← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παύλος Μαρκαντώνης, Αρ. Υπόθεσης: 13550/11, 28/5/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παύλος Μαρκαντώνης, Αρ. Υπόθεσης: 13550/11, 28/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13550/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Παύλος Μαρκαντώνης Κατηγορούμενου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28/05/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει 6 Κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Αμελής οδήγηση 2) Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. 3) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως. 4) Οδήγηση μοτοσυκλέτας/μοτοποδηλάτου χωρίς προστατευτικό κράνος. 5) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας. 6) Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πινακίδες εγγραφής. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες 2), 3), 5) και 6) και αρνήθηκε τις κατηγορίες 1) και 4) και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο γι αυτές τις κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον Αστ. 2960 Κλείτο Νικολαϊδη (Μ.Κ.1), τον Αστ. 392 Λούκα Αθανασίου, τον κ. Κωσταντίνο Περατικό (Μ.Κ.3) και τον κ. Ανδρέα Πιττάκα (Μ.Κ.4). O κατηγορούμενoς, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο και απαραίτητο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να προβώ σε λεπτομερή παράθεση της. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι λεπτομερείς θέσεις των διαδίκων. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, η εκδοχή την οποία προώθησε στο Δικαστήριο η κατηγορούσα αρχή είναι η ακόλουθη: Στις 27/08/2010 ο παραπονούμενος (Μ.Κ.4) οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KQC 939 στην οδό Γεωργίου Α΄ με δυτική κατεύθυνση τηρώντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Πλησιάζοντας τη διασταύρωση με την οδό Παναγιώτη Τσαγγάρη η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας και όταν το φως άρχισε να μετατρέπεται από πράσινο σε κόκκινο, ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΗΝΚ 477 στην ίδια οδό και έχοντας την ίδια κατεύθυνση, προσπέρασε τον παραπονούμενο, εισήλθε απότομα μπροστά από το αυτοκίνητο του και λίγα μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας εφάρμοσε πλήρως τα φρένα της μοτοσυκλέτας με αποτέλεσμα ο πισινός της τροχός να ανασηκωθεί από το έδαφος. Ο παραπονούμενος εφάρμοσε ελαφρώς τα φρένα του οχήματος του με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση μη μπορώντας να το πράξει. Κατά την ώρα που ο πισινός τροχός της μοτοσυκλέτας επανερχόταν στο έδαφος κτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος του. Αμέσως μετά η μοτοσυκλέτα σύρθηκε λίγα μέτρα πιο μπροστά στην άσφαλτο. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική ενώ το όχημα του παραπονουμένου υπέστη υλικές ζημιές. Το εν λόγω δυστύχημα αναφέρθηκε στην Αστυνομία από τον παραπονούμενο τρεις ημέρες μετά δηλαδή στις 30/08/2010 καθότι είχαν συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο να μην το αναφέρουν και οι ζημιές και οι τραυματισμοί θα διευθετούνταν από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Λόγω του ότι ο παραπονούμενος δεν είχε εμπιστοσύνη στις ασφαλιστικές εταιρείες μετέβηκε στην Αστυνομία μαζί με τον πατέρα του και κατάγγειλε το όλο συμβάν. Ο κατηγορούμενος προέβαλε εντελώς διαφορετική εκδοχή για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ήταν η θέση του ότι οδηγούσε κατά όλους τους χρόνους την πιο πάνω αναφερόμενη μοτοσυκλέτα του στην οδό Γεωργίου Α΄ τηρώντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Παναγιώτη Τσαγγάρη και ενώ το φως στην πορεία του ήταν κόκκινο σταμάτησε με αποτέλεσμα το όχημα του παραπονουμένου που τον ακολουθούσε να προσκρούσει στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας του. Τα ερωτήματα πραγματικών γεγονότων, τα οποία προκύπτουν στην παρούσα υπόθεση και παραμένουν αναπάντητα, είναι τα ακόλουθα: - Ποια από τις δύο εκδοχές είναι η ορθή. - Με ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του μπροστά από το όχημα του παραπονουμένου. - Σε περίπτωση που η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής είναι η ορθή και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος προσπέρασε το όχημα του παραπονουμένου, τότε σε ποιο σημείο έλαβε χώρα αυτό το προσπέρασμα πριν από τα φώτα τροχαίας και πότε εισήλθε μπροστά από το όχημα του παραπονουμένου ο κατηγορούμενος. Επομένως επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση όλης της προσαχθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος μετά από καταγγελία του παραπονούμενου η οποία έγινε στις 30/08/2010 και περί ώρα 21:00 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον παραπονούμενο και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 4) και αργότερα με βάση αυτό συμμετρικό. Επίσης, ανέφερε τις υπόλοιπες ενέργειες που προέβηκε κατά τη διερεύνηση του εν λόγω δυστυχήματος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον μάρτυρα αυτό και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο την πραγματική μαρτυρία που ετοίμασε με απώτερο σκοπό να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Δεν έχω εντοπίσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του που να την καθιστά αναξιόπιστη. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει όλα εκείνα τα εχέγγυα έτσι το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Από το σχέδιο της σκηνής αποδέχομαι τη μορφολογία του δρόμου στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση και ειδικότερα το γεγονός ότι η οδός Γεωργίου Α΄ αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση με συνολικό πλάτος 10,20 μέτρων. Επίσης, λίγο πριν το σημείο «αλτ» των φώτων τροχαίας, στα αριστερά υπάρχει είσοδος χώρου στάθμευσης Κ.Ο.Τ. Πέραν τούτου, αποδέχομαι και τις διάφορες μετρήσεις που φαίνονται στο σχέδιο, αφού ο μάρτυρας επισκέφθηκε ο ίδιος τη σκηνή και ετοίμασε το σχέδιο. Περαιτέρω, όλα τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και η αντεξέταση του επί αυτών είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα. Αναφορικά με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, αυτές σημειώνονται στο σχέδιο με τα γράμμα Α, Α1 και Β. Με το γράμμα Α σημειώνεται η πορεία του οχήματος του παραπονουμένου η οποία σημειώθηκε στο σχέδιο καθ' υπόδειξη του ιδίου και αυτή βρίσκεται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας πριν τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης. Με το γράμμα Α1 σημειώνεται η πορεία της μοτοσυκλέτας η οποία σημειώνεται με τόξο το οποίο αρχίζει πίσω από την πορεία Α, συνεχίζει δεξιότερα αυτής στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και καταλήγει μπροστά από την πορεία Α. Η πορεία αυτή υποδείχθηκε από τον παραπονούμενο. Η δε πορεία Β βρίσκεται στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση, μπροστά από την πορεία Α και υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι πορείες αυτές είναι ενδεικτικές με βάση τις αναφορές των εμπλεκομένων και του ανεξάρτητου μάρτυρα (Μ.Κ.3). Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στην ορθότητα των εν λόγω πορειών με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Αυτές θα πρέπει να ανευρεθούν από την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας και των εμπλεκόμενων οδηγών. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, αυτό σημειώνεται στο σχέδιο με το γράμμα Χ και βρίσκεται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και απέχει 3,20 μέτρα από την γραμμή «αλτ» των φώτων τροχαίας. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι το σημείο αυτό το υπέδειξαν και οι δύο οδηγοί. Επίσης, αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα και ο ίδιος ο κατηγορούμενος συμφώνησε αυτό. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ το σημείο αυτό ως ορθό και το αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αυτός κατέγραψε το ίδιο βράδυ της καταγγελίας στο πίσω μέρος του προχείρου σχεδίου, τις ζημιές που έφερε το όχημα του παραπονουμένου. Επίσης, κατόπιν υπόδειξης του ο Μ.Κ.2 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Περαιτέρω, ετοίμασε και σχετικό έντυπο ζημιών το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6 στο οποίο σημειώνονται οι ζημιές. Με βάση τις καταγραφές αυτές αλλά και όσα ανέφερε ο μάρτυρας, το όχημα έφερε ζημιές στο μπροστινό μέρος του, καπό, γρίλια και προφυλακτήρα. Αναφορικά με τις ζημιές της μοτοσυκλέτας, αυτές εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν στις 07/09/2010 μετά από επίσκεψη του μάρτυρα αυτού μαζί με τον Μ.Κ.2 στο κατάστημα επιδιορθώσεων μοτοσυκλετών με την ονομασία «Αδάμος Ιακώβου Μotorcycle Ltd» όπου λήφθηκαν και σχετικές φωτογραφίες. Επίσης, ετοιμάστηκε και σχετικό έντυπο ζημιών από το μάρτυρα αυτό (βλ. τεκμήριο 7). Οι ζημιές όπως φαίνονται σημειωμένες στο εν λόγω έντυπο και στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 2 ήταν στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας και στη δεξιά της πλευρά. Συγκεκριμένα, η μοτοσυκλέτα με βάση το μάρτυρα αυτό έφερε ζημιές στην εξάτμιση (εξώστ), ριμς πισινού τροχού και τριψίματα στα δεξιά πλαστικά. Το γεγονός της ύπαρξης των εν λόγω ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ούτε και ότι αυτές προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Επίσης, παρά το γεγονός ότι αυτές διαπιστώθηκαν κάποιες ημέρες μετά το δυστύχημα δεν έχει προκύψει κάτι το οποίο να υποδηλώνει ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο επενέβηκε σε αυτές ή ότι αυτές αλλοιώθηκαν και δεν προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τις εν λόγω ζημιές και τις αποδέχομαι. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρα είναι κατά πόσο οι ζημιές αυτές ενισχύουν την μια ή την άλλη εκδοχή των εμπλεκομένων. Η θέση του μάρτυρα γενικά ήταν ότι ο ίδιος δεν είναι εμπειρογνώμονας επί του θέματος αυτού και δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα κατά πόσο οι εν λόγω ζημιές συνηγορούν υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής. Άλλωστε ο ίδιος ανέφερε ότι ενήργησε με βάση την ανεξάρτητη μαρτυρία για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Πέραν τούτου, παρά τη θέση του ότι τοποθέτησαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα στη θέση που πιθανόν να βρίσκονταν κατά τη σύγκρουση, εντούτοις οι εξηγήσεις που έδωσε για τις ζημιές δεν ενισχύουν κάποια από τις εκδοχές. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά ότι μια μοτοσυκλέτα του τύπου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος όταν εφαρμόσει πλήρως τα φρένα της τότε είναι δυνατό να ανασηκωθεί ο πισινός της τροχός. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του αναφορικά με το κατά πόσο ένα όχημα ως αυτό του κατηγορούμενου όταν εφαρμόσει τα φρένα του τότε το μπροστινό του μέρος θα χαμηλώσει. Εν όψει των πιο πάνω και των όσων ανέφερε για τις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η σύγκρουση έγινε με τον τρόπο και την εκδοχή που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή. Επομένως, οι ζημιές αυτές είναι ουδέτερες και δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή βάση για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις που έχω αναφέρει τόσο όσον αφορά το σχέδιο της σκηνής και τα διάφορα σημεία που σημείωσε σε αυτό όσο και τις ζημιές. O Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο τις φωτογραφίες (τεκμήριο 9) τις οποίες έλαβε και απεικονίζουν τόσο το όχημα του παραπονουμένου όσο και τη μοτοσυκλέτα του κατηγορουμένου και τις ζημιές τις οποίες έφεραν και προκλήθηκαν από το δυστύχημα. Επίσης, στο συνεργείο επιδιόρθωσης μοτοσυκλετών όπου είχε μεταφερθεί η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου, τοποθετήθηκαν τόσο το όχημα όσο και η μοτοσυκλέτα στη θέση που ενδεχομένως να ήταν κατά την ώρα της σύγκρουσης σύμφωνα με τις εκδοχές που είχαν αναφερθεί από τους εμπλεκόμενους. Η θέση αυτή απεικονίζεται από τις φωτογραφίες 19-24. Φαίνεται από τις φωτογραφίες αυτές και ειδικότερα από τη φωτογραφία 20 ότι η εξάτμιση της μοτοσυκλέτας εισέρχεται στη μπροστινή γρίλια του αυτοκινήτου προκαλώντας σε αυτό ανάλογη ζημιά. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με τη πείρα του μπορεί να ισχύει είτε η μια είτε η άλλη εκδοχή που προβλήθηκε από τους εμπλεκόμενους. Η κατάθεση των πιο πάνω φωτογραφιών έγινε χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση και επίσης τέθηκε και το αναγκαίο υπόβαθρο από το μάρτυρα αφού ανέφερε ότι αυτές μεγεθύνθηκαν με βάση τα αναλλοίωτα αρνητικά που είχε στην κατοχή του. Επίσης, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των εν λόγω φωτογραφιών ούτε προέκυψε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι αυτές αλλοιώθηκαν ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τις εν λόγω φωτογραφίες και το περιεχόμενο αυτών και τις αποδέχομαι. Πέραν τούτου, αποδέχομαι και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αφού ουσιαστικά αφορούσε την επεξήγηση των φωτογραφιών και δεν έτυχε αμφισβήτησης η μαρτυρία του αυτή. Επίσης, η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και ουσιαστικά ρωτήθηκε κατά πόσο η ζημιά στο όχημα προκλήθηκε από την εξάτμιση της μοτοσυκλέτας λέγοντας ότι πιθανότατα να έγινε έτσι αφού όπως φαίνεται στη φωτογραφία 20 είπε, όταν ο τροχός της μοτοσυκλέτας είναι κάτω στο έδαφος και τοποθετηθούν τα οχήματα με τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση τότε η εξάτμιση καταλήγει στο σημείο της ουσιαστικής ζημιάς επί του οχήματος. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο κατά πόσο ο μάρτυρας αυτός είδε τα όσα αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 10) και την οποία υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Πέραν τούτου, η θέση του ότι είδε το δυστύχημα, σταμάτησε στη σκηνή για λίγο και έδωσε τα στοιχεία του στον παραπονούμενο συγκρούεται και δεν συνάδει με τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε στην μαρτυρία του, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε καμία επαφή μαζί του σε οποιοδήποτε στάδιο. Ενώ ο μάρτυρας αυτός στην κατάθεση του αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημα του στην οδό Γεωργίου Α΄, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σχεδόν δίπλα από το πράσινο «jeep» που οδηγείτο από τον παραπονούμενο και ότι τον τελευταίο ακολουθούσε η μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου και σε απόσταση περί τα 15 μέτρα πριν τα φώτα τροχαίας είδε την εν λόγω μοτοσυκλέτα να προσπερνά το όχημα του παραπονουμένου το οποίο βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και να σταματά απότομα μπροστά του και να γίνεται η σύγκρουση, στην προφορική του μαρτυρία δεν μπορούσε να στηρίξει τη θέση αυτή. Συγκεκριμένα, είπε ότι είδε το δυστύχημα από απόσταση 60 - 70 μέτρα και επίσης δεν μπορούσε να καθορίσει την απόσταση που είδε για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα να προσπερνά το όχημα του παραπονουμένου ή έστω να υποδείξει στο σχέδιο πού περίπου βρισκόταν. Επίσης, ενώ αναφέρει στην κατάθεση του ότι την ώρα που τα φώτα από πράσινο, γίνονταν πορτοκαλί και ακολούθως κόκκινο τότε είδε τη μοτοσυκλέτα να φρενάρει απότομα μπροστά από το όχημα του παραπονουμένου, κατά την προφορική του μαρτυρία δεν μπορούσε να καθορίσει το χρώμα των φώτων τροχαίας όταν έγινε αυτό. Πέραν των πιο πάνω, ενώ στην κατάθεση του αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα που προέβηκε στην εν λόγω κίνηση είχε μαύρο χρώμα με πορτοκαλί πλαστικά, στην προφορική του μαρτυρία αναφέρει ότι στο δρόμο είχε δύο μοτοσυκλέτες την ώρα εκείνη και δεν θυμάται ποια από τις δύο προσπέρασε. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του είπε ότι από το σημείο που ήταν κατά το χρόνο που έγινε η σύγκρουση ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να δει και να καθορίσει το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Τέλος, ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του ότι δεν είδε τη σύγκρουση αλλά μόνο το προσπέρασμα. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να προβεί σε ασφαλή και συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να καθορίσει επ' ακριβώς τι τελικά είδε και πώς έγινε το εν λόγω δυστύχημα και πού ο ίδιος βρισκόταν την ώρα εκείνη. Επομένως, απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ως ο παραπονούμενος και ο οδηγός του άλλου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα οχήματος. Υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέταση την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 11). Ουσιαστικά η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο είναι ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Γεωργίου Α΄ έχοντας δυτική κατεύθυνση και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 30 -40 Χ.Α.Ω καθότι θα σταματούσε στο κόκκινο φως της πορείας του στη συμβολή με την οδό Παναγιώτη Τσαγκάρη. Όταν πλησίασε τα φώτα τροχαίας, βρισκόταν στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας για να συνεχίσει ευθεία πορεία και τόσο μπροστά του όσο και δεξιά του αλλά και ακριβώς στα αριστερά του δεν είχε άλλο όχημα ή μοτοσυκλέτα. Όταν πλησίασε τη γραμμή του «άλτ» ελάττωσε και άλλο ταχύτητα για να σταματήσει και ξαφνικά αντιλήφθηκε μια μοτοσυκλέτα, δεξιά του κοντά στο παράθυρο του, η οποία χωρίς κανένα σήμα ή προειδοποίηση μπήκε ξαφνικά μπροστά του και την ίδια στιγμή είδε να ανασηκώνεται ο πισινός της τροχός πολύ ψηλά από το έδαφος. Αμέσως, χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος αλλά την ώρα που της κόντεψε ο τροχός ο πισινός της μοτοσυκλέτας που κατέβηκε από το ύψος που πήρε, κάθισε πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου του. Από τη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα σπρώχθηκε προς τα εμπρός και έπεσε στην άσφαλτο μαζί με τον οδηγό της. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρει ότι μετά το δυστύχημα πήγε κοντά στον μοτοσικλετιστή ο οποίος άρχισε να φωνάζει και μετά ειδοποίησε τον πατέρα του να έρθει στο μέρος. Πιο κάτω στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά το δυστύχημα, συμφώνησε με τον οδηγό και τον φίλο του κατηγορούμενου που τους ακολουθούσε τη στιγμή της σύγκρουσης να μην καλέσουν Αστυνομία και ότι θα τα διευθετούσαν οι ασφαλιστικές του εταιρείες. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι τρεις ημέρες μετά το δυστύχημα δηλαδή στις 30/08/2010 αποφάσισε με τον πατέρα του να καταγγείλει το δυστύχημα στην Αστυνομία και αναφέρει ότι παρόντες κατά το δυστύχημα ήταν αρκετοί μάρτυρες ένα εκ των οποίων ο κ. Κώστας αναφέροντας μάλιστα και συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου. Η πιο πάνω εκδοχή που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον παραπονούμενο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι από μόνη της παρουσιάζει σοβαρότατες αδυναμίες αλλά και κάποιοι ισχυρισμοί και θέσεις δημιουργούν πολλά ερωτηματικά για την ορθότητα τους. Επίσης, συγκρούεται ή τουλάχιστον δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες διευκρινήσεις σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το προσπέρασμα της μοτοσυκλέτας, όπως ισχυρίστηκε, πού ο ίδιος βρισκόταν και ποια ήταν η απόσταση του από τη γραμμή του «άλτ» των φώτων τροχαίας. Κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Κατ' αρχή το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων απέχει 3,20 μέτρα από την γραμμή του «αλτ» των φώτων τροχαίας. Το ερώτημα που προκύπτει είναι, έστω και να είναι ορθή η θέση του μάρτυρα ότι ο μοτοσικλετιστής τον προσπέρασε και μπήκε απότομα μπροστά του, πώς ο παραπονούμενος δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημα του. Και τούτο προκύπτει πάντοτε με βάση τις αναφορές του. Οδηγούσε με ταχύτητα 30 - 40 Χ.Α.Ω όταν πλησίασε τα φώτα είπε διότι το φως στην πορεία του ήταν κόκκινο και θα σταματούσε. Όταν πλησίασε και άλλο τα φώτα τροχαίας ελάττωσε περαιτέρω ταχύτητα δηλαδή οδηγούσε κάτω από την πιο πάνω ταχύτητα που ανέφερε. Επίσης, αναφέρει ότι 3-4 μέτρα πριν τα φώτα τον προσπέρασε η μοτοσυκλέτα και αφού μπήκε μπροστά του σταμάτησε με τον τρόπο που σταμάτησε. Αν τα πιο πάνω που ανέφερε ο παραπονούμενος και οι αποστάσεις που είπε είναι ορθές, το ίδιο και η ταχύτητα που κινείτο καθώς επίσης και το γεγονός ότι είδε τα φώτα και ήταν κόκκινα και πήγαινε σιγά διότι θα σταματούσε, τότε έστω και αν ο μοτοσικλετιστής οδήγησε με αυτό τον τρόπο τότε ο μάρτυρας θα ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα του. Ο ίδιος επίσης, στην κατάθεση του αναφέρει αρχικά ότι «πάτησε τα στόπερ» του αυτοκινήτου του αλλά δεν πρόλαβε και κτύπησε τη μοτοσυκλέτα. Στην ίδια κατάθεση του, πιο κάτω αναφέρει ότι «πάτησε λίγο στα στόπερ» του αυτοκινήτου του. Φαίνεται δηλαδή ότι δεν μπορούσε από μόνος του να δώσει μια σαφή εικόνα το τι ο ίδιος έπραξε και γιατί δεν απέφυγε τη σύγκρουση αν ήταν έτσι τα γεγονότα όπως τα ανέφερε. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε είδε για πρώτη φορά το μοτοσικλετιστή και σε ποια απόσταση βρισκόταν σε σχέση με τα φώτα τροχαίας ότι αυτός τον προσπέρασε όπως ισχυρίστηκε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν ενώ στη κατάθεση του αναφέρει ότι το προσπέρασμα έλαβε χώρα 3 - 4 μέτρα πριν από τη γραμμή του «άλτ». Το ζήτημα αυτό όμως είναι ουσιώδες καθότι αν το προσπέρασμα έλαβε χώρα σε κάποια μεγάλη απόσταση από το σημείο «άλτ» και ο κατηγορούμενος είχε ήδη βρεθεί μπροστά από τον κατηγορούμενο πολύ πιο πριν από την ώρα που αυτός τον αντιλήφθηκε και έγινε η σύγκρουση, τότε ενδεχομένως τα πράγματα σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης να είναι πολύ διαφορετικά. Πέραν των πιο πάνω, ενώ ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος φώναζε όταν πήγε κοντά του, στη συνέχεια είπε ότι ήρθε σε συμφωνία μαζί του να μην ειδοποιήσουν Αστυνομία. Κατ' αρχή πώς είναι δυνατό ο κατηγορούμενος στην αρχή να φώναζε του μάρτυρα και στη συνέχεια να συμφώνησαν να μην ειδοποιήσουν Αστυνομία και θα τα διευθετούσαν οι ασφαλιστικές τους εταιρείες. Τουλάχιστον οι δύο θέσεις αυτές δεν έχουν εξηγηθεί πώς προέκυψαν. Πιο κάτω, αναφέρει ότι τρεις ημέρες μετά αποφάσισε με τον πατέρα του να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία. Ο λόγος που το έπραξε είπε είναι διότι δεν είχε εμπιστοσύνη στις ασφάλειες. Να σημειωθεί ότι στη σκηνή έφθασε και η ασφαλιστική του εταιρεία είπε και εξέτασε το δυστύχημα ενώ ήταν ακόμη στη σκηνή. Τι προέκυψε τρεις μέρες αργότερα και δεν είχε εμπιστοσύνη στις ασφαλιστικές εταιρείες και σε ποιαν συγκεκριμένα ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε εμπιστοσύνη και ποιος ο λόγος που του δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση; Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος για ποιο λόγο καθυστέρησε τρεις μέρες να καταγγείλει το δυστύχημα, απάντησε ότι ο λόγος είναι διότι ήταν στρατιώτης και δεν είχε έξοδο. Δηλαδή, αν δεν ήταν στρατιώτης και δεν ήταν στο στρατόπεδο, θα κατάγγελλε την υπόθεση ενωρίτερα; Και αν ναι τότε γιατί αναφέρει στην κατάθεση του ότι αποφάσισε με τον πατέρα του στις 30/08/2010 να το πράξουν αυτό; Επιπρόσθετα, στην κατάθεση του αναφέρει ότι το δυστύχημα το είδαν πολλοί μάρτυρες και ένα εξ' αυτών ήταν και ο κ. Κώστας όπως λέει και έδωσε και το τηλέφωνο του στην Αστυνομία. Προφανώς, πρόκειται για τον Μ.Κ.3 ο οποίος όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω έδωσε τα στοιχεία του στον μάρτυρα αυτό και όπως είπε και ο εξεταστής της υπόθεσης, τα στοιχεία του Μ.Κ.3 τα πήρε από τον μάρτυρα αυτό. Ενώ αναφέρθηκαν τα πιο πάνω και ακόμη και ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός κατονομάζει τον μάρτυρα αυτό και αναφέρει και το τηλέφωνο του, στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ουδέποτε είχε επαφή με τον Μ.Κ.3 και ουδέποτε τον είδε είτε στη σκηνή είτε μετά. Ο μάρτυρας αυτός είπε είχε συνομιλία με τον πατέρα του στη σκηνή και είναι ο πατέρας του που έδωσε τα στοιχεία του στην Αστυνομία. Τα πιο πάνω συγκρούονται με την θέση του εξεταστή της υπόθεσης η μαρτυρία του οποίου έγινε δεκτή αλλά και με τις ίδιες τις αναφορές του μάρτυρα αυτού. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου κτύπησε πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου του με τον πισινό της τροχό την ώρα που αυτός κατέβαινε από το ύψος που είχε πάρει λόγω του ότι ανασηκώθηκε από το απότομο σταμάτημα που έκανε ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε ότι οι ζημιές στο όχημα του προκλήθηκαν από την εξάτμιση της μοτοσυκλέτας και ισχυρίστηκε ότι η επαφή ήταν στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας. Η εκδοχή αυτή συγκρούεται με την πραγματική μαρτυρία και τις ζημιές που εντοπίστηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου και στην μοτοσυκλέτα. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι όπως προκύπτει από τις εξετάσεις που έγιναν, οι ζημιές στο όχημα του παραπονουμένου πιθανόν να προκλήθηκαν από την εξάτμιση της μοτοσυκλέτας. Πέραν τούτου, θεωρώ ότι ως ζήτημα κοινής λογικής δεν είναι δυνατό τέτοιες ζημιές όπως φαίνονται και στις φωτογραφίες να προκλήθηκαν από τον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα ανωτέρω αλλά και όλη την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ την εκδοχή του. Παρουσιάζει σοβαρότατες αδυναμίες αλλά συγκρούεται και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και επίσης δεν είναι και λογική η εκδοχή αυτή όπως παρουσιάστηκε. Επομένως, όλη η μαρτυρία του παραπονούμενου απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι στις 27/08/2010 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην οδό Γεωργίου Α΄ με δυτική κατεύθυνση. Πριν από τα φώτα τροχαίας της συμβολής με την οδό Παναγιώτη Τσαγκάρη τηρούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Πλησιάζοντας στα πιο πάνω φώτα, οι λωρίδες κυκλοφορίας γίνονται τρεις και αυτός συνέχισε ευθεία δηλαδή τηρούσε στο σημείο εκείνο τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Μπροστά του δεν είχε άλλα αυτοκίνητα και σταμάτησε πίσω από την γραμμή του «άλτ» των φώτων τροχαίας καθότι το φως στην πορεία του ήταν κόκκινο. Όταν σταμάτησε στο σημείο εκείνο ένοιωσε ένα κτύπημα από πίσω και εκσφενδονίστηκε από τη μοτοσυκλέτα του και πέφτοντας στο έδαφος τραυματίστηκε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση συμφώνησε με τον οδηγό του άλλου οχήματος να μην καλέσουν Αστυνομία και ότι ουδεμία συζήτηση είχαν στη σκηνή σε σχέση με τις ζημιές και τους τραυματισμούς που υπέστη. Στη συνέχεια είπε, τον επισκέφθηκε στην κλινική ο πατέρας του παραπονούμενου και του είπε ότι θα του καταβάλει τις ζημιές της μοτοσυκλέτας του και τα έξοδα της κλινικής για να μην καταλήξουν στο Δικαστήριο. Ακολούθως, αντί αυτού μετά από 3 ημέρες πήγαν στην Αστυνομία και κατάγγειλαν την υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω διεξέλθει με πολλής προσοχής το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Σε κανένα σημείο αυτής έχω διαπιστώσει να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εκτός από τις αναφορές του για την παρουσία του φίλου του στη σκηνή του δυστυχήματος ο οποίος οδηγούσε άλλη μοτοσυκλέτα τη στιγμή εκείνη και το πού ακριβώς αυτός βρισκόταν - κάτι που φαίνεται δεν μπορούσε να καθορίσει λόγω του ότι δεν θυμόταν - η υπόλοιπη μαρτυρία του και εκδοχή που ανέφερε ήταν σταθερή και δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο. Επίσης, φαίνεται ότι η θέση του ότι το κτύπημα έγινε από πίσω στο σημείο της εξάτμισης της μοτοσυκλέτας ενώ αυτή ήταν στο έδαφος να συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία και τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν και έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν έχει διαφανεί ότι έστω και σε κάποιο στάδιο πριν από το σημείο σύγκρουσης αυτός να προσπέρασε το ενεχόμενο όχημα ούτε ότι μπήκε μπροστά του απότομα και σταμάτησε. Οι θέσεις αυτές απορρίφθηκαν κατηγορηματικά από τον κατηγορούμενο. Λαμβανομένου υπόψη των πιο πάνω και ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενο κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 27/08/2010 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΗΝΚ 477 στην οδό Γεωργίου Α΄ στη Λεμεσό έχοντας δυτική κατεύθυνση και φορώντας το κράνος ασφαλείας του. Πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας της διασταύρωση της πιο πάνω οδού με την οδό Παναγιώτη Τσαγκάρη οι λωρίδες κυκλοφορίας στην πορεία του γίνονταν τρεις και αυτός συνεχίζοντας την ευθεία πορεία του, τηρούσε την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Φθάνοντας στα φώτα τροχαίας και αφού το φως της πορείας του ήταν κόκκινο ακινητοποίησε τη μοτοσυκλέτα του πίσω από τη γραμμή του σημείο «αλτ» της πορείας του. Μπροστά του δεν είχε άλλο αυτοκίνητο. Μόλις σταμάτησε στα πιο πάνω φώτα ένοιωσε ένα κτύπημα στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας του και ο ίδιος έπεσε από αυτήν στο έδαφος και τραυματίστηκε. Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι το όχημα του παραπονουμένου το οποίο έφερε αρ. εγγραφής KQC 939 κτύπησε στο πίσω του μέρος λόγω του ότι δεν πρόλαβε να σταματήσει. Το σημείο σύγκρουσης απέχει 3,20 μέτρα από την γραμμή «αλτ» των φώτων τροχαίας. Από το εν λόγω δυστύχημα, πέραν του τραυματισμού του κατηγορούμενου, προκλήθηκαν και υλικές ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα. Η μοτοσυκλέτα του κατηγορούμενου έφερε ζημιές στο πίσω της μέρος, στην εξάτμιση, στον πισινό τροχό και τριψίματα στα δεξιά πλαστικά και δεξιά πλευρά της. Το δε όχημα το παραπονούμενου έφερε ζημιές στον μπροστινό του μέρος, καπό, γρίλια και προφυλακτήρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, η ευθύνη ακολουθούντος οδηγού συνίσταται στην τήρηση τέτοιας απόστασης από προπορευμένο όχημα και στην οδήγηση με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε κινδύνου. Το κατά πόσο ο οδηγός που ακολουθεί έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού σε κάθε περίπτωση. Δεν απαιτείται η απόδειξη της ακριβής απόστασης που τηρούσε το ακολουθών όχημα και κατά πόσο με την ταχύτητα που οδηγείτο ήταν σε θέση να ακινητοποιηθεί έγκαιρα. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παντελή Μαυροφτή
(2001)2 Α.Α.Δ. 130, Antoniou v. Police
(1976)2 C.L.R. 140 και Κωνσταντινίδης v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Σε σχέση με την 4η κατηγορία, ο Κανονισμός 59
(2)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, όπως έχουν τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «59. 1) ................................. 2) Ο οδηγός μοτοσικλέτας ή μοτοποδηλάτου ή ηλεκτρονικού ποδηλάτου ή οχήματος κατηγορίας L6e ή L7e καθώς και το πρόσωπο που μεταφέρεται πάνω σε αυτό ως επιβάτης, όταν ταξιδεύουν σε οποιαδήποτε οδό ή όταν χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα, πρέπει να φέρουν στερεά προσδεδεμένο στην κεφαλή τους προστατευτικό κράνος του τύπου που εγκρίνεται εκάστοτε από τον Έφορο σύμφωνα με γνωστοποίηση του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, χρησιμοποιώντας τον εκ κατασκευής εξοπλισμό πρόσδεσης του εν λόγω κράνους: Noείται ότι, για σκοπούς του παρόντος Κανονισμού όχημα κατηγορίας L6e ή L7e έχει την έννοια που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του Κανονισμού 13 των περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (Κατηγορίας L1e μέχρι L7e) των Κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους Κανονισμών.» Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου τη δεδομένη στιγμή δεν υπολείπεται από αυτή του μέσου συνετού οδηγού. Οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του εντός της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και φθάνοντας στα φώτα τροχαίας της εν λόγω διασταύρωσης σταμάτησε λόγω του ότι το φως στην πορεία του ήταν κόκκινο. Πέραν από αυτή την ενέργεια του κατηγορουμένου δεν έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο το οποίο να καταδεικνύει κάποια ενέργεια ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου η οποία να αποτέλεσε τη γενεσιουργό ή μια από τις γενεσιουργές αιτίες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής για προσπέρασμα του κατηγορούμενου και απότομο σταμάτημα μπροστά από το όχημα του παραπονούμενου έχει απορριφθεί για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Επομένως, με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει οποιαδήποτε αμέλεια του κατηγορουμένου ούτε οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Το ίδιο ισχύει και για την κατηγορία αρ. 4 η οποία αφορά παράλειψη του κατηγορουμένου να φέρει το προστατευτικό του κράνος κατά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία περί τούτου. Αντιθέτως, με βάση τη μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έφερε το προστατευτικό του κράνος κατά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου τόσο στην 1ης όσο και στην 4ην κατηγορία. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.