Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Mαρίνος Φοινιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 23734/11, 19/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23734/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Mαρίνος Φοινιώτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Απριλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παναούτας. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλυτέρα του ανωτάτου ορίου ταχύτητας. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τρίτη κατηγορία, αύτη της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών, η οποία διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε από αυτήν. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και με τα οποία η Υπεράσπιση συμφώνησε. Αυτά, έχουν ως ακολούθως: Στις 07/02/2010 και περί ώρα 04:10, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚLL 188 στην οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Στο όχημα του είχε ως επιβάτη στον μπροστινό κάθισμα το θύμα Χάρη Μπακκαλούρη και στο πισινό κάθισμα τον Πανίκο Δημήτρη, οι οποίοι δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μετά τη συμβολή των φώτων τροχαίας με τη Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, στην περιοχή εναερίου, ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα αυτό να πλαγιολισθήσει προς τα δεξιά, να περάσει την τεχνητή νησίδα, να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια εξήλθε από το δρόμο και κτύπησε πάνω σε ευκάλυπτο - δένδρο - όπου και ακινητοποιήθηκε παρά την παραλία με πρόσωπο τη θάλασσα (κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 1) και φωτογραφίες (τεκμήριο 2). Οι τρεις επιβαίνοντες στο όχημα εγκλωβίστηκαν και με την βοήθεια ανδρών της πυροσβεστικής που έφτασε στο μέρος απεγκλωβίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε θανάσιμα ο Χάρης Μπακκαλούρης, 23 ετών (θύμα) και το θάνατο του διαπίστωσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού η μάρτυρας αρ. 5 επί του κατηγορητηρίου Δρ. Μ. Κωνσταντή και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου (βλ. τεκμήριο 3). Στις 08/02/2010 και μεταξύ των ωρών 09:00 - 09:30 η Δρ. Ελένη Αντωνίου διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος, αφού ο μάρτυρας αρ. 4 επί του κατηγορητηρίου, πατέρας του θύματος τον αναγνώρισε και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος». Ο άλλος επιβάτης στο όχημα του κατηγορουμένου, Πανίκος Δημήτρη υπέστη πολυτραυματισμό και μεταφέρθηκε σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στην εντατική μονάδα στο Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και στη συνέχεια λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του, στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Λόγω των τραυμάτων που υπέστη από το δυστύχημα, ο επιβάτης αυτός στην πορεία έχασε το ένα του πόδι καθώς επίσης και το ένα του μάτι. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και τελικά απεβίωσε στις 24/10/2011, ένα χρόνο και εννέα περίπου μήνες μετά το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος, μεταφέρθηκε επίσης στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 52 mg% αντί 22 mg% που είναι το όριο αλλά δεν έγινε κατορθωτό να ληφθεί δείγμα αίματος για ανάλυση αφού σύμφωνα με τους γιατρούς στο μεταξύ του είχε χορηγηθεί ποσότητα φαρμάκου. Πέραν των πιο πάνω, από το δυστύχημα το όχημα του κατηγορουμένου υπέστηκε ζημιές. Κατόπιν, επίσης, μηχανικού ελέγχου ο οποίος έγινε από τον μάρτυρα κατηγορίας αρ. 10 Λοχία 2369 Χρ. Αναστασίου, διαπιστώθηκε ότι ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση πριν από το δυστύχημα αφού τόσο τα φρένα όσο και το τιμόνι λειτουργούσαν κανονικά. Περαιτέρω, το όχημα του κατηγορουμένου άφησε στην άσφαλτο ίχνη πλαγιολίσθησης και έγιναν δοκιμές για να διαπιστωθεί η ταχύτητα που οδηγείτο το όχημα και οι οποίες κατέδειξαν ότι η ελάχιστη ταχύτητα κατά τη σύγκρουση ήταν 74 Χ.Α.Ω. αντί 50 Χ.Α.Ω αφού από τη σύγκρουση στο δένδρο η ταχύτητα του ανακόπηκε. Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης, κατατέθηκε και η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 22/02/2010 στην οποία ουσιαστικά αναφέρει ότι δεν θυμάται τίποτε για το δυστύχημα. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι πριν το δυστύχημα θυμάται κάποιον να του φωνάζει «ρε Μαρίνο» και μετά δεν θυμάται τίποτε. Τέλος, η κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με δυο βαθμούς ποινής. Ο κ. Παναούτας, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζει και συμφώνησε με τα γεγονότα όπως τα έχει εκθέσει η κατηγορούσα αρχή. Ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο συμβάν έγινε από τον κατηγορούμενο χωρίς πρόθεση και ακόμη και μέχρι σήμερα ο ίδιος δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του. Δεν θυμάται τι έγινε το συγκεκριμένο βράδυ. Επίσης, είπε ότι η ταχύτητα του κατηγορούμενου πριν να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί μια τέτοια απώλεια του ελέγχου. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά από τον εν λόγω δυστύχημα και ότι είναι από θαύμα που είναι ζωντανός. Είχε τραυματιστεί στον πνεύμονα μετά από σπάσιμο των πλευρών του, έτυχε εγχειρίσεων για αποκατάσταση της υγείας του και παρέμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίοδο ενός περίπου μηνός. Το συμβάν αυτό και ειδικότερα η απώλεια του θύματος που αναφέρεται στην κατηγορία έχει στιγματίσει φοβερά την υπόλοιπη του ζωή. Παρακολουθείται από κλινικό ψυχολόγο καθότι μετά το δυστύχημα επέδειξε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές ένεκα των συνεπειών του επίδικου δυστυχήματος και ειδικότερα το θάνατο θύματος, ο οποίος ήταν πολύ καλός του φίλος και είχαν μεγαλώσει μαζί. Για υποστήριξη της θέσης αυτής κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική ιατρική έκθεση του κλινικού ψυχολόγου Δρ. Θέμη Αντωνίου ημερομηνίας 15/03/2013 (τεκμήριο 5). Σε αυτή, ο συγκεκριμένος ιατρός αναφέρει ότι παρακολουθεί τον κατηγορούμενο ψυχολογικά λόγω συμπτωμάτων μετατραυματικού στρες, ένεκα ενός τραγικού ατυχήματος που είχε στις 07/02/2010 όπου κινδύνευσε η ζωή του και η σωματική του ακεραιότητα και βρήκαν τραγικό τέλος δύο παιδικοί του φίλοι. Διαγνωστικά διακρίνει ότι οι συνέπειες του σοβαρού δυστυχήματος είναι τραγικές για την όλη ψυχολογική του εικόνα. Παρουσιάζει φοβίες, διαταραχές στον ύπνο, είναι πολύ ευερέθιστος και κυρίως έχει ενοχικά συμπτώματα για τον άδικο χαμό των φίλων του που συνέβησαν χωρίς πρόθεση. Αυτά τα ενοχικά συναισθήματα έχουν στιγματίσει την όλη προσωπικότητα του και αναβιώνουν μετατραυματικά το γεγονός που είναι επικίνδυνο στη ψυχολογία του να επιφέρει και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Απόρροια και συνέπεια όλων αυτών των συμπτωμάτων είναι να επηρεαστεί τραγικά η όλη προσωπική, κοινωνική και οικογενειακή του ζωή. Τέλος, αναφέρει ότι χρήζει περαιτέρω ψυχολογικής θεραπείας. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, η οποία κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 χρονών, άγαμος. Εργάζεται ως ψυκτικός υδραυλικός και έχει εισοδήματα από την εργασία του αυτή €200 εβδομαδιαίως. Δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία ούτε αποταμιεύσεις. Διαμένει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία. Ο πατέρας του είναι εργάτης οικοδομών και η μητέρα του βοηθός θαλάμου του Νοσοκομείου Λεμεσού. Επίσης, έχει ακόμη τρία αδέλφια ηλικίας 23, 19 και 10 χρονών. Περαιτέρω, στην Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και στη συνέχεια φοίτησε για 1 ½ χρόνο σε ιδιωτική σχολή στη Θεσσαλονίκη σε κλάδο ψυκτικών. Το 2009 επέστρεψε στην Κύπρο και άρχισε να εργάζεται ως ψυκτικός σε ιδιωτική εταιρεία. Μετά από το τροχαίο ατύχημα το 2010 διέκοψε την εργασία του λόγω νοσηλείας του στο Νοσοκομείο και προβλημάτων υγείας που προέκυψαν. Επανήλθε στην ίδια εργασία μετά από 4 μήνες. Απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό τον Δεκέμβριο του 2012 και εδώ και 2 μήνες εργάζεται σε άλλη ιδιωτική εταιρεία στην Πάφο ως ψυκτικός. Ο κατηγορούμενος διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς του και τα αδέλφια του οι οποίοι τον στηρίζουν τόσο οικονομικά όσο και συναισθηματικά. Επίσης, όπως αναφέρεται στην Έκθεση διατηρεί καλές σχέσεις με την οικογένεια του φίλου του που απεβίωσε μετά το δυστύχημα όπου τους επισκέπτεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την παραδοχή και μεταμέλεια του και να εκλάβει το γεγονός ως ένα μεμονωμένο στη ζωή του. Τόνισε επίσης, το νεαρό της ηλικίας του αφού αυτός είναι ηλικίας 25 ετών και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων 23 και παρέπεμψε σε σχετική νομολογία σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται νεαροί παραβάτες. Επίσης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι το θύμα δεν έφερε τη ζώνη ασφαλείας του και εν όψει της αιτίας θανάτου του το γεγονός αυτό συνέβαλε στην πρόκληση των τραυμάτων και του θανάτου του. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Ήταν η θέση του ότι έχουν παρέλθει τρία και πλέον χρόνια και οι προσωπικές του συνθήκες έχουν αλλάξει. Αυτή τη στιγμή εργάζεται ως ψυκτικός σε συγκεκριμένη εταιρεία και σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης του, εκτός των άλλων, θα είναι και ο κύριος λόγος για μόνιμη απώλεια της εργασίας του με τραγικές συνέπειες για τον ίδιο. Επίσης, αναφέρθηκε ότι από τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη, αντιλήφθηκε πλήρως τη σοβαρότητα των πράξεων του, συμπεριφέρεται ως ένας καλός πολίτης και είναι υπόδειγμα. Τέλος, αποτέλεσε εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε δικαιολογείται η αναστολή της παραπέμποντας στις σχετικές αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος αυτού. Επικέντρωσε την εισήγηση αυτή, στο γεγονός ότι έχουν παρέλθει τρία και πλέον χρόνια από τη διάπραξη των αδικημάτων και ότι είναι ορθό να του δοθεί η ευκαιρία να συνεχίσει την προσπάθεια αποθεραπείας του έξω από τις φυλακές. Σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης του, είπε, η κατάσταση του θα χειροτερεύσει με αποτέλεσμα να υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή του. Οι συνέπειες του δυστυχήματος αυτού στη ζωή του κατηγορούμενου είναι σοβαρότερες από οποιαδήποτε άλλη ποινή και θα συνεχίσουν να υπάρχουν για όλη την υπόλοιπη του ζωή. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ότι ενδεικτικά ως επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Όταν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά τη κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και περίοδος στέρησης άδειας (μεταξύ επτά έως δέκα χρόνων) θα πρέπει να επιβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Στην Stephen John Clarke v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 734 ο εφεσειών οδηγώντας το όχημα του με υπερβολική ταχύτητα κατά τη διάρκεια της νύκτας παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούστηκε με το πρώτο αυτοκίνητο, αναγκάζοντας το να στριφογυρίσει κατά 180ο, να συρθεί στο δρόμο και να συγκρουστεί με άλλο όχημα. Από τις συγκρούσεις απώλεσαν τη ζωή τους ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου και ο συνοδηγός του άλλου οχήματος. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 28 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και στέρηση του δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης για τρια χρόνια, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 ο εφεσειών έχασε τον έλεγχο του υπηρεσιακού του οχήματος το οποίο οδηγούσε κατά μήκος του δρόμου Λευκωσίας - Τροόδους με προορισμό το χωριό Κάμπος, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του κοντά στο χωριό Κουτραφάς και να προσκρούσει σε όχθο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ένας από του επιβάτες και ο εφεσειών τραυματίστηκαν ενώ δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίστηκε θανάσιμα και το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 44 χρονών, λευκού ποινικού μητρώου, ωρομίσθιος δημόσιος υπάλληλος, οικογενειάρχης και πατέρας δύο μικρών παιδιών, τραυματίστηκε ο ίδιος κατά το δυστύχημα και απολύθηκε από την εργασία του με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλά χρέη. Ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων που του επιβλήθηκε πρωτόδικα κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 ο κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα προκαλώντας το θάνατο τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού. Ποινή φυλάκισης ενός χρόνου που επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων αφού λήφθηκε υπόψη και η καθυστέρηση στην εκδίκαση. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου και από το σχέδιο της σκηνής και τις φωτογραφίες, ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε στην οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, παρεξέκλινε προς τα δεξιά, πέρασε τη τεχνητή νησίδα που υπήρχε στο σημείο, συνέχισε και διέσχισε τις δύο λωρίδες της αντίθετης κυκλοφορίας, εξήλθε του δρόμου και κτύπησε να παρακείμενο δένδρο. Όπως φαίνεται από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το όχημα του κατηγορουμένου άφησε στην άσφαλτο ίχνη πλαγιολίσθησης. Το μήκος των εν λόγω ιχνών των δύο τροχών ανέρχονται σε 49 και 38,60 μέτρα και κινούνται διαγώνια του δρόμου μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Τόσο στην ανακριτική του κατάθεση στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση από τον κατηγορούμενο για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ένας οδηγός έχει υποχρέωση να οδηγεί το όχημα του με τέτοιο τρόπο κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις έτσι που αυτό να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, σε ευθεία πορεία και με ασφαλή τρόπο τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους επιβάτες σε αυτό σεβόμενος παράλληλα και το δικαίωμα των άλλων οδηγών στο δρόμο. Παρέκκλιση από τα πιο πάνω καθήκοντα και υποχρεώσεις ενός οδηγού χωρίς οποιοδήποτε λόγο καθιστά την οδήγηση του αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην παρούσα περίπτωση η οδήγηση του κατηγορουμένου εμπεριέχει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο σχετικά με το πώς το όχημα του ακολούθησε αυτή την πορεία και κατάληξη, δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα ότι αυτό σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο οδήγησης του αμέσως πριν από την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του. Δεν μπορεί ούτε είναι δυνατό ένα όχημα το οποίο οδηγείται με τον ενδεδειγμένο τρόπο να ακολουθήσει αυτή την πορεία και παράλληλα να αφήσει στην άσφαλτο τα πιο πάνω ίχνη πλαγιολίσθησης τα οποία άφησε. Στην Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) τα γεγονότα είχαν ως ακολούθως: «Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80 Χ.Α.Ω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσειών και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσειών δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες.» Το Ανώτατο Δικαστήριο προχωρώντας με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ανέφερε τα ακόλουθα: «Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσειών, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψη μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσειών, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 210.» Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η οδήγηση αυτή του κατηγορούμενου ήταν αλόγιστη και απερίσκεπτη υπό τις περιστάσεις. Περαιτέρω, εκείνο που αναφύεται από τα γεγονότα είναι ότι πρόκειται περί μιας άκρως κακής οδήγησης αδιάφορης τόσο για την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων στο όχημα του κατηγορούμενου αλλά και άλλων οδηγών που ενδεχομένως να χρησιμοποιούσαν το δρόμο εκείνη την ώρα. Τέτοιες οδικές συμπεριφορές είναι άκρως απαράδεκτες και αποτελούν παραδείγματα προς αποφυγή. Τα αποτελέσματα της πιο πάνω οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι τραγικά. Απώλεσε τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος (θύμα) και τραυματίστηκε σοβαρότατα ακόμη ένας και ταυτόχρονα υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παράλληλα σκόρπισε πόνο στις οικογένειες τους και έχει στιγματιστεί ολόκληρη η ζωή τους. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να πατάξει τέτοιου είδους οδικές συμπεριφορές αδιάφορες για την ασφάλεια μέσω αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Πέραν των πιο πάνω, παρόλο που η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν έχει συσχετιστεί με την απώλεια του ελέγχου του οχήματος του κατηγορουμένου, εντούτοις δεν μπορεί αυτή να μην ληφθεί υπόψη ως ένας επιβαρυντικός παράγοντας για τον κατηγορούμενο. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του έστω και στο στάδιο το οποίο αυτή έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης και τη μεταμέλεια του, το συγκλονισμό του και την απολογία του. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω, τη σχέση που ο κατηγορούμενος είχε με το θύμα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, καθώς επίσης και με το άλλο πρόσωπο που επέβαινε επί του οχήματος του. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη στάση του κατηγορουμένου που έχει έναντι της οικογένειας του θύματος και ότι τους επισκέπτεται τακτικά. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τέτοιου είδους σχέση του κατηγορούμενου με το θύμα αποτελεί σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα τον οποίο λαμβάνω υπόψη μου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρό άτομο καθώς επίσης και τις συνέπειες που ο ίδιος είχε από το επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, λαμβάνω υπόψη μου τους τραυματισμούς του καθώς επίσης και την ψυχολογική του κατάσταση όπως έχει προκύψει από το εν λόγω συμβάν ως εμφαίνεται στην σχετική ιατρική έκθεση που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα πρέπει όμως, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι τόσο το θύμα όσο και άλλος επιβάτης στο όχημα του κατηγορουμένου δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας και το ενδεχόμενο αυτό να συνέτεινε στους προκληθέντες τραυματισμούς και στο θάνατο. Eπιπρόσθετα από τα πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 07/02/2010 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 09/10/2011 δηλαδή 1 ½ και πλέον χρόνο μετά. Η κατηγορούσα αρχή ανέφερε σε σχέση με τη καθυστέρηση αυτή ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε αρχικά με αρ. 1355/11 σε ημερομηνία που δεν μπορούσε να καθορίσει και ακολούθως στις 09/11/2011 διακόπηκε λόγω του ότι έγινε λάθος στο όνομα του κατηγορουμένου και έτσι επανακαταχωρήθηκε την ίδια μέρα η παρούσα υπόθεση. Επίσης, ανέφερε ότι τέτοιου είδους υποθέσεις είναι περίπλοκες και απαιτείται η διακίνηση του φακέλου στο Αρχηγείο και στην εισαγγελία για λήψη περαιτέρω οδηγιών. Τα πιο πάνω που τέθηκαν όμως, εκτός του ότι είναι γενικά και αόριστα δεν δικαιολογούν την καθυστέρηση στην προώθηση μιας υπόθεσης από την Αστυνομία. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε σε κάποιο προγενέστερο στάδιο κάτι που δείχνει ότι η διερεύνηση της είχε ολοκληρωθεί συντομότερα της ημερομηνίας καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης. Τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι αυτή ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 28/11/2011, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού απάντησε μη ενοχή η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 03/04/
- Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω αιτήματος της υπεράσπισης και συγκεκριμένα λόγω ασθένειας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 14/09/
- Την πιο πάνω ημερομηνία ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο λόγω ασθένειας του και έτσι η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 04/10/2012 με σκοπό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να επαναπρογραμματιστεί. Την εν λόγω ημερομηνία ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 07/02/2013 οπότε έγινε αλλαγή απάντησης από τον κατηγορούμενο και παραδέκτηκε τις κατηγορίες 1 και 2 και η υπόθεση ορίστηκε στις 11/03/2013 για γεγονότα και ποινή και μέχρι τότε να ετοιμαζόταν και η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Την ίδια μέρα παρέμεινε για ακρόαση η τρίτη κατηγορία η οποία εν τω μεταξύ είχε δηλωθεί ότι θα διακοπτόταν. Στις 11/03/2013 η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου λόγω αιτήματος της υπεράσπισης και ορίστηκε στις 22/03/2013 οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τον ίδιο λόγο και ορίστηκε στις 03/04/
- Την εν λόγω ημερομηνία ακούστηκαν τα γεγονότα και η αγόρευση του συνηγόρου και η υπόθεση ολοκληρώθηκε. Εν τω μεταξύ η κατηγορία 3 την εν λόγω ημερομηνία διακόπηκε. Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, υπάρχει μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την κατηγορούσα αρχή στην προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης. Παρόλα αυτά όμως, για την μετέπειτα καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος αφού η υπόθεση αναβλήθηκε κατ' επανάληψη κατόπιν αιτημάτων δικών του ή λόγω άλλων παραγόντων όπως αναφέρθηκε λεπτομερώς ανωτέρω. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία αλλαγής των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου ούτε προκύπτει να υπάρχει οποιαδήποτε σημαντική διαφοροποίηση των προσωπικών του συνθηκών στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα. Ο κατηγορούμενος πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν άγαμος και εργαζόταν ως ψυκτικός υδραυλικός. Ακολούθως, διέκοψε την εργασία του αυτή λόγω του δυστυχήματος και ακολούθως μετά από πάροδο 4 περίπου μηνών επανήλθε στην εργασία του. Σήμερα, εξακολουθεί να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, να είναι άγαμος και δεν έχει φανεί ότι επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή ή δραματική αλλαγή στις προσωπικές του συνθήκες. Επομένως, συνοψίζοντας τα πιο πάνω εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος ευθύνεται εν μέρει για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε και επίσης στο μεσοδιάστημα δεν έχουν αλλάξει δραματικά οι προσωπικές του συνθήκες. Εκείνο το οποίο παραμένει όμως ως δεδομένο είναι ότι καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 39 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου και ο σοβαρός τραυματισμός ενός δεύτερου, την έκταση της αμέλειας του, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις και την ανάγκη για αποτροπή τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για την καθυστέρηση που προκλήθηκε φαίνεται να έχει και μερίδιο ευθύνης ο κατηγορούμενος, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και στον καθορισμό του ύψους της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα και του επιβάλλονται επίσης 10 βαθμοί ποινής. Mε την επιβολή των 10 βαθμών ποινής ο κατηγορούμενος έχει συσσωρεύσει 12 βαθμούς ποινής και έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 20 Α
(7)και
(8)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1984 όπως έχει τροποποιηθεί και όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ο κατηγορούμενος επιπρόσθετα από την πιο πάνω ποινή αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών λόγω συσσώρευσης βαθμών ποινής. Η στέρηση να αρχίζει από σήμερα, να συντρέχει με την πιο πάνω στέρηση που επιβλήθηκε και οι βαθμοί ποινής να διαγραφούν. Στην δεύτερη κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα υπόθεση οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και ο τρόπος οδήγησης του κατηγορούμενου έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Οδήγησε το όχημα του αλόγιστα και απερίσκεπτα με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του και να επιφέρει τα τραγικά αποτελέσματα που έχουν εκτεθεί. Η έκταση της αμέλειας του και η σοβαρότητα των περιστατικών διάπραξης του αδικήματος και οι συνέπειες του είναι δεδομένες. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό, είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας τις πιο πάνω σοβαρές περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, οι τελευταίες είναι τέτοιες έτσι που να δικαιολογείται να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όμως, έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη ανωτέρω για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα έχουν ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ο χαρακτήρας του καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Πέραν τούτου, έλαβα υπόψη μου και τις συνέπειες που το εν λόγω δυστύχημα είχε στη ψυχολογία του κατηγορούμενου ένεκα του γεγονότος ότι το θύμα ήταν φίλος του. Εξετάζοντας επίσης, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου όπως φαίνεται στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 15/03/2013, θεωρώ ότι αυτή δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εντούτοις φαίνεται η κατάσταση του αυτή να μην είναι τόσο τραγική, αφού αυτός 4 μήνες μετά το δυστύχημα επανήλθε στην εργασία του και συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργάζεται. Θεωρώ ότι στην περίπτωση άμεσης φυλάκισης δεν θα επηρεαστεί δυσανάλογα η περαιτέρω πορεία της ζωής του. Όπως προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένεκα του δυστυχήματος, κρίνω ότι εκείνο το οποίο χρειάζεται ο κατηγορούμενος είναι περαιτέρω ψυχολογική στήριξη και θεραπεία, κάτι το οποίο μπορεί να του παρασχεθεί κατά την έκτιση της ποινής (βλ. Χρίστου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 85). Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Aντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Kωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 198/12, Ημερ. 19/02/2013). (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο