Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κώστας Παντελή, Αρ. Υπόθεσης: 5966/12, 4/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5966/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κώστας Παντελή Κατηγορούμενος ----------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 04/04/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη. Κατηγορούμενος παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 29/03/2013 όταν η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ως Μ.Κ.9 τον κ. Γεώργιο Τζιηρκαλλή και αφού ορκίστηκε, η πλευρά της υπεράσπισης, ήγειρε ένσταση στο να επιτραπεί στον μάρτυρα αυτό να καταθέσει. Σύμφωνα με τη συνήγορο του κατηγορουμένου, η ένσταση εδράζεται γενικά στο ότι αν επιτραπεί στο μάρτυρα αυτό να καταθέσει τότε θα επηρεαστεί το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ότι η κλήση του εν λόγω μάρτυρα από τη κατηγορούσα αρχή αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Όπως ανέφερε στο Δικαστήριο η κα Πιερούδη, στις 26/03/2013 της έχει αποσταλεί από την κατηγορούσα αρχή σχετική έκθεση του μάρτυρα αυτού, ο οποίος είναι ιδιώτης εμπειρογνώμονας σε αναπαραστάσεις τροχαίων δυστυχημάτων και η οποία ετοιμάστηκε από τον ίδιο κατόπιν οδηγιών της κας Γ. Ιωαννίδου ημερομηνίας 06/03/2013, συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Ο μάρτυρας αυτός, είπε, θα καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Για το ίδιο θέμα όμως και με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει δοθεί στην υπεράσπιση, υπάρχει επί του κατηγορητηρίου ο Αστ. 3100 Σ. Κυριάκου ο οποίος προέβηκε σε αναπαράσταση του δυστυχήματος και η μαρτυρία του ευνοεί τον κατηγορούμενο. Η κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε, δεν έχει καλέσει τον εν λόγω μάρτυρα και αντί αυτού επιχειρεί να καλέσει ένα ιδιώτη ο οποίος ετοίμασε τη σχετική έκθεση του επί του θέματος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η ενέργεια αυτή της κατηγορούσας αρχής, είπε, αντιβαίνει την ουσιώδη και θεμελιακή αρχή της δίκαιης δίκης διότι σύμφωνα με την νομολογία έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την μαρτυρία που έχει στην κατοχή της για να μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα. Συνεχίζοντας, είπε ότι τίθεται και ζήτημα κατάχρησης εξουσίας και διασπάθισης δημοσίου χρήματος αφού ήδη η κατηγορούσα αρχή έχει στην κατοχή της μια τέτοια μαρτυρία αλλά αντί να την παρουσιάσει αυτή στο Δικαστήριο, επιχειρεί να παρουσιάσει μια, κατασκευασμένη μαρτυρία, σύμφωνα με τα λεγόμενα της και θα υποχρεωθεί το κράτος να καταβάλει και επιπλέον έξοδα. Η κα Ιωαννίδου, απαντώντας στα πιο πάνω, παρόλο που είπε ότι το ζήτημα που εγέρθηκε είναι πρόωρο διότι δεν έχει διαφανεί ο σκοπός για τον οποίο ο μάρτυρας ήρθε να καταθέσει αλλά και τα προσόντα του, εντούτοις συμφώνησε με το πιο πάνω υπόβαθρο που έθεσε η υπεράσπιση και προχώρησε και απάντησε στις θέσεις της. Είπε, αρχικά, ότι η έκθεση του μάρτυρα αυτού ετοιμάστηκε στις 26/03/2013 και αυθημερόν αποστάληκε στην υπεράσπιση με σκοπό να λάβει γνώση για την μαρτυρία αυτή. Η έκθεση αυτή ζητήθηκε από το μάρτυρα στις 06/03/2013 καθότι τότε προέκυψε ανάγκη να παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία εν όψει της γραμμής που ακολούθησε η υπεράσπιση στη δίκη. Τέτοια μαρτυρία είπε, θα βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Συνεχίζοντας, η κα Ιωαννίδου είπε ότι δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που προέκυψε διαρκούσης της δίκης και αυτό είναι συχνό φαινόμενο. Πρόκειται είπε, για συνοπτική δίκη και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία δεν υπάρχει υποχρέωση αναφοράς των μαρτύρων που θα καταθέσουν στο κατηγορητήριο. Το θέμα της δίκαιης δίκης, εξετάζεται στο τέλος της δίκης και μόνο στο στάδιο αυτό θα κριθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης λόγω της παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να προσκομίσει συγκεκριμένη μαρτυρία. Τέλος, σε σχέση με την κατάχρηση εξουσίας, είπε ότι η θέση της υπεράσπισης ήταν γενική και αόριστη και δεν στηρίχθηκε πουθενά. Από τα πιο πάνω που έχουν εγερθεί από την υπεράσπιση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει ουσιαστικά κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει δικαίωμα να προσκομίσει μαρτυρία η οποία προέκυψε μετά την καταχώριση της υπόθεσης και συγκεκριμένα διαρκούσης της δίκης και η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και κατά πόσο η προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας θα επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εν όψει και του γεγονότος ότι μαρτυρία της ίδιας φύσης περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και η κατηγορούσα αρχή επιλέγει ή θα επιλέξει να μην την παρουσιάσει αυτή. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για συνοπτική δίκης και τα ονόματα των μαρτύρων στο κατηγορητήριο δεν χρειάζεται να αναφέρονται. Το γεγονός της αναγραφής τους αποτελεί πρωτοβουλία που δεν επάγεται σε υποχρέωση. Επομένως, η κλήση μάρτυρα που δεν αναγράφεται στο κατηγορητήριο στα πλαίσια της δίκης αυτής επιτρέπεται. Όπως επίσης, δεν υπάρχει και υποχρέωση στη κατηγορούσα αρχή για κλήση ενός μάρτυρα που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σάββα Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224). Το καθήκον που έχει η κατηγορούσα αρχή είναι να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας που έχει στη διάθεση της έτσι ώστε να μην παραμένουν «σκοτεινές» πτυχές της υπόθεσης ή κενά. Σε περίπτωση που δεν το πράξει τότε αφίσταται αυτού του καθήκοντος και τότε γεννάται θέμα αδικίας (βλ. Νίκος Ευαγγέλου v. Αστυνομίας (αρ.1)
(2000)2 Α.Α.Δ. 72, Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490 και Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143). Επομένως, δεν μπορεί να μην επιτραπεί στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει ως μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου τον κ. Τζιηρκαλλή για το λόγο ότι το όνομα του δεν αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Ούτε και μπορεί να υποχρεωθεί αντί αυτού να κλητεύσει τον Αστ. 3100 Σ. Κυριάκου το όνομα του οποίου αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Το κατά πόσο με την επιλογή αυτή της κατηγορούσας αρχής επηρεάζεται το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη και κατά πόσο στο τέλος της ημέρας η κατηγορούσα αρχή παρέβη το καθήκον της να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλη την ουσιώδη μαρτυρία, είναι κάτι που θα αποφασιστεί στο τέλος της δίκης. Είναι καλά νομολογημένο ότι ζητήματα δίκαιης δίκης εξετάζονται στο τέλος της υπόθεσης όταν όλη η μαρτυρία, τόσο της κατηγορούσας αρχή όσο και αυτή που θα προσκομίσει ο κατηγορούμενος, είναι ολοκληρωμένη. Στην Δημοκρατία v. Αlan Carl Ford και Άλλων (Αρ. 2)
(1995), στην οποία έγινε εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας, κυπριακής και όχι μόνο αναφέρθηκε ότι οι εξασφαλίσεις που παρέχονται από το άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αποτέλεσαν το πρότυπο για τη στοιχειοθέτηση των δικαιωμάτων που εγγυάται το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά εχέγγυο για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην Ανδρέα Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 λέχθηκε ότι το θέμα της δίκαιης δίκης, αποτιμάται από το πρωτόδικο δικαστήριο στο τέλος της δίκης μετά από θεώρηση της δίκης στο σύνολο της. Ο ισχυρισμός για παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται in abstracto αλλά συγκεκριμένα. Σε κάθε περίπτωση ο κατηγορούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπισης του. (βλ. επίσης Hani Abdul Ghani Kabbara v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 197/12, Ημερ. 19/02/2013). Το κύριο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί όμως εδώ είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή μπορεί να παρουσιάσει τον μάρτυρα αυτό, ο οποίος δεν είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του και σχετική έκθεση του όπως, αποτέλεσε κοινό έδαφος των δύο πλευρών, ετοιμάστηκε διαρκούσης της δίκης και συγκεκριμένα στις 26/03/2013. Προκύπτει δηλαδή, ότι πέραν της μαρτυρίας που περισυλλέγη από την Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι επιπρόσθετη και προέκυψε σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Κρίνω ότι, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας δικαίου που να αποκλείει τη προσκόμιση μιας τέτοιας μαρτυρίας εφόσον η υπεράσπιση λάβει γνώση για την πρόθεση αυτή της κατηγορούσας αρχής και της δοθούν λεπτομέρειες της μαρτυρίας αυτής έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να προετοιμαστεί. Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, fourtieth editon, p. 285 κάτω από τον τίτλο «
(3)Νotices of Further Evidence» αναφέρονται τα ακόλουθα: « Witnesses who did not give evidence before the examining magistrates or whose statements were not put in at the committal proceedings under the Criminal Justice Act 1967 may nonetheless be called at the trial by the prosecution: see R v. Ward, 2 C & K. 759. But notice of intention to call such additional witnesses, together with a written account of the evidence which it is proposed that they should give (usually, their witness statements are served), ought to be served on the defendant and on the court.» Στην παρούσα περίπτωση, φαίνεται με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι η κατηγορούσα αρχή ενημέρωσε την υπεράσπιση για την προσκόμιση αυτής της μαρτυρίας και την εφοδίασε και με σχετική έκθεση του μάρτυρα. Επομένως, η υπεράσπιση ήταν ενήμερη για την μαρτυρία αυτή και δεν βρέθηκε εξ΄ απροόπτου. Πέραν τούτου, το γεγονός και μονό ότι η μαρτυρία αυτή ετοιμάστηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν σημαίνει ότι είναι και κατασκευασμένη ή ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης. Αυτό όμως, θα κριθεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Τέλος, προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή εφοδίασε την υπεράσπιση και με άλλη έκθεση εμπειρογνώμονα η οποία με βάση τις αναφορές της υπεράσπισης ευνοεί την εκδοχή της. Το γεγονός αυτό όμως, δεν καθιστά και υπόχρεη την κατηγορούσα αρχή να προσκομίσει αυτή την μαρτυρία αντί οποιαδήποτε άλλης που η ίδια ενδεχομένως να θεωρεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν επιθυμώ, στα στάδιο αυτό να πω περισσότερα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αλλά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση είναι ενήμερη για την ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας. Το ποιά από αυτές τις μαρτυρίες των εμπειρογνωμόνων είναι η ορθή ή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι ζήτημα του Δικαστηρίου το οποίο θα αποφασίσει στο κατάλληλο στάδιο εάν κα εφόσον αυτές οι μαρτυρίες τεθούν ενώπιον του. Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης εξουσίας που αναφέρθηκε η υπεράσπιση κρίνω αυτό απαντάται ανωτέρω και περαιτέρω κρίνω ότι δεν έχει τεθεί κάτι άλλο ή πιο συγκεκριμένο που να καθιστά τη στάση της κατηγορούσας αρχής καταχρηστική. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενστάσεις που εγέρθηκαν από την υπεράσπιση δεν ευσταθούν και ο μάρτυρας μπορεί να καταθέσει ενώπιον του Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο