← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παρασκευάς Καρατσιόλης, Αρ. Υπόθεσης: 5296/11, 30/4/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παρασκευάς Καρατσιόλης, Αρ. Υπόθεσης: 5296/11, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5296/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v Παρασκευάς Καρατσιόλης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 30/04/2013. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον κατηγορούμενο: κ. Γ. Γεωργίου. Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία, αυτή της επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των Άρθρων 7

(1), 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, αυτός στις 11/06/2009, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚNS 011, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, επικινδύνως δια το κοινό. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Υπ/μο Μιχάλη Θεμιστοκλέους (Μ.Κ.). Επίσης, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από τον κατηγορούμενο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι η Γ/Αστ. 3689 Ι. Σχίζα στις 30/07/2009 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Σχετική γραπτή κατηγορία, επίσης, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 1. Ο Μ.Κ. κατέθεσε ότι στις 11/06/2009 έφερε τον βαθμό του Αρχιλοχία και υπηρετούσε ως υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Μονής. Την πιο πάνω ημερομηνία και περί ώρα 10:00 οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα με αρ. εγγραφής ΗΒΚ 59 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας έχοντας ανατολική κατεύθυνση και κατευθυνόταν προς τη Μονή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και συγκεκριμένα λίγα μέτρα μετά την έξοδο Μουταγιάκας, μπροστά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας οδηγείτο ένα μεγάλο αρθρωτό όχημα που μετέφερε «κοντέϊνερ». Κινήθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με σκοπό να το προσπεράσει και όταν πλησίασε και μπήκε στο πλευρό του ρυμουλκούμενου και συγκεκριμένα βρισκότα στο ύψος περίπου των πισινών τροχών του ρυμουλκούμενου, τότε ο οδηγός του αρθρωτού, απρόσκεκτα και επικίνδυνα, χωρίς να ελέγξει τους καθρέφτες του έκαμε ελιγμό δεξιά για να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα του. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν να του αποκόψει την ελευθέρα του πορεία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αφού ήδη το μισό αρθρωτό εισήλθε δεξιά. Τότε αυτός πάτησε πλήρως τα φρένα του οχήματος του και κατάφερε να σταματήσει απότομα το όχημα του, ένα περίπου πόδι από το μεσαίο κυγκλίδωμα στα δεξιά του και ταυτόχρονα κορνάροντας στον οδηγό του αρθρωτού. Παρόλα αυτά ο οδηγός του αρθρωτού δεν έκαμε καμία κίνηση για να επανέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και συνέχισε και εισήλθε πλήρως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και συνέχισε τη πορεία του. Κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω αρθρωτού οι οποίοι ήταν KNS 011 και προσπάθησε, μετά το πρώτο σιοκ, να το ακολουθήσει αλλά δεν το πρόλαβε και παρά την έξοδο της Μονής έστριψε και κατευθύνθηκε προς το Σταθμό. Μέσω του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος ήταν η εταιρεία K.P. KARATSIOLIS TRANSPORT LTD. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την εν λόγω εταιρεία και απάντησε το τηλέφωνο κάποιος Κώστας Καρατσιόλης, νομίζει είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου και αφού του ζήτησε να του πει ποιος οδηγεί το πιο πάνω όχημα, του ανέφερε ότι είναι ο Παρασκευάς και του έδωσε το κινητό του τηλέφωνο. Κατόπιν τούτου και μετά από πάροδο 15 - 20 λεπτών από την ώρα του συμβάντος, κάλεσε στο τηλέφωνο το πιο πάνω πρόσωπο και αφού του επιβεβαίωσε ότι αυτός οδηγεί το εν λόγω όχημα, τον κάλεσε, σε περίπτωση που δεν πέρασε τα όρια της Μονής, να προσέλθει στο Σταθμό Μονής αφού τον ενημέρωσε για το επεισόδιο. Αν είχε περάσει τότε του είπε να πάει στο Σταθμό Σκαρίνου ή Πέρα Χωρίου με σκοπό να πληροφορηθεί για το αδίκημα που διέπραξε και η απάντηση του ήταν «εγώ εν έρκουμαι και αν θέλετε να με εύρετε να έρθετε εσείς». Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ταχύτητα του ήταν γύρω στο 80 Χ.Α.Ω και ότι δεν γνώριζε ούτε γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Προέβηκε στην καταγγελία αυτή διότι κινδύνευσε να προκληθεί δυστύχημα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ότι είναι απαράδεκτο για ένα επαγγελματία οδηγό να οδηγεί με αυτό τον τρόπο. Ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Στην ένορκη του μαρτυρία, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με το συμβάν (τεκμήριο 2). Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι συνιδιοκτήτης της εταιρείας K.P. KARATSIOLIS TRANSPRORT LTD και στις 11/06/2009 περί ώρα 10:00 οδηγούσε το φορτηγό της εταιρείας με αρ. εγγραφής ΚNS 011 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής η ταχύτητα του ήταν περίπου 60 Χ.Α.Ω. επειδή μπροστά του είχε ένα εκσκαφέα. Τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και σε κάποιο σημείο του δρόμου έβγαλε το δείκτη του για να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα. Έλεγξε από τα καθρεφτάκια του και στη συνέχεια αφού ο δρόμος ήταν ελεύθερος προσπέρασε τον εκσκαφέα και ακολούθως εισήλθε στη αριστερή λωρίδα και πάλι. Σε περαιτέρω εξέταση του, ανέφερε ότι όταν ήταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ενώ προσπερνούσε τον εκσκαφέα, ένα αυτοκίνητο τύπου saloon ήταν πίσω του και του άναβε τα φώτα επίμονα και του κόρναρε. Όταν επανήλθε στη αριστερή λωρίδα το αυτοκίνητο αυτό μπήκε το πλευρό του, ελάττωσε ταχύτητα, πήγαινε σιγά και μετά τον προσπέρασε και έφυγε. Επίσης, είπε ότι τη συγκεκριμένη μέρα μετέφερε φορτίο από το Λιμάνι Λεμεσού και το συνολικό βάρος του οχήματος του ήταν γύρω στους 36,50 τόνους. Είναι επαγγελματίας οδηγός για 10 χρόνια περίπου και από τη πείρα του ένα όχημα σαν αυτό που οδηγούσε, μεταφέροντας ένα φορτίο με τέτοιο συνολικό βάρος δεν είναι δυνατό να στρίψει απότομα προς τα δεξιά, ως ήταν η θέση του Μ.Κ.. Επίσης, το όχημα αυτό έχει 13 μέτρα μήκος. Σε περίπτωση που έκανε μια τέτοια κίνηση, είπε, τότε θα προκαλείτο σοβαρό τροχαίο δυστύχημα και υπήρχε πιθανότητα να γείρει. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι μετά από πάροδο 30 περίπου λεπτών και ενώ είχε φτάσει στο Κόρνο, κάποιος κύριος τον πήρε τηλέφωνο και του ανέφερε ότι έγινε κάποιο περιστατικό με σκοπό να τον σκοτώσει και να του κτυπήσει. Τότε, αυτός του απολογήθηκε από το τηλέφωνο λέγοντας του ότι αν φταίει απολογείται, που δεν έφταιγε όμως αυτός. Αυτός ζητούσε επίμονα να επιστρέψει στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής με το φορτηγό για να του απολογηθεί και τότε του είπε όταν σχολάσει να πάρει το αυτοκίνητου του το saloon και να πάει στο Σταθμό της Μονής. Αυτός δεν δέχθηκε και ήθελε να πάει εκείνη την ώρα. Ακολούθως, ειδοποιήθηκε μετά από πάροδο κάποιων ημερών από τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας για να δώσει κατάθεση για το συμβάν κάτι το οποίο έπραξε. Περαιτέρω, είπε ότι το αυτοκίνητο που του κόρναρε, τον προσπέρασε και έφυγε ενώ ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε να σταματά πίσω του σε οποιοδήποτε στάδιο οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Ο ίδιος επίσης, πιο πριν δεν είχε προσπεράσει άλλο όχημα στο δρόμο. Από την πιο πάνω μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα κάτωθι γεγονότα: O κατηγορούμενος στις 11/06/2009 και περί ώρα 10:00 οδηγούσε το αρθρωτό όχημα με αρ. εγγραφής KNS 011 μεταφέροντας κοντέϊνερ στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, έχοντας ανατολική κατεύθυνση δηλαδή κινούμενος προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου μετά την έξοδο προς Μουταγιάκκα, ο παραπονούμενος επίσης, οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα τύπου σαλούν με αρ. εγγραφής HBK 59 με την ίδια κατεύθυνση και ακολουθούσε το αρθρωτό όχημα. Ο κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο προσπέρασε το προπορευόμενο του όχημα. Πέραν των πιο πάνω, εκείνο το οποίο θα πρέπει να ανευρεθεί ως πραγματικό γεγονός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα και τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε πριν το πράξει καθώς επίσης και πού ο παραπονούμενος βρισκόταν την ώρα εκείνη. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα επί των πιο πάνω ζητημάτων. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας όμως, κρίνω ορθό στο στάδιο αυτό, να εξετάσω το ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από την υπεράσπιση στην αγόρευση της και αυτό σχετίζεται με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτυχε δίκαιης δίκης. Η εισήγηση αυτή εδράζεται στο γεγονός και μόνο ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία επί του θέματος, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η δίκη θα πρέπει να ακυρωθεί και ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί καθότι ο χρόνος αυτός είναι τέτοιος που καθιστά τη δίκη του μη δίκαιη ως επιτάσσει η Συνταγματική πρόνοια. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος προνοεί ότι «Έκαστος, κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου δια νόμου......» Παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της. Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωση τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Στέλιος Ευσταθίου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 με παραπομπή στην Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Bell v. D.P.P. of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585 και Police v. Georgiades
(1982)2 C.L.R. 33. Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατό θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστίας της (βλ. Η.V. France
(1990)12 Ε.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους (βλ. Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Xαράλαμπου Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε σε σχέση με το πιο πάνω ότι « Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Πέραν των πιο πάνω όμως, το τι συνιστά εύλογο χρόνο για την αποπεράτωση με την έκδοση δικαστικής απόφασης της δίκης για τον καθορισμό της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εξαρτάται από τις συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Η νομολογία τόσο η κυπριακή όσο και αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποδεικνύει ότι το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 233, Χαραλαμπίδης v. Kαψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: « Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» Επίσης, προκύπτει από τη πιο πάνω νομολογία ότι δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Η ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές με το ζήτημα αυτό, στη παρούσα περίπτωση έχει προκύψει από τη όλη μαρτυρία ότι το αδίκημα που κατηγορείται ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει διαπραχθεί την 11ην/06/2009, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 30/07/2009 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 31/03/
  1. Προκύπτει επίσης, ότι πρόκειται περί μιας απλής και όχι πολύπλοκης υπόθεσης. Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει δώσει οποιοδήποτε λόγο γιατί η προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης καθυστέρησε για τόσο χρονικό διάστημα. Έπεται ότι η καθυστέρηση αυτή είναι αδικαιολόγητη και για την οποία ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης και στάση του κατηγορούμενου αλλά και του Δικαστηρίου. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 26/09/2011 χωρίς όμως μέχρι τότε να έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο και χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία. Δόθηκε νέα ημερομηνία για επίδοση και ορίστηκε στις 20/12/2011 οπότε η υπόθεση επιδόθηκε και ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και παραδέκτηκε ενοχή. Κατά την έκθεση των γεγονότων και στο μετριασμό της ποινής ο κατηγορούμενος ανέφερε γεγονότα τα οποία αντιμάχονταν της παραδοχής του και έτσι καταχωρήθηκε μη παραδοχή από το Δικαστήριο και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 11/04/
  2. Την ημέρα εκείνη ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε με συνήγορο και η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου αφού είχε ενώπιον του συνεχιζόμενη ακρόαση στην 1844/2010 και επίσης τις παλαιότερες υποθέσεις με αρ. 20397/10, 12711/10 και 16944/
  3. Η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12/09/2012 οπότε αναβλήθηκε εκ νέου λόγω του ότι το Δικαστήριο είχε να επιληφθεί τις παλαιότερες υποθέσεις με αρ. 24040/10 και 29175/
  4. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση εκ νέου στις 18/01/2013 ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο για λόγους υγείας και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 22/03/2013, αφού εν τω μεταξύ εκδόθηκε και ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου. Την πιο πάνω ημερομηνία η ακρόαση της υπόθεση ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στις 16/04/2013 και επιφυλάχθηκε απόφαση για τις 30/04/
  5. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης φαίνεται ότι πέραν της επιλογής του κατηγορούμενου να αρνηθεί την κατηγορία, που είναι συνταγματικό του δικαίωμα, για την περαιτέρω καθυστέρηση δεν έχει ουσιαστικό μερίδιο ευθύνης εκτός από την δικάσιμο την οποία απουσίαζε από το Δικαστήριο για το λόγο που απουσίαζε. Το ζητούμενο όμως, στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η πάροδος χρονικού διαστήματος τριών χρόνων και εννέα περίπου μηνών από την ημέρα που κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας για την υπόθεση αυτή μέχρι τις 30/04/2013 που θα ολοκληρωθεί η παρούσα υπόθεση με την έκδοση δικαστικής απόφασης έχει επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για να τύχη δίκαιης δίκης. Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διακόπηκε η δίκη του κατηγορούμενου για το μοναδικό λόγο ότι η πάροδος πέραν των τριών χρόνων από την ημερομηνία της σύλληψης επηρέασε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, αναφέρθηκε ότι η αποδοχή της θέσης αυτής θα σήμαινε ότι αυτόματα η πάροδος συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος θα απόληγε σε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Θα πρέπει να συνυπολογίζονται όλοι οι παράγοντες που έχει θέση η νομολογία για το ζήτημα αυτό για να κριθεί το εύλογο του χρόνου. Το ουσιαστικό ζήτημα εδώ είναι η σημασία που έχει για τον κατηγορούμενο η παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Σε κανένα στάδιο διαφάνηκε ότι με την παρέλευση τόσου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που κατηγορήθηκε γραπτώς μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος θεώρησε ή ήταν με την εντύπωση ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, πουθενά δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος υπέστη οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση αυτή. Εξετάζοντας την όλη διαδικασία της δίκης προκύπτει ότι αυτός υπερασπίστηκε τον εαυτό του δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσε χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ίδιας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσο η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορουμένου (βλ. επίσης Αστυνομία v. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατίας v. Ford (Αρ.2) (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η πάροδος του πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είναι τέτοια που να παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτός να αθωωθεί. Θα μπορούσε όμως, να δοθεί θεραπεία για την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, εφόσον τελικά αυτός κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μετά από την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους έχοντας υπόψη μου και τις αρχές τις οποίες έχει καθιερώσει η νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ. και παραπονούμενος παράθεσε την εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα καθώς επίσης και το πού αυτός βρισκόταν κατά την ώρα εκείνη. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και έχω λάβει υπόψη μου, τόσο το περιεχόμενο της αλλά και την εντύπωση που απεκόμισα από τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και περιέγραψε τα γεγονότα στο Δικαστήριο όπως ο ίδιος τα έζησε και τα αντιλήφθηκε να έλαβαν χώρα. Η βασική του θέση και εκδοχή ότι δηλαδή το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα εισερχόμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ενώ αυτός βρισκόταν σε αυτήν και προσπαθούσε να το προσπεράσει, δεν έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του. Ούτε έχει διαφανεί σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του να διαφοροποιεί την βασική του αυτή θέση, τόσο σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορουμένου όσο και σε σχέση με το σημείο που αυτός οδηγούσε κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος επιχείρησε προσπέρασμα και εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Κάποιες μικροανακρίβειες σε σχέση με την ταχύτητα που ο ίδιος κινείτο τη δεδομένη στιγμή δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του και την βασική του θέση και εκδοχή. Άλλωστε ο ίδιος ανέφερε ότι την ταχύτητα που κινείτο την ανέφερε στο περίπου και όχι επ' ακριβώς. Επίσης, η κίνηση την οποία περιέγραψε ο μάρτυρας ότι έκανε το αρθρωτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω του μεγέθους, βάρους και μήκους του εν λόγω αρθρωτού, χωρίς φυσικά το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι όπως προχωρούσε και βρισκόταν σε κίνηση, τότε το αρθρωτό κινήθηκε διαγώνια προς τα δεξιά για να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα του. Ως θέμα κοινής λογικής η κίνηση αυτή από ένα αρθρωτό και γενικά ένα όχημα το οποίο βρίσκεται σε κίνηση μπορεί να λάβει χώρα και δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ότι η καταγγελία που έγινε από μέρους του είναι εκδικητική ή κακόπιστη καθώς όπως έχει προκύψει ο μάρτυρας δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτόν. Περαιτέρω, μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο μάρτυρας αυτός έλεγε την αλήθεια από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει μια ψεύτικη εκδοχή με σκοπό να πετύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παρέθεσε την δική του εκδοχή. Έχω διεξέλθει της μαρτυρία του και κρίνω ότι αυτή παρουσιάζει κάποιες σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν. Επίσης, έχω διακρίνει ότι ο κατηγορούμενος σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του προσπαθούσε να καταρρίψει τις θέσεις και ισχυρισμούς του Μ.Κ. σε σχέση με τον τρόπο που έλαβε χώρα το όλο συμβάν παρά να αναφέρει στο Δικαστήριο ευθύς εξ' αρχής το τι συνέβηκε. Και αυτό διότι θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη παρουσία του οχήματος του παραπονούμενου πίσω του και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προτού επιχειρήσει να προσπεράσει και να εισέλθει και αυτός στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι στη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 30/07/2009 δηλαδή 1 1/2 μήνα περίπου μετά το συμβάν δεν ανέφερε ουσιώδεις κατά την κρίση μου γεγονότα και τα ανέφερε στο Δικαστήριο. Ενώ στην κατάθεση του αυτή, η θεληματικότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε ούτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα δυσμενούς επηρεασμού του κατά τη λήψη της σε σχέση με τον τρόπο και τύπο που αυτή λήφθηκε (άλλωστε την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης) αναφέρει μόνο ότι προσπέρασε τον προπορευόμενο εκσκαφέα και στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πουθενά σε αυτή την κατάθεση δεν αναφέρει ότι κατά την ώρα του προσπεράσματος ένα όχημα που τον ακολουθούσε του κόρναρε και ότι αυτό κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα όπως περιέγραψε στο Δικαστήριο. Όταν του τέθηκε αυτό κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν τον ρώτησε ο Αστυνομικός για να το πει αυτό και ότι καθημερινά στο δρόμο του κορνάρουν χωρίς να ξέρει το λόγο. Τα πιο πάνω όμως, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά ως εύλογες δικαιολογίες. Η κατάθεση αυτή δόθηκε για το συγκεκριμένο συμβάν και η θέση και εκδοχή που πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου θα έπρεπε να είχε δοθεί ευθύς εξ' αρχής, μάλιστα τότε που τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκια στο μυαλό του. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετά από πάροδο 30 περίπου λεπτών, τον πήρε τηλέφωνο ο Μ.Κ. και του ανέφερε τι είχε γίνει και του ζητούσε να επιστρέψει με το φορτηγό στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής. Τότε αυτός, είπε, του ζήτησε συγνώμη αν έκανε κάτι που έφταιγε αλλά ο ίδιος δεν έφταιγε και του είπε ότι θα μπορούσε να περάσει από τον Σταθμό το απόγευμα με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος για ποιο λόγο ζήτησε συγνώμη από το Μ.Κ. ανέφερε ότι ο λόγος ήταν διότι ήταν μεγαλύτερος του και από σεβασμό το έπραξε. Είναι γεγονός όμως, ότι δεν γνώριζε τον Μ.Κ. και αυτό το υπολόγισε διότι του είπε ότι είναι Λοχίας. Το ερώτημα όμως είναι για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος να απολογηθεί στο Μ.Κ. για κάτι που δεν έκανε ή για κάτι που θεωρούσε ότι δεν έφταιγε και ακόμη περισσότερο για ποιο λόγο ο ίδιος να του αναφέρει ότι θα μπορούσε να περάσει από τον Αστυνομικό Σταθμό Μονής το απόγευμα για να απολογηθεί; Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ενώ κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι προτού εισέλθει στη δεξιά λωρίδα του δρόμου για να προσπεράσει κοίταξε από το καθρεφτάκια του και δεν είχε άλλο αυτοκίνητο πίσω του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ήταν μακριά πίσω του και έτρεχε. Από αυτό αλλά και από τα υπόλοιπη μαρτυρία που ακολούθησε στην αντεξέταση του, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε δει το όχημα του παραπονούμενου να βρίσκεται πίσω του προτού εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αρά ο δρόμος δεν ήταν ελεύθερος όπως αρχικά είπε. Επίσης, προκύπτει ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να καθορίσει πόσο μακριά ήταν το όχημα του παραπονούμενου. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι ενώ προσπερνούσε το «ντίκερ» ο παραπονούμενος βρέθηκε πίσω του και άρα σημαίνει ότι έτρεχε. Οι πιο πάνω αναφορές του κατηγορούμενου καταδεικνύουν ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του οχήματος του παραπονούμενου κατά την ώρα που επιχείρησε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει και προσπαθούσε μια διάφορους υπολογισμούς και εικασίες να αποφύγει τυχόν δικές του ευθύνες ισχυριζόμενος ότι ο παραπονούμενος θα πρέπει να έτρεχε. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων: Στις 11/06/2009 και περί ώρα 10:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αρθρωτό όχημα με αρ. εγγραφής ΚΝS 011 και μετέφερε φορτίο, στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας, λίγο μετά την έξοδο Μουταγιάκας. Ο παραπονούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα με αρ. εγγραφής HBK 59 και ακολουθούσε το πιο πάνω αρθρωτό. Σε κάποια απόσταση γύρω στα 100 - 200 μέτρα ο παραπονούμενος κινήθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου με σκοπό να προσπεράσει το πιο πάνω αρθρωτό το οποίο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στη εν λόγω λωρίδα και σε πολύ κοντινή απόσταση από το αρθρωτό, περίπου στο ύψος των πισινών τροχών του αρθρωτού, τότε ο κατηγορούμενος κινήθηκε διαγώνια στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα, χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελευθέρα πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο παραπονούμενος θέτοντας τον σε κίνδυνο. Τότε ο παραπονούμενος, εφάρμοσε πλήρως τα φρένα του οχήματος του με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση και κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημα του στη λωρίδα κυκλοφορίας του, ένα περίπου πόδι από το δεξιό κιγκλίδωμα που υπήρχε στο δρόμο. Παράλληλα κόρναρε στο αρθρωτό όχημα χωρίς όμως αυτό να αντιδράσει και συνέχισε το προσπέρασμα και την πορεία του. Ο παραπονούμενος κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω αρθρωτού και πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής και αφού εντόπισε τον οδηγό του, μετά από πάροδο περίπου 20 λεπτών τον ειδοποίησε τηλεφωνικώς για το συμβάν και κάλεσε τον κατηγορούμενο να επιστρέψει στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής ή να επισκεφθεί τον πλησιέστερο του Αστυνομικό Σταθμό για να πληροφορηθεί για το αδίκημα που διέπραξε χωρίς να το πράξει. Τελικά, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, όταν ειδοποιήθηκε στις 30/07/2009 και αφού του λήφθηκε κατάθεση κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο και απάντησε «Δεν παραδέχομαι». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Κατηγορία στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 (Λ.Κ. 1500) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί, κρίνω ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να κινηθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας για να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ήταν άκρως επικίνδυνη. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι αυτός δεν κοίταξε ούτε έλεγξε την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, διαφορετικά θα αντιλαμβανόταν την ύπαρξη του οχήματος του παραπονουμένου, το οποίο τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, σε πολύ κοντινό σημείο από αυτόν και επιχειρούσε να τον προσπεράσει. Ο κίνδυνος άλλο όχημα να τον ακολουθούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στον αυτοκινητόδρομο και να επιχειρούσε να τον προσπεράσει, εν όψει και της χαμηλής ταχύτητα που ο ίδιος κινείτο όχι μόνο ήταν προβλεπτός αλλά και υπαρκτός και ο κατηγορούμενος όφειλε να στρέψει τη προσοχή του προς αυτόν προτού επιχειρήσει να προσπεράσει. Το σφάλμα του αυτό, να μην κοιτάξει και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να κινηθεί στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση για τον παραπονούμενο, ο οποίος αναγκάστηκε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα, εφαρμόζοντας πλήρως τα φρένα του οχήματος του και τελικά κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημα του, αποφεύγοντας τη σύγκρουση και ενδεχομένως άλλα πιο δυσάρεστα γεγονότα. Η οδήγηση αυτή του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη το όχημα το οποίο οδηγούσε και τη χαμηλή ταχύτητα που κινείτο ήταν επικίνδυνη και αποτέλεσε φόβο ή απειλή για τον παραπονούμενο. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και αυτός κρίνεται ένοχος στη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.