← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Erik Marshal κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 19577/12, 29/4/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Erik Marshal κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 19577/12, 29/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Tάσου Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 19577/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Erik Marshal
  2. Joshim Uddin Khan Ημερομηνία: 29/4/2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Για να ακούσει απόφαση ο κ. Χ' Ιωάννου για την κα Ε. Kληρίδου Για τον Κατηγορούμενο 1: Για να ακούσει απόφαση η κα Ορουντιώτη για τον κ. Α. Ορουντιώτης Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού (1η Κατηγ.) και ο κατηγορούμενος 2, τις κατηγορίες της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (2η και 3η κατηγορία). Ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μόνο σε σχέση με την 1η και 2η κατηγορία αφού ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε άμεσα την 3η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 στις 23/8/2012 στη Λεμεσό, εργοδότησε αλλοδαπό δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, ενώ ο κατηγορούμενος 2, την ίδια ημερομηνία στη Λεμεσό και ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Μπαγκλαντές, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος στον κατηγορούμενο 1, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1, στην 1η κατηγορία και γι' αυτό δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Παρόμοια εισήγηση υπέβαλε και η ευπαίδευτη συνήγορος του 2ου κατηγορούμενου σε σχέση με την 2η κατηγορία που αυτός 2 αντιμετωπίζει για την οποία, ως άνωθι αναφέρεται, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, η οποία επικαλούμενη τις αρχές που διέπουν το ζήτημα εισηγήθηκε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, εν όψει της προσκομισθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να κληθούν σε απολογία στα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 επί του κατηγορητηρίου. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133]. Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου [βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)]. Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση, The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφ. 2745, Βασίλη Βασιλείου (Μ.Κ.1) και τον αστυφ. 2542 Κλεοβούλου Χαράλαμπο (Μ.Κ.2). Κατά τη διάρκεια δε της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα πιο κάτω: · ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
(3), αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου
(2), · ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
(5), αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου
(4), και · ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
(7), αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου
(6), και Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, προϋποθέτει την απόδειξη των ακόλουθων στοιχείων: την εργοδότηση προσώπου, το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός, να μην έχει εξασφαλισθεί η απαιτούμενη από το νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, ξεκινώντας από το πρώτο συστατικό στοιχείο, την εργοδότηση προσώπου και συγκεκριμένα του κατηγορούμενου 2 από τον κατηγορούμενο 1, σύμφωνα πάντοτε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτού. Παρόλο που και σύμφωνα με τη νομολογία, δεν χρειάζεται σύμβαση εργοδότησης με την αυστηρή έννοια του όρου (βλ. Karaoglanian v. The Police
(1984)2 CLR 161) για να αποδειχθεί το αδίκημα, είναι αναγκαία κάποιου είδους ανάθεση εργασίας από τον εργοδότη, έστω και κάτω από πρόχειρες συνθήκες. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 που είναι αλλοδαπός, εντοπίσθηκε από τον Μ.Κ.2, να εργάζεται στον κήπο της οικίας -έπαυλης, με αριθμό 29, του συγκροτήματος κατοικιών με την ονομασία SUN SMILE VILLAS, στην οδό Περβόλας, στον Ποταμό Γερμασόγειας, στη Λεμεσό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη από τον Μ.Κ.2 και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο νόμο για το ότι εξασκούσε επάγγελμα χωρίς την απαιτούμενη υπό της νομοθεσίας άδειας, κατονόμασε ως εργοδότη του τόσο στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία όσο και προφορικά στον Μ.Κ.2, κάποιον Erik από την Ρωσία, ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KJW 514, ο οποίος ακολούθως διαπιστώθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1. Κρίνω λοιπόν στο στάδιο αυτό ότι θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον η μαρτυρία αυτή η οποία προέρχεται από την κατάθεση του κατηγορούμενου 2 και με την οποία ενοχοποιεί τον συγκατηγορούμενο του, κατηγορούμενο 1 και όσα προφορικά φέρεται να ανέφερε στον Μ.Κ.2, αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία σε βαθμό που να αποδεικνύουν το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, της 1ης κατηγορίας, δηλαδή της εργοδότησης του κατηγορούμενου 2 από τον κατηγορούμενο 1. Στην υπόθεση Νεάρχου v. Αστυνομίας 1996
(2)ΑΑΔ 38, λέχθηκε ότι: «Είναι όμως βασική αρχή ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή συγκατηγορούμενου. Ορθά δε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν υποστήριξε αντίθετη άποψη». Στην υπόθεση Ευριπίδη κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337 λέχθηκαν σε σχέση με το ίδιο θέμα τα ακόλουθα : «Είναι ορθό πως η ενοχοποιητική γραπτή κατάθεση στην αστυνομία κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου αφ' εαυτής ως έγγραφο δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι όμως αποδεκτή μαρτυρία η ένορκη κατάθεση κατηγορουμένου εναντίον συγκατηγορουμένου του, η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Οι καταθέσεις στην αστυνομία αναμένεται, όπως πάντοτε, να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση της εισαγγελικής αρχής εφόσον βέβαια παρουσιαστούν στο Δικαστήριο με τη νενομισμένη διαδικασία». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση στην οποία η κατάθεση του κατηγορούμενου 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 χωρίς όμως αυτός να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, τα όσα ο κατηγορούμενος 2 προβάλει και ισχυρίζεται σε αυτήν και εμπλέκουν τον κατηγορούμενο 1, δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία η οποία να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εναντίον του. Τα όσα επίσης προέβαλε ο Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε προφορικά τα οποία προδήλως αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, κρίνεται επίσης ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Τούτο παρά το ότι εξ' ακοής μαρτυρία, σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί, δύναται πλέον να γίνει αποδεκτή κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις. Στην παρούσα όμως υπόθεση κρίνω ότι αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, ένας κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία δυνάμει εξ' ακοής μαρτυρία που προήλθε από συγκατηγορούμενο του, ο οποίος όμως δεν έχει καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο και έτσι δεν έχει τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης, στοιχείο που θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη και των όσων η νομολογία καθορίζει. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι το γεγονός πως ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε να εργάζεται στον κήπο της συγκεκριμένης οικίας, παραμένει χωρίς σημασία, αφού καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να καταδεικνύει οποιαδήποτε σχέση του κατηγορούμενου 1 με την συγκεκριμένη οικία. Ελλείπει ουσιαστικά από την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, σαφής μαρτυρία που να συνδέει άμεσα τον κατηγορούμενο 1 με το αδίκημα που του καταλογίζεται και ειδικότερα ότι αυτός εργοδότησε τον κατηγορούμενο 2 να εργασθεί για λογαριασμό του τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ούτε και η αναφορά του κατηγορουμένου 2 σε κάποιον Erik από την Ρωσία, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου πού τον μετέφερε στο μέρος με οδηγό αλλοδαπό από την Βουλγαρία, είναι ικανοποιητική στον απαιτούμενο βαθμό στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, για να συνδέσει τον κατηγορούμενο 1 με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Καμία αναφορά δεν υπάρχει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία μέχρι αυτό το στάδιο, που να καταδεικνύει πώς ο κατηγορούμενος 2 είχε συναντήσει τον κατηγορούμενο 1 η ότι έλαβε από αυτόν οποιεσδήποτε οδηγίες για να εκτελέσει την εργασία που συνελήφθη να διεξάγει. Αντιθέτως είναι πρόδηλο από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πώς άλλο πρόσωπο τον μετέφερε στο μέρος για να εργαστεί και άλλο πρόσωπο είναι που και σε προηγούμενη περίπτωση, τον πλήρωσε για εκτελεσθείσα εργασία. Ακόμα το όνομα του προσώπου που ανέφερε σαν εργοδότη του ο κατηγορούμενος 2, ήτοι «Κάποιος Ρώσος με το όνομα Erik» του το είπε ο οδηγός του αυτοκινήτου που τον μετέφερε στο μέρος, ήτοι και αυτή η μαρτυρία είναι εξ ακοής που για τους λόγους πού πιο πάνω αναφέρονται δεν είμαι διατιθέμενος να την αποδεκτώ. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί η εργοδότηση του κατηγορούμενου 2 από τον κατηγορούμενο
  2. Από τη στιγμή που δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, η 1η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου 1 κρίνω πώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Το ίδιο κρίνω ότι ισχύει και για τη 2η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου 2, αφού η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της αποκλειστικά στο ότι ο κατηγορούμενος 2, εργοδοτήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 και διεξήγαγε επάγγελμα σε αυτόν και όχι από ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντίστοιχα, δεν θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1, αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η κατηγορία. Έξοδα για τη μέχρι στιγμής διαδικασία στην παρούσα υπόθεση, εκ €60, να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.)............... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής criminal/interim subject: paranomi ergodotisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.