμα αλλά και να ασκήσει πραγματική βία εναντίον του όπως περιγράφηκε, ως άνω, με συνέπεια το θύμα να τραυματισθεί. Είναι δεδομένο ωστόσο ότι το μαχαίρι που έφερε ο κατηγορούμενος 1 αν και ανασύρθηκε για απειλή δεν χρησιμοποιήθηκε. Παράλληλα δεν μας διαφεύγουν οι συνθήκες ζωής των κατηγορουμένων που παρουσιάζονται ανάγλυφα στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Για το Δικαστήριο το κυριότερο ελαφρυντικό στην υπόθεση είναι η πραγματική μεταμέλεια των κατηγορουμένων η οποία μετουσιώθηκε στην οικειοθελή παράδοση τους στην αστυνομία, στην πλήρη ομολογία τους και στην επιστροφή όλων των κλαπέντων. Όπως επεσημάναμε και σε άλλες υποθέσεις, η παραδοχή είναι το σημαντικότερο ελαφρυντικό, καθότι είναι ο πρώτος απτός τρόπος για το Δικαστήριο να αντιληφθεί ότι κάποιος κατηγορούμενος αναγνώρισε το λάθος του και προσπαθεί να εκφράσει την μεταμέλεια του στο κοινωνικό σύνολο, έναντι του οποίου έσφαλε. Χωρίς αυτή την μεταμέλεια, τα λοιπά ελαφρυντικά δεν παίρνουν σάρκα και οστά, θέση που υιοθετήθηκε και στη Κυριάκου ανωτέρω. Περαιτέρω, η παραδοχή και μεταμέλεια των κατηγορουμένων 1 και 2 σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας τους και το λευκό τους μητρώο, μας οδηγεί σε δυνατότητα επιεικούς μεταχείρισης στα πλαίσια βέβαια που μας δίδει ο νόμος και η νομολογία για τέτοια σοβαρά αδικήματα. Στην κρινόμενη περίπτωση δε, έχει βαρύνουσα σημασία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διαισθανόμενοι πλήρως το λάθος τους προσέγγισαν αμέσως το δικηγόρο τους και ζήτησαν να παραδοθούν στην αστυνομία πράγμα το οποίο έπραξαν, επιστρέφοντας όλα τα κλοπιμαία. Αυτή η συμπεριφορά σε συνδυασμό με την άμεση παραδοχή τους ενώπιον μας, το νεαρό της ηλικίας και την θέση που φαίνεται να έχει αντίκρυσμα από τα γεγονότα ότι δηλαδή η πράξη τους αποτελεί μια εκτός της προσωπικότητας τους ενέργεια, μας δίνει την δυνατότητα να επιδείξουμε κάθε δυνατή επιείκεια στα πλαίσια του δυνατού. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι έχουν πλήρως μεταμεληθεί για τις πράξεις τους και τονίζουμε ότι χωρίς αυτό το στοιχείο της μεταμέλειας η αντιμετώπιση μας θα ήταν πολύ πιο αυστηρή. Πρόσθετα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η παρούσα υπόθεση τόσο στις περιστάσεις του αδικήματος όσο και στις περιστάσεις των δραστών είναι πρέπουσα ώστε η ποινή να είναι ουσιωδώς διαφοροποιημένη αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 2. Είναι απόλυτα ορθή η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου υπεράσπισης ότι εν προκειμένω η διαφοροποίηση είναι επιβεβλημένη. Η κατηγορούμενη 2 είναι μόλις 19 ετών, σύζυγος όπως ελέχθη του κατηγορούμενου 1. Βρίσκεται στην Κύπρο, μακριά από τους δικούς της χωρίς υποστήριξη και με μόνο προστάτη τον κατηγορούμενο 1, αφού η ίδια δεν εργάζεται και βασίζεται αποκλειστικά σ' αυτόν για την συντήρηση της. Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε τον δεσπόζοντα ρόλο στο έγκλημα και είναι το πρόσωπο που άσκησε πραγματική βία εναντίον του θύματος και το άτομο που κρατούσε το μαχαίρι. Όπως δε έχει τεθεί με ειλικρίνεια από τον κ. Παύλου, η κατηγορούμενη 2 είχε παρασυρθεί στις πράξεις της από τον κατηγορούμενο 1. Είναι δε απόλυτα σχετικό για την αντιμετώπιση της κατηγορούμενης 2, η πλήρης σχέση εξάρτησης αυτής με τον κατηγορούμενο 1 τόσο ως εκ της ηλικίας της αλλά και των λοιπών συνθηκών της ζωής της, αφού φαίνεται και εκ της έκθεσης του γραφείου ευημερίας ότι δεν είχε στην Κύπρο οποιονδήποτε πρόσωπο στηρικτικό που θα την οδηγούσε στην ώριμη και ορθή αντιμετώπιση των πραγμάτων. Είναι σαφές λοιπόν ότι η κατηγορούμενη 2 δέον να αντιμετωπισθεί ουσιωδώς με μεγαλύτερη επιείκεια από τον κατηγορούμενο 1 (βλ. Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 195, Πίτσιλλος ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 346), θέση άλλωστε που προώθησε και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης. Σε σχέση δε με τον κατηγορούμενο 3 που τον αφορά μόνο η πέμπτη κατηγορία έχουμε λάβει υπόψη κάθε μετριαστικό παράγοντα, ειδικά στο ότι κατά πάντα χρόνο προσπάθησε να νομιμοποιήσει την παραμονή του στην Κύπρο όπως εξηγήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ως αρμόζουσες και αναπόφευκτες τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης, τις οποίες επιβάλλουμε. Στον 1ο κατηγορούμενο Στη δεύτερη κατηγορία 4 χρόνια φυλάκιση Στη τρίτη κατηγορία 18 μήνες φυλάκιση Στη τέταρτη κατηγορία 4 μήνες φυλάκιση Στην έκτη κατηγορία 8 μήνες φυλάκιση Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Στην πρώτη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή ως εκ της συνάφειας με την δεύτερη κατηγορία. Στην 2η κατηγορούμενη Στη δεύτερη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση. Στη πρώτη κατηγορία ομοίως δεν επιβάλλεται ποινή για τον ίδιο λόγο. Στον 3ο κατηγορούμενο Στην πέμπτη κατηγορία 4 μήνες φυλάκιση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης μας έχει θέσει και θα πρέπει να εξετάσουμε την εισήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής. Όπως το έθεσε και για τους δύο κατηγορούμενους αλλά ιδιαίτερα για την κατηγορούμενη 2. Ενόψει του ύψους της ποινής για τον κατηγορούμενο 1 βέβαια δεν τίθεται βέβαια πλέον θέμα αλλά και άλλως πώς να είχαν τα πράγματα ο δεσπόζον ρόλος στο αδίκημα δεν θα μας έδιδε λογικά τέτοια ευχέρεια. Η τροποποίηση του νόμου περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972 (Ν.95/72)όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν.41
(1)/97) και 186
(1)/2003, επί του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης όπου δεν απαιτείται πια συνύπαρξη ειδικών λόγων δεικνύει ακριβώς την βούληση για διεύρυνση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει αποσύνδεση από τους παράγοντες που θέτει η νομολογία (βλ. Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ.663). Όπως τονίσθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ.303, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή, εφόσον κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τίθενται κάποιοι παράγοντες που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής όπως (α) η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο, (β) το μητρώο του κατηγορούμενου, (γ) η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά την διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 62). Έχουμε εξετάσει με κάθε δυνατή ευρύτητα την εισήγηση. Έχουμε ιδιαίτερα προβληματιστεί αν θα πρέπει να πετύχει η εισήγηση για την κατηγορούμενη 2 και υπό το πρίσμα αυτό έχουμε επανεξετάσει τα δεδομένα τόσο της διάπραξης του αδικήματος όσο και των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορούμενης 2. Η νεαρή της ηλικία σε συνάρτηση με το ευάλωτο και την έλλειψη ορθής κρίσης που χαρακτηρίζει ακριβώς αυτή την ηλικία ομού με την θέση που εκφράστηκε από την υπεράσπιση ότι έχει παρασυρθεί στην πράξη αυτή από τον κατηγορούμενο 1, παρέχει το πρώτο αναγκαίο υπόβαθρο για να καταστήσει την εισήγηση αναστολής συζητήσιμη. Στη παραπέρα δε πορεία της σκέψης μας έχει βαρύνουσα σημασία ότι η σχέση της με τον κατηγορούμενο 1 δηλαδή η συζυγική είναι ακριβώς τέτοιας μορφής που ενόψει της ανωριμότητας της ηλικίας εύκολα θα την οδηγούσε στη διάπραξη ενός τέτοιου σοβαρού λάθους όπως εν προκειμένω. Χωρίς όμως την συναίσθηση έστω και μετά την διάπραξη του αδικήματος της ενοχής και του λάθους που μετουσιώθηκε, όπως έχουμε πει, στην οικειοθελή παράδοση και της ιδίας στην αστυνομία αλλά και της επιστροφής των κλαπέντων δεν θα υπήρχε έδαφος θετικής αντίκρυσης εισήγησης αναστολής. Έχοντας όλες αυτές τις ειδικές περιστάσεις υπόψη που αφορούν την κατηγορούμενη 2 και αγγίζουν τόσο την διάπραξη του αδικήματος όσο και τις προσωπικές τις περιστάσεις αλλά και την διαγωγή της μετά την διάπραξη του αδικήματος έχουμε καταλήξει, όχι χωρίς δισταγμό, στο να θεωρήσουμε ότι η εισήγηση για αναστολή της ποινής δέον εν προκειμένω να πετύχει. Στη βάση και της έντιμης τοποθέτησης του κ. Παύλου ότι η διαφοροποίηση μπορεί να αγγίξει και το θέμα της αναστολής και να είναι ορθή μόνο για την κατηγορούμενη 2, θεωρούμε ότι δεν τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης εν προκειμένω μεταξύ των δύο κατηγορουμένων για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει (βλ. Βίκτωρας Ιωσήφ Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 583, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67). Ενόψει των πιο πάνω αναστέλλουμε την πιο πάνω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης για την κατηγορούμενη 2 σύμφωνα με τον νόμο δηλαδή για 3 χρόνια. Εξηγείται στην κατηγορούμενη 2 η φύση και η έννοια της αναστολής. Νοείται βεβαίως ότι οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν και τελούν από κράτηση, για τον κατηγορούμενο 1 από τις 8.1.13 και 7.1.13 για τον κατηγορούμενο 3. Τα προϊόντα της κλοπής (ρολόγια και χρυσαφικά) να επιστραφούν στον παραπονούμενο. (Υπ.) Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΦ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Ένοπλη ληστεία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο