Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Ιακώβου, Αρ. Υπόθεσης: 1288/11, 24/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1288/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Μάριος Ιακώβου Κατηγορούμενου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/05/2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σωφρονίου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, αυτός στις 14/06/2010, στη συμβολή των οδών Γιλτίζ και Ζαλόγγου της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KSF 366, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.1) και τον Α/Αστ. 2704 Νίκο Ωδιάτη (Μ.Κ.2) και τον Δρ. Μάρκο Μάρκαρη (Μ.Κ.3). Η εκδοχή που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, είναι η ακόλουθη: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) στις 14/06/2010 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής KTG 602 στην οδό Γιλτίζ με ανατολική κατεύθυνση. Φθάνοντας στο κυκλικό κόμβο Ναυαρίνου υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και σταμάτησε τη μοτοσυκλέτα του στην αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, παρά του πεζοδρομίου που υπήρχε στο σημείο και περίμενε να ελευθερωθεί ο δρόμος, για να εισέλθει στο κυκλικό κόμβο και να συνεχίσει ευθεία στην οδό Ναυαρίνου. Κατά την ώρα που ήταν σταματημένος στο σημείο εκείνο, το όχημα του κατηγορουμένου ήρθε και σταμάτησε στα δεξιά του, σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν και σε κάποια στιγμή ξεκίνησε για να κατευθυνθεί αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, στην οδό Ζαλόγγου. Την ώρα εκείνη ο αριστερός τροχός του οχήματος του πάτησε στο δεξί πόδι του παραπονούμενου και βρισκόταν πάνω από αυτό ενώ η μοτοσυκλέτα του έγειρε προς το πεζοδρόμιο. Τότε άρχισε να φωνάζει και ο οδηγός κινήθηκε προς τα πίσω και ελευθερώθηκε το πόδι του. Από το δυστύχημα ο ίδιος τραυματίστηκε και η μοτοσυκλέτα του υπέστη ζημιές. Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε και την κα Στέλλα Μοδινού ως Μ.Υ.1. Η εκδοχή του κατηγορουμένου όπως διαφαίνεται από την πιο πάνω μαρτυρία που προσκόμισε είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα του Δήμου Λεμεσού με αρ. εγγραφής KSF 366 στην οδό Γιλτίζ με ανατολική κατεύθυνση και κατευθυνόταν προς το μικρό κυκλικό κόμβο με σκοπό να στρίψει αριστερά σύμφωνα με την πορεία του για να κατευθυνθεί στην οδό Ζαλόγγου. Η ταχύτητα του ήταν χαμηλή, γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. και πλησιάζοντας τον κυκλικό κόμβο, ένα με δύο μέτρα πριν σταματήσει στο σημείο «άλτ» πρόσεξε ότι μπροστά του, τόσο αριστερά όσο και δεξιά ο δρόμος ήταν καθαρός. Άναψε τον αριστερό δείκτη του οχήματος του δείχνοντας την πρόθεση του να κατευθυνθεί αριστερά στην οδό Ζαλόγγου και σταμάτησε στο «αλτ». Έλεγξε την κίνηση και βλέποντας το δρόμο καθαρό εκκίνησε σιγά σιγά για να στρίψει αριστερά. Μόλις έκανε την κίνηση αυτή ένοιωσε ένα άγγιγμα στον μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος του και αμέσως σταμάτησε. Τότε αντιλήφθηκε μια μοτοσυκλέτα στα αριστερά του να βρίσκεται σφηνωμένη μεταξύ του τροχού του αυτοκινήτου του και του πεζοδρομίου. Η μοτοσυκλέτα αυτή ήρθε από τα αριστερά του τη στιγμή που εκκινούσε για να στρίψει. Ένα με δύο μέτρα πριν σταματήσει στο «αλτ» κοίταξε τόσο από το κεντρικό καθρεφτάκι όσο και από το δεξιό και αριστερό καθρεφτάκι προς τα πίσω και δεν ακολουθείτο από κανένα όχημα. Επίσης, τη στιγμή που εκκίνησε ξανά κοίταξε το μπροστινό καθρεφτάκι του και ο δρόμος ήταν καθαρός. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα κυριότερα μέρη αυτής κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι λεπτομερείς θέσεις των μερών. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, πήρε διάφορα μέτρα και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο της σκηνής μαζί με τα στοιχεία των ενεχόμενων οδηγών και τις αρχικές του δηλώσεις (τεκμήριο 2) και μεταγενέστερα με βάση αυτό, συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Περαιτέρω, κατέθεσε στο Δικαστήριο έντυπα ζημιών τόσο του οχήματος του κατηγορούμενου (τεκμήριο 6) όσο και της μοτοσυκλέτας του παραπονούμενου (τεκμήριο 7). Επίσης, κατέθεσε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και ότι τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει (τεκμήριο 5). Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα αυτόν κατά τη διάρκεια που μαρτυρούσε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και μοναδικός σκοπός και στόχος του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Εξήγησε την εμπλοκή που είχε στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε. Ανέφερε ότι στις 14/06/2010 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και αφού πήρε όλα τα αναγκαία μέτρα ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και αργότερα το μετέτρεψε σε συμμετρικό. Οι εν λόγω μετρήσεις που έλαβε και αποτυπώνονται στα σχέδιο της σκηνής δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του και ούτε έχει προκύψει ότι αυτές είναι λανθασμένες. Στα εν λόγω σχέδια και από τις επεξηγήσεις τις οποίες ο μάρτυρας αυτός έδωσε, απεικονίζεται η οδός Γιλτίζ και ο κυκλικός κόμβος Ναυαρίνου. Η οδός Γιλτίζ αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Το συνολικό της πλάτος παρά το σημείο του δυστυχήματος είναι 6,80 μέτρα δηλαδή 3,40 μέτρα για κάθε λωρίδα χωρίς αυτές να διαχωρίζονται με οποιοδήποτε σήμα ή γραμμή. Το σημείο σύγκρουσης σημειώνεται στην αριστερή άκρη της οδούς Γιλτίζ και απέχει από αυτή γύρω στα 0,50 εκατοστά. Οι πορείες των δύο οχημάτων σημειώνονται με το γράμμα Α για το όχημα του κατηγορουμένου και με το γράμμα Β για τη μοτοσυκλέτα του παραπονουμένου. Αυτές βρίσκονται στην οδό Γιλτίζ και έχουν και οι δύο ανατολική πορεία. Αποδέχομαι αυτές τις πορείες αφού δεν έτυχαν αμφισβήτησης ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι τα εν λόγω οχήματα δεν ακολούθησαν αυτή την πορεία προτού να συγκρουστούν. Αποδέχομαι επίσης και το σημείο σύγκρουσης αφού δεν αμφισβητήθηκε και προέκυψε ότι αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Αποδέχομαι επίσης, τη θέση του μάρτυρα σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε πριν από το σημείο σύγκρουσης και προς τα πίσω αυτού αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε και αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων. Όσον αφορά τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων, αυτές σημειώνονται στο σχέδιο με το γράμμα Α1 αυτή του οχήματος του κατηγορουμένου και με το γράμμα Β1 αυτή της μοτοσυκλέτας του παραπονουμένου. Το όχημα του κατηγορουμένου έχει διαγώνια κλίση στο τέλος της οδού Γιλτίζ προς τον κυκλικό κόμβο με κατεύθυνση προς την οδό Ζαλόγγου. Απέχει από την αριστερή άκρη του δρόμου 0,20 εκατοστά η αριστερή μπροστινή του πλευρά ενώ η αριστερή πισινή του πλευρά απέχει γύρω στα 2,00 μέτρα. Το Β1 βρίσκεται επί την άκρης του δρόμου και σύμφωνα με το μάρτυρα η μοτοσυκλέτα ήταν ακουμπισμένη εκεί όταν την βρήκε. Παρόλο που ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι εν λόγω θέσεις ήταν οι τελικές μετά τη σύγκρουση εντούτοις κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο μετά το δυστύχημα και πριν από την άφιξη του τα ενεχόμενα οχήματα είχαν μετακινηθεί, έστω και ελαφρώς. Επομένως, δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το Α1 και Β1 επί του σχεδίου αποτελεί τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων μετά το δυστύχημα. Πέραν των πιο πάνω, έχω παρατηρήσει ότι παρά την προσπάθεια του μάρτυρα να αποτυπώσει τη σκηνή του δυστυχήματος και τις σχετικές μετρήσεις σε αυτό, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τις ζημιές που εντόπισε στα ενεχόμενα οχήματα, πέραν κάποιων γενικών αναφορών. Επίσης, παρόλο που ο ίδιος έχει αναφέρει ότι δεν είναι ειδικός επί των ζημιών που προκαλούνται από ένα δυστύχημα, προχώρησε και ανέφερε ότι από τη στιγμή που δεν βρήκε οποιαδήποτε ίχνη τριβής και ζημιές στη λίνια του πεζοδρομίου όπου είχε σφηνωθεί η μοτοσυκλέτα, σημαίνει ότι αυτή ήταν σταματημένη κατά την ώρα της σύγκρουσης. Παρά ταύτα όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ύψος της εν λόγω λίνιας. Ούτε ο ίδιος όπως ανέφερε είναι ειδικός για να μπορεί να διακρίνει πώς και από πού μπορεί να προκληθεί συγκεκριμένη ζημία. Η θέση του αυτή και το συμπέρασμα του ότι η μοτοσυκλέτα ήταν ακινητοποιημένη κατά την ώρα της σύγκρουσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με τα προσόντα που έχει αλλά και από τις εξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ακόμη όμως και να δεχόμουν τη θέση του αυτή, αυτό δεν σημαίνει ότι ενισχύει την εκδοχή του παραπονούμενου. Το γεγονός η εν λόγω μοτοσυκλέτα να σταμάτησε ταυτόχρονα με τη σύγκρουση ή αμέσως πριν από αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση με τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, εκτός από τις γενικές αναφορές και σημειώσεις του μάρτυρα επί των τεκμηρίων 6 και 7, δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα σε σχέση με τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση και το τρόπος που προκλήθηκαν ή τουλάχιστον πού ήταν το σημείο επαφής των εν λόγω οχημάτων. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω αλλά και ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αποδέχομαι τα σχετικά σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε και τα σχετικά έντυπα ζημιών καθώς επίσης και την υπόλοιπη του μαρτυρία με τις πιο πάνω διευκρινήσεις σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι η μοτοσυκλέτα ήταν ακινητοποιημένη πριν από τη σύγκρουση αλλά και τη θέση του σε σχέση με τις ζημιές, πέραν των γενικών του αναφορών περί της ύπαρξης συγκεκριμένων ζημιών στη μοτοσυκλέτα. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ. 2 ήταν ο οδηγός της ενεχόμενης μοτοσυκλέτας και κατά την μαρτυρία του περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο επεσυνέβηκε το δυστύχημα, σύμφωνα με την εκδοχή του. Ανέφερε ότι κινείτο στην οδό Γιλτίζ στη Λεμεσό και φθάνοντας στο «αλτ» του κυκλικού κόμβου σταμάτησε καθότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και ανέμενε να ελευθερωθεί ο δρόμος για να συνεχίσει ευθεία πορεία προς την οδό Ναυαρίνου. Περίμενε στο σημείο γύρω στα 6-7 λεπτά περίπου. Βρισκόταν στην αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του και σε κάποια στιγμή, ένα διπλοκάμπινο του Δήμου Λεμεσού ήρθε και σταμάτησε δίπλα του στα δεξιά. Ο οδηγός του έβλεπε δεξιά και ουδέποτε κοίταξε προς τα αριστερά του. Αφού περίμενε και αυτός γύρω στα 2-3 λεπτά τότε εκκίνησε για να κινηθεί προς αριστερά και μόλις το έπραξε κτύπησε στο δεξί του πόδι και μοτοσυκλέτα. Το αυτοκίνητο αμέσως σταμάτησε και η μοτοσυκλέτα είχε σφηνωθεί μεταξύ του αυτοκινήτου και του πεζοδρομίου. Αυτός φώναζε ότι ο τροχός πατούσε το δεξί του πόδι και τότε ο οδηγός τράβηξε πίσω το αυτοκίνητο για να ελευθερωθεί το πόδι του. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι παρόλο που φώναζε ότι πονούσε το πόδι του στη σκηνή, είπε ότι δεν τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Αυτό το ανακάλυψε όταν πήγε σπίτι και έβγαλε τις μπότες που φορούσε. Αντιλήφθηκε ότι το πέλμα του δεξιού ποδιού του ήταν πρησμένο και πονούσε και τότε πήγε στο γιατρό. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή τον μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Πολλές φορές απέφευγε να απαντά τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν επαναλαμβάνοντας την γενική θέση και εκδοχή του για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Επίσης, σε κάποια άλλα σημεία της μαρτυρίας του όταν του ζητείτο κατά την αντεξέταση να δώσει κάποιες λεπτομέρειες για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα εκνευριζόταν απαντώντας με ερωτήσεις ή αναφέροντας ότι έχει ήδη απαντήσει. Πέραν των πιο πάνω, η εκδοχή η οποία προβλήθηκε από τον μάρτυρα αυτό για τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που την καθιστούν μη εφικτή και λογική. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατό να ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι ο αριστερός τροχός του αυτοκινήτου όταν έστριψε πάτησε το δεξί του πόδι, αυτός ήταν όρθιος στη μοτοσυκλέτα και φώναζε στον οδηγό και στη συνέχεια να ισχυρίζεται ότι την ώρα της σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα έγειρε πάνω στο πεζοδρόμιο και έσπασαν τα πλαστικά στην αριστερή της πλευρά. Πέραν τούτου όμως, τέτοια ζημιά, δεν εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.1, απλά ανέφερε ότι στα αριστερά υπήρχαν γδαρσίματα, τα οποία εν πάσει περιπτώσει δεν μπορούσε να προσδιορίσει την προέλευση τους. Επίσης, ο τρόπος που περιέγραψε τη σύγκρουση εγείρει κάποια ερωτηματικά. Τοποθετεί το αυτοκίνητο να είναι σταματημένο 30 εκατοστά περίπου στα δεξιά του, να έχει κλίση προς τα αριστερά, να βρίσκεται ελαφρώς πιο μπροστά από τη μοτοσυκλέτα, ο οδηγός του να βρίσκεται σταματημένος στο σημείο για περίοδο 3-4 λεπτών και να κοιτάζει συνεχώς στα δεξιά του και αμέσως όταν προσπαθεί να εκκινήσει στρίβοντας το τιμόνι του οχήματος του προς τα αριστερά, τότε ο αριστερός τροχός του οχήματος πατά το πόδι του παραπονούμενου και κτυπά και τη μοτοσυκλέτα σπάζοντας τα πλαστικά της. Πώς είναι δυνατό να ήταν τοποθετημένα έτσι τα οχήματα όπως τα περιέγραψε ο παραπονούμενος και να παρέμειναν στην ίδια θέση για 2-3 λεπτά όπως είπε; Επίσης, ο ίδιος αφού ανέμενε να καθαρίσει ο δρόμος για να συνεχίσει ευθεία και αφού το όχημα που ήρθε στα δεξιά σταμάτησε τόσο κοντά του και πιο μπροστά από αυτόν, ο ίδιος τι έκανε εκεί για τόσο χρονικό διάστημα; Έβλεπε το δρόμο στο κυκλικό κόμβο στα δεξιά του και μπορούσε να ελέγξει πότε θα ήταν ελεύθερος για να προσχωρήσει; Αν όχι γιατί ανέμενε εκεί στο σημείο μετά από αυτή την εξέλιξη; Τα πιο πάνω δεν μπορεί να έλαβαν χώραν στο σημείο πριν από τη σύγκρουση και η εκδοχή αυτή που έδωσε ο παραπονούμενος, με τον τρόπο που παρουσιάστηκε, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πέραν των πιο πάνω, ο τραυματισμός που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι υπέστηκε από τον τρόπο που κτυπήθηκε από τον τροχό του αυτοκινήτου, δεν συνάδει με το ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού που ο ίδιος επισκέφθηκε ή τουλάχιστον ο τραυματισμός στο πόδι δεν μπορεί να έχει προκληθεί με τον τρόπο που περιέγραψε ο παραπονούμενος ότι έγινε το δυστύχημα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εν λόγω ιατρού (Μ.Κ.3) η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω αλλά και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα της κατάθεσης του στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να κάνω δεκτή την εκδοχή του για τον τρόπο που επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα ούτε μπορώ να αποδεκτώ οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας του. Επομένως, αυτή απορρίπτεται στην ολότητα της. O Μ.Κ.3 κατέθεσε ως ο ιατρός τον οποίο ο παραπονούμενος επισκέφθηκε μετά το δυστύχημα. Είναι χειρούργος ορθοπεδικός και ασκεί το επάγγελμα αυτό από το 1991 στη Λεμεσό. Το πιο πάνω γεγονός δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση αλλά έχοντας υπόψη μου και τις αρχές που εφαρμόζονται αποδέχομαι το μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα για την ειδικότητα που ανέφερε (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013). Ο μάρτυρας αυτός υιοθέτησε την ιατρική έκθεση που ετοίμασε στις 19/07/2010 (τεκμήριο 10) σε σχέση με τα τραύματα που διαπίστωσε ότι υπέστηκε ο παραπονούμενος. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο παραπονούμενος υπέστη κάκωση από απευθείας πλήξη του δεξιού γόνατος, κάκωση με αιμάτωμα της δεξιάς κνήμης, κάκωση της λεκάνης, κάκωση με διάστρεμμα του μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδιού και δερματικά τραύματα εκ τριβής της λεκάνης, γόνατος και κνήμης. Στην περαιτέρω μαρτυρία του ανέφερε ότι το τραύμα ήταν κυρίως στο πόδι και επεξήγησε τον τρόπο πρόκλησης όλων των τραυμάτων λέγοντας ότι απαιτούν άμεση επαφή όλα για να προκληθούν. Σε σχέση με το δάκτυλο του ποδιού ανέφερε ότι αυτό ήταν πρησμένο και επειδή δεν έφερε κάταγμα τότε αυτό ονομάζεται διάστρεμμα. Το διάστρεμμα μπορεί να προκληθεί από υπερέκταση του δακτύλου, βίαιη κίνηση προς τα πάνω ή κίνηση της άρθρωσης μετά από κτύπημα προς κάποια κατεύθυνση. Επίσης, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι αν ο τροχός του αυτοκινήτου πατούσε το πόδι και συγκεκριμένα το δάκτυλο του ποδιού του παραπονούμενου και μόνο τότε δεν δικαιολογείται κανένα τραύμα από αυτά που εντόπισε. Δεν έχω εντοπίσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και οι εξηγήσεις που έδωσε για τον τρόπο που δύναται να προκληθούν τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος παρέχουν στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Επίσης, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και παρέθεσε τα ευρήματα του στο Δικαστήριο μετά από την εξέταση του παραπονούμενου στο βαθμό που ο ίδιος τα θυμόταν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τους τραυματισμούς που έφερε ο παραπονούμενος και τον τρόπο που αυτοί δύναται να προκληθούν. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παρέθεσε την δική του εκδοχή υιοθετώντας και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 4) καθώς επίσης και το περιεχόμενο της πρώτης δήλωσης του μετά το δυστύχημα που καταγράφηκε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. τεκμήριο 2 στο πίσω του μέρος). Η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι οδηγώντας το υπηρεσιακό του διπλοκάμπινο όχημα του Δήμου Λεμεσού κατευθυνόταν στην οδό Γιλτιζ έχοντας ανατολική κατεύθυνση προς το μικρό κυκλικό κόμβο που υπάρχει στο σημείο με ταχύτητα γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. Φθάνοντας στο τέρμα του πιο πάνω δρόμου, ένα με δύο μέτρα πριν σταματήσει στο «αλτ» υπάρχει προ του κόμβου, πρόσεξε ότι μπροστά του, τόσο αριστερά όσο και δεξιά ο δρόμος ήταν καθαρός. Άναψε τον αριστερό του δείκτη δείχνοντας τη πρόθεση του να κατευθυνθεί προς την οδό Ζαλόγγου και σταμάτησε στο «αλτ». Έλεγξε τη κίνηση και βλέποντας το δρόμο καθαρό, εκκίνησε σιγά σιγά για να στρίψει αριστερά. Μόλις έκανε τη κίνηση αυτή ένοιωσε άγγιγμα στον μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος του και αμέσως σταμάτησε και αντιλήφθηκε μια μοτοσυκλέτα στα αριστερά του να βρίσκεται σφηνωμένη μεταξύ του τροχού και του πεζοδρομίου. Ο οδηγός της βρισκόταν σε αυτή και φώναζε ότι πονούσε το πόδι του και τότε μετακίνησε ελαφρώς το αυτοκίνητο του προς τα πίσω για να ξεσφηνωθεί η μοτοσυκλέτα. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι η μοτοσυκλέτα αυτή ήρθε από τα αριστερά του την ώρα που εκκίνησε για να στρίψει. Στο ένα με δύο μέτρα πριν σταματήσει κοίταξε τόσο από το κεντρικό καθρεφτάκι όσο και από το δεξιό και αριστερό προς τα πίσω και δεν ακολουθείτο από κανένα όχημα. Επίσης, αναφέρει ότι τη στιγμή που εκκίνησε κοίταξε από το μπροστινό αριστερό καθρεφτάκι και ο δρόμος ήταν καθαρός. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και γενικά την όλη συμπεριφορά του κατά την προφορική του μαρτυρία. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος γενικά είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και περίγραψε τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα με τον τρόπο που ο ίδιος το αντιλήφθηκε. Δεν έχω διαπιστώσει ότι έλεγε ψέματα στη βασική και γενική του εκδοχή για τον τρόπο πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και η θέση του ότι προτού φτάσει στο σημείο «αλτ» της πορείας του προ του κυκλικού κόμβου ούτε μπροστά του ούτε στα αριστερά του είχε οποιοδήποτε όχημα δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ούτε κλονίστηκε η αξιοπιστία του επί του ζητήματος αυτού. Γενικά ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζω όμως, ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες και μικροανακρίβειες. Κρίνω όμως ότι αυτές δεν μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του και να αναιρέσουν την γενική εντύπωση που το Δικαστήριο απεκόμισε από αυτόν κατά την ώρα της κατάθεσης του. Η θέση του κατά την προφορική του μαρτυρία ότι δεν σταμάτησε τελείως στο σημείο «αλτ» της πορείας του προ του κυκλικού κόμβου και ότι σχεδόν σταμάτησε και αφού ο δρόμος ήταν καθαρός επιχείρησε να προχωρήσει στρίβοντας αριστερά δεν είναι ικανή να καταστήσει αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης αντίφαση με την θέση που παραθέτει στην γραπτή του κατάθεση. Αντιθέτως, επεξηγεί τη θέση του αναφορικά με το πώς σταμάτησε στο «αλτ» της πορείας του και δείχνει και τη διάθεση του να πει την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα. Πέραν τούτου όμως, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του ότι προτού φτάσει στο σημείο «αλτ» του κυκλικού κόμβου και προτού εκκινήσει έλεγξε από τα καθρεφτάκια του, τουλάχιστον ικανοποιητικά, την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε και ο δρόμος ήταν καθαρός. Είναι γεγονός και προκύπτει από τη πραγματική μαρτυρία ότι στο σημείο και προς τα πίσω υπήρχε αρκετή ορατότητα και σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος έλεγχε ή έλεγχε ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση τότε θα αντιλαμβανόταν τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου που τον ακολουθούσε. Αυτό προκύπτει επίσης και από τη θέση του ότι μόλις εκκίνησε τότε ένοιωσε το κτύπημα στον αριστερό του τροχό και ήταν η πρώτη φορά που είδε τη μοτοσυκλέτα του παραπονούμενου. Επίσης, δεν έχει τεθεί ότι η μοτοσυκλέτα κινήθηκε με υπερβολική ταχύτητα και ούτε έχει προκύψει κάτι τέτοιο. Από αυτό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έλεγξε ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε προτού αυτός να επιχειρήσει να στρίψει προς τα αριστερά. Το κατά πόσο όμως, είχε ένα τέτοιο καθήκον υπό τις περιστάσεις είναι κάτι που θα κριθεί στη κατάληξη του Δικαστηρίου κατωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει διαπιστωθεί οτιδήποτε άλλο μεμπτό στη μαρτυρία του κατηγορούμενου έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Η Μ.Υ.1 κατέθεσε ως αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τη μάρτυρα αυτή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι δεν μπορώ να δεκτώ τη μαρτυρία της. Μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερω σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου. Η ίδια σε πολλά σημεία της μαρτυρίας της δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και κατά πόσο τελικά είδε τη σύγκρουση κατά την ώρα που αυτή έλαβε χώρα ή την αντιλήφθηκε μεταγενέστερα. Η ίδια είπε ότι ήταν εντός του καταστήματος που υπάρχει στη γωνία που έγινε το δυστύχημα και είδε τη σύγκρουση. Από τη μαρτυρία της όμως, δεν προκύπτει με την απαραίτητα βεβαιότητα κατά πόσο αυτή είχε ορατότητα από το σημείο που βρισκόταν προς το δρόμο και πόσα μέτρα πριν από τη σύγκρουση προς την οδό Γιλτίζ. Ούτε προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό κατά πόσο είδε τη σύγκρουση κατά την ώρα που έγινε ή αμέσως μετά. Κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων και ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεδομένης λοιπόν της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 14/06/2010 και περί ώρα 14:10 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπηρεσιακό όχημα του Δήμου Λεμεσού με αρ. εγγραφής KSF 366, τύπου διπλοκάμπινο με ανατολική πορεία στην οδό Γιλτίζ στη Λεμεσό με ταχύτητα γύρω στα 40 Χ.Α.Ω. Φθάνοντας στο τέρμα της εν λόγω οδού όπου υπάρχει σημείο «αλτ» προ του κυκλικού κόμβου Ναυαρίνου, ο κατηγορούμενος άναψε τον αριστερό του δείκτη δείχνοντας τη πρόθεση του να κατευθυνθεί αριστερά προς την οδό Ζαλόγγου. Η κίνηση ήταν αραιή εντός του κυκλικού κόμβου και ελαττώνοντας ταχύτητα, σχεδόν είχε σταματήσει, αφού κοίταξε στα δεξιά του και ο δρόμος ήταν καθαρός έστριψε το τιμόνι του προς τα αριστερά με σκοπό να κατευθυνθεί στην οδό Ζαλόγγου και το όχημα του είχε πάρει ελαφριά διαγώνια κλίση στην οδό Γιλτίζ. Προτού το πράξει αυτό δεν έλεγξε ή δεν έλεγξε ικανοποιητικά την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε. Αμέσως, μόλις έκανε την πιο πάνω κίνηση η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο παραπονούμενος με αρ. εγγραφής KTG 602 επιχείρησε να τον προσπεράσει από τα αριστερά του με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να συγκρουστεί με τον μπροστινό αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του. Μόλις έγινε αυτό, ο κατηγορούμενος που ένοιωσε το κτύπημα σταμάτησε αμέσως το όχημα του και η μοτοσυκλέτα ήταν σφηνωμένη μεταξύ του αυτοκινήτου του και της λίνιας του πεζοδρομίου που υπήρχε στο σημείο. Από τη σύγκρουση ο παραπονούμενος τραυματίστηκε κυρίως στο δεξί του πόδι, δεξιό γόνατο και κνήμη και έφερε διάστρεμμα του μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδιού. Επίσης, η μοτοσυκλέτα έφερε ζημιές και έσπασαν τα πλαστικά της δεξιάς της πλευράς. Το όχημα του κατηγορουμένου δεν έφερε οποιεσδήποτε ζημιές. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος μετακίνησε ελαφρώς το όχημα του προς τα πίσω για να ξεσφηνωθεί η μοτοσυκλέτα χωρίς όμως να επηρεάζεται σε ουσιαστικό βαθμό η τελική του θέση όπως φαίνεται στο σχέδιο της σκηνής. Με βάση αυτή, το αριστερό πίσω του μέρος απέχει από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του γύρω στα 2,00 μέτρα ενώ η μπροστινή του αριστερή γωνιά γύρω στο 20 εκατοστά. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην οδό Γιλτίζ, σχεδόν στη γωνία με την οδό Ζαλόγγου και απέχει από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία των ενεχομένων οχημάτων περί τα 50 εκατοστά. Κοντά στο σημείο σύγκρουσης δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή τριβής. Ο δρόμος στο σημείο της σύγκρουσης αποτελείται από δύο λωρίδες, μια για κάθε κατεύθυνση και δεν διαχωρίζεται στη μέση από οποιαδήποτε διαχωριστική γραμμή. Έχει επίσης, συνολικό πλάτος 6,80 μέτρα δηλαδή 3,40 μέτρα για κάθε λωρίδα κυκλοφορίας. Από το σημείο σύγκρουσης και προς τα πίσω η ορατότητα είναι αρκετή, γύρω στα 80 - 100 μέτρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προτού αρχίσει να παίρνει κλίση προς τα αριστερά και να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο για να κατευθυνθεί προς την οδό Ζαλόγγου είχε υποχρέωση να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε και να βεβαιωθεί ότι άλλο όχημα που τον ακολουθούσε δεν θα τον προσπερνούσε από τα αριστερά για να εισέλθει από αυτό το σημείο εντός του κυκλικού κόμβου. Είναι γεγονός και προκύπτει από τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος προτού επιχειρήσει να στρίψει προς τα αριστερά του, το όχημα του κινείτο εντός της οδού Γιλτίζ σε μια απόσταση από το αριστερό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία του, γύρω στα 2,00 μέτρα. Έπεται ότι αυτός δεν τηρούσε την άκρη αριστερή μεριά του δρόμου - παρόλο που βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του - και υπήρχε χώρος στα αριστερά του για να εισέλθει η μοτοσυκλέτα του παραπονουμένου. Είναι όμως και γεγονός ότι ο δρόμος εκεί αποτελείται από μια λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση και μόνο αυτή η λωρίδα εισέρχεται στο κυκλικό κόμβο. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αλλαγής λωρίδας κυκλοφορίας από τον κατηγορούμενο την ώρα που στρίβει αριστερά. Ήταν η λωρίδα κυκλοφορίας του η οποία οδηγεί στο κυκλικό κόμβο και για τα οχήματα που θα συνεχίσουν ευθεία και γι αυτά που θα στρίψουν αριστερά. Το ότι υπήρχε αυτή η απόσταση από το αριστερό πεζοδρόμιο δεν σημαίνει ότι έδινε και δικαίωμα στον οδηγό της μοτοσυκλέτας να κινηθεί σε αυτό το σημείο προσπερνώντας από αριστερά το όχημα του κατηγορουμένου, στο σημείο μάλιστα εκείνο, πολύ πλησίον του «αλτ» της πορείας. Από τη στιγμή που ο μοτοσικλετιστής δεν είχε τέτοιο δικαίωμα τότε προκύπτει ότι και ο κίνδυνος αυτός δεν ήταν προβλεπτός και ορατός στον οποίο ο κατηγορούμενος όφειλε να στρέψει την προσοχή του προτού επιχειρήσει να στρίψει αριστερά. Δεν θεωρώ ότι είναι λογικό να επωμιστεί ένας οδηγός στη θέση του κατηγορούμενου της υποχρέωσης προτού εισέλθει σε ένα κυκλικό κόμβο να πρέπει να ελέγχει την τροχαία κίνηση προς τα πίσω του για να βεβαιωθεί ότι άλλο όχημα δεν θα προσπαθήσει να τον προσπεράσει από τα αριστερά και συγκεκριμένα μια μοτοσυκλέτα για τον μοναδικό λόγο ότι υπήρχε κάποιος χώρος στον οποίο θα μπορούσε να κινηθεί. Σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για μια λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο. Η υποχρέωση ενός τέτοιου οδηγού είναι να ελέγξει την κίνηση προς τα δεξιά του εντός του κυκλικού κόμβου και αφού είναι ασφαλές τότε να εισέλθει σε αυτόν, κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε στην παρούσα περίπτωση. Δεν είναι λογικό ούτε αναμένεται μια μοτοσυκλέτα να προσπαθήσει να προσπεράσει από τα αριστερά το προπορευόμενο της όχημα απλώς και μόνο επειδή υπάρχει επαρκής χώρος να το πράξει. Δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε οποιαδήποτε παραπλανητική κίνηση προτού επιχειρήσει την είσοδο του στον κυκλικό κόμβο και την στροφή προς τα αριστερά που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έδινε χώρο στον μοτοσικλετιστή να συνεχίσει την πορεία του από το σημείο εκείνο (βλ. Αντώνης Χριστοφόρου v. Γιασουμή Φλουρέντζου
(1995)1 Α.Α.Δ. 381 και Βάσος Κονναρή v. Κυριάκου Κυριάκου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 267). Οδηγούσε σε ευθεία πορεία πριν από τη κλίση του προς τα αριστερά, με πολύ χαμηλή ταχύτητα με πρόθεση να εισέλθει στον κυκλικό κόμβο και να κατευθυνθεί προς την οδό Ζαλόγγου. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε παράλειψη στον κατηγορούμενο και κατ' επέκταση οποιαδήποτε αμέλεια για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο