Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παύλος Χρυσάνθου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20649/11, 22/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20649/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν
- Παύλος Χρυσάνθου
- Αντωνάκης Μαρκίδης Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 22/04/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κα Λαμάρη. Κατηγορούμενος αρ. 1 παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αρ.1 αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης (κατηγορία αρ. 1). Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την ίδια κατηγορία η οποία σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας διακόπηκε και αυτός απαλλάγηκε (κατηγορία αρ. 2). Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αρνήθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 3393 Άθω Στυλιανού (Μ.Κ.1) και τον κ. Αντωνάκη Μαρκίδη (ΜΚ.2). Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Αστ. 3397 Ι. Ιωάννου κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στις 09/05/2011 για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και απάντησε: «Δεν παραδέχομαι. Όπως έχω πει και στην κατάθεση μου όταν ήρτε το αυτοκίνητο που απέναντι εγώ ήμουν σταματημένος τελείως». Η εν λόγω γραπτή κατηγορία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας κρίνω ορθό όπως αναφέρω τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων. Τα εν λόγω γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος στις 19/12/2010 και περί ώρα 18:30 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕPY 526 στο δρόμο Ερήμης - Πλατρών, παρά τη πάροδο Αγ. Θεράποντα στον Άγιο Αμβρόσιο της επαρχίας Λεμεσού έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚVW 431 στον ίδιο δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή προς δυτικά έχοντας ως συνεπιβάτιδα τη σύζυγο του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μετά από μια κλειστή αριστερόστροφη στροφή σύμφωνα με την πορεία του παραπονούμενου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Να σημειωθεί επίσης, ότι στην πορεία του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα στην αριστερή άκρη του δρόμου υπήρχε σταματημένο ένα λεωφορείο μήκους 11,80 μέτρων και το οποίο καταλάμβανε 0,50 εκατοστά της πορείας του κατηγορουμένου. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν υλικές ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα και τραυματισμοί όλων των ενεχόμενων οδηγών. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να ανευρεθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και ο τρόπος οδήγησης των δύο ενεχόμενων οδηγών αμέσως πριν από τη σύγκρουση και ειδικότερα κατά πόσο το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν σε κίνηση ή αυτό ήταν σταματημένο και αν ναι σε ποιο σημείο του δρόμου. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα επί των πιο πάνω ζητημάτων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 2) και αργότερα βάσει αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Επίσης, ανέφερε τις περαιτέρω ενέργειες και εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4). Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος καταθέτοντας τα σχέδια της σκηνής και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με τον παραπονούμενο. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Παρά την προσπάθεια του να αποτυπώσει τη σκηνή του δυστυχήματος επί των σχεδίων που ετοίμασε και να σημειώσει επί αυτών τα σχετικά ευρήματα του, εντούτοις διαπιστώνεται ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τα σημεία που σημείωσε επί αυτών και τα συμπεράσματα του όπως θα αναφερθώ κατωτέρω αναλυτικά. Κατ' αρχή στα σχέδια της σκηνής απεικονίζεται η Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ που είναι ο δρόμος Ερήμης - Πλατρών. Ο δρόμος αυτός αποτελείται από δύο λωρίδες, μια για κάθε κατεύθυνση. Κοντά στο σημείο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα ο δρόμος είχε συνολικό πλάτος 6,00 μέτρων, δηλαδή 3,00 μέτρα για κάθε κατεύθυνση. Ο δύο λωρίδες κυκλοφορίας φαίνεται να διαχωρίζονται με συνεχόμενη άσπρη διαχωριστική γραμμή. Λίγο πριν το σημείο σύγκρουσης, στα αριστερά του δρόμου με ανατολική πορεία είναι η πάροδος προς Άγιο Θεράποντα και στο σημείο εκείνο η διαχωριστική γραμμή είναι διακεκομμένη ενώ λίγο μετά το σημείο σύγκρουσης, στα δεξιά του δρόμου με ανατολική πορεία είναι η πάροδος της οδού Μάρκου Δράκου και επίσης στο σημείο εκείνο η διαχωριστική γραμμή είναι διακεκομμένη. Στα αριστερά και δεξιά του δρόμου υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο, το πλάτος του οποίου μετά το σημείο που έγινε το δυστύχημα, στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ανατολική πορεία είναι περίπου ένα μέτρο. Η πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου δεικνύεται με το γράμμα Β και έχει ανατολική κατεύθυνση ενώ η πορεία του οχήματος του παραπονουμένου με το γράμμα Α και έχει αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή δυτική. Πριν από το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, στην πορεία του παραπονουμένου υπάρχει μια αριστερόστροφη κλειστή στροφή. Πέραν των πιο πάνω, στο σχέδιο σημειώνονται τρία σημεία σύγκρουσης. Με το γράμμα Χ σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Αυτό απέχει 2,20 μέτρα από το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο σύμφωνα με την πορεία του και 0,80 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Με το γράμμα Χ1 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο παραπονούμενος και αυτό βρίσκεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και απέχει από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου 3,80 μέτρα δηλαδή βρίσκεται 0,80 μέτρα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του παραπονουμένου. Με το γράμμα Χ2 σημειώνεται το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθέτησε ο μάρτυρας αυτός. Βρίσκεται επί της διαχωριστική γραμμής του δρόμου δίπλα από το σημείο Χ
- Το σημείο Χ βρίσκεται ανατολικότερα του σημείου Χ1 σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου και απέχουν μεταξύ τους 3,50 περίπου μέτρα ενώ το Χ2 από το Χ απέχει περίπου 3,00 μέτρα. Παρά τη θέση του μάρτυρα ότι αυτός πιστεύει ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης είναι το Χ2 που τοποθέτησε επί του σχεδίου εντούτοις το Δικαστήριο δεν μπορεί να το αποδεχτεί καθότι δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις που να μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ανέφερε στο Δικαστήριο προφορικά ότι από ότι θυμάται το έβαλε εκεί διότι είχε κάτω στο δρόμο λάσπες από το όχημα του κατηγορουμένου, υγρά των οχημάτων και πλαστικά μέρη. Παρά την πιο πάνω θέση του όμως, δεν εξήγησε γιατί τα ευρήματα του αυτά δεικνύουν το σημείο σύγκρουσης εν όψει και του γεγονότος ότι τόσο στο σημείο Χ1 όσο και στο σημείο Χ αναφέρει στην κατάθεση του ότι βρήκε ανάλογα ευρήματα. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στο σημείο Χ υπήρχαν κάτω στο δρόμο σπασμένα φανάρια, πλαστικά και υγρά από το όχημα KVW 431 ενώ στο σημείο Χ1 υπήρχαν κάτω στο δρόμο σπασμένα φανάρια και λάσπες από το όχημα ΕPY
- Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα και στα τρία σημεία σύγκρουσης που έχει τοποθετήσει στο σχέδιο υπάρχουν ανάλογα ευρήματα. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του εξήγησε ή έδωσε επαρκείς εξηγήσεις γιατί το σημείο Χ2 που σημείωσε είναι το ορθό. Να σημειωθεί επίσης, ότι στο σημείο Χ1 βρίσκεται η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα το μπροστινό του μέρος και στο σημείο Χ η τελική θέση του οχήματος του παραπονουμένου, επίσης το μπροστινό του μέρος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το ακριβές σημείο σύγκρουσης με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση του σε σχέση με τις ζημιές των δύο οχημάτων. Το όχημα του κατηγορουμένου έφερε ζημιές στο μπροστινό του μέρος και συγκεκριμένα στο προφυλακτήρα, γρίλια, καπό, δεξιό φανάρι και δεξιό φτερό ενώ αυτό του παραπονουμένου επίσης στο μπροστινό του μέρος, στον ανεμοθώρακα, καπό, προφυλακτήρα, γρίλια, φανάρι, δεξιό και αριστερό φτερό και πόρτες. Οι ζημιές αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του. Θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε άλλες εξηγήσεις σε σχέση με τις ζημιές αυτές, την έκταση τους σε κάθε όχημα αλλά ούτε αναφέρθηκε και με ποίο τρόπο μπορεί να προκλήθηκαν. Περαιτέρω, σε σχέση με την ορατότητα από τη στροφή μέχρι το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα ή σε σχέση με οποιοδήποτε από τα σημεία σύγκρουσης δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία από το μάρτυρα. Περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη. Τέλος, σε σχέση με τη θέση του λεωφορείου, ο μάρτυρας είπε ότι το σημείωσε με το γράμμα Γ στο σχέδιο καθ' υπόδειξη του οδηγού του λεωφορείου καθότι μετά τη σύγκρουση αυτό είχε μετακινηθεί. Επίσης, είπε ότι με αυτή τη θέση συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Περαιτέρω, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του αμφισβητήθηκε η θέση αυτή και όπως προκύπτει αποτέλεσε και κοινό έδαφος. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη θέση του λεωφορείου όπως φαίνεται στο σχέδιο με το γράμμα Γ. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε, εκτός των πιο πάνω διευκρινήσεων σε σχέση με το σχέδιο της σκηνής και το σημείο σύγκρουσης. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση. Η εκδοχή του ήταν ότι οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KVW 431 και προερχόμενος από μια αριστερή στροφή κοντά στην πάροδο του Αγίου Θεράποντα, ελάττωσε ταχύτητα λόγω του ότι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας προς το παγκέτο υπήρχε σταθμευμένο ένα λεωφορείο και πίσω από αυτό είδε φώτα αυτοκινήτου να το ακολουθούν και φοβήθηκε μήπως το προσπεράσει και εισέλθει στην πορεία του. Αφού έφτασε παράλληλα με το λεωφορείο, δηλαδή μέχρι τη μέση του, το άλλο αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε το λεωφορείο προσπάθησε να προσπεράσει το λεωφορείο με αποτέλεσμα να εισέλθει στην πορεία του και να συγκρουστούν. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του μετακινήθηκε προς τα πίσω και τα μούτρα του σταμάτησαν ελαφρώς στην πορεία του άλλου αυτοκινήτου. Δεν πρόλαβε να αποφύγει το εν λόγω αυτοκίνητο καθότι ήρθε απότομα πάνω του, σε κοντινή απόσταση. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι εξέφρασε την υποκειμενική του θέση σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλήφθηκε να εξελίχθηκαν τα πράγματα πριν, κατά και μετά τη σύγκρουση. Παρόλα αυτά η όλη περιγραφή που έδωσε σε σχέση με τον τρόπο που έλαβε χώρα η εν λόγω σύγκρουση παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες σε βαθμό που είναι επικίνδυνο και ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεση του (τεκμήριο 5) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης αναφέρει ότι μετά τη σύγκρουση το όχημα του μετακινήθηκε προς τα πίσω, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι μετά τη σύγκρουση, το όχημα του εκτινάχθηκε ένα μέτρο προς τα πάνω και έμεινε εκεί. Αν η ορθή θέση είναι αυτή που αναφέρει στην προφορική του μαρτυρία τότε μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ουσιαστικά μετά τη σύγκρουση το όχημα του παρέμεινε στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση, στην τελική του θέση όπως φαίνεται στο σχέδιο. Δηλαδή, αυτό δεν μετακινήθηκε προς τα πίσω. Άρα το σημείο σύγκρουσης Χ1 που υπέδειξε δεν μπορεί να ευσταθεί και λογικά η σύγκρουση θα πρέπει να έλαβε χώρα στο σημείο Χ. Επίσης, παρά την αναφορά του στην γραπτή κατάθεση του για μετακίνηση του οχήματος του προς τα πίσω μετά τη σύγκρουση, σε κανένα σημείο της προφορική του μαρτυρίας επανέλαβε κάτι τέτοιο αλλά ούτε επεξήγησε αυτή την μετακίνηση και πόση ήταν. Αντιθέτως, όπως αναφέρω και ανωτέρω αναφέρθηκε σε εκτίναξη του οχήματος του προς πάνω και μάλιστα 1 μέτρο. Η πιο πάνω εκδοχή του είναι αντιφατική αλλά ακόμη και αν θεωρήσω ορθή τη θέση που επεξήγησε στο Δικαστήριο τότε αυτή συγκρούεται και με το σημείο σύγκρουσης Χ1 που υπέδειξε και τοποθετήθηκε στο σχέδιο της σκηνής. Πέραν τούτου, από την μαρτυρία του προκύπτει ότι τοποθετεί τη σύγκρουση στη μέση του σταθμευμένου λεωφορείου λέγοντας ότι ο κατηγορούμενους επιχείρησε να προσπεράσει το εν λόγω λεωφορείο και εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του και τον κτύπησε. Η θέση του αυτή όμως, συγκρούεται με τη πραγματική μαρτυρία και το σχέδιο της σκηνής το οποίο το Δικαστήριο αποδέχτηκε. Επίσης, ο ίδιος ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τη θέση του λεωφορείου επί του σχεδίου, συνεχίζοντας όμως να λέει ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα παράλληλα και στο μέσο του λεωφορείου. Από το σχέδιο όμως, φαίνεται ότι το σημείο Χ1 το οποίο υπέδειξε στην Αστυνομία ο μάρτυρας ως το σημείο σύγκρουσης απέχει από την πίσω άκρη του σταθμευμένου λεωφορείου 6,00 περίπου μέτρα ενώ το σημείο Χ που υπέδειξε ο κατηγορούμενος 3,00 περίπου μέτρα. Επομένως, προκύπτει ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα σε κάποιο σημείο μετά το λεωφορείο και όχι παράλληλα με αυτό όπως ήταν η θέση του μάρτυρα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος κατά πόσο είχε χώρο να κινηθεί αριστερότερα και να περάσει, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το πράξει καθότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του για να προσπεράσει το λεωφορείο και δεν υπήρχε άλλος χώρος για να κινηθεί. Αυτό όμως, δεν μπορεί να ευσταθεί με βάση πάλι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ίδιος το οποίο απέχει 0,80 εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Με την αναφορά του αυτή ο μάρτυρας προσπαθεί να τοποθετήσει τη σύγκρουση εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα κυκλοφορίας του θεωρώντας ότι ο κατηγορούμενος προσπέρασε το λεωφορείο, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του και όταν ήταν παράλληλα με το λεωφορείο συγκρούστηκαν. Όλα αυτά όμως δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία. Επιπρόσθετα, από τη μαρτυρία του δεν προκύπτει ότι αυτός είδε το όχημα του κατηγορουμένου να κινείται στην πορεία του. Εκείνο που αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση είναι ότι είδε φώτα να ακολουθούν το λεωφορείο, ελάττωσε ταχύτητα διότι φοβήθηκε μήπως το εν λόγω όχημα προσπεράσει το λεωφορείο. Προκύπτει δηλαδή, ότι η πρώτη φορά που είδε τα φώτα του οχήματος του κατηγορουμένου, αυτά ήταν πίσω από το λεωφορείο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του όμως, αναφέρει ότι είδε τα φώτα «μούτρα μούτρα» κατά πάνω του και κατάλαβε μονομιάς ότι ερχόταν κατά πάνω του. Από τις εν λόγω αναφορές του δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια κατά πόσο αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου να κινείται και να έρχεται κατά πάνω του και πότε ή αν αυτό ήταν σταματημένο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Θεωρώ ότι η εκδοχή που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη η σύγκρουση ήταν υποκειμενική, η οποία όμως συγκρούεται με μέρος της πραγματικής μαρτυρίας αλλά και δεν υποστηρίζεται και από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Επομένως, απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε στη δική του εκδοχή. Βασική του θέση ήταν ότι όπως κινείτο στην πορεία του είδε το λεωφορείο να βρίσκεται σταματημένο στη άκρη της πορείας του, να καταλαμβάνει μέρος αυτής και την ίδια ώρα είδε φώτα από απέναντι του. Τότε σταμάτησε σε απόσταση περί τα 3 - 4 μέτρα πίσω από το λεωφορείο και περίμενε να περάσει το άλλο όχημα από απέναντι του. Όπως περίμενε εκεί και ενώ ήταν σταματημένος τελείως, το άλλο όχημα έκαμε κλίση προς τα δεξιά και τον κτύπησε στη δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος του. O κατηγορούμενoς μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του κλονίστηκε η αξιοπιστία του ή διαφάνηκε να ήθελε να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα. Ήταν σταθερός στη θέση και εκδοχή του σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα και τον οποίο περιέγραψε με σαφήνεια και καθαρότητα. Επίσης, οι οποιεσδήποτε αναφορές του σε σχέση με τον τρόπο και σημείο που έγινε το δυστύχημα συνάδουν και με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στην Αστυνομία, αυτό δεν αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω αλλά και όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 19/12/2010 και περί ώρα 18:30, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής EPΥ 526 στον κύριο δρόμο Ερήμης - Πλατρών, παρά την πάροδο της οδού Αγίου Θεράποντα της Επαρχίας Λεμεσού έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Μετά την εν λόγω πάροδο, σε σημείο όπου αρχίζει μια κλειστή δεξιά στροφή σύμφωνα με την πορεία του, βρισκόταν σταματημένο στην αριστερή άκρη του δρόμου ένα λεωφορείο μήκους 11,80 μέτρων. Το εν λόγω λεωφορείο καταλάμβανε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα 0,50 εκατοστά. Ο δρόμος στο σημείο έχει συνολικό πλάτος 6,00 μέτρων περίπου, 3,00 μέτρα για κάθε λωρίδα κυκλοφορίας. Ο παραπονούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KVW 431 από την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή έχοντας δυτική πορεία και ως συνεπιβάτιδα τη σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόμενος το σταθμευμένο λεωφορείο το οποίο καταλάμβανε και μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του καθώς επίσης και τα φώτα του οχήματος του παραπονουμένου, σταμάτησε πίσω από το λεωφορείο με κλίση προς τα δεξιά, σε απόσταση περί τα 3 - 4 μέτρα μέχρι να περάσει το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα και ακολούθως να προσπεράσει το λεωφορείο και να συνεχίσει. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σταματημένος στο σημείο εκείνο, πίσω από το λεωφορείο έχοντας τα φώτα της πορείας του αναμμένα, ο παραπονούμενος κτύπησε σε αυτόν στη δεξιά μπροστινή πλευρά του. Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορούμενου σε απόσταση 2,20 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και 0,80 από τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου. Επίσης, απέχει περίπου 3,00 μέτρα από την πίσω άκρη του σταθμευμένου λεωφορείου. Από τη σύγκρουση το όχημα του κατηγορουμένου μετακινήθηκε περί τα 3,00 μέτρα πιο πίσω ενώ και τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημιές κυρίως στο μπροστινό δεξιό τους μέρος. Περαιτέρω, από τη σύγκρουση τόσο ο οδηγός όσο και η συνοδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής KVW 431 τραυματίστηκαν. Ο παραπονούμενος υπέστηκε θλαστικό τραύμα στο πηγούνι και οίδημα στο μέτωπο και υποβλήθηκε επίσης σε χειρουργική επέμβαση σπλήνας και συκωτιού ενώ η συνοδηγός σύζυγος του υπέστη μώλωπες στο δεξιό ημιθωράκιο και δεξιό γόνατο, εκδορές στο αριστερό γόνατο, ρηχό θλαστικό τραύμα δεξιάς κνήμης, κατάγματα πλευρών δεξιά 3,4,5 και ακανθώδης απόφυση. Επίσης, ο κατηγορούμενος έφερε αυχεναλγία. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν νύκτα και η ορατότητα και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν περιορισμένη λόγω της κλειστής στροφής που υπήρχε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί η αρχή ότι σύγκρουση στο κέντρο του δρόμου εξυπακούει αμέλεια και των δύο οδηγών λόγω έλλειψης παρατηρητικότητας και οδήγησης στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου (βλ. Baker v. Market Harborough Co - Operative Society Ltd [1953] 1 W.L.R. 1472, Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 και Teclima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 317). Επίσης, παραπέμπω και στην Δέσπω Καλογήρου και Άλλος v. Xριστίνας Αντωνιάδου, δια του πατρός της Ανδρέα Αντωνίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1444 όπου η σύγκρουση έγινε στο κέντρο σχεδόν του δρόμου και η ευθύνη καταμερίστηκε στους δύο οδηγούς επί τω ότι ενώ πλησίαζαν στροφή, στην οποία η ορατότητα ήταν περιορισμένη, όφειλαν να τηρούν την αριστερή πλευρά του δρόμου και όχι να οδηγούν στο μέσο του δρόμου. Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος του, τη δεδομένη στιγμή, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του κατά τη διάρκεια της νύκτας και είχε τα φώτα του αναμμένα. Προσεγγίζοντας μια κλειστή στροφή, μέρος της λωρίδας του ήταν αποκομμένη από σταθμευμένο λεωφορείο και αφού αντιλήφθηκε φώτα από την απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας σταμάτησε και περίμενε το άλλο όχημα να περάσει, προτού επιχειρήσει να παρακάμψει το εμπόδιο που βρισκόταν στο δρόμο. Επίσης, προκύπτει ότι κατά όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ ήταν σταματημένος σε αυτήν. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις το καθήκον που είχε ο κατηγορούμενος ήταν, αρχικά να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του. Οδηγούσε το όχημα του σε συνθήκες νύκτας και πλησίαζε μια κλειστή στροφή. Ο κίνδυνος άλλο διερχόμενο όχημα να κινείται από την αντίθετη κατεύθυνση και να εξέρχετο της στροφής ήταν προβλεπτός αλλά και υπαρκτός και ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να τηρεί την αριστερή λωρίδα του δρόμου και να έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή έτσι ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον ορατό κίνδυνο και να περάσει από το σημείο με ασφάλεια στο κατάλληλο στάδιο. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε τα πιο πάνω καθήκοντα του, αφού είδε και αντιλήφθηκε τα φώτα του οχήματος του παραπονουμένου ο οποίος την ίδια ώρα ερχόταν από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και εξέρχετο της στροφής που υπήρχε στο σημείο. Επίσης, σε κανένα σημείο ο κατηγορούμενος εξήλθε από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως όφειλε να ήταν. Πέραν τούτου, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην πορεία του κατηγορουμένου υπήρχε εμπόδιο, δηλαδή το σταθμευμένο λεωφορείο το οποίο καταλάμβανε μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του και δεν του επέτρεπε να περάσει από το σημείο τηρώντας την άκρη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του. Υπό αυτές τις περιστάσεις και εφόσον ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ως όφειλε τη διέλευση του άλλου οχήματος από την αντίθετη κατεύθυνση, είχε υποχρέωση να σταματήσει πίσω από το σταθμευμένο λεωφορείο και αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν ασφαλές τότε να επιχειρήσει να εξέλθει και να προσπεράσει το εν λόγω εμπόδιο για να συνεχίσει την πορεία του. Στην Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 λέχθηκε ότι σε περίπτωση ύπαρξης εμποδίου στο δρόμο τότε ένας οδηγός θα πρέπει να το παρακάμψει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του εξ' αντιθέτου διερχόμενου οδηγού. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση, σταμάτησε το όχημα του πίσω από το σταθμευμένο λεωφορείο και ανέμενε το άλλο διερχόμενο όχημα να περάσει προτού ο ίδιος επιχειρήσει να παρακάμψει το εν λόγω εμπόδιο και να συνεχίσει την πορεία του. Η ενέργεια του αυτή ήταν η καθόλα ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί να του καταλογιστεί οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος. Η σύγκρουση τελικά έλαβε χώρα ενώ το όχημα του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του και σταθμευμένο πίσω από το λεωφορείο σε απόσταση 0,80 εκατοστά από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας όταν ο παραπονούμενος εξερχόμενος από τη στροφή κινήθηκε προς το μέρος που ο κατηγορούμενος βρισκόταν. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε όλα τα καθήκοντα που είχε ως ένας συνετός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις και ως εκ τούτου η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου. Επομένως, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο