Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Μαρία Δημητρίου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 31749/12, 9/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Kατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 31749/12 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού και
- Μαρία Δημητρίου
- MOHAMMAD MOSTAFA RAZAZ Ημερομηνία: 9.4.2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενη 1: Oυδείς, εκπροσωπεί τον εαυτό της η ίδια. Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Σπηλιωτόπουλος. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή, στις κατηγορίες που η αντιμετωπίζουν. Η 1η κατηγορούμενη στην κατηγορία της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού (1η Κατηγ.) και ο 2ος κατηγορούμενος στις κατηγορίες της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του (2ης Κατηγ.) και της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (3η Κατηγ.). Τα γεγονότα της παρούσας είναι καταγραμμένα στη διορθωμένη γραπτή έκθεση γεγονότων η οποία κατατέθηκε ενώπιον μου και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και αναγνώστηκε από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Αυτά δε έχουν ως ακολούθως: Την 16.10.12 και περί ώρα 11:40, άνδρες της Υ.Α & Μ. Λεμεσού με επικεφαλής τον Αστ. 529, Α. Κουζαρίδη, (Μ1), διενεργούσαν περιπολία στο χωριό Πελένδρι της Επαρχίας Λεμεσού. Κατά τη διάρκεια της περιπολίας τους και συγκεκριμένα στην οδό Σωτήρη Τσαγκάρη, αντιλήφθηκαν ένα αλλοδαπό, και συγκεκριμένα τον Σύριο Υπήκοο Mohamed Ali Razaz, να χαράζει κανάλια με κάγκο στον τοίχο υπό ανακαίνιση οικίας. Την 16.10.12 και ώρα 15:30, κλήθηκε και προσήλθε στο Σταθμό η ιδιοκτήτρια της υπό ανακαίνιση οικίας, Μαρία Δημητρίου από το Πελένδρι, κάτοικος Ύψωνα, 1η κατηγορούμενη, η οποία ανακρινόμενη, ανέφερε πως αυτή συμφώνησε την ανακαίνιση της οικίας της με κάποιον Σύριο Υπήκοο επ΄ ονόματι Μάριο Μαλλά. Tην 20.10.12, εξασφαλίστηκε από την Αστυνομία μαρτυρία, η οποία ανέφερε την διεύθυνση του έτερου αλλοδαπού που εργοδοτούσε η 1η κατηγορούμενη, δηλαδή του 2ου κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, καθώς και όλα τα στοιχεία του. Την ίδια μέρα, εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του 2ου κατηγορούμενου και αυτός αναζητήθηκε αρκετές φορές στην οικία όπου διαμένει, στην οδό Αντιόχου 14Α Άγ. Ιωάννης - Λεμεσός χωρίς όμως να γίνει κατορθωτό να συλληφθεί. Σύμφωνα με έλεγχο που διενήργησε ο Μ4 Αστ. 1763 Α. Θεοδωρίδης της ΥΑΜ Λεμεσού, ο 2ος κατηγορούμενος βρίσκεται στο ΣΤΟΠ ΛΙΣΤ ως αναζητούμενο πρόσωπο από τις 30.3.1999 καθότι εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας και παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Την 12.12.12 και ώρα 14:00 ο Μ5 Αστ. 413 Μ. Ιωσήφ της ΥΑΜ Λεμεσού συνέλαβε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού τον κατηγορούμενο 2, και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «παραδέχομαι». Την 12.12.12 και μεταξύ των ωρών 14:40-14:50 ο Μ6 Μ. Πηλαβάκης του Αστ. Σταθμού Λάνιας πήρε ανακριτική κατάθεση από τον 2ον κατηγορούμενο στην μητρική του γλώσσα με την βοήθεια του διερμηνέα Μ3, Ibrahim El Sayed στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι συμφώνησε με την 1η κατηγορούμενη Μαρία Δημητρίου να τον πληρώσει 300 ευρώ για τις οικοδομικές δουλειές, σουβά και πλακάκια στο σπίτι της στο Πελένδρι. Την 12.12.12 και μεταξύ των ωρών 15:40-16:10 ο Μ6 Μ. Πηλαβάκης του Αστ. Σταθμού Λάνιας πήρε ανακριτική κατάθεση από την 1η κατηγορούμενη Μαρία Δημητρίου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι αναγνώρισε τον 2ο κατηγορούμενο και δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομος ούτε αν εργοδοτούσε άλλο άτομο. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:15-16:30 ο Μ6 κατηγόρησε γραπτώς την 1η κατηγορούμενη Μαρία Δημητρίου αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο αυτή απάντησε: «Παραδέχομαι ότι εργοδοτούσα τούτον αλλά δεν ήξερα ότι ήταν παράνομος». Επισημαίνω από τα γεγονότα ότι και οι δύο κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και την άμεση παραδοχή τους. Τα όσα η κατηγορούμενη 1 και ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 έχουν αναφέρει για σκοπούς μετριασμού της ποινής είναι καταγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω αυτολεξεί. Εξ αυτών επισημαίνω: Η κατηγορούμενη 1, αναφορικά με τις οικογενειακές και λοιπές προσωπικές της συνθήκες υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που είναι κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης ημερ. 2.1.
- Αναφορικά δε με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο 2 τον εργοδότησε διότι αυτός διέμενε παλαιότερα στο χωριό της για μεγάλο χρονικό διάστημα όπου και ενοικίαζε σπίτι στην γειτονιά της και γι αυτό θεώρησε ότι ευρίσκετο νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι είχε και άδεια για να εργαστεί αφού τον είδε να εργάζεται σε σπίτι υπό ανακαίνιση στον Ύψωνα. Εκεί μάλιστα της ανέφερε ότι ευρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια αφού η κόρη του ηλικίας 15 χρονών γεννήθηκε στην Κύπρο. Περαιτέρω ανέφερε ότι δίνοντας πίστη στα όσα της είπε ο κατηγορούμενος 2, τον εργοδότησε για να προβεί σε διάφορες εργασίες ανακαίνισης σπιτιού της στο Πελένδρι. Η ίδια μάλιστα είναι που βοήθησε έτσι ώστε να συλληφθεί ο κατηγορούμενος 2 αφού εκτός του γεγονότος πως την διαβεβαίωσε ότι ευρίσκετο νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας, αντί να εκτελέσει ο ίδιος τις εργασίες, τις ανέθεσε σε 3ο πρόσωπο το οποίο και συνελήφθη ενώ τις εκτελούσε γιατί ήταν αλλοδαπός και δεν είχε άδεια εργασίας. Ενώ δε κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό και κατηγορήθηκε η ίδια, ο κατηγορούμενος 2 για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνελήφθηκε από την Αστυνομία και αυτό κατέστη δυνατό μετά από δικές τις ενέργειες και μετά που απέστειλε επιστολή ημερ. 28.11.12 στον Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρου, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ. Πρόσθεσε δε ότι οι ενέργειες της έγιναν έτσι ώστε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 2 και όχι μόνο αυτή. Απολογήθηκε και ζήτησε να κριθεί με επιείκεια. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που είχε ετοιμαστεί στα πλαίσια της αίτησης για παραχώρηση σε αυτόν Νομικής Αρωγής ημερ. 4.1.13, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Δ. Ανέφερε περαιτέρω ότι αυτός αφίχθηκε στην Κύπρο το 1994 σαν εργάτης και δούλεψε στο χωριό Πελένδρι. Η άδεια του έληξε το
- Στην Κύπρο γεννήθηκαν και τα 4 ανήλικα παιδιά του για τα οποία μετά πού ο ίδιος αποτάθηκε στην υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και τα ενέγραψε, ζήτησε να τους παραχωρηθεί διεθνής προστασία ως πολιτικοί πρόσφυγες. Προς απόδειξη δε της θέσης αυτής κατέθεσε αντίγραφο σχετικής επιστολής της εν λόγω υπηρεσίας ημερομηνίας 8.3.2012, η οποία σημειώθηκε σαν Έγγραφο Ε. Όπως δε συνάγεται από το εν λόγω έντυπο στον κατηγορούμενο 2 έχει δοθεί, στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος για να παραχωρηθεί και στον ίδιο η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα, άδεια προσωρινής παραμονής, μέχρι ολοκλήρωσης εξέτασης του αιτήματος του. Άδεια προσωρινής παραμονής δόθηκε επίσης στα πλαίσια του ιδίου αιτήματος όπως προκύπτει από το Έγγραφο Ε, τόσο στην σύζυγο όσο και στα 4 ανήλικα παιδιά του. Περαιτέρω ανέφερε ότι από τα 4 παιδιά του κατηγορούμενου 2, τα δύο φοιτούν στο Γυμνάσιο και τα άλλα δύο σε δημοτικό σχολείο στην Κύπρο. Ζήτησε περαιτέρω να ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και για να διασφαλιστεί η παρουσία του, ο κατηγορούμενος 2, παρέμεινε υπό κράτηση από τις 13.12.12 μέχρι 22.2.13 περίοδος που εισηγήθηκε ότι απετέλεσε αρκετή τιμωρία για το αδίκημα. Ακολούθως επικαλούμενος τις αρχές της εξατομίκευσης της ποινής που έχουν καθιερωθεί διά της νομολογίας, ζήτησε όπως κριθεί και αντιμετωπιστεί αναφορικά με την επιβολή της ποινής με δεδομένο ότι πλέον ευρίσκεται, όπως συνάγεται από το Έγγραφο Ε, πλέον νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου προτίθεται να παραμείνει και να εργαστεί. Συμμορφούμενος δε πλήρως με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας έχει ζητήσει και άδεια μέσω του ιδρύματος «Ηράκλειτος» για να του παραχωρηθεί το δικαίωμα να εργάζεται για να μπορεί να συντηρείται ο ίδιος αλλά και η οικογένεια του. Προς τούτο κατέθεσε σχετική επιστολή από το Υπουργείο Εσωτερικών, ημερ. 30.12.12 η οποία σημειώθηκε σαν έγγραφο ΣΤ, από την οποία συνάγεται ότι το αίτημα του είναι υπό εξέταση. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου 2, και της οικογένειας του ο ευπαίδευτος συνήγορος του, ανέφερε πώς ενόψει του γεγονότος ότι δεν έχει εργαστεί καθόλου από τις 16.10.12, είναι πολύ άσχημη και επί του παρόντος και μέχρι να εξασφαλίσει νόμιμη άδεια εργασίας συντηρείται από φιλανθρωπίες και γείτονες του. Εν κατακλείδι μεταφέροντας την υπόσχεση του κατηγορούμενου 2, ότι δεν θα παρουσιαστεί ξανά ενώπιον Δικαστηρίου για οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά ζήτησε να κριθεί με την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Επισημαίνω ότι για όλα όσα αναφέρθησαν από την κατηγορούμενη 1 και από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 δεν υπήρξε αμφισβήτηση από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Μάλιστα κατόπιν σχετικής διευκρινιστικής ερώτησης από το Δικαστήριο η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου 2 και τα 4 του παιδιά, πού γεννήθηκαν όλα στην Κύπρο και τα δύο εξ αυτών όντως φοιτούν σε γυμνάσιο και τα άλλα δύο στο δημοτικό, ευρίσκοντο στην Κύπρο από τo 1999, η σύζυγος του και το πρώτο του παιδί και τα άλλα τρία του παιδιά από τις ημερομηνίες γέννησης τους, ήτοι το 2000, το 2003 και το 2005, παράνομα. Τα πιο πάνω δε, όπως διαπιστώνω από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, δεν εμπόδισαν τις αρμόδιες αρχές να εγγράψουν τα παιδιά του κατηγορούμενου 2, στο αρχείο πληθυσμού ως γεννηθέντα στην Κύπρο με πατέρα και μητέρα που ευρίσκοντο παράνομα στο έδαφος της. Ακόμη για πάρα πολλά χρόνια μετά την γέννηση των παιδιών του κατηγορούμενου 2, οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους δεν προέβηκαν σε καμία απολύτως ενέργεια για να εφαρμόσουν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με την παραμονή τόσο του ίδιου του κατηγορούμενου 2 όσο και των μελών της οικογένειας του, αφήνοντας τους να διαμένουν στο έδαφος της Δημοκρατίας παράνομα ως διαπιστώθηκε στα πλαίσια της διερεύνησης των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, μόλις τον Οκτώβριο του
- Ακόμη παρατηρείται και το φαινόμενο να μην εντοπίζεται και να μην συλλαμβάνεται ο κατηγορούμενος 2 μετά την σύλληψη της κατηγορούμενης 1, κάτι πού έγινε κατορθωτό μετά την παρέμβαση της και δεί κατόπιν που εξασφάλισε την διεύθυνση του με δικές της ενέργειες και απέστειλε σχετικό παράπονο - επιστολή στον Αρχηγό της δύναμης (Έγγραφο Στ). Επισημαίνω τέλος σε σχέση με την συμπεριφορά των αρχών και αρμοδίων υπηρεσιών αναφορικά με τα όσα επισημαίνονται πιο πάνω, η οποία το ελάχιστο που μπορεί να χαρακτηριστεί είναι απαράδεκτη, ότι ενώ σε παρόμοιας φύσεως αδικήματα η καταχώρηση της υπόθεσης γίνεται άμεσα η παρούσα καταχωρήθηκε μετά από δύο μήνες. Κρίνω πώς όλα τα ανωτέρω είναι στοιχεία που μόνο λύπη και απογοήτευση προκαλούν αφού σε ένα ευνομούμενο κράτος ουδείς αρμόδιος ενδιαφέρθηκε να εξετάσει τα όσα καθηκόντως κατά την άποψη μου όφειλε, με επακόλουθο παράνομες ενέργειες να διαπράττονται όχι μόνο από τον κατηγορούμενο 2 αλλά και από τα λοιπά μέλη της οικογένειας του από το
- Αυτή η συμπεριφορά και η εύλογη εντύπωση που αυτή προκάλεσε τόσο στον κατηγορούμενο 2 όσο και στην κατηγορούμενη 1, πως ουδέν πρόβλημα υπήρχε και ότι ο κατηγορούμενος 2 και τα λοιπά μέλη της οικογένειας του, μπορούσε να διαμένει και να εργάζεται στην Κύπρο, κρίνω ότι δεν μπορούν να αγνοηθούν. Θα ληφθούν υπόψη λοιπόν στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής σαν ιδιαίτερα σοβαροί παράγοντες. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μου αναμφίβολα τα αδικήματα που και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν, είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αντανακλάται μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, που είναι για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.5.000,00 ή και οι δύο ποινές, ενώ τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 2 έχει παραδεχθεί, τιμωρούνται και τα δύο, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού προκύπτει σαφώς και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται το πιο πάνω αδίκημα τα τελευταία χρόνια στη Κύπρο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε σε κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας το με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Στη σελίδα 297 της απόφασης αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 ΑΑΔ 467 γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται, επίσης, ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο, θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Στην πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες». Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών υπαγορεύεται και από το κίνδυνο που η φύση της παράνομης εργοδότησης από μόνη της εμπεριέχει, δηλαδή, τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παράνομα εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Η λεγόμενη «εν κρυπτώ απασχόληση» σημαίνει στην ουσία ότι ο παράνομα εργοδοτούμενος αλλοδαπός, στερείται όλων εκείνων των ωφελημάτων που όλοι ανεξαίρετα οι εργαζόμενοι σε αυτό τον τόπο έχουν με θυσίες κερδίσει. Με την παράνομη εργοδότηση η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει κατά πόσο τηρούνται στο χώρο εργασίας ασφαλείς συνθήκες, ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί για ελάχιστο όριο αμοιβής, ώρες εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Τα αδικήματα της παράνομης παραμονής καθώς και της παράνομης διεξαγωγής επαγγέλματος, διαπράττονται επίσης με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα στον τόπο μας και βρίσκονται σε έξαρση με σοβαρότατες συνέπειες στην αγορά εργασίας και την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, στοιχεία που υπαγορεύουν την αντιμετώπιση τους με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Η σοβαρότητα του αδικήματος της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια αναγνωρίσθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημήτρη Μαυρίκιου
(2006)2 ΑΑΔ 494. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα του έγκειται, μεταξύ άλλων, στο ότι αδικήματα αυτής της μορφής πέρα από το ότι προκαλούν αταξία, απολήγουν σε εργοδότηση έξω από το σύστημα εργασίας, όπως το καθιερώνει η νομοθεσία, που επιβάλλει και περαιτέρω υποχρεώσεις σε όσους εργοδοτούν ή σε όσους εργοδοτούνται. Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά τη κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα όμως, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς λοιπόν μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου, το λευκό ποινικό μητρώο και των δύο κατηγορουμένων, την παραδοχή τους η οποία ήταν άμεση και τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των όπως αυτές εκτίθενται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που έχουν ετοιμαστεί και βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά και όσα έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο τουκατηγορούμενου2. Eξ αυτών δε επισημαίνω τα εξής: (α) Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1: Ότι είναι ηλικίας 67 ετών, γεννήθηκε δε και μεγάλωσε στο Πελένδρι. Προέρχεται από πολυμελή χαμηλών οικονομικών εισοδημάτων οικογένεια. Είναι απόφοιτη της Στ' Δημοτικού, δεν ολοκλήρωσε τη φοίτηση της για να βοηθήσει τη μητέρα της στην ανατροφή των αδελφών της αλλά και στην φροντίδα της μεγαλύτερης της αδελφής η οποία είχε αρρωστήσει σοβαρά. Σε ηλικία 11 ετών ξεκίνησε να εργάζεται ως εργάτρια στα χωράφια. Σε ηλικία 26 ετών γνώρισε το σύζυγο της με τον οποίο το 1971 τέλεσαν γάμο και απέκτησαν 3 παιδιά. Το 1986 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Ύψωνα λόγω εργοδότησης του συζύγου της κατηγορούμενης στη Λεμεσό σε ιδιωτική εταιρεία ως ελαιοχρωματιστής, επάγγελμα το οποίο ασκεί μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την ίδια από το Δεκέμβριο λόγω μείωσης του όγκου εργασίας ο σύζυγος της εργάζεται δύο φορές την βδομάδα με αποτέλεσμα να μειωθούν και τα εισοδήματα του. Ο σύζυγος της είναι καρδιοπαθής και παρακολουθείται συστηματικά από καρδιολόγο. Η κόρη της Έλενα είναι χωρισμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία στον Ύψωνα και εργάζεται ως αστυνομικός. Ο γιος της Δημήτρης είναι άνεργος. Όταν ήταν εθνοφρουρός παρουσίασε προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση πάσχει από ψυχωτική διαταραχή. Παρακολουθείται συστηματικά από ψυχίατρο και ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του από το 1996 νοσηλεύεται συχνά στο Νοσοκομείο της Αθαλάσσας. Επίσης είχε προβεί αρκετές φορές σε απόπειρα αυτοκτονίας. Ο γιος της Μιχάλης φοίτησε μέχρι τη Β' Γυμνασίου, δεν ολοκλήρωσε την φοίτηση του μετά από δική του επιθυμία για να εργαστεί. Λόγω χειρουργικής επέμβασης που υποβλήθηκε στο γόνατο και της ανικανότητας του να εργαστεί για να καλύψει τα χρέη του, είχε ως αποτέλεσμα την αυτοκτονία του σε ηλικία 27 ετών. (β) Σε σχέση δε με τον κατηγορούμενο 2: Κατάγεται από την Συρία είναι ηλικίας 47 χρόνων και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής εισοδηματικής κατάστασης. Ο πατέρας του που απεβίωσε το 1991 μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, ήταν συντηρητής ελαστικών. Η μητέρα του η οποία ασχολείτο ανέκαθεν με το νοικοκυριό, απεβίωσε το 1998 από την ίδια ασθένεια. Είναι το έβδομο από το έντεκα παιδιά της οικογένειας. Έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια σε φιλήσυχο οικογενειακό περιβάλλον. Αποφοίτησε το Γυμνάσιο και ακολούθως, εκτέλεσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Μετά την αποστράτευση του σπούδασε σε κολλέγιο στον κλάδο Παιδαγωγικών για περίοδο δύο χρόνων. Εργάστηκε ως δάσκαλος για διάστημα 6 μηνών και εγκατέλειψε την εργασία του για να εξεύρει νέα με ψηλότερες αποδοχές. Τότε, άρχισε να απασχολείται ως εργάτης, επάγγελμα που εξασκούσε μέχρι πριν τη μετάβαση του στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στην Κύπρο το 1994 για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του. Εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό και διαθέτοντας άδεια προσωρινής παραμονής προσλήφθηκε ως εργάτης σε εργοληπτική εταιρεία. Το 1996 επέστρεψε στην πατρίδα του για να τελέσει τον γάμο του με την συμπατριώτισσα του. Στην συνέχεια, επέστρεψαν μαζί στην Κύπρο. Από το γάμο τους απέκτησαν 4 παιδιά, ηλικίας 15, 10, 9 και 7 χρόνων, τα οποία φοιτούν σε δημόσια σχολεία. Το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας παρουσιάζει προβλήματα υγείας και υποβάλλεται σε συνεχείς εξετάσεις. Η σύζυγος του δεν εργάζεται και ασχολείται με το νοικοκυριό και την φροντίδα των παιδιών. Οι ενδοοικογενειακές σχέσεις περιγράφηκαν ικανοποιητικές. Το 1999 η άδεια παραμονής του αναφερόμενου έληξε και έκτοτε παραμένει μαζί με την οικογένεια του παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Απασχολείται ευκαιριακά ως εργάτης στις οικοδομές σε διάφορους εργοδότες, χωρίς να λαμβάνει σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής του υπόθεσης δεν επιθυμεί να μεταβεί στη πατρίδα του για λόγους προσωπικής του ασφάλειας. Στο στάδιο αυτό κρίνω ότι προτού παραθέσω την τελική κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το είδος και το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στους κατηγορούμενους, πώς θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοιες συνθήκες η περιστάσεις που δικαιολογούν την διαφοροποίηση όσον αφορά το είδος η ακόμη και το εύρος της ποινής όχι μόνο σε σχέση με άλλες με παρόμοιας φύσεως αδικήματα υποθέσεις, αλλά και δι ένα έκαστον εκ των κατηγορούμενων. Σε σχέση δε με το τελευταίο έχοντας και κατά νου τις αρχές της νομολογίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Καθοδηγητική δε επί τούτου είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σιδερένου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ 190, Ποιν. Έφ. αρ.122/2009, ημερ.21/04/2010, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Όπως προβλέπει το Άρθρο, ο κάθε πολίτης δικαιούται να τύχει ίσης προστασίας και μεταχείρισης. Σε ό,τι αφορά την επιβολή ποινής, η υποχρέωση του Δικαστηρίου συνίσταται στην υποχρέωση να μεταχειρίζεται με ομοιόμορφο τρόπο όλους όσους βρίσκονται στην ίδια θέση (βλ. Χρυσάνθου Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.251). Η σημασία της ανισότητας στη μεταχείριση παραβατών που είναι στην ίδια θέση, έγκειται στο ότι δημιουργεί αίσθημα αδικίας και τείνει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στον ίδιο το θεσμό της δικαιοσύνης. Ωστόσο ο όρος «ίσοι ενώπιον του νόμου .. και της δικαιοσύνης» στο Άρθρο 28.1 του Συντάγματος, δεν σημαίνει και την ακριβή αριθμητική εξίσωση της ποινής δύο παραβατών, αλλά διασφαλίζει μόνο την ισότητα έναντι αυθαίρετων διακρίσεων και καθόλου δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις (βλ. Ευαγόρου v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.593, Mikrommatis v. Republic 2 RSCC 125 και Λοΐζος Λοΐζου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.546).» Σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 θα πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι αυτή όφειλε πριν εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 1, να εξακριβώσει το πραγματικό του καθεστώς. Είχε την υποχρέωση, πριν τον εργοδοτήσει, να προβεί σε όλες εκείνες τις ενέργειες που θα καταδείκνυαν το πραγματικό καθεστώς παραμονής του κατηγορούμενου 2 στην Κύπρο. Είναι προφανές ότι η κατηγορούμενη 1, δεν ενήργησε ως όφειλε με τον τρόπο αυτό. Από την άλλη όμως, αποτελεί σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να συνυπολογισθεί και να δοθεί σε αυτό η δέουσα βαρύτητα, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1, είχε την εύλογη πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος 2 διέμενε νόμιμα στην Κύπρο, πεποίθηση η οποία εύλογα προέκυπτε από τα δεδομένα που περιέβαλλαν την γνωριμία της με τον κατηγορούμενο 2 και ήταν όπως προαναφέρεται η εδώ και χρόνια παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, μαζί μάλιστα με την οικογένεια του, η οποία περιλαμβάνει και τέσσερα ανήλικα παιδιά τα οποία φοιτούν κανονικά σε Κυπριακά σχολεία αλλά και το ότι τον έβλεπε να εργάζεται χωρίς κανένα πρόβλημα. Το γεγονός αυτό κρίνω ότι παραπλάνησε την κατηγορούμενη 1, βασίσθηκε σε αυτό και ενήργησε με τον τρόπο που έπραξε. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω πώς όντως στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν τέτοια στοιχεία και δεδομένα που την διαφοροποιούν σε σχέση με την κατηγορούμενη 1, από άλλες με παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Όπως προαναφέρεται, ο κος Σπηλιωτόπουλος, εισηγήθηκε ότι η παραμονή του κατηγορούμενου 2, στην φυλακή από την 13.12.2012 μέχρι την 22.2.2013, ήτοι για 71 ημέρες, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είναι αρκετή τιμωρία για αυτόν. Επίσης εισηγήθηκε, επειδή όπως προκύπτει και από το Έγγραφο Ε, ο κατηγορούμενος 2 και η οικογένεια του διαμένουν πλέον νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας πώς το στοιχείο αυτό δέον να ληφθεί υπόψη για διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης. Επανερχόμενος όμως στα έχουν τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνω ότι ο κατηγορούμενος 2 ευρίσκετο στην Κύπρο παράνομα από την 31.3.99 μέχρι και την 12.12.2012 ήτοι για 13 και πλέον χρόνια, αποκρυπτόμενος και αδιαφορώντας παντελώς για τις όποιες συνέπειες τυχόν θα αντιμετώπιζε από την παράνομη αυτή συμπεριφορά του. Αυτό καταδεικνύει ότι πρόκειται περί προσώπου που επέδειξε παραβατική συμπεριφορά που καθιστά τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ακόμα πιο σοβαρά. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου 2, επιδείχθηκε με την πλήρη επίγνωση πως μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του δεν είχε το δικαίωμα να παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας και ως εκ τούτου θα έπρεπε να αναχωρήσει για την πατρίδα του. Ακόμη είχε πλήρη επίγνωση πως η προσωρινή άδεια παραμονής του είχε παραχωρηθεί ως πρόσωπο που εξασφάλισε εργασία για συγκεκριμένη χρονική περίοδο γνωρίζοντας πως μετά την λήξη της άδειας παραμονής του όχι μόνο δεν εδικαιούτο να παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας αλλά ούτε και να εργαστεί χωρίς τις απαραίτητες προς τούτο άδειες από τις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες, επιτείνει ακόμη περισσότερο την σοβαρότητα της παραβατικής του συμπεριφοράς αφού αυτός παραγνώρισε και αδιαφόρησε παντελώς για τους νόμους και τους κανονισμούς της Κυπριακής πολιτείας. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως, όπως συνάγεται από τα γεγονότα πού έχουν εκτεθεί ενώπιον μου, ότι ο κατηγορούμενος 2 για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης ετέθη υπό κράτηση από τις 13.12.2012 μέχρι και την 22.2.2013, οπόταν και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, καθ' ότι έχει αποκτήσει καθεστώς νομίμου προσωρινής παραμονής σαν απόρροια της εξέτασης του αιτήματος του για να του παραχωρηθεί καθεστώς Πολιτικού Πρόσφυγα. Καθοδηγούμενος δε από την νομολογία παρά το ότι η περίοδος που παρέμεινε υπό κράτηση, ήτοι 71 ημέρες, δεν μπορεί να λογιστεί σαν περίοδος έκτισης ποινής φυλάκισης, αυτή λαμβάνεται υπόψη σαν παράγοντας σημαντικός κατά την επιλογή του τύπου και του εύρους της ποινής. Συνακόλουθα θα συμφωνήσω με την συνήγορο του κατηγορούμενου 2 πώς το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αποτιμώντας, λοιπόν από την μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία η κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής και από την άλλη εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι όσον αφορά το είδος και το εύρος της ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων, η κολάσιμη αντιμετώπιση τους θα πρέπει να διαφοροποιηθεί. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος 2 παρέμεινε για τις ανάγκες διασφάλισης της παρουσίας του στην παρούσα υπόθεση υπό κράτηση για χρονικό διάστημα 71 ημερών. Αυτό δε έχοντας και υπόψη μου το εύρος των δια της νομολογίας επιβαλλομένων ποινών για παρόμοιας φύσεως αδικήματα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ευρίσκεται πλέον νόμιμα στο έδαφος της Δημοκρατίας, με έχει οδηγήσει στο να αποφασίσω πως η επιβολή οποιασδήποτε περαιτέρω ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο 2 θα ήταν ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο που δεν δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις. Ακόμη σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη μου τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες που εκτίθενται ανωτέρω και ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι πατέρας 4 ανηλίκων τέκνων και ότι επί του παρόντος δεν εργάζεται ούτε αυτός ούτε και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στην οικογένεια του. Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1 η οποία σε ηλικία 67 ετών παρουσιάζεται ενώπιον δικαστηρίου για πρώτη φορά αφού δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε προηγούμενη καταδίκη, σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας αλλά και τις προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες όπως εκτίθενται ανωτέρω, κρίνω πως είναι παράγοντες που σε συνάρτηση με την άμεση παραδοχή και την έμπρακτη μεταμέλεια της που εκφράζεται μέσω αυτής, οι σκοποί του νόμου και της ποινής μπορούν να ικανοποιηθούν με την επιβολή χρηματικής ποινής. Συνακόλουθα επιβάλλω: Στην κατηγορούμενη 1, στην 1η κατηγορία, ποινή προστίμου €800,00. Στην 2η κατηγορία, στον κατηγορούμενο 2, αυτός να υπογράψει εγγύηση ύψους €2.000,00 για να τηρεί τους Νόμους και τους Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών από σήμερα. Στην 3η κατηγορία, στον κατηγορούμενο 2, αυτός να υπογράψει εγγύηση ύψους €2.000,00 για να τηρεί τους Νόμους και τους Κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών από σήμερα. Οι χρονικοί περίοδοι ισχύος της εγγύησης που τέθηκαν στις κατηγορίες 2 και 3 στον κατηγορούμενο 2, να συντρέχουν. Περαιτέρω διατάσσω όπως η χρηματική ποινή που έχω επιβάλει στην κατηγορούμενη 1, στην κατηγορία 1, ενόψει των κοινωνικοοικονομικών της συνθηκών πληρωθεί εντός χρονικής περιόδου 4 μηνών από σήμερα. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης , Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο