Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ηρόδοτος Ροτσίδης, Αρ. Υπόθεσης: 6966/11, 30/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6966/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Ηρόδοτος Ροτσίδης Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30/04/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο Κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής Οδήγηση. 2) Παρέλειψε να διατηρεί το όχημα του κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του δρόμου ως όφειλε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον Αστ. 2218 Γιώργο Γεωργίου (Μ.Κ.1), τον Αστ. 1674 Παναγιώτη Κοφτερό (ΜΚ.2), τον Αστ. Παύλο Εκτωρίδη (Μ.Κ.3) και τον κ. Χρίστο Μιχαήλ (Μ.Κ.4). Κατατέθηκε επίσης βίντεο το οποίο απεικονίζει τη σύγκρουση (τεκμήριο 12), το περιεχόμενο του οποίου αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός από πλευράς κατηγορουμένου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει αντίγραφα τριών φωτογραφιών οι οποίες μεγεθύνθηκαν από το πιο πάνω βίντεο (τεκμήριο 3). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα αρχή είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 04/04/2010 ενώ οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΚΜD 021 στoν κύριο δρόμο Τριμίκλινης - Πελενδρίου της Επαρχίας Λεμεσού, σε κάποιο σημείο του εν λόγω δρόμου όπου υπάρχει μια κλειστή αριστερόστροφη στροφή σύμφωνα με την πορεία του, απώλεσε τον έλεγχο της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλευρικά με το εξ' αντιθέτου διερχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΝΕ 985 το οποίο οδηγείτο από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.4), στο κέντρο περίπου του δρόμου. Η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι αυτός οδηγούσε την πιο πάνω αναφερόμενη μοτοσικλέτα του καθόλα νόμιμα για όλη τη διαδρομή του, εισήλθε στη στροφή τηρώντας την άκρη αριστερή πλευρά του δρόμου και ενώ βρισκόταν στη μέση αυτής, αντίκρισε το όχημα του παραπονουμένου μπροστά του, μέρος αυτού να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, πανικοβλήθηκε και κατέβασε το αριστερό του πόδι στην άσφαλτο και χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της και να κινηθεί προς το κέντρο του δρόμου. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συγκρουστεί με το εν λόγω όχημα πλευρικά κοντά στο κέντρο του δρόμου. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος μαζί με τον Αστ.
- Ανέφερε ότι κατά την άφιξη του στη σκηνή τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση και παρόντες ήταν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στη Πολυκλινική Υγεία. Περαιτέρω, ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έκανε σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα λέγοντας ότι πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 08/04/2010 (τεκμήριο 4) και ακολούθως την ίδια ημερομηνία συμπληρωματική κατάθεση (τεκμήριο 5). Επίσης, ανέφερε ότι στις 07/09/2010 έλαβε και άλλη κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Πέραν τούτου, είπε ότι στις 21/04/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης που αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο και αφού του επέστησε του προσοχή του στο Νόμο του απάντησε: «Δεν παραδέχομαι (τεκμήριο 7). Πέραν των πιο πάνω, κατέθεσε στο Δικαστήριο την κάρτα μνήμης της κάμερας που κατέγραψε την όλη σκηνή του δυστυχήματος και η οποία του παραδόθηκε από τον κ. Ελληνίδη, ο οποίος την είχε εγκατεστημένη στη μοτοσυκλέτα του και ακολουθούσε τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 2). Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι για την ύπαρξη της κάρτας αυτής ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο και ότι σε διαφορετική περίπτωση ο ίδιος δεν θα γνώριζε για την ύπαρξη της. Ανέφερε την διακίνηση της και ότι ο ίδιος την κατείχε και την είχε υπό τη φύλαξη του. Το ότι η εν λόγω κάρτα είναι αυθεντική και είναι αυτή που βρισκόταν στη κάμερα του κ. Ελληνίδη δεν αμφισβητήθηκε. Ακολούθως, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το βίντεο το οποίο έγινε από τον Μ.Κ.3 ως τεκμήριο προς αναγνώριση Α. Πέραν τούτου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 3 στο οποίο υπάρχουν τρεις φωτογραφίες που μεγεθύνθηκαν και εκτυπώθηκαν από το πιο πάνω βίντεο που έγινε από την εν λόγω κάρτα μνήμης. Η αυθεντικότητα των εν λόγω φωτογραφιών δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντιθέτως προκύπτει ότι αυτές αποτέλεσαν και κοινό έδαφος των διαδίκων. Ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με τι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος αναφέροντας την όλη εμπλοκή του στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ότι αυτός ήταν μεροληπτικός κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι είχε οποιαδήποτε σχέση είτε με τον κατηγορούμενο ή με τον παραπονούμενο. Η αντεξέταση του κρίνω ότι είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα σε σχέση με τις ενέργειες του μάρτυρα αυτού αλλά έγινε και προσπάθεια να αναφέρει ο ίδιος τα δικά του συμπεράσματα που προκύπτουν από την πραγματική μαρτυρία και τις φωτογραφίες που κατέθεσε. Τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν όμως, από μια τέτοια μαρτυρία είναι του Δικαστηρίου και όχι του μάρτυρα. Επίσης, διευκρινίστηκε από τον μάρτυρα ότι για το εν λόγω δυστύχημα κατηγορήθηκε και ο άλλος ενεχόμενος οδηγός στις 08/04/2010 ενώ ο κατηγορούμενος στις 21/04/
- Ο λόγος είπε που δεν κατηγορήθηκε και ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα είναι διότι έπρεπε να αποφασιστεί με τους ανωτέρους του καθότι έτσι γίνεται σε περιπτώσεις που ο ενεχόμενος είναι Αστυνομικός, όπως ο κατηγορούμενος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτό δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό γι αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της, τόσο την προφορική, με τις πιο πάνω διευκρινήσεις όσο και την πραγματική μαρτυρία που κατέθεσε. Να σημειωθεί επίσης, ότι από το τεκμήριο 3 (τρεις φωτογραφίες κατά την ώρα της σύγκρουσης) φαίνεται ότι στην πρώτη φωτογραφία απεικονίζεται η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου να βρίσκεται στην στροφή, πολύ κοντά στην άσπρη γραμμή της αριστερής άκρης του δρόμου και το αριστερό πόδι του κατηγορούμενου να βρίσκεται στο έδαφος. Στη δεύτερη φωτογραφία απεικονίζεται η εν λόγω μοτοσυκλέτα να είναι με αριστερή κλίση προς το έδαφος κοντά στο κέντρο του δρόμου, το αριστερό πόδι του οδηγού να βρίσκεται στο έδαφος και πιο μπροστά και δεξιότερα του να βρίσκεται ένα άσπρο αυτοκίνητο του οποίου οι δεξιοί τροχοί του καλύπτουν τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Τέλος, στην τρίτη φωτογραφία απεικονίζεται η μοτοσυκλέτα να βρίσκεται μετά το άσπρο αυτοκίνητο επί της άσπρης διαχωριστικής γραμμής, ο μπροστινός της τροχός να έχει δεξιά κλίση προς το έδαφος και το αριστερό πόδι του οδηγού της να είναι ψηλά κάτω από την αριστερή πλευρά του τιμονιού. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον Μ.Κ.1 και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 9) και ακολούθως βάσει αυτού συμμετρικό (τεκμήριο 10). Εξήγησε στο Δικαστήριο το σχέδιο της σκηνής καθώς επίσης και τα σημεία που τοποθέτησε σε αυτό και τον τρόπο που κατάληξε σε αυτά. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας. Σκοπό και στόχο είχε να καταθέσει στο Δικαστήριο τη δική του εμπλοκή στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή σε μια προσπάθεια του να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Δεν έχω διαπιστώσει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του να ήταν μεροληπτικός ή να ήθελε να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους ενεχόμενους στο δυστύχημα οδηγού. Επίσης, η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα σε σχέση με τα σημεία που σημείωσε στο σχέδιο της σκηνής και τον τρόπο που κατάληξε σε αυτά. Παρόλα αυτά όμως, ο μάρτυρας αυτός θεωρείται εμπειρογνώμονας και θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στο δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Παρά την προσπάθεια του να αποτυπώσει τη σκηνή του δυστυχήματος επί των σχεδίων που ετοίμασε και να σημειώσει επί αυτών τα σχετικά ευρήματα του, εντούτοις διαπιστώνεται ότι αυτός παρέλειψε να σημειώσει, όπως έχει προκύψει, συγκεκριμένα στοιχεία και να εξηγήσει επαρκώς τα σημεία που σημείωσε επί αυτών και τα συμπεράσματα του όπως θα αναφερθώ κατωτέρω αναλυτικά. Κατ' αρχή στα σχέδια της σκηνής απεικονίζεται ο κύριος δρόμος Τριμίκλινης - Πελενδρίου σε σημείο αυτού όπου υπάρχει μια κλειστή στροφή, όπως ο μάρτυρας ανέφερε. Ο δρόμος στο σημείο αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση με πλάτος 3,60 μέτρα έκαστη από αυτές. Ο δύο λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Δυτικά του δρόμου υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 1,80 μέτρων και στη δυτικότερη άκρη αυτού προστατευτικό κυγκλίδωμα και ακολούθως γκρεμός. Στην ανατολική πλευρά του δρόμου υπάρχει επίσης ασφάλτινο παγκέτο του ιδίου πλάτους και ανατολικότερα αυτού βουνό. Ο δρόμος διαχωρίζεται από το παγκέτο με συνεχή άσπρη γραμμή. Oι πιο πάνω μετρήσεις και απεικόνιση του δρόμου δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού ούτε έχει προκύψει ότι αυτές ενδεχομένως να είναι λανθασμένες. Επομένως, αποδέχομαι όλα τα ανωτέρω ως πραγματική μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνονται στο σχέδιο οι πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Η πορεία του κατηγορουμένου δεικνύεται με το γράμμα Α και έχει νότια κατεύθυνση ενώ η πορεία του οχήματος του παραπονουμένου με το γράμμα Γ και έχει αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή βόρεια. Τις πορείες αυτές τις υπέδειξαν οι ενεχόμενοι οδηγοί και δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Εκείνο το οποίο διευκρίνισε ο μάρτυρας αυτός είναι ότι οι πορείες αυτές είναι ενδεικτικές και δεν δείχνουν το ακριβές σημείο του δρόμου που βρίσκονταν τα δύο οχήματα πριν από τη σύγκρουση. Αποδέχομαι τις εν λόγω πορείες με την πιο πάνω διευκρίνιση. Πέραν τούτου, στο σχέδιο υπάρχουν σημειωμένα τρία σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Το σημείο Χ1 υποδείχτηκε και σημειώθηκε στο σχέδιο από τον παραπονούμενο και αυτό βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Απέχει 1,40 μέτρα από τη μέτρηση 14,20 επί της βασικής γραμμής που σημειώθηκε επί του σχεδίου η οποία αρχίζει από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά. Το σημείο Χ2 που σημειώνεται στο σχέδιο υποδείχτηκε από τον κατηγορούμενο και αυτό απέχει 1,20 μέτρα από τη μέτρηση 15,00 μέτρα της βασικής γραμμής. Η απόσταση των Χ1 και Χ2 είναι 0,80 εκατοστά. Επίσης, προκύπτει ότι το σημείο Χ2 βρίσκεται ελαφρώς στη λωρίδα κυκλοφορίας του κατηγορουμένου γύρω στα 20 εκατοστά από το κέντρο του δρόμου. Οι πιο πάνω αποστάσεις και μετρήσεις δεν έτυχαν αμφισβήτησης απλώς διευκρινίστηκε ότι λόγω της καμπυλότητας του δρόμου και της ευθύτητας της βασικής γραμμής, το Χ2 αν ήταν πάνω στην διαχωριστική γραμμή τότε η απόσταση από την βασική γραμμή θα ήταν κάτι περισσότερο από 1,40 μέτρα. Κατ' ακολουθία η απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή από το σημείο που σημειώνεται θα είναι κάτι περισσότερο από 20 εκατοστά. Ο μάρτυρας συμφώνησε επί των θέσεων αυτών και ως εκ τούτου αποδέχομαι και τις εν λόγω μετρήσεις και αποστάσεις των σημείων Χ1 και Χ2 από τη βασική και διαχωριστική γραμμή του δρόμου με τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Περαιτέρω, στο σχέδιο σημειώνεται και με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης το οποίο ο μάρτυρας ο ίδιος σημείωσε στο σχέδιο και κατά τη θέση του είναι το ορθό. Αυτό βρίσκεται επί της διαχωριστική γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και απέχει 3,60 μέτρα από τη μέτρηση 26,00 μέτρα της βασικής γραμμής. Επίσης, απέχει 11 μέτρα από το σημείο Χ2 και 11,80 από το σημείο Χ
- Ο μάρτυρας αυτός επεξηγώντας το λόγο που σημείωσε το σημείο σύγκρουσης στο σημείο Χ, ανέφερε ότι το έβαλε εκεί καθότι υπήρχε ένα πλαστικό κομμάτι από μέρος της μοτοσυκλέτας και θεώρησε ότι εκεί έγινε η σύγκρουση. Η πιο πάνω εξήγηση όμως, δεν μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι το Χ είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας είπε ότι με την πτώση της η μοτοσυκλέτα άφησε ίχνη τριβής και θραύσματα τα οποία όμως δεν τοποθέτησε στο σχέδιο αλλά αυτά έγιναν μετά τη σύγκρουση. Ο λόγος που δεν τα έβαλε είπε είναι διότι αυτά έγιναν μετά τη σύγκρουση. Ο λόγος αυτός όμως, δεν είναι ικανός για να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή και δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτά έπονται του σημείου Χ που σημείωσε επί του σχεδίου ή αν αυτά τα ίχνη ήταν εκεί στο Χ όπως υποβλήθηκε από την υπεράσπιση. Εν πάσει περιπτώσει όμως, το γεγονός και μόνο ότι στο σημείο Χ βρέθηκε κομμάτι πλαστικό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το σημείο αυτό ως το ορθό σημείο σύγκρουσης. Είναι θέμα κοινής λογικής ότι μετά τη σύγκρουση από την οποία προκαλούνται υλικές ζημιές και σπάσιμο πλαστικών μιας μοτοσυκλέτας αυτά μπορεί να εκσφενδονιστούν σε διάφορες κατευθύνσεις και να καταλήξουν στο δρόμο. Η ύπαρξη ενός τέτοιου κομματιού πλαστικού δεν μπορεί να υποδηλώνει και το σημείο σύγκρουσης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα με βάση τις πιο πάνω εξηγήσεις ότι το Χ απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης. Ούτε επίσης, ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το Χ1 ή το Χ2 με βάση μόνο τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Το ορθό σημείο σύγκρουσης ενδεχομένως να προκύψει από την υπόλοιπη μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην στροφή που υπήρχε στο σημείο χαρακτηρίζοντας της ως αρκετά επικίνδυνη λόγω του ότι είναι κλειστή ενώ σε σχέση με την ορατότητα ανέφερε γενικά ότι αυτή είναι πολύ περιορισμένη ως προς όλα τα σημεία σύγκρουσης. Πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς του μάρτυρα είναι φανερό από την υπόλοιπη μαρτυρία του ότι ο ίδιος δεν προέβηκε σε συγκεκριμένη μέτρηση σε σχέση με την ορατότητα. Ούτε ανέφερε κατά πόσο η ορατότητα αυτή αυξομειώνεται ανάλογα με το σημείο που βρίσκεται έκαστο από το ενεχόμενα οχήματα στο δρόμο και σε κάθε περίπτωση κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε ορατότητα και πόση είναι αυτή. Εκείνο το οποίο λοιπόν προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε σχέση με το ζήτημα αυτό, είναι η γενική του θέση ότι η ορατότητα και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν πολύ περιορισμένη λόγω της κλειστής στροφής που υπήρχε στο σημείο. Επίσης, συμφώνησε και με τη θέση ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος βρίσκεται στο πιο κλειστό σημείο της στροφής, αν βρεθεί αντιμέτωπος με ένα αυτοκίνητο που καταλαμβάνει μέρος της δικής του λωρίδας, η πρώτη φορά που θα το δει θα είναι σε πολύ κοντινή απόσταση ο ένας οδηγός από τον άλλο. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε, εκτός των πιο πάνω διευκρινήσεων σε σχέση με το σχέδιο της σκηνής. Επίσης, να σημειωθεί ότι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να προκύψει το ορθό σημείο σύγκρουσης. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.3 ήταν ο Αστυνομικός του Αρχηγείου ο οποίος, αφού ανέφερε τα προσόντα του, είπε ότι παρέλαβε τη κάρτα μνήμης η οποία βρισκόταν στη κάμερα της μοτοσικλέτας που ακολουθούσε τον κατηγορούμενο και κατέγραψε το δυστύχημα (τεκμήριο 2) και βάση αυτή ετοίμασε το βίντεο (τεκμήριο προς αναγνώριση Α) το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 12. Επίσης, βάσει αυτού ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 11) στην οποία εμφάνισε τρεις φωτογραφίες (τεκμήριο 3) που αναγνώρισε στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω πραγματική μαρτυρία που ετοίμασε ο μάρτυρας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και δεν έτυχε καμίας αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν τούτου, η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και ουσιαστικά ζητήθηκε από αυτό να επεξηγήσει το σχετικό βίντεο που ετοίμασε. Ανέφερε επί τούτου ότι στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχει χρόνος σε λεπτά και δευτερόλεπτα. Εξηγώντας αυτό, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων της υπεράσπισης, ανέφερε ότι στο χρόνο 15 λεπτά και 04 δευτερόλεπτα είναι η πρώτη φορά που ο μοτοσικλετιστής κατεβάζει το αριστερό του πόδι από τη μοτοσικλέτα. Στο σημείο εκείνο η μοτοσικλέτα βρίσκεται στην άκρη αριστερή μεριά του δρόμου και το πόδι σχεδόν πατά την εν λόγω γραμμή. Στο χρόνο 15 λεπτά και 05 δευτερόλεπτα είναι η ώρα που το πισινό φως της μοτοσικλέτας ανάβει και στον ίδιο χρόνο είναι η πρώτη φορά που φαίνεται να έρχεται το όχημα του παραπονουμένου από απέναντι. Ο χρόνος της σύγκρουσης είναι στα 15 λεπτά και 06 δευτερόλεπτα. Επίσης, ανέφερε ότι την ώρα της σύγκρουσης, η διαχωριστική γραμμή των λωρίδων κυκλοφορίας βρίσκεται κάτω από το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση και ο άλλος εμπλεκόμενος στο δυστύχημα οδηγός. Η θέση του για το δυστύχημα ήταν ότι σε μια δεξιά στροφή του δρόμου αντιλήφθηκε μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να έρχεται ακυβέρνητη προς τα πάνω του με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει στην δεξιά πλευρά του οχήματος του. Ο ίδιος είπε βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του και σε καμία περίπτωση εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα καθώς επίσης, έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνάρτηση με την πραγματική μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και έκανε αποδεκτή. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι ο παραπονούμενος εξέφρασε στο Δικαστήριο τη δική του υποκειμενική αντίληψη σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλήφθηκε τη σύγκρουση. Είναι φανερό από τη μαρτυρία του ότι η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του στη προσπάθεια του να στρίψει τη στροφή και γι αυτό το λόγο έγινε η σύγκρουση, δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα που να συνηγορούν προς αυτή τη κατεύθυνση. Η θέση του αυτή ήταν υποκειμενική και θεωρεί ότι αυτό έγινε διότι όταν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα, αυτή ερχόταν ακυβέρνητη κατά πάνω του. Επίσης, επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έτρεχε και πήρε κλειστά τη στροφή γι αυτό έχασε τον έλεγχο της. Παρόλα αυτά όμως, προκύπτει ότι ο παραπονούμενος είχε αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα σε ελάχιστη απόσταση πριν από τη σύγκρουση, γύρω στα 4 - 5 μέτρα όπως την υπολόγισε και σε κλάσματα δευτερολέπτων έγινε η σύγκρουση. Ο ίδιος επίσης, δεν μπορούσε να καθορίσει σε ποιο σημείο του δρόμου την αντιλήφθηκε για πρώτη φορά. Αρχικά είπε ότι την είδε στο κέντρο του δρόμου και μετά ανέφερε την είδε να κατευθύνεται διαγώνια προς το κέντρο του δρόμου. Το κατά πόσο όμως, ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του κατηγορουμένου και μόνο δεν μπορεί να προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τις αναφορές του με την απαραίτητη ασφάλεια. Ερωτούμενος για τον τρόπο που ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του αμέσως πριν από τη σύγκρουση και σε ποιο σημείο του δρόμου, ήταν κατηγορηματικός ότι αυτός οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του και σε κανένα στάδιο το όχημα του ή μέρος αυτού βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του. Επίσης, είπε ότι δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση παρά τη προσπάθεια του να κινηθεί αριστερότερα της πορείας του καθότι ήταν πολύ μικρή η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα. Από τη πραγματική μαρτυρία όμως και από το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε στην Αστυνομία και σημειώθηκε στο σχέδιο της σκηνής με το γράμμα Χ1, αυτό βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής του δρόμου. Επομένως, η θέση του ότι οδηγούσε το όχημα του εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του σε όλους του ουσιώδεις χρόνους δεν μπορεί να είναι ορθό. Το ίδιο προκύπτει και από το σχετικό βίντεο το οποίο δείχνει ότι την ώρα της σύγκρουσης οι δεξιοί τροχοί του οχήματος του κατηγορουμένου βρίσκονται τουλάχιστον επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Περαιτέρω, αν ληφθεί υπόψη και η αναφορά του μάρτυρα ότι αμέσως πριν από τη σύγκρουση κινήθηκε στα αριστερά σημαίνει ότι αυτός πριν τη σύγκρουση κινείτο σε κάποιο σημείο εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, τουλάχιστον μέρος του αυτοκινήτου του. Αυτό φαίνεται και από το σχετικό βίντεο το οποίο δείχνει ότι το όχημα του μάρτυρα αμέσως πριν τη σύγκρουση φαίνεται να κινείται προς τα αριστερά για να καταλήξει επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι δυνατό να κινείτο εξ' ολοκλήρου στην λωρίδα κυκλοφορίας του αφού ο ίδιος υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το Χ1 που βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, απάντησε ότι αυτός κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι οι αναφορές του κατηγορούμενου σε σχέση με τον τρόπο που επήλθε η εν λόγω σύγκρουση αλλά και πού το όχημα του κινείτο πριν και κατά τη σύγκρουση είναι οι υποκειμενικές αντιλήψεις του, οι οποίες όμως δεν είναι ακριβείς και σε κάποια σημεία συγκρούονται ή τουλάχιστον δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε σχέση με τις αναφορές του για τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση και ειδικότερα σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε πριν και κατά τη σύγκρουση και σε ποιο σημείο του δρόμου βρισκόταν αλλά και για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος για λόγους δικούς του έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και συγκρούστηκε με τον μάρτυρα αυτό. Η θέση του αυτή ήταν η υποκειμενική του αντίληψη η οποία δεν υποστηρίζεται από άλλη μαρτυρία αλλά ούτε και είναι ασφαλές να βασιστώ σε αυτή με βάση τις αναφορές του και τον τρόπο που ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τη σύγκρουση. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο και πρόβαλε στη δική του εκδοχή. Βασική του θέση ήταν ότι ο λόγος που κατευθύνθηκε προς το κέντρο του δρόμου και συγκρούστηκε με το εξ' αντιθέτου όχημα είναι διότι απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του ένεκα του γεγονότος ότι όταν βρισκόταν στην στροφή είδε το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα να καταλαμβάνει μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του και να κινείται προς τα πάνω του. Είπε ότι, ο λόγος που κατέβασε το αριστερό του πόδι στο δρόμο και ακολούθως χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας του ήταν διότι πανικοβλήθηκε όταν αντίκρισε το άλλο όχημα να έρχεται κατά πάνω του και ότι αντίδρασε κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης. Επίσης, είπε ότι η ταχύτητα του ήταν χαμηλή, γύρω στα 30 Χ.Α.Ω. και ότι από το σημείο που κατέβασε το πόδι του από τη μοτοσικλέτα, παρόλο που η ορατότητα του ήταν περιορισμένη εντούτοις είχε οπτική επαφή και είδε το άλλο όχημα να καταλαμβάνει μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του και πανικοβλήθηκε. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την πραγματική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να διαφωτίσει όμως και να καταδείξει το ορθό της θέσης ή όχι του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα κατά πόσο απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας λόγο της ενέργειας του άλλου οχήματος. Η θέση του Μ.Κ.2 ο οποίος ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής σε σχέση με την ορατότητα είναι ότι, αυτή ήταν περιορισμένη λόγω της στροφής. Πέραν από αυτή τη γενική του θέση όμως, δεν προέβηκε σε σχετικές μετρήσεις για να καταδείξει την ύπαρξη ή όχι ορατότητας σε σχέση με διάφορα σημεία του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Επομένως, από την εν λόγω μαρτυρία δεν αποκλείεται το γεγονός της ύπαρξης ορατότητας από το σημείο που κινείτο ο κατηγορούμενος και κατά τη στιγμή που αυτός κατεβάζει το αριστερό του πόδι στο δρόμο και ακολούθως χρησιμοποιεί τα φρένα της μοτοσικλέτας του. Αυτά λαμβάνουν χώρα σε χρόνο ενός δευτερολέπτου και το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο επέρχεται η σύγκρουση. Πέραν τούτου, το γεγονός που ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι το εξ΄ αντιθέτου ερχόμενο όχημα καταλαμβάνει και μέρος της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας συνάδει και προκύπτει από το βίντεο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε φαίνεται επίσης, να είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης με βάση πάλι την ίδια πιο πάνω πραγματική μαρτυρία. Περαιτέρω, η απόσταση των 10 - 12 μέτρων που είπε ότι είδε για πρώτη φορά το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα δεν συγκρούεται με τις μετρήσεις που βρίσκονται στο σχέδιο και ούτε μπορεί αυτό να αποκλειστεί. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος ήταν σταθερός στη θέση και εκδοχή του σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα και τον οποίο περιέγραψε με σαφήνεια και καθαρότητα. Επίσης, σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του κλονίστηκε η αξιοπιστία του ή διαφοροποίησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του κατηγορουμένου σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβηκε το επίδικο δυστύχημα και τον τρόπο που αυτός αμέσως πριν από τη σύγκρουση οδήγησε τη μοτοσικλέτα του και τους λόγους που τον ώθησαν να το πράξει. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς επίσης και των παραδεκτών γεγονότων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 04/04/2010 και περί ώρα 12:20, ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΜD 021 στo κύριο δρόμο Τριμίκλινης - Πελενδρίου, έχοντας νότια κατεύθυνση. Ο παραπονούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής EΝΕ 985 από την αντίθετη κατεύθυνση δηλαδή έχοντας βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου, όπου υπάρχει μια επικίνδυνη, κλειστή αριστερόστροφη στροφή σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Στην εν λόγω στροφή η ορατότητα είναι πολύ περιορισμένη και από τις δύο κατευθύνσεις. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται κοντά στο κέντρο του δρόμου σε απόσταση κάτι περισσότερο 0,20 εκατοστά περίπου από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα γύρω στα 30 Χ.Α.Ω και εισήλθε στη πιο πάνω στροφή τηρώντας την άκρη αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Σε κάποιο σημείο και ενώ βρισκόταν εντός της στροφής, αντιλήφθηκε το όχημα του παραπονουμένου να έρχεται από την αντίθετη πλευρά του δρόμου και να καταλαμβάνει και μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας του. Η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα τη στιγμή εκείνη ήταν πολύ μικρή και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του κατηγορούμενου γύρω στα 10 - 12 μέτρα. Τότε, ο κατηγορούμενος πανικοβλήθηκε ότι θα επερχόταν η σύγκρουση και στην προσπάθεια του να λάβει αποτρεπτικά μέτρα, κατέβασε το αριστερό του πόδι στο έδαφος και ακολούθως χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσικλέτας του. Ακολούθως, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου όπου συγκρούστηκε πλευρικά με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα το οποίο κινήθηκε προς το σημείο εκείνο. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα συνέχισε ακυβέρνητη και κατέληξε στην άσφαλτο και τελικά στην άκρη της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τη έλευση του εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος μέχρι τη σύγκρουση μεσολάβησαν 2 δευτερόλεπτα. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο δύο ενεχόμενα οχήματα και ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στη Πολυκλινική «Υγεία» όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί η αρχή ότι σύγκρουση στο κέντρο του δρόμου εξυπακούει αμέλεια και των δύο οδηγών λόγω έλλειψης παρατηρητικότητας και οδήγησης στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου (βλ. Baker v. Market Harborough Co - Operative Society Ltd [1953] 1 W.L.R. 1472, Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 και Teclima Ltd v. Salamis Tours Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 317). Επίσης, παραπέμπω και στην Δέσπω Καλογήρου και Άλλος v. Xριστίνας Αντωνιάδου, δια του πατρός της Ανδρέα Αντωνίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1444 όπου η σύγκρουση έγινε στο κέντρο σχεδόν του δρόμου και η ευθύνη καταμερίστηκε στους δύο οδηγούς επί τω ότι ενώ πλησίαζαν στροφή, στην οποία η ορατότητα ήταν περιορισμένη, όφειλαν να τηρούν την αριστερή πλευρά του δρόμου και όχι να οδηγούν στο μέσο του δρόμου. Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση με τη 2η κατηγορία ο Κανονισμός 58
(5)(α)(i) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως έχουν τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «58- .....................................
(5)(α) Ο οδηγός κάθε μηχανοκινήτου οχήματος οφείλει να διατηρεί το όχημα κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου και για το σκοπό αυτό- (i) σε δρόμους χαραγμένους με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση, να το διατηρεί κοντά στην αριστερή άκρη της λωρίδας, ανάλογα με την κατεύθυνση στην οποία κινείται το όχημα, εκτός αν προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα, οπότε μπορεί να το οδηγεί δεξιότερα ˙» Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω, αρχικά, κατά πόσο η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος του, τη δεδομένη στιγμή, υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στο στροφή οδηγούσε με ταχύτητα 30 Χ.Α.Ω και τηρούσε την άκρη αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του. Επίσης, προκύπτει ότι κοίταζε μπροστά του και έλεγχε το δρόμο και είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα, αφού παρά την περιορισμένη ορατότητα που είχε στο σημείο, αντιλήφθηκε την έλευση του εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος. Από αυτά δεν διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παράβηκε οποιοδήποτε καθήκον ή υποχρέωση είχε υπό τις περιστάσεις. Είναι νομολογημένο ότι ένας οδηγός δεν έχει υποχρέωση να λάβει προφυλάξεις έναντι ενός ασυνήθιστου ή απρόβλεπτου κινδύνου. Στην παρούσα περίπτωση δεν διαφαίνεται ότι ο τρόπος που ο κατηγορούμενος οδήγησε τη μοτοσικλέτα του εισερχόμενος στη στροφή δεν ήταν ασφαλής ούτε αναμενόταν από αυτόν να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προφύλαξης αφού δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος. Ένας οδηγός εισερχόμενος σε μια στροφή όπως ήταν η παρούσα και τηρώντας την άκρη αριστερή μεριά του δρόμου αναμένει ότι και το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα θα πράξει το ίδιο. Δεν αναμένεται ούτε είναι προβλεπτός κίνδυνος ότι το όχημα αυτό θα παράβαινε το καθήκον του αυτό έτσι ώστε να χρειάζεται να ληφθούν οποιεσδήποτε προφυλάξεις (Κώστα Ξυπτέρα v. Χριστόδουλου Κυπριανού (ανωτέρω). Ούτε έχει υποχρέωση ένας οδηγός ο οποίος εισέρχεται σε τέτοια στροφή να σταματά το όχημα του εντελώς. Η υποχρέωση που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις ήταν να οδηγεί το όχημα του με ασφαλή τρόπο, να τηρεί την άκρη αριστερή πλευρά του δρόμου και να έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση και καθήκον που είχε. Πέραν τούτου, δεν έχει προκύψει ότι ο τρόπος αυτός οδήγησης του ήταν επικίνδυνος υπό τις περιστάσεις λόγω της ιδιομορφίας του δρόμου. Πέραν των πιο πάνω, από τη στιγμή που αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου όπου και επήλθε η σύγκρουση είναι διότι αντίδρασε κάτω από την αγωνία της στιγμής και διότι πανικοβλήθηκε, κρίνω ότι δεν μπορεί να του καταλογιστεί οποιαδήποτε ευθύνη για την αντίδραση του αυτή. Η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα πριν από τη σύγκρουση ήταν πολύ μικρή και ο χρόνος που μεσολάβησε ελάχιστος. Η οποιαδήποτε αποτρεπτική κίνηση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί μικροσκοπικά για να αποφασιστεί κατά πόσο ήταν η σωστή ή όχι. Δεν μπορεί ένας οδηγός υπό αυτές τις περιστάσεις και την αγωνία που τίθεται αμέσως πριν από μια επερχόμενη σύγκρουση να κριθεί για τα οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα λαμβάνει (βλ. Νικολαϊδης κα. v. Kλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, Αdamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 642). Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει και οτιδήποτε ενώπιον μου κατά πόσο ένας οδηγός στη θέση του κατηγορούμενου θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά όπως για παράδειγμα να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του και για κάποιο λόγο που οφείλεται στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος δεν το έπραξε. Ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε γενικά που να καταδεικνύει ότι ο τρόπος που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του τη δεδομένη στιγμή δεν ήταν ασφαλής ή ο ενδεδειγμένος (βλ. Παρασκευάς Ανδρέου v. 1. Γεωργίας Γρηγορίου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 57). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το ίδιο αποτέλεσμα, αναπόφευκτα έχει και η 2η κατηγορία. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την πραγματική μαρτυρία που αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και κοινό έδαφος των διαδίκων, προκύπτει ότι αμέσως πριν τη σύγκρουση ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην άκρη αριστερή μεριά της λωρίδας κυκλοφορίας του ως όφειλε. Η μόνη στιγμή που φαίνεται να κατευθύνεται προς το κέντρο του δρόμου είναι αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Από τη στιγμή όμως, που αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου είναι διότι απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του ένεκα των αιτιών που αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Η κατάληξη της μοτοσικλέτας του στο σημείο εκείνο δεν ήταν το αποτέλεσμα του τρόπου οδήγησης του κατηγορουμένου αλλά το αποτέλεσμα της αντίδρασης του προ της επερχόμενης σύγκρουσης με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο