Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λίλιαν Γεωργιάδου, Αρ. Υπόθεσης: 14926/11, 30/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14926/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Λίλιαν Γεωργιάδου Κατηγορούμενης ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30/05/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Γιασκούρη. Για την Κατηγορούμενη: κα Λαμάρη. Κατηγορούμενη παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 166/87 και τον Νόμο 80
(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η κατηγορούμενη στις 30/09/2010, ενώ οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΧΒ 359 στη συμβολή των οδών Ρήγα Φεραίου με την οδό Νικοδήμου Μυλωνά, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, δε κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/Αστ. Δημήτρη Αγησιλάου (Μ.Κ.1) και την κα Ινοna Gikona (Μ.Κ.2). Η κατηγορούμενη, μετά που κρίθηκε ένοχη εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να προβώ σε λεπτομερή καταγραφή της. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα μέρη αυτής κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της. Από την ενώπιον μου μαρτυρία όμως, προκύπτει ότι το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στη συμβολή της οδού Ρήγα Φεραίου με την οδό Νικοδήμου Μυλωνά στη Λεμεσό, η οποία ελέγχεται με τέσσερα σήματα για στάση (stop) δηλαδή και στις τέσσερις κατευθύνσεις. Η σύγκρουση του οχήματος της κατηγορούμενης με αυτό της παραπονούμενης (Μ.Κ.2) έλαβε χώρα εντός της εν λόγω διασταύρωσης. Η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι η κατηγορούμενη εισήλθε εντός της εν λόγω διασταύρωση ενώ δεν ήταν ασφαλές να το πράξει με αποτέλεσμα να προκληθεί το επίδικο δυστύχημα. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούμενης όπως προκύπτει από την ανώμοτη της δήλωση και την γραπτή της κατάθεσης. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι σταμάτησε στο άλτ της πορείας της, έλεγξε το δρόμο στα αριστερά της και αφού είδε ένα όχημα να είναι μακριά και να κατευθύνεται προς τη διασταύρωση, εισήλθε σε αυτή με πρόθεση να συνεχίσει ευθεία. Ενώ είχε προχωρήσει εντός της διασταύρωσης τότε το άλλο όχημα παρέλειψε να σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας του και αφού εισήλθε και αυτό στη διασταύρωση την κτύπησε στην αριστερή μεριά του οχήματος της. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος τα οποία ετοίμασε ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στη σκηνή και αφού έλαβε τις απαραίτητες μετρήσεις και προέβηκε στις σχετικές ενέργειες. Τόσο το πρόχειρο (τεκμήριο 2) όσο και το συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3) δεν αμφισβητήθηκαν από την κατηγορούμενη στο Δικαστήριο. Να σημειωθεί επίσης, ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως ορθό. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ το εν λόγω σχέδιο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος απεικονίζει τη διασταύρωση της οδού Ρήγα Φεραίου με την οδό Νικοδήμου Μυλωνά η οποία και στα τέσσερα σημεία της ελέγχεται με σήμα στάσης (stop) και υπάρχουν σχετικές πινακίδες καθώς επίσης και χαραγμένες άσπρες γραμμές στο δρόμο. Oι οδηγοί από όλες τις κατευθύνσεις που προσεγγίζουν τη διασταύρωση έχουν υποχρέωση να σταματούν προτού εισέλθουν σε αυτήν. Η πορεία της κατηγορούμενης (Α) είναι στη οδό Νικοδήμου Μυλωνά με ανατολική κατεύθυνση. Η πορεία της παραπονούμενης (Β) είναι στην οδό Ρήγα Φεραίου με νότια κατεύθυνση. Το σημείο σύγκρουσης (Χ) βρίσκεται εντός της διασταύρωσης και απέχει 9,30 μέτρα από το σημείο στάσης (stop) της πορείας της κατηγορουμένης και 6,30 μέτρα από το αντίστοιχο σημείο της παραπονουμένης. Από τη νοητή γραμμή της οδού Νικοδήμου Μυλωνά, ανατολικά, το Χ απέχει 2,00 μέτρα. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η ορατότητα της κατηγορουμένης από το σημείο αλτ της πορείας της προς την οδό Ρήγα Φεραίου βόρεια δηλαδή προς την κατεύθυνση που κινείτο η παραπονούμενη είναι αρκετή, περί τα 100 με 200 μέτρα λόγω του ότι ο δρόμος έχει πλάτος περί τα 9 μέτρα και είναι ευθύς. Η παραπονούμενη από το αντίστοιχο σημείο προς την κατεύθυνση της κατηγορούμενης είχε ορατότητα περί τα 50 μέτρα. Σε σχέση με τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα της παραπονούμενης έφερε ζημιές σε ολόκληρο το μπροστινό του μέρος ενώ το όχημα της κατηγορουμένης στη αριστερή πόρτα και γυαλί, πίσω πόρτα και αριστερό πίσω φτερό. Αναφορικά με το σημείο Χ1 που ο μάρτυρας σημείωσε επί του σχεδίου, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Το σημείο αυτό το υπέδειξε η κατηγορούμενη ως το σημείο το οποίο κτύπησε το όχημα της στο περιτοίχισμα οικίας μετά τη σύγκρουση. Ο μάρτυρας δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία στο σημείο αυτό που να συνηγορεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και γενικά τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προφορική και έγγραφη, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Κ.2, οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα οχήματος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέταση την γραπτή της κατάθεση (βλ. τεκμήρια 4Α και 4Β). Από αυτή και την όλη μαρτυρία της καθώς επίσης και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν, κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να περιγράψει τον τρόπο που η ίδια αντιλήφθηκε τη σύγκρουση. Δεν προσπάθησε να αποκρύψει γεγονότα τα οποία της αποδίδουν και αυτής ευθύνης για το δυστύχημα, για το οποίο η ίδια κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας της διότι δεν είδε τη πινακίδα και θεωρούσε, λανθασμένα όπως άφησε να νοηθεί, ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Επίσης, προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι προτού εισέλθει στη διασταύρωση παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα της κατηγορουμένης αφού η πρώτη φορά που το είδε ήταν μετά την είσοδο της στη διασταύρωση και ενώ βρισκόταν από αυτό σε απόσταση 2 μέτρων περίπου. H μαρτυρία της μάρτυρος αυτής δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση της, η οποία περιορίστηκε στο να καταδείξει ότι η αιτία του δυστυχήματος ήταν το γεγονός ότι η ίδια δεν σταμάτησε στο σημείο άλτ που υπήρχε στην πορεία της. Παρά το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε για να πει την αλήθεια εντούτοις δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα σε μέρος της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα στο σημείο όπου αναφέρθηκε στην απόσταση και στο σημείο που είδε την κατηγορούμενη. Ενώ στην κατάθεση της αναφέρει ότι την είδε σε απόσταση 2 μέτρων μακριά της, δεν καθορίζει τι εννοεί με αυτή την απόσταση. Συγκεκριμένα δεν διευκρινίζει αν το όχημα της κατηγορούμενης ήταν μπροστά της σε απόσταση δύο μέτρων ή στα δεξιά της. Σε περαιτέρω εξέταση της υπέδειξε την ακίδα του βέλους που σημειώνεται η πορεία την κατηγορουμένης επί του τεκμηρίου 3, ως το σημείο που είδε για πρώτη φορά το όχημα της κατηγορουμένης. Εκτός του ότι η απόσταση αυτή ενδεχομένως να προκύπτει ότι είναι μεγαλύτερη από τα δύο μέτρα, δεν κρίνω ασφαλές να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή τη θέση αφού η ίδια σε άλλο μέρος της κατάθεσης της ανέφερε ότι έχουν περάσει 21/2 χρόνια και δεν μπορεί να θυμάται. Εκείνο που προκύπτει από την όλη μαρτυρία της παραπονουμένης είναι ότι εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας της γιατί δεν είδε την πινακίδα και θεώρησε ότι είχε προτεραιότητα και επίσης ότι σε κανένα στάδιο προηγουμένως αντιλήφθηκε την ύπαρξη του οχήματος της κατηγορουμένης και πού αυτό βρισκόταν την ώρα που εισήλθε εντός της διασταύρωσης από το σημείο αλτ της πορείας της. Η μόνη στιγμή που το αντιλήφθηκε ήταν αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία της παραπονούμενης εκτός από την ανωτέρω διευκρίνιση σε σχέση με την απόσταση που αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορούμενης για πρώτη φορά και πού αυτό βρισκόταν την ώρα εκείνη. Από την αντίπερα όχθη, η κατηγορούμενη προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (βλ. τεκμήριο 5). Επίσης, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι σταμάτησε στο αλτ, έλεγξε και η παραπονούμενη ήταν ακόμη μακριά. Αν ήταν κοντά της είπε, τότε θα σταματούσε και θα έδινε ο ένας στον άλλο προτεραιότητα. Η παραπονούμενη είχε όλο το χρόνο να σταματήσει διότι ήταν πριν από το αλτ. Δεν φαντάστηκε ποτέ ότι η κοπέλα δεν θα έβλεπε το αλτ αφού η γραμμή στο δρόμο είναι εντονότατη. Περνά από το σημείο αυτό εδώ και 25 χρόνια και ξέρει να συμπεριφερθεί σωστά. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή της, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από την κατηγορούμενη, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική της αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης της κατηγορουμένης και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα της κατηγορουμένης. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης και της γραπτής κατάθεσης της κατηγορουμένης θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση της ότι προτού εισέλθει στη διασταύρωση σταμάτησε στο σημείο αλτ και είδε την παραπονούμενη να κατευθύνεται νότια στην οδό Ρήγα Φεραίου. Ούτε θεωρώ ότι μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της ανώμοτης της δήλωσης και της γραπτής της κατάθεση. Οι θέσεις της αυτές, παρόλο που δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, εντούτοις το Δικαστήριο νιώθει επιφυλακτικό να κάνει δεκτές τις θέσεις της αυτές οι οποίες δεν δόθηκαν ενόρκως. Περαιτέρω, κανένα σημείο των πιο πάνω δηλώσεων της κατηγορουμένης αποτελεί έμμεσα ή άμεσα παραδοχή γεγονότων ενάντια στα συμφέροντα της. Επομένως, οι πιο πάνω δηλώσεις της απορρίπτονται χωρίς φυσικά να μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο αν αυτές είναι ορθές ή όχι. Δεδομένης της ανωτέρω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 30/09/2010 και περί ώρα 19:50, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KΧΒ 359 στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά με ανατολική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο, η εν λόγω οδός συμβάλλεται με την οδό Ρήγα Φεραίου. Πριν τη συμβολή των εν λόγω οδών, στην κατεύθυνση της κατηγορουμένης, υπάρχει σήμα «STOP» σε πινακίδα και χαραγμένη άσπρη γραμμή στο δρόμο και οι οδηγοί πρέπει να σταματήσουν προτού εισέλθουν στη διασταύρωση. Η παραπονούμενη, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗ1007ΑΤ, στην οδό Ρήγα Φεραίου με νότια κατεύθυνση. Στη συμβολή με την οδό Νικοδήμου Μυλωνά, στη κατεύθυνση της κατηγορουμένης, υπάρχει επίσης σήμα «STOP» σε πινακίδα και χαραγμένη άσπρη γραμμή στο δρόμο και οι οδηγοί πρέπει να σταματήσουν προτού εισέλθουν στη διασταύρωση. Τα ίδια σήματα υπάρχουν και στις υπόλοιπες δύο πορείες πριν τη συμβολή. Η κατηγορούμενη, εισήλθε εντός της διασταύρωσης με πρόθεση να κινηθεί ευθεία πορεία και ενώ διάνυσε μια απόσταση περί τα 9,30 μέτρα εντός της εν λόγω διασταύρωσης, το όχημα της παραπονουμένης το οποίο κινείτο στην οδό Ρήγα Φεραίου με νότια κατεύθυνση εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να σταματήσει στο σημείο άλτ της πορείας της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί επί του οχήματος της κατηγορουμένης. Η παραπονούμενη δεν είχε δει το σημείο άλτ στην πορεία της και θεώρησε ότι είχε προτεραιότητα και συνέχισε ευθεία χωρίς να σταματήσει αλλά και να στρέψει τη προσοχή της προς την πορεία που κινείτο η κατηγορούμενη. Αντιλήφθηκε το όχημα της κατηγορουμένης μετά που η παραπονούμενη εισήλθε στο διασταύρωση και αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Η ταχύτητα επίσης της παραπονουμένης ήταν γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της διασταύρωσης και απέχει 6,30 μέτρα από το σημείο αλτ της πορείας της παραπονουμένης και 9,30 μέτρα από το αντίστοιχο σημείο της πορείας της κατηγορουμένης. Επίσης, απέχει από τη νοητή γραμμή της οδού Νικοδήμου Μυλωνά, στα ανατολικά, 2,00 μέτρα. Από τη σύγκρουση προκλήθηκαν ζημιές στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Το όχημα της παραπονουμένης έφερε ζημιές σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος, προφυλακτήρα, φανάρια, καπό και φτερά ενώ το όχημα της κατηγορουμένης έφερε ζημιές στην αριστερή πόρτα και γυαλί, πίσω πόρτα και φτερό πίσω αριστερά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Το αναμενόμενο καθήκον για επιμέλεια στην προσέγγιση της διασταύρωσης διαφέρει ανάλογα με το αν η διασταύρωση είναι ελεγχόμενη ή όχι (βλ. Κυριάκου Βιττή v. Aστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκείνο που προκύπτει από τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων είναι ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά της κατηγορουμένης προτού αυτή εισέλθει στη διασταύρωση καθώς επίσης και πού η παραπονούμενη βρισκόταν. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι η παραπονούμενη παρέλειψε να σταματήσει στο σημείο αλτ της πορείας της και εισερχόμενη στη διασταύρωση κτύπησε επί του οχήματος της παραπονουμένης η οποία βρισκόταν σε αυτήν. Η σύγκρουση φαίνεται να έγινε στην πίσω αριστερή πλευρά του οχήματος της κατηγορουμένης σε απόσταση 9,30 μέτρα από το σημείο αλτ της πορείας της και 2,00 μέτρα προτού εισέλθει στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά στην ανατολική πλευρά της. Από τα πιο πάνω γεγονότα και μόνο το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσο η κατηγορούμενη παρέβηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας είχε υπό τις περιστάσεις και κατά πόσο δεν ήταν ασφαλές να εισέλθει στη διασταύρωση κατά την ώρα που το πράττει. Δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός η απόσταση που βρισκόταν η παραπονούμενη την ώρα που η κατηγορούμενη εισήλθε εντός της διασταύρωσης και επίσης δεν έχει προκύψει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε ή είχε οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ότι η παραπονούμενη δεν θα σταματούσε στην πορεία της προτού αυτή εισέλθει στη διασταύρωση. Ούτε έχει διαφανεί στον απαραίτητο βαθμό ότι η παραπονούμενη θα παραβίαζε το σήμα στην πορεία της. Εν πάσει περιπτώσει το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε εικασίες περί της ύπαρξης γεγονότων και οι πράξεις που τεκμηριώνουν αμέλεια πρέπει να είναι συγκεκριμένες και όχι αόριστες (βλ. Κυριάκου Βιττή v. Aστυνομίας (ανωτέρω). Ουδεμία συγκεκριμένη πράξη ή οδηγική συμπεριφόρα της κατηγορουμένης υπάρχει ως εύρημα πραγματικού γεγονότος στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο