← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θρασύβουλος Κκολού, Αρ. Υπόθεσης: 15631/11, 17/6/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θρασύβουλος Κκολού, Αρ. Υπόθεσης: 15631/11, 17/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15631/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Θρασύβουλος Κκολού Κατηγορούμενoυ ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 17/06/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Δημητρίου Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 166/87 και τον Νόμο 80

(1)/2000. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος την 7ην Οκτωβρίου 2010 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KQF 932 στην Λεωφ. Αμαθούντος, δε κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρείς μάρτυρες, τον Αστ. 3335 Σάββα Μαυρομμάτη (Μ.Κ.1), τον κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου (ΜΚ.2) και τον κ. Κωνσταντίνο Αριστείδου (Μ.Κ.3). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω αναγκαία τη λεπτομερή καταγραφή της στα πλαίσια της παρούσα απόφασης. Θα αναφερθώ κατωτέρω στα κυριότερα μέρη αυτής κατά την αξιολόγηση της, για να διαφανούν και οι ακριβείς θέσεις των μερών. Από την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία όμως, προκύπτει ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KQF 932 στη Λεωφόρο Αμαθούντος με ανατολική πορεία τηρώντας τη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σε κάποιο σημείο του δρόμου επιχείρησε επαναστροφή με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελευθέρα πορεία της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KNG 988 που οδηγείτο από τον παραπονούμενο (Μ.Κ.2) στην ίδια οδό με την ίδια κατεύθυνση και τηρούσε όμως την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Αντίθετη ήταν η θέση του κατηγορούμενου, όπως αυτή προκύπτει από τη γραπτή κατάθεση του που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του είναι ότι οδηγούσε το πιο πάνω όχημα στην πιο πάνω οδό με ανατολική κατεύθυνση τηρώντας όμως τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο απέναντι από το ξενοδοχείο «Amathus» ελάττωσε ταχύτητα για να κάνει επαναστροφή και πριν προλάβει τη στιγμή που ελάττωνε άκουσε ένα θόρυβο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και όταν σταμάτησε και κατέβηκε κάτω, είδε μια μοτοσυκλέτα να βρίσκεται στο έδαφος 50 μέτρα πιο μπροστά από το αυτοκίνητο του και ένα άτομο κοντά σε αυτή πεσμένο στο έδαφος. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία ((βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι μοναδικό σκοπό και στόχο είχε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος τα οποία ετοίμασε ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στη σκηνή και αφού έλαβε τις απαραίτητες μετρήσεις και προέβηκε στις σχετικές ενέργειες. Τόσο το πρόχειρο (τεκμήριο 4) όσο και το συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 5) δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως ορθό. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ το εν λόγω σχέδιο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία και ο μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Στο σχέδιο της σκηνής απεικονίζεται η Λεωφ. Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση και η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 3,50 μέτρα έκαστη. Στην αριστερή άκρη του δρόμου με ανατολική πορεία υπάρχει επίσης λωρίδα στάθμευσης. Οι λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική πορεία χωρίζονται με νησίδα από τις λωρίδες κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση. Οι πορείες των δύο οχημάτων σημειώνονται στο σχέδιο με τα γράμματα Α, Α2 και Β. Η πορεία Α2 είναι η πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου υποδειχθέν από τον παραπονούμενο και αυτή βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση. Η πορεία Α είναι στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση και αυτή τοποθετήθηκε σύμφωνα με τον κατηγορούμενο. Η πορεία Β είναι επίσης στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πίσω από την πορεία Α. Οι εν λόγω πορείες φαίνεται να τοποθετήθηκαν στο σχέδιο από το μάρτυρα με βάση τις μαρτυρίες των εμπλεκομένων, επομένως η ορθότητα τους θα πρέπει να ανευρεθεί από την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων. Παρά τη προσπάθεια του μάρτυρα αυτού να καταδείξει ότι η ορθή πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου πριν από το δυστύχημα είναι αυτή που σημειώνεται με το γράμμα Α2, εντούτοις δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις που να δικαιολογείται ένα τέτοιο εύρημα από τη μαρτυρία του και μόνο. Η αναφορά του ότι αυτή προκύπτει από την τελική θέση του οχήματος και τις ζημιές σε αυτό δεν παρέχουν στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για να προβεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Πέραν των πιο πάνω, από το σχέδιο προκύπτει ότι στο σημείο που έγινε το επίδικο δυστύχημα βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση και αυτό απέχει 1,5 μέτρο από τη διαχωριστική νησίδα. Το σημείο αυτό υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο και αργότερα συμφώνησε και ο παραπονούμενος. Το σημείο αυτό δεν αποτέλεσε σημείο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ουσιαστικά αποτέλεσε κοινό έδαφος. Επίσης, δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε άλλο σημείο που ενδεχομένως να έγινε η σύγκρουση. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι μπορώ να το αποδεκτώ και το αποδέχομαι ως ορθό. Επίσης, αποδέχομαι και την τελική θέση των δύο οχημάτων όπως ανευρέθηκαν στη σκηνή από το μάρτυρα αφού δεν έχει διαφανεί ότι αυτά μετά τη σύγκρουση έχουν μετακινηθεί. Περαιτέρω, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 6 το οποίο είναι το έντυπο ζημιών του οχήματος του κατηγορουμένου το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος. Οι ζημιές στο εν λόγω όχημα βρίσκονται στο πίσω δεξιό προφυλακτήρα προς της γωνιά αυτού. Ούτε το τεκμήριο αυτό έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου τα αποδέχομαι ότι απεικονίζει τις ζημιές του εν λόγω οχήματος. Η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και ουσιαστικά ρωτήθηκε να πει κατά πόσο η ενεχόμενη μοτοσυκλέτα κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν βρήκε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης και ούτε υπάρχει οτιδήποτε άλλο που να συνηγορεί προς αυτή τη κατεύθυνση. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και γενικά τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προφορική και έγγραφη, την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Κ.2, οδηγός του μοτοποδηλάτου ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν και κατά την ώρα της σύγκρουσης με τον τρόπο τον οποίο ο ίδιος τα έζησε και τα αντιλήφθηκε. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα με σκοπό να αποποιηθεί οποιαδήποτε τυχόν δική του ευθύνη για το ατύχημα. Απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, ήταν σταθερός στις θέσεις του και σε κανένα στάδιο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και επικεντρώθηκε στο είδος και κατηγορία μοτοσυκλέτας που οδηγούσε παρά στην αμφισβήτηση της βασικής του θέσης ότι αυτός κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ο κατηγορούμενους τον πέρασε από την δεξιά λωρίδα και απότομα μπροστά του εισήλθε στη δεξιά λωρίδα με σκοπό να κάνει επαναστροφή και του απέκοψε την πορεία. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας του κατηγορουμένου ήταν να μην προλάβει να αντιδράσει και να κτυπήσει στο πίσω δεξιό μέρος του εν λόγω οχήματος. Έχοντας υπόψη μου όλη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό και με την πραγματική μαρτυρία, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα, γι αυτό και την αποδέχομαι. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε και αυτός τη μοτοσυκλέτα του μαζί με τον κατηγορούμενο και κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Είδε από μακριά το όχημα του κατηγορουμένου να εξέρχεται από τη λωρίδα στάθμευσης και να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση. Ο παραπονούμενος κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σε κάποιο στάδιο είδε το όχημα του κατηγορουμένου να κάνει απότομη επαναστροφή, να καταλαμβάνει ολόκληρη τη λωρίδα κυκλοφορίας και να του αποκόπτει την πορεία. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να τον αποφύγει, γέρνοντας το κορμί του στη μοτοσυκλέτα αλλά δεν πρόλαβε. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και αυτή αφορούσε την ταχύτητα που οδηγούσε ο παραπονούμενος τη μοτοσυκλέτα του χωρίς να έχει διαφανεί ότι αυτός κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Επίσης, ήταν σταθερός στη βασική του εκδοχή και απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Δεν έχει διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του για αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου, δεν μπορώ να αποδεκτώ οποιοδήποτε μέρος αυτής. Η εκδοχή του ότι οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ελάττωσε ταχύτητα και πριν προλάβει να κάνει επαναστροφή η μοτοσυκλέτα που τον ακολουθούσε κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος του δεν συνάδει με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επίσης, η θέση του αυτή θεωρώ ότι αποτελεί δικαιολογία και δίδει εξήγηση για εκ πρώτης όψεως ευθύνη και δεν έχει δοθεί ενόρκως για να κριθεί η αξιοπιστία της. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Δεδομένης της ανωτέρω αξιολόγησης, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 07/10/2010 και περί ώρα 23:00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KQF 932 και αφού εξήλθε από τη λωρίδα στάθμευσης της Λεωφ. Αμαθούντος, κινήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της εν λόγω οδού έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο Ο Μ.Κ.3 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ο παραπονούμενος στη δεξιά πίσω από το όχημα του κατηγορουμένου. Σε κάποιο σημείο της εν λόγω οδού, παρά το ξενοδοχείο «AMATHUS» το όχημα του κατηγορουμένου εισήλθε απότομα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στρίβοντας δεξιά με πρόθεση να κάνει επαναστροφή με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής KNG 988 που οδηγούσε ο παραπονούμενος και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει συγκρούστηκε στο το πίσω προφυλακτήρα δεξιά και γωνιά του οχήματος του κατηγορουμένου. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε απόσταση 1,5 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα των δύο κατευθύνσεων στη Λεωφ. Αμαθούντος ενώ το συνολικό πλάτος της εν λόγω λωρίδας είναι 3,50 μέτρα. Στο σημείο ο δρόμος είναι ευθύς, υπάρχει οδικός φωτισμός και υπήρχε ορατότητα στο σημείο που κινείτο ο κατηγορούμενος και προς τα πίσω. Από τη σύγκρουση ο παραπονούμενος έπεσε στο έδαφος ενώ η μοτοσυκλέτα του σύρθηκε και κατέληξε σε απόσταση 47 μέτρων περίπου καταλήγοντας στη λωρίδα στάθμευσης. Η εν λόγω μοτοσυκλέτα υπέστη εκτεταμένες ζημιές ενώ το όχημα του κατηγορουμένου έφερε ζημιές στο δεξιό πίσω προφυλακτήρα και γωνιά. Ο παραπονούμενος επίσης τραυματίστηκε στο πόδι και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Αχίλειον Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα στο δεξιό του πόδι και ακολούθως έτυχε χειρουργικής επέμβασης όπου τοποθετήθηκαν πλατίνες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου στρίβοντας το όχημα του με πρόθεση να κάνει επαναστροφή ανακόπτοντας τη πορεία της μοτοσικλέτας που τον ακολουθούσε σε κοντινή απόσταση με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση. Από την πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι αυτός προέβηκε στην εν λόγω κίνηση χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε και χωρίς να δώσει οποιοδήποτε σήμα ότι θα προέβαινε στην εν λόγω ενέργεια. Διαφορετικά θα αντιλαμβανόταν την παρουσία της μοτοσικλέτας που τον ακολουθούσε σε κοντινή απόσταση, αφού υπήρχε ορατότητα στη σημείο. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα την απόφραξη του δρόμου και την αποκοπή της πορείας του παραπονουμένου, η οποία αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και/ή συνδέεται άμεσα με την πρόκληση του. Δεν έχει προκύψει ότι ο παραπονούμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα αλλά ούτε και οτιδήποτε άλλο που να αποσυνδέει την απόφραξη από την πρόκληση του δυστυχήματος. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.