← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 13425/11, 10/6/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 13425/11, 10/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13425/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ανδρέας Κυριάκου Κατηγορούμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10/06/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη και κα Δ. Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μελίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αποφυγής να παράσχει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7

(1)
(4)και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 και Κ.Δ.Π. 51/90 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος στις 2 Αυγούστου 2009 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚSQ 667 στην Λεωφ. Αμαθούντος, άνευ ευλόγου αιτίας απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής του για διενέργεια της τελικής εξέτασης για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης όταν τούτο του ζητήθηκε. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δυο μάρτυρες, τον Αστ. 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.1) και τον Αστυφ. 770 Ευάγγελο Πέτρου (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 ουσιαστικά ανέφερε ότι η μόνη εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, και για το αδίκημα που αντιμετωπίζει, στις 2/08/2009 και μεταξύ των ωρών 04:25 - 04:30, μετά από τη καταγγελία και πληροφορίες που έλαβε από τον Μ.Κ.2 ο οποίος διαπίστωσε τη διάπραξη του αδικήματος. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τη γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου ως τεκμήριο 2, από την οποία φαίνεται να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία αυτή. Ο Μ.Κ. 2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την κατάθεση του (τεκμήριο 3) στην οποία αναφέρει ότι στις 02/08/2009 και περί ώρα 03:05 ενώ βρισκόταν για έλεγχο Alcotest στη Λεωφ. Αμαθούντος στη Λεμεσό ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KSQ
  1. Αμέσως, πλησίασε τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου, την πληροφόρησε τον λόγο του ελέγχου και του ζήτησε να του δώσει την άδεια οδηγού του. Από τη συνομιλία που είχε με τον πιο πάνω διαπίστωσε ότι η εκπνοή του μύριζε αλκοόλ. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι ο οδηγός του πιο πάνω οχήματος ήταν ο Ανδρέας Κυριάκου, ετών 24, Δ.Τ.
  2. Στην συνέχεια την πληροφόρησε ότι θα τον υποβάλει σε προκαταρκτική εξέταση Alcotest και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ότι είναι υπόχρεος να δώσει ένα δείγμα εκπνοής για τον έλεγχο και τυχόν άρνηση του ή παράλειψη του συνιστά ποινικό αδίκημα αυτός απάντησε «εντάξει». Στη συνέχεια υπέβαλε τον πιο πάνω σε προκαταρκτική εξέταση Alcotest με τη συσκευή με αρ. 38932, η οποία είναι σχετικά πιστοποιημένη (βλ. τεκμήριο 4) με ένδειξη 33mg% αλκοόλη αντί 22mg% που είναι το προκαθορισμένο από το Νόμο όριο. Ακολούθως, αφού την πληροφόρησε για το αποτέλεσμα, τον οδήγησε, κατόπιν αδείας του Αξιωματικού Υπηρεσίας, για τελική εξέταση Alcotest σε μηχανοκίνητη μονάδα που βρισκόταν στο χώρο. Την ίδια ημέρα και μετά από παρέλευση 10 - 15 λεπτών πληροφόρησε τον πιο πάνω ότι θα τον υποβάλει σε τελική εξέταση Alcotest και αφού του εξήγησε τη χρήση της συσκευής, του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο ότι είναι υπόχρεος να δώσει δύο δείγματα εκπνοής για τον έλεγχο αυτό και ότι τυχόν άρνηση του ή παράλειψη του συνιστά ποινικό αδίκημα και αυτός απάντησε «Εντάξει». Στη συνέχεια, υπέβαλε το εν λόγω πρόσωπο σε τελική εξέταση Alcotest στη συσκευή υπ' αριθμό 80003345 η οποία είναι πιστοποιημένη (βλ. τεκμήριο 6). Πριν τον υποβάλει του εξήγησε ότι θα πρέπει να βάλει το στόμα του στο πλαστικό επιστόμιο που τοποθετείται στην εν λόγω μηχανή και αφού πάρει βαθιά ανάσα να φυσήσει με δύναμη στο σωλήνα μέχρις ότου αποδεικτεί ότι το δείγμα που δίνει είναι ικανοποιητικό. Ακολούθως, τον υπέβαλε σε δύο ελέγχους, όπως προνοεί ο Νόμος. Ο πρώτος έλεγχος έγινε η ώρα 03:31 και η μηχανή έδειξε αποτέλεσμα 28mg% ενώ η ο δεύτερος έλεγχος έγινε η ώρα 03:35 με αποτέλεσμα «insufficient specimen» (βλ. σχετική απόδειξη της μηχανής, τεκμήριο 8). Αμέσως, του ανέφερε το αποτέλεσμα και αφού τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο και απάντησε ότι «έχει βαθμούς ποινής». Στις 02/08/2009 και περί ώρα 03:37 τον συνέλαβε για αυτόφορο αδίκημα και αφού του επέστησε τη προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «Τι θα γίνει τώρα;». Ακολούθως, την πληροφόρησε ότι έχει δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας με οποιοδήποτε συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο ή το δικηγόρο του καθώς επίσης αν επιθυμεί να τύχει οποιασδήποτε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και απάντησε «όχι εντάξει». Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός αναφέρει στη κατάθεση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής των συσκευών alcotest για προκαταρκτική και τελική εξέταση. Επίσης, εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας των μηχανών, τόσο της προκαταρκτικής εξέτασης όσο και αυτής για την τελική εξέταση και είπε ότι αυτές λειτουργούσαν κανονικά. Κατά την προφορική του μαρτυρία, προσπάθησε να εξηγήσει τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε στον 2ον έλεγχο της τελικής εξέτασης και ανέφερε ότι μετά τον 1ον έλεγχο και όταν του έδειξε την ένδειξη η οποία ήταν πάνω από το όριο, αυτός δεν φυσούσε ικανοποιητικά με αποτέλεσμα το δείγμα να μην γίνει αποδεκτό από τη μηχανή. Αυτό το γνωρίζει είπε, διότι την ώρα που ο κατηγορούμενος κρατούσε το επιστόμιο δεν έβαλε την αναγκαία δύναμη όπως έβαλε στον 1ον έλεγχο με αποτέλεσμα η εκπνοή του να βγαίνει από το στόμα του αντί να μπαίνει στο σωλήνα. Παρακολουθούσε είπε τον κατηγορούμενο την ώρα που φυσούσε και ο αέρας που έβγαινε από το στόμα του δεν έμπαινε στο σωλήνα και έβγαινε από τα πλευρά. Επίσης, πιο κάτω είπε ότι δεν φυσούσε δυνατά και με τον ορθό τρόπο. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε μετά τις πληροφορίες και αναφορά του Μ.Κ.2 περί της διάπραξης του αδικήματος που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Οι ενέργειες του αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και ούτε υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του έτσι ώστε να μην την αποδεκτώ. Την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν αυτός ο οποίος διαπίστωσε το κατ' ισχυρισμό αδίκημα και ανέφερε στο Δικαστήριο όλες τις ενέργειες του καθώς επίσης και τον τρόπο που φέρεται να έχει διαπραχθεί το εν λόγω αδίκημα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του φαίνεται να είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση όπως για παράδειγμα τα αποτελέσματα του προκαταρκτικού ελέγχου και του 1ου ελέγχου κατά τη διενέργεια της τελικής εξέτασης. Εκείνο που έτυχε αμφισβήτησης και ουσιαστικά θα πρέπει να κριθεί από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ο τρόπος που ο κατηγορούμενος φυσούσε κατά τη διενέργεια του δευτέρου ελέγχου της τελικής εξέτασης. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αναφορικά με το ζήτημα αυτό και έχω καταλήξει ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο μάρτυρας ανέφερε σε σχέση με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε κατά τον εν λόγω έλεγχο. Και τούτο διότι διέκρινα ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή εικόνα για τον τρόπο αυτό αλλά και τα όσα ανέφερε φαίνεται να είναι δικοί του υπολογισμοί και εκ των υστέρων αναφορές για να δικαιολογήσει το πώς η μηχανή κατέγραψε την ένδειξη «insufficient specimen». Ενώ στην αρχή είπε ότι ο κατηγορούμενος δεν φυσούσε δυνατά, στη συνέχεια και ερωτούμενος πώς το αντιλήφθηκε αυτό, είπε ότι τον παρακολουθούσε την ώρα που φυσούσε, διότι έτσι κάνουν πάντα και είδε ότι ο αέρας από την εκπνοή του δεν έμπαινε στο στόμιο και έβγαινε έξω. Ακολούθως, και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής για τους λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Προκύπτει δηλαδή από αυτή τη τελευταία του αναφορά ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε και τα όσα ανέφερε προγενέστερα ήταν για να δικαιολογήσει την ένδειξη της μηχανής ότι δεν δόθηκε ικανοποιητικό δείγμα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας προέβηκε στη καταγγελία αυτή στις 02/08/2009 και στην κατάθεση του, πέραν της αναφοράς του για την ένδειξη της μηχανής ότι δεν δόθηκε ικανοποιητικό δείγμα, πουθενά δεν καταγράφει τα όσα ο ίδιος κατά τη προφορική του μαρτυρία ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε στο στόμιο. Ούτε έχει καταγράψει όλες τις λεπτομέρειες αυτές σε σχέση με το θέμα οπουδήποτε αλλού. Είναι άξιον απορίας πώς ο ίδιος θυμόταν και ήταν σε θέση να αναφέρει όλες αυτές τις λεπτομέρειες μετά από πάροδο τόσου χρονικού διαστήματος, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος δεν θυμόταν πόσους ελέγχους έκανε το βράδυ εκείνο. Ούτε έχουν παρατεθεί στο Δικαστήριο οποιοιδήποτε λόγοι γιατί ο ίδιος να θυμάται αυτή τη καταγγελία του κατηγορουμένου και τον τρόπο που αυτός φυσούσε όπως τον περιέγραψε στο Δικαστήριο μετά από πάροδο σχεδόν τεσσάρων χρόνων από τη καταγγελία. Περαιτέρω, δεν έχουν δοθεί πειστικές εξηγήσεις γιατί ο κατηγορούμενος να προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει τον 2ον έλεγχο της τελικής εξέτασης, τη στιγμή μάλιστα που έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής τόσο στον προκαταρκτικό έλεγχο όσο και στον 1ον έλεγχο της τελικής εξέτασης. Η αναφορά του ότι το έκανε αυτό διότι είδε ότι ήταν πάνω από το όριο, είναι γενική και δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που να συνηγορούν προς τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε στη μηχανή τη δεδομένη στιγμή και όλοι οι ισχυρισμοί του σε σχέση με το θέμα αυτό δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Λαμβανομένου υπόψη μου της ανωτέρω αξιολόγησης, η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, εκτός από το μέρος αυτής που σχετίζεται με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε κατά τη διενέργεια του 2ου ελέγχου τελικής εξέτασης, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποτελούν και τα σχετικά ευρήματα των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα άρθρα 7
(1)και
(4)του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν.174/86, αναφέρουν τα ακόλουθα:
(1)Προς το σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγμα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγματα εκπνοής δια τελικήν εξέτασιν μετά παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγμής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγμα εκπνοής δια την προκαταρκτικήν εξέτασιν:
(4)«Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται με δύο τρόπους. Είτε με την άρνηση του προσώπου να παράσχει δείγμα εκπνοής ή με την αποφυγή του με οποιοδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου, το άρθρο 8 του πιο πάνω Νόμου προνοεί υπεράσπιση για το πρόσωπο το οποίο αρνείται να παράσχει δείγμα εκπνοής και αυτή σχετίζεται με ιατρικούς λόγους. Η ερμηνεία του όρου αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα εκπνοής δεν δίδεται στο Νόμο. Επομένως, επαφίεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον εν λόγω όρο ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης και με απώτερο σκοπό να ικανοποιηθεί η πρόθεση του Νομοθέτη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και τα σχετικά γεγονότα της παρούσα υπόθεσης εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν πρόκειται για περίπτωση άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής. Πρόκειται για περίπτωση αποφυγής παροχής δείγματος εκπνοής, όπως φαίνεται και από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αλλά και από τα γεγονότα που έχουν προκύψει. Έπεται ότι θα πρέπει να δοθεί η ερμηνεία του όρου «αποφεύγω» και κατά πόσο ο κατηγορούμενος, με βάση τα γεγονότα έπραξε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ' Έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη η λέξη «αποφεύγω» σημαίνει απομακρύνομαι από κάτι ή προσπαθώ να μην κάνω κάτι. Ο όρος αποφεύγω δεν πρέπει να διαβάζεται από μόνος του αλλά σε συνδυασμό με το υπόλοιπο λεκτικό του νόμου το οποίο τον συμπληρώνει με τη φράση «δι' οιουδήποτε τρόπου». Θεωρώ ότι ο νομοθέτης με τους πιο πάνω όρους και λεκτικό ήθελε να καλύψει τις περιπτώσεις όπου πρόσωπο ενώ φυσά στη μηχανή για παροχή δείγματος εκπνοής εντούτοις το κάνει με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να αποφύγει τη σχετική ένδειξη της μηχανής αναφορικά με το ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή του και δεν παρέχει ικανοποιητικό δείγμα. Δηλαδή, απαιτείται να καταδειχθεί κάποια ενέργεια ή συμπεριφορά κατά την ώρα παροχής των δειγμάτων εκπνοής η οποία να απολήγει στη μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο το οποίο προέκυψε είναι ότι ο κατηγορούμενος έδωσε δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση με το 1ον να έχει ένδειξη 28mg% ενώ το 2ο «insufficient specimen» σε μηχανή η οποία είναι εγκεκριμένη σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 174/86 . Ο Μ.Κ.1 έτυχε εκπαίδευσης και γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας της εν λόγω μηχανής και ότι αυτή κατά τη διενέργεια του ελέγχου λειτουργούσε κανονικά. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ούτε προέβαλε οποιαδήποτε εύλογη αιτία για την μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής ούτε αμφισβήτησε το αποτέλεσμα της μηχανής με την οποία ο μάρτυρας εκείνο το βράδυ διενεργούσε ελέγχους τελικής εξέτασης. Εκείνο το οποίο δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά την ώρα που διενεργείτο ο 2ος έλεγχος της τελικής εξέτασης έπραττε οτιδήποτε ή φυσούσε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι απέφευγε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα. Το μόνο εύρημα του Δικαστηρίου κατά τον έλεγχο αυτό, είναι το αποτέλεσμα του το οποίο ήταν μη ικανοποιητικό δείγμα. Το ερώτημα κατά πόσο με το γεγονός αυτό και μόνο τεκμηριώνεται το αδίκημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν μπορεί παρά να απαντηθεί αρνητικά. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Kώστα Δημητρίου, Ποιν. Έφεση Αρ. 67/2011, Ημερομηνίας 13/02/2013, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «H ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν θεμελιώνει από μόνη της τέτοια συμπεριφορά. Η αποφυγή παροχής δείγματος εκπνοής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία αναγόμενη στη συμπεριφορά του υφιστάμενου στον έλεγχο ατόμου η οποία, λογικά κρινόμενη, να μπορεί να οδηγήσει με βεβαιότητα σε ένα και μόνο συμπέρασμα ότι το ανεπαρκές δείγμα εκπνοής, ένεκα του οποίου η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή, οφείλεται αποκλειστικά στο ότι το υφιστάμενο τον έλεγχο άτομο σκοπίμως ή άλλως πως απέφυγε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Θεωρούμε αυτόδηλο πως η ένδειξη «insufficient» στη συσκευή δεν είναι από μόνη της αρκετή για την απόδειξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Απαιτείται προς τούτο και η προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξη της επιλήψιμης συμπεριφοράς εφόσον το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης (strict liability). Λαμβανομένων υπόψη μου όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το 2ο δείγμα τα οποία έδωσε ο κατηγορούμενος για τη διενέργεια της τελικής εξέτασης δεν ήταν ικανοποιητικό. Πέραν τούτου όμως, δεν υπάρχει οποιοδήποτε εύρημα ότι αυτό σχετίζεται με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος φυσούσε στη μηχανή ή ένεκα οποιασδήποτε άλλης ενέργειας ή συμπεριφοράς του ή ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια τη στιγμή μάλιστα που τόσο στην προκαταρκτική εξέταση όσο στον 1ον έλεγχο της τελικής εξέτασης, έδωσε ικανοποιητικό δείγμα. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.