← Κύπρος

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 28/6/2013

GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23511/11, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23511/11 GALAXY ENERGY INTERNATIONAL LTD v.

  1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD
  2. AIMAN MOHAMED SOBOH
  3. OMAR AIMAN SOBOH
  4. HUSSEIN ALI NASRAT ABDALLAH Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28.06.13 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Παυλίδης μαζί με κ. Α. Καριτζή Για Κατηγορουμένους 1 και 2: κος Δ. Αραούζος Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αρχικά αντιμετώπιζαν από τρεις κατηγορίες αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκαν η τρίτη και η τέταρτη κατηγορία με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη 1 να αθωωθεί και να απαλλαχθεί στην τρίτη κατηγορία και ομοίως ο κατηγορούμενος 2 στην τέταρτη κατηγορία. Στην πορεία ακόμη της υπόθεσης αποσύρθηκαν όλες οι κατηγορίες που αφορούσαν τους κατηγορουμένους 3 και 4, δηλαδή η δεύτερη, τέταρτη και έκτη κατηγορία, που είχε σαν συνέπεια την αθώωση και απαλλαγή των εν λόγω κατηγορουμένων από τις κατηγορίες αυτές. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από δύο κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία) καθώς επίσης την κατηγορία της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ.154 (πέμπτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία, η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 10.09.10 και 22.10.10 στη Λεμεσό απέσπασε και/ή κατάφερε την αγορά και παράδοση από την παραπονούμενη εταιρεία εμπορεύματος και/ή φορτίου που συνίστατο σε 34,941,814 τόνους LS Fuel Oil αξίας USD$16.238.060,48 δολαρίων Αμερικής για μεταπώληση του στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής η 'Α.Η.Κ.') στα πλαίσια μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 01.12.09 και/ή 05.12.09 κατόπιν ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και της παραπονούμενης εταιρείας ημερομηνίας 10.09.10, η κατηγορούμενη 1 είχε εκχωρήσει στις 13.09.10 στην παραπονούμενη εταιρεία, μέσω της χρηματοδότριας τράπεζας τους, τις εισπράξεις (proceeds) από τη μεταπώληση του φορτίου στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. την οποία εκχώρηση παρέστησε ως πρώτης προτεραιότητας και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων, προϋπόθεση που είχε τεθεί από την παραπονούμενη εταιρεία ως απαραίτητη για την πώληση και παράδοση του φορτίου και η οποία θα ίσχυε και εφαρμοζόταν καθ' όλη τη διάρκεια της συμφωνίας. Μετά την παραχώρηση της πιο πάνω εκχώρησης, με σκοπό την αποφυγή άρσης της δημιουργηθείσας πρόθεσης της παραπονούμενης εταιρείας για πώληση και παράδοση του φορτίου και την περαιτέρω ώθηση και υποκίνηση της προς το σκοπό αυτό, η κατηγορούμενη 1 συνέχισε με τη συμπεριφορά της να παριστάνει την εν λόγω εκχώρηση ως πρώτης προτεραιότητας και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων, ενώ γνώριζε ότι η εν λόγω παράσταση κατέστη ψευδής ή μη αληθινή αφού στις 13.09.10 η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η 'Ελληνική Τράπεζα') απέστειλε στην Α.Η.Κ. ειδοποίηση των εκχωρήσεων που η κατηγορούμενη της είχε στις 07.12.09 και 21.12.09 παραχωρήσει για τις ίδιες εισπράξεις, απαιτώντας από την Α.Η.Κ. την καταβολή των εισπράξεων σ' αυτήν, γεγονός για το οποίο η κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση μεταξύ των ημερομηνιών 13.09.10 και 20.09.10 και σε κάθε περίπτωση πριν από την παράδοση του φορτίου στην Α.Η.Κ. και το οποίο απέφυγε σκόπιμα και δόλια να γνωστοποιήσει στην παραπονούμενη εταιρεία αφού αν ήταν εις γνώση της θα τερμάτιζε τη συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 πάραυτα και δεν θα παρέδιδε το φορτίο, το οποίο τελικά, τελώντας εν αγνοία του πιο πάνω γεγονότος, παρέδωσε στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. στις 21 και 22 Σεπτεμβρίου
  5. Στη βάση των ίδιων με πιο πάνω γεγονότων η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται στην πέμπτη κατηγορία ότι κατά τον ίδιο χρόνο με την πρώτη κατηγορία απέσπασε και/ή απέκτησε από την παραπονούμενη εταιρεία το προαναφερόμενο φορτίο χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα και/ή επινόημα. Ο δε κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 και/ή συμμετοχή του στη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων και απάτης με λεπτομέρειες τα προαναφερόμενα κατ' ισχυρισμό γεγονότα κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 26, 29, 297, 298 και 301 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (δεύτερη και έκτη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από πέντε μάρτυρες, ήτοι από τον κύριο Mahmoud El May (MK1), διευθυντή εμπορίου (trading manager) της παραπονούμενης εταιρείας για τις περιοχές της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, από τον κύριο Μάριο Κεδαρίτη (ΜΚ2), διευθυντή τομέα επιχειρήσεων της Ελληνικής Τράπεζας στην επαρχία Πάφου, από τον κύριο Νεόφυτο Ιωάννου (ΜΚ3), διευθυντή ανάπτυξης εργασιών εξωτερικού της Ελληνικής Τράπεζας, από τον κύριο Χριστάκη Παρούτη (ΜΚ4), διευθυντή εξυπηρέτησης πελατών της Α.Η.Κ. και από τον κύριο Αντώνη Πατσαλή (ΜΚ5), εκτελεστικό διευθυντή παραγωγής στην Α.Η.Κ. Παράλληλα, κατατέθηκαν εβδομήντα

(70)τεκμήρια καθώς και τέσσερα
(4)τεκμήρια προς αναγνώριση. Αναφορικά με τον πρώτο μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ1) μέρος της κατάθεσης του ήταν γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων και μέρος ήταν προφορική. Το κείμενο της γραπτής δήλωσης του εν λόγω μάρτυρα σε αγγλική γλώσσα μαζί με πιστή μετάφραση του στα ελληνικά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1Α και 1Β. Στην κατάθεση του ο ΜΚ1 έκανε αναδρομή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και οδήγησαν στη δημιουργία επαγγελματικής σχέσης μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και της κατηγορουμένης 1 αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούμενη 1, της οποίας μοναδικός διευθυντής κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση αυτή χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος 2 (επ' αυτού κατατέθηκε δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 2) ήταν γνωστή στην παραπονούμενη ως εταιρεία που εδρεύει στην Κύπρο και προμηθεύει προϊόντα πετρελαίου κυρίως στη Μέση Ανατολή και στις χώρες της Βορείου Αφρικής. Η προγενέστερη μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία χρονολογείται στα 15 έτη με την παραπονούμενη να προμηθεύει την κατηγορούμενη 1 με φορτία πετρελαίου χωρίς ποτέ προηγουμένως να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην είσπραξη πληρωμών για φορτία που αγοράζονταν από την κατηγορούμενη
  1. Στρεφόμενος στην υπόθεση ο μάρτυρας εξήγησε ότι στις 11.09.09 η κατηγορούμενη 1 υπέβαλε προσφορά στο διαγωνισμό 107/2009 της Α.Η.Κ. για την προμήθεια και παράδοση βαριού πετρελαίου (heavy fuel oil) για την περίοδο 01.12.09 μέχρι 31.01.11 στη βάση διαφόρων τμηματικών παραγγελιών της Α.Η.Κ., η οποία προσφορά έγινε αποδεχτή στις 26.11.
  2. Αυτό οδήγησε στην υπογραφή δύο συμβολαίων, ήτοι ένα ημερομηνίας 01.12.09 για την προμήθεια και παράδοση 560.000 τόνων βαριού πετρελαίου στις δεξαμενές αποθήκευσης του ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού στο Βασιλικό και ένα ημερομηνίας 05.12.09 για την προμήθεια 650.000 τόνων βαριού πετρελαίου και παράδοση του στις δεξαμενές αποθήκευσης των ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών Δεκέλειας και/ή Μονής, κατ' επιλογή της Α.Η.Κ. Επ' αυτού κατατέθηκαν τα σχετικά έγγραφα συμβολαίων ως Τεκμήρια 3Α και 3Β. Μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε και στα δύο συμβόλαια όπως η πληρωμή από την Α.Η.Κ. πραγματοποιηθεί 30 ημέρες μετά τη συμπλήρωση της εκφόρτωσης του φορτίου δια τραπεζικού εμβάσματος. Ένας από τους σημαντικούς όρους που η Α.Η.Κ. έθεσε στην κατηγορούμενη 1 σε κάθε ένα από τα συμβόλαια ήταν η παροχή τραπεζικής εγγύησης πιστής εκτέλεσης (performance security bond) για το ποσό των USD$5εκ. Προς το σκοπό αυτό η κατηγορούμενη 1 αποτάθηκε στην Ελληνική Τράπεζα από την οποία εξασφάλισε τις δύο τραπεζικές εγγυήσεις πιστής εκτελέσεως των συμβολαίων και ως εξασφάλιση αυτής της ενέργειας αλλά και μέχρι εξόφλησης κάθε υποχρέωσης της προς την Ελληνική Τράπεζα η οποία απορρέει ή σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα από την έκδοση και/ή πληρωμή των εν λόγω εγγυητικών, η κατηγορούμενη 1 εκχώρησε πλήρως και ανέκκλητα στην εν λόγω τράπεζα όλα τα δικαιώματα της που πηγάζουν από την πιο πάνω συμφωνία και ειδικά την καταβολή απευθείας στην Ελληνική Τράπεζα για λογαριασμό της τελευταίας όλων των χρηματικών ποσών που είναι πληρωτέα στη βάση δύο ξεχωριστών συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων μεταξύ της κατηγορούμενης 1 και της Ελληνικής Τράπεζας ημερομηνίας 07.12.09 και 21.12.09 αντίστοιχα, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 38Α και 39Α. Την ίδια ημέρα που συνομολογήθηκαν οι πιο πάνω συμφωνίες ετοιμάστηκαν σχετικές ειδοποιήσεις εκχώρησης, οι οποίες, σύμφωνα με τον ΜΚ1 υπογράφτηκαν από τον κατηγορούμενο 2 σαν μοναδικό διευθυντή της κατηγορουμένης 1 υπό την ιδιότητα του 'εκχωρητή' και δύο αρμοδίων λειτουργών της Ελληνικής Τράπεζας υπό την ιδιότητα του 'εκδοχέα'. Ενώπιον ακόμη του Δικαστηρίου κατατέθηκε, ως μέρος των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 22Α, επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 20.07.10 με την οποία υποβάλλεται απαίτηση στην Α.Η.Κ. για πληρωμή στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών (factoring) των εκδομένων τιμολογίων που οφείλονται στην κατηγορούμενη 1 αλλά και γι' αυτά που θα εκδοθούν για να πληρωθούν. Αναφερόμενος στην επαγγελματική συνεργασία της εταιρείας του με την κατηγορούμενη 1 στην παρούσα υπόθεση, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι δυνάμει σχετικών συμφωνιών ημερομηνίας 18.08.10 και 10.09.10, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5Α και 6, η παραπονούμενη εταιρεία ανέλαβε την προμήθεια και παράδοση δύο φορτίων πετρελαίου στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ., ήτοι ένα από αυτά που ανάμενε η Α.Η.Κ. από την κατηγορούμενη 1 στο Βασιλικό (στο εξής το φορτίο 'Emerald') και ένα από αυτά για τη Δεκέλεια και/ή Μονή (στο εξής το φορτίο 'Neva'). Το φορτίο 'Emerald' αφορούσε ποσότητα 34.000-35.000 τόνους βαριού πετρελαίου ενώ το φορτίο 'Neva' αφορούσε ποσότητα 34.940.814 τόνους βαριού πετρελαίου έναντι συμφωνημένων τιμών. Η πληρωμή τόσο του φορτίου 'Emerald' όσο και του φορτίου 'Neva' συμφωνήθηκε να γίνει στην τράπεζα της παραπονούμενης εταιρείας, Credit Agricole, δια της προσκόμισης τραπεζικής πιστωτικής επιστολής (letter of credit) για το ποσό των USD$500.000,00 σε κάθε ένα από αυτά πριν από την παράδοση των φορτίων καθώς και μέσω της εκχώρησης των εισπράξεων που η κατηγορούμενη 1 θα είχε από τις προαναφερόμενες δύο συμφωνίες με την Α.Η.Κ. Με επιστολή του ημερομηνίας 18.08.10, αντίγραφο της οποίας ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 9, η κατηγορούμενη 1 επιβεβαιώνει στην Credit Agricole το προαναφερόμενο θέμα εκχώρησης σχετικά με το φορτίο 'Emerald'. Ταυτόσημη επιστολή ημερομηνίας 13.09.10, αντίγραφο της οποίας ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 12, έγινε σε σχέση με το φορτίο 'Neva'. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, επειδή η κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με το θέμα της τραπεζικής εγγύησης, η παραπονούμενη εταιρεία την 01.09.10 έθεσε το φορτίο 'Emerald' σε αναμονή εκτός των χωρικών υδάτων της Κύπρου. Επ' αυτού ο μάρτυρας κατάθεσε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ως Τεκμήριο 23Α. Ωστόσο στις 03.09.10 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συμμορφώθηκε με την εν λόγω συμβατική υποχρέωση της με αποτέλεσμα ολόκληρο το φορτίο 'Emerald' να παραδοθεί στο τερματικό της Α.Η.Κ. στο Βασιλικό στις 05.09.
  3. Αντίγραφο της τραπεζικής πιστωτικής επιστολής της Ελληνικής Τράπεζας που παραχωρήθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία από την κατηγορούμενη 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23Β. Ακολούθως, ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στο τιμολόγιο υπ' αριθμό 1249 ημερομηνίας 02.09.10 της παραπονούμενης εταιρείας προς την κατηγορούμενη 1, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 καθώς επίσης στο τιμολόγιο υπ' αριθμό C-087/2010 ημερομηνίας 23.09.10 της κατηγορουμένης 1 προς την Α.Η.Κ., αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11Α. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, στις 05.10.10 η Α.Η.Κ. εξόφλησε την αξία του φορτίου 'Emerald' στην Credit Agricole. Σε σχέση με το φορτίο 'Neva', ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι στις 17.09.10 η παραπονούμενη εταιρεία το έθεσε σε αναμονή για οικονομικούς λόγους και συγκεκριμένα επειδή η κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να δώσει να τους παρέχει την τραπεζική πιστωτική επιστολή, όπως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία. Ωστόσο, όπως ο μάρτυρας είπε, μετά από πιέσεις που δέχτηκε το φορτίο 'Neva' παραδόθηκε με οδηγίες της κατηγορουμένης 1 σε δύο τμήματα, ήτοι στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. στο Βασιλικό στις 21.09.10 και στη Δεκέλεια στις 22.09.10, χωρίς ποτέ η κατηγορούμενη 1 να δώσει στην παραπονούμενη εταιρεία την απαιτούμενη τραπεζική πιστωτική επιστολή για το ποσό των USD$500.000,
  4. Ακολούθως, ο μάρτυρας έκανε αναφορά στο τιμολόγιο υπ' αριθμό 1443 ημερομηνίας 08.10.10 της παραπονούμενης εταιρείας προς την κατηγορούμενη 1 για το ποσό των USD$16.238.060,48, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15, καθώς επίσης στα δύο τιμολόγια υπ' αριθμό C-093/2010 ημερομηνίας 19.10.10 για το ποσό των USD$10.000.362,47 και C-094/2010 ημερομηνίας 20.10.10 για το ποσό των USD$5.877.555,02 της κατηγορουμένης 1 προς την Α.Η.Κ., αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17Α και 17Β. Επίσης, η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε στην κατηγορούμενη 1 το τιμολόγιο υπ' αριθμό *P*032745 που αφορά χρέωση συνολικού ποσού USD$34.260,42, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, στις 21.10.10 και 22.10.10 η Credit Agricole απέστειλε υπενθυμίσεις στην Α.Η.Κ. ζητώντας να της καταβάλουν το συνολικό οφειλόμενο ποσό για να πιστωθεί στην παραπονούμενη εταιρεία. Στις 22.10.10 η παραπονούμενη εταιρεία απέστειλε επιστολή με το δικηγόρο της στην Α.Η.Κ. αλλά και στην κατηγορούμενη 1, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, απαιτώντας από την τελευταία άμεση πληρωμή του τιμολογίου της ενώ από την Α.Η.Κ. να εξηγήσει τους λόγους για την απόφαση της να αναστείλει την εξόφληση των τιμολογίων της κατηγορουμένης
  6. Στις 27.10.10 η Α.Η.Κ. μέσω του δικηγόρου της απέστειλε απαντητική επιστολή, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20, στην οποία εξηγεί τους λόγους της προαναφερόμενης απόφασης της Α.Η.Κ., οι οποίοι είναι οι διάφοροι οργανισμοί που ζητούσαν ταυτόχρονα απευθείας πληρωμή από την Α.Η.Κ λόγω εκχώρησης τέτοιων δικαιωμάτων αλλά και το ότι η Α.Η.Κ. στις 21.10.10 κατέστησε την κατηγορούμενη 1 υπεύθυνη για παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης. Καταλήγοντας ο ΜΚ1 ανάφερε ότι η πρώτη φορά που περιέπεσε στην δική του αντίληψη ότι η κατηγορούμενη 1 είχε εκχωρήσει στην Ελληνική Τράπεζα τις εισπράξεις από το φορτίο 'Neva' κοινοποιώντας το γεγονός αυτό στην Α.Η.Κ. στις 13.09.10 ήταν σε συναντήσεις που είχε με αξιωματούχους της Α.Η.Κ. στη Λευκωσία, τα οποία έγγραφα εκχώρησης είδαν απλά στις 17.09.10 χωρίς να τους δοθεί οποιοδήποτε αντίγραφο. Ο μάρτυρας είπε ακόμη ότι ενημερώθηκε ότι η κατηγορούμενη 1 γνώριζε για την κοινοποίηση από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας των εγγράφων εκχώρησης των δικαιωμάτων είσπραξης σχετικά με το φορτίο 'Neva' στην Α.Η.Κ. στη βάση πληροφορίας που προερχόταν από τον δικηγόρο της Α.Η.Κ. κύριο Ανδρέα Δημητρίου έχοντας γι' αυτό, όπως είπε, απόδειξη αλλά και από υπάλληλο της κατηγορουμένης 1 που απέφυγε να κατονομάσει. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ήταν εις γνώση του ότι η κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στο άνοιγμα πιστώσεων λόγω της αρνητικής κατάστασης σε ρευστό που αυτή αντιμετώπιζε έναντι των τραπεζών της: (α) από αξιωματούχους της κατηγορουμένης 1 που του το είπαν χωρίς όμως να τους κατονομάζει και (β) από το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη εκείνο χρόνο η κατηγορούμενη 1 δεν ήταν σε θέση να χρηματοδοτήσει την αγορά των φορτίων που είχαν συμφωνήσει να προμηθεύσουν μαζούτ στην Τυνησία, φορτίο που η κατηγορούμενη 1 είχε αγοράσει από την παραπονούμενη. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, μέχρι σήμερα τόσο η παραπονούμενη εταιρεία όσο και η τράπεζα της Credit Agricole δεν έλαβαν οποιαδήποτε πληρωμή από την κατηγορούμενη 1 σε σχέση με το φορτίο 'Neva'. Ο ΜΚ2 στη δική του μαρτυρία αφού κατάθεσε τις δύο συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων ημερομηνίας 07.12.09 και 21.12.09 ως Τεκμήρια 38Α και 39Α καθώς επίσης τα έγγραφα των ειδοποιήσεων εκχώρησης ως Τεκμήρια 38Β και 39Β, διευκρίνισε ότι αυτές λήφθηκαν σαν εξασφάλιση για την παροχή των δύο τραπεζικών εγγυήσεων πιστής εκτέλεσης που η Ελληνική Τράπεζα έκδωσε προς όφελος της κατηγορουμένης 1 αναφορικά με τα συμβόλαια που η τελευταία είχε υπογράψει με την Α.Η.Κ. για την προμήθεια και παράδοση διαφόρων φορτίων πετρελαίου για την περίοδο 2009-
  7. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 13.09.10 που ο ίδιος υπέγραψε και μαζί με το διευθυντή του τμήματος του κύριο Νεόφυτο Ιωάννου παρέδωσαν ιδιοχείρως στην Α.Η.Κ. στα γραφεία τους στη Λεμεσό, την οποία και κατάθεσε ως Τεκμήριο 40 με την οποία τους κοινοποιούσαν τα έγγραφα εκχώρησης. Διευκρινίζοντας ότι μέχρι τη στιγμή που παρέδωσαν το Τεκμήριο 40 δεν είχε γίνει απαίτηση από την Α.Η.Κ. για την πληρωμή των δύο εγγυητικών επιστολών και ούτε είχαν ενημέρωση για τέτοια πρόθεση, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι προχώρησαν στην ενέργεια αυτή κατόπιν σχετικών οδηγιών που έλαβαν από την τράπεζα. Όμως μέχρι το καλοκαίρι του 2010 η Α.Η.Κ. είχε επιβάλει στην κατηγορούμενη 1 πρόστιμο ύψους USD$5.6 ή USD$5.8εκ. Σε μεταγενέστερο στάδιο όμως έγινε απαίτηση από την Α.Η.Κ. στην Ελληνική Τράπεζα για την εξαργύρωση των δύο εγγυητικών του ποσού των USD$5εκ. η κάθε μια, οι οποίες και πληρώθηκαν υπό διαμαρτυρία και κατόπιν γνωμάτευσης που η τράπεζα έλαβε. O MK2 δεν θυμάται να ενημέρωσε προσωπικά την κατηγορούμενη 1 για την πληρωμή των δύο πιο πάνω εγγυητικών αλλά η τελευταία θα μπορούσε να παρατηρήσει την πληρωμή αυτή από τις οικονομικές καταστάσεις του λογαριασμού της στις οποίες είχε και ηλεκτρονική πρόσβαση. Ο ίδιος προέβηκε σε εκτίμηση της ζημιάς της Α.Η.Κ. την οποία και υπολόγισε σε ποσό μικρότερο των USD$3εκ., την οποία και υπέβαλε στην κατηγορούμενη 1 στις 16.01.
  8. Όπως ο μάρτυρας παραδέχτηκε, από τότε που η κατηγορούμενη 1 ξεκίνησε την προμήθεια και παράδοση φορτίων πετρελαίου στην Α.Η.Κ. μέχρι και το τελευταίο φορτίο 'Neva' η Ελληνική Τράπεζα δεν ζήτησε από την κατηγορούμενη 1 να πληρωθεί οποιεσδήποτε εισπράξεις από την πώληση τους. Διευκρίνισε ακόμη η Ελληνική Τράπεζα δεν χρηματοδότησε το φορτίο 'Neva'. Ο ίδιος θεωρεί ότι η Ελληνική Τράπεζα αποφάσισε την αποστολή του Τεκμηρίου 40 για τους εξής λόγους: (α) Επειδή έγινε απαίτηση και πληρώθηκε προηγούμενη εγγυητική για το ποσό των USD$500.000,00 και (β) Επειδή ήλθε εις γνώση τους το οικονομικό πρόβλημα και διαφωνία που η κατηγορούμενη 1 είχε με την Α.Η.Κ. Ο μάρτυρας αυτός είναι ακόμη της άποψης ότι εφόσον στα πλαίσια έκδοσης των δύο εγγυητικών των USD$500.000,00 η Ελληνική Τράπεζα ζήτησε και έλαβε αντίγραφο των συμβολαίων για να μπορέσει έτσι να διεκπεραιώσει την υποχρέωση της σημαίνει ότι η εν λόγω τράπεζα έλαβε γνώση ότι η παραπονούμενη εταιρεία ζητούσε την εκχώρηση των δικαιωμάτων είσπραξης σε σχέση με τα φορτία 'Emerald' και 'Neva'. Στην μαρτυρία του ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι οι δύο εγγυητικές των USD$5εκ εκδόθηκαν από την Ελληνική Τράπεζα για λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 και προς όφελος της Α.Η.Κ. Σε σχέση με το Τεκμήριο 40, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι έλαβε σχετικές οδηγίες για το θέμα αυτό την ίδια ημέρα, το οποίο και παρέδωσε στα κεντρικά γραφεία της Α.Η.Κ. στη Λεμεσό. Ο ίδιος πιστεύει ότι κάποια γεγονότα οδήγησαν την τράπεζα στο να καταθέσει το Τεκμήριο 40 στην Α.Η.Κ. και αυτά ήταν όταν αρχές του καλοκαιριού η κατηγορούμενη 1 τους ανάφερε ότι είχε κάποια προβλήματα με την Α.Η.Κ. και όταν προς τα τέλη του καλοκαιριού είχε υποβληθεί απαίτηση για ρευστοποίηση της εγγυητικής σχετικά με το φορτίο 'Emerald'. Όπως ακολούθως ο μάρτυρας είπε, για την Ελληνική Τράπεζα οι συμφωνίες εκχώρησης ήταν είδος εξασφάλισης έναντι των κινδύνων σε περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση έναντι αυτών, ενώ σε σχέση με το Τεκμήριο 40 σήμαινε πως ότι χρήματα η Α.Η.Κ. θα έδινε στην κατηγορούμενη 1 θα τα έμβαζαν στην Ελληνική Τράπεζα με συνοδευτικό που θα έλεγε ότι αφορούσαν την κατηγορούμενη 1 και από το λογαριασμό της η Ελληνική Τράπεζα θα προέβαινε αυτόματα σε συμψηφισμό. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι η πληρωμή των δύο εγγυητικών τον Οκτώβριο του 2010 κατόπιν σχετικής απαίτησης της Α.Η.Κ. ημερομηνίας 29.10.10, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήρια 47Α και 48Α, έγινε από την Ελληνική Τράπεζα υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια προχώρησαν στην εξέταση των απαιτήσεων της Α.Η.Κ. Ο μάρτυρας ακολούθως παραδέχτηκε ότι η Ελληνική Τράπεζα ζήτησε και εξασφάλισε προσωπική εγγύηση του κατηγορουμένου 2 ως αντάλλαγμα για την έκδοση της τραπεζικής εγγύησης της πιστής εκτέλεσης ενός από τα δύο συμβόλαια της κατηγορουμένης 1 με την Α.Η.Κ. Αντίγραφο του εγγράφου αυτού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Επίσης, ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι για την έκδοση της εγγυητικής του φορτίου 'Emerald' ζητήθηκε το σχετικό συμβόλαιο το οποίο και μελετήθηκε πρώτα. Έμαθε δε ότι η κατηγορούμενη 1 προέβαινε σε εκχωρήσεις αντί να ανοίγουν μόνο πιστωτικές σημειώσεις όταν αγόραζαν πετρέλαιο όταν παρέλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10.09.10, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  10. Καταλήγοντας ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 13.09.10 η Ελληνική Τράπεζα με το Τεκμήριο 40 που παρέδωσε στα γραφεία της Α.Η.Κ. στη Λεμεσό δεν αξίωσε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό από τον εν λόγω ημικρατικό οργανισμό. Ο ΜΚ4 αφού αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 3Γ, ανάφερε ότι κατά τη διάρκεια συνάντησης διευθυντών της Α.Η.Κ. απλά ενημερώθηκε για το Τεκμήριο
  11. Όσον αφορά τον ΜΚ5 στη δική του κατάθεση ανάφερε ότι κάποια προβλήματα στην προμήθεια φορτίων πετρελαίου από μέρους της κατηγορουμένης 1 άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα κατά τον Φεβρουάριο του 2010, πλην όμως αυτά ήταν διαχειρίσιμα λόγω της εποχικότητας της ζήτησης του ηλεκτρικού ρεύματος της Α.Η.Κ. στην Κύπρο. Ωστόσο, όπως ο μάρτυρας αυτός είπε, το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου του 2010 φαινόταν ότι η κατηγορούμενη 1 ενδεχομένως να δυσκολευόταν ακόμη περισσότερο να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της. Είχαν προκύψει διάφορα προβλήματα σε σχέση με την παράδοση καυσίμων, τα οποία προβλήματα είχαν επιταχυνθεί και κορυφωθεί κατά τη θερινή περίοδο. Όπως ο μάρτυρας περαιτέρω ανάφερε, τα μέρη κατέβαλλαν προσπάθειες για να τα διαχειριστούν με την Α.Η.Κ. να προσπαθεί να προτρέψει την κατηγορούμενη 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι από τις 05.10.10 που πληρώθηκε το φορτίο 'Emerald' η Α.Η.Κ. παρατήρησε διαφαινόμενη αδυναμία ή ανικανότητα της κατηγορουμένης 1 να συνεχίσει την προμήθεια καυσίμων κατά το υπόλοιπο μέρος της διάρκειας της σύμβασης που σύμφωνα με ισχυρισμό της ίδιας της κατηγορουμένης 1 ήταν δυνατό να λήξει στα τέλη Νοεμβρίου του
  12. Συνεπώς, θα επηρεαζόταν η απρόσκοπτη διαδικασία καυσίμων για τους μήνες Δεκέμβριο 2010 και Ιανουάριο
  13. Η επιστολή ημερομηνίας 13.09.10 που παραδόθηκε στην Α.Η.Κ. από λειτουργούς της Ελληνικής Τράπεζας δεν εκλήφθηκε ως απαίτηση αλλά απλά σαν πληροφορικής φύσεως. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε, το φορτίο 'Emerald' πληρώθηκε επειδή μέχρι εκείνη τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε εκκρεμότητες ή διεκδικήσεις μεταξύ Α.Η.Κ. και κατηγορουμένης
  14. Αντίθετα, η αξία του φορτίου 'Neva' δεν πληρώθηκε επειδή είχε πλέον διαφανεί ότι η κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και ως εκ τούτου η Α.Η.Κ. ήταν αναγκασμένη να προβεί σε αγορές καυσίμων εκτός της σύμβασης με συνεπαγόμενο πρόσθετο κόστος και στα πλαίσια προστασίας του καταναλωτή προέβηκε στην κατακράτηση πληρωμών και στην υποβολή απαίτησης εγγυητικών έτσι ώστε να καλύψει τις πρόσθετες δαπάνες τις οποίες η Α.Η.Κ. είχε υποστεί. Τα πιο πάνω οδήγησαν σε τερματισμό των συμβάσεων της κατηγορουμένης 1 με την Α.Η.Κ. και κατάθεσης του ποσού που αναλογεί στην αξία του φορτίου 'Neva' σε λογαριασμό τύπου 'escrow'. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο βασικός ισχυρισμός του ΜΚ1 περί γνώσης των κατηγορουμένων αναφορικά με την αποστολή και γνωστοποίηση στην Α.Η.Κ. των συμφωνιών εκχώρησης προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας αντικρούστηκε από τους υπόλοιπους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί πάνω στην εξ' ακοής μαρτυρία του ΜΚ1 που αποκόμισε από τον δικηγόρο της Α.Η.Κ., κύριο Ανδρέα Δημητρίου καθώς και από κάποιο άγνωστο αξιωματούχο της κατηγορουμένης 1, τον οποίο η παραπονούμενη εταιρεία δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω συνήγορος έθεσε ακόμη θέμα νομιμοποίησης έγερσης της παρούσας ιδιωτικής φύσεως ποινικής υπόθεσης από την παραπονούμενη εταιρεία. Με παραπομπή σε νομολογία ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε τον τερματισμό της διαδικασίας επειδή, κατά την άποψη του, ενώ ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το προϊόν πώλησης σε σχέση με το φορτίο Neva έπρεπε να καταβληθεί στην παραπονούμενη εταιρεία καθότι ο τίτλος των προϊόντων ήταν ακόμη στην κατοχή τους, τελικά όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 37 ο τίτλος των εμπορευμάτων ήταν με την τράπεζα Credit Agricole (Swisse) S.M. Geneva (στο εξής 'Credit Agricole') και όχι με την παραπονούμενη εταιρεία. Ενισχύοντας το σκεπτικό του ο κύριος Αραούζος επικαλέστηκε τα Τεκμήρια 9 και 12 μέσα από τα οποία ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι οι συγκεκριμένες εκχωρήσεις σε σχέση με τα φορτία Emerald και Neva φαίνεται να είχαν δοθεί προς την πιο πάνω τράπεζα και όχι προς την παραπονούμενη εταιρεία, πράγμα που σύμφωνα με τον ίδιο επαληθεύει την θέση του. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, παραπέμποντας και αυτός σε νομολογία, ανάφερε ότι έχουν αποδειχτεί όλα τα συστατικά στοιχεία επί όλων των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να τους καλέσει σε απολογία. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Επίσης, εκτεταμένη σύνοψη της νομολογίας και σε βάθος προσέγγιση του σταδίου εκ πρώτης όψεως δίδεται μέσα από την απόφαση Γενικού Εισαγγελέα v. Ανδρέα Δράκου κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ.5-9/2012, ημερομηνίας 11.12.12. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, προέχει η εξέταση του επιχειρήματος του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα ποινική υπόθεση επειδή από το αποτέλεσμα της ενδεχομένως να επηρεαστεί καταλυτικά η συνέχιση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων θεωρεί ότι ο τίτλος του φορτίου 'Neva' δεν ανήκει στην παραπονούμενη εταιρεία αλλά στην τράπεζα Credit Agricole επειδή το όνομα της παρουσιάζεται στο έγγραφο φορτωτικής (bill of lading) αλλά και επειδή το έγγραφο εκχώρησης των δικαιωμάτων είσπραξης που έγινε αφορά την εν λόγω τράπεζα. Κατά τον συνήγορο υπεράσπισης, από τη στιγμή που υπάρχουν τα πιο πάνω δύο δεδομένα, η παραπονούμενη εταιρεία δεν θεωρείται το 'θύμα' της υπόθεσης. Το δικαίωμα καταχώρησης ιδιωτικής φύσεως ποινικής υπόθεσης προϋποθέτει απαραίτητα άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του προσώπου που την προωθεί από την παράνομη πράξη. Επομένως, το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Στην υπόθεση Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 λέχθηκε ότι το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι η ιδιωτική ποινική δίωξη αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας. Δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης δεν έχουν όλοι οι πολίτες. Το διατηρούν μόνο τα θύματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης ποινικής δίωξης από ιδιώτες μόνο σε άτομα που έχουν άμεσο συμφέρον τέθηκε ακριβώς για να αποτρέπονται άχρηστες ή κακόβουλες διώξεις (βλέπε Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434). Επίσης, στην υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμος
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 υποδείχτηκε ότι το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους. Σχετική ακόμη είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοσθένους v. Τύχωνος, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2011, ημερομηνίας 16.01.13. Η νομοθεσία που κατ' εξοχήν διέπει την πώληση αγαθών είναι ο Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, Ν.10(Ι)/94 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στο άρθρο 19
(1)αναφέρεται ότι όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης συγκεκριμένων αγαθών ή αγαθών που εξακριβώθηκαν, η κυριότητα αυτών μεταβιβάζεται στον αγοραστή σε τέτοιο χρόνο όπως είναι η πρόθεση των μερών για να μεταβιβαστεί. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου για την εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών λαμβάνονται υπόψη οι όροι της σύμβασης, η συμπεριφορά των μερών και οι περιστάσεις της υπόθεσης. Στην απουσία οτιδήποτε περί του αντιθέτου, τα άρθρα 20 μέχρι 24 του Ν.10(Ι)/94 περιέχουν κανόνες για την εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο η κυριότητα των αγαθών θα μεταβιβαστεί στον αγοραστή. Σε σχέση με τα κριτήρια καθορισμού της κυριότητας αγαθών άντλησα καθοδήγηση από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Benjamin's Sales of Goods', 5η έκδοση όπου στην παράγραφο 19-080, σελίδα 1312 κατέγραψα το εξής αξιοσημείωτο απόσπασμα που αφορά c.i.f. contracts of sale goods: ". The court looks for indicia of intention in the terms of the contract of sale and in the subsequent conduct of the parties... " Στη σελίδα 1133, παράγραφο 18-156 του ιδίου συγγράμματος σημειώνονται τα εξής που αφορούν γενικά συμβάσεις αγαθών (overseas contract of sale of goods): ". The law appears to start with the assumption that a seller of goods in transit will not normally wish to part with the property in the goods so long as the he needs it as security for payment of the price... " Στη δε σελίδα 1135, παράγραφο 18-158 του ιδίου συγγράμματος επισημαίνονται τα εξής που επίσης αφορούν γενικά συμβάσεις αγαθών (overseas contract of sale of goods): "In overseas sales, the passing of property thus depends on the provisions of the contract, the form of the shipping documents, and the way in which the documents have been dealt with." Επίσης, στη σελίδα 1137, παράγραφο 18-161 του ιδίου συγγράμματος επισημαίνονται τα εξής που ακόμη μια φορά αφορούν γενικά συμβάσεις αγαθών (overseas contract of sale of goods): "Although it has been said that the taking of a bill of lading to the seller's order is nearly 'conclusive evidence' that property did not pass on shipment, there is no absolute rule of law to that effect." Μελετώντας τα πιο πάνω συνάγεται ότι το έγγραφο φορτωτικής δεν είναι αυτό που καθορίζει τον τίτλο, δηλαδή την ιδιοκτησία ενός προϊόντος που αγοράζεται και μεταφέρεται δια θαλάσσης για παράδοση στον προορισμό του. Μπορεί να τύχει αλλά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένο. Το σίγουρο είναι ότι το όνομα του προσώπου που φαίνεται να είναι σημειωμένο στα έγγραφα φορτωτικής είναι αυτό που έχει το δικαίωμα να παραλάβει τα αγαθά από το πλοίο και να τα παραδώσει στον αγοραστή οπισθογραφώντας σχετικά το έγγραφο φορτωτικής. Συνηθίζεται να είναι άτομο προσκείμενο στον πωλητή, όπως π.χ. η τράπεζα του, αφού με αυτόν τον τρόπο δύναται ο πωλητής να κατοχυρώσει στην πράξη την πληρωμή των πωληθέντων αγαθών προτού αυτά καταλήξουν στην κατοχή του αγοραστή. Η κυριότητα-ιδιοκτησία των εμπορευμάτων διέπεται και παράλληλα καθορίζεται μέσα από τη νομική σχέση που διέπει τα συμβαλλόμενα και/ή όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τα σχετικά συμφωνητικά έγγραφα. Έτσι καθορίζεται η πρόθεση των μερών για το συγκεκριμένο ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση η καταγραφή του ονόματος της τράπεζας Credit Agricole στο έγγραφο φορτωτικής (Τεκμήριο 37) δεν είναι το στοιχείο που κάποιος στρέφεται για να διαπιστώσει τον ιδιοκτήτη του φορτίου 'Neva'. Ιδιαίτερα όταν, όπως εδώ, ένα τέτοιο στοιχείο είναι απομονωμένο και δεν συνοδεύεται υποστηριχτικά από άλλη μαρτυρία. Ωστόσο η Credit Agricole φαίνεται ότι είναι το πρόσωπο που δικαιούται να παραλάβει το συγκεκριμένο φορτίο πετρελαίου και να το παραδώσει στην κατηγορούμενη 1 που είναι ο αγοραστής. Προς απάντηση τελικά του ερωτήματος ποιο είναι το πρόσωπο που φέρει την ιδιοκτησία-κυριότητα του φορτίου 'Neva' ανάτρεξα στο συμφωνητικό έγγραφο που διέπει την επαγγελματική συνεργασία της παραπονούμενης εταιρείας και της κατηγορουμένης 1 σχετικά με το συγκεκριμένο φορτίο και που αναντίλεκτα προκύπτει να είναι το Τεκμήριο
  1. Με αυτόν τον τρόπο εξακριβώνω την πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Μελετώντας τους όρους του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 10.09.10 διαπιστώνω ότι πρόθεση των μερών ήταν ο τίτλος-ιδιοκτησία του φορτίου 'Neva' να μεταβιβαστεί από την παραπονούμενη εταιρεία στην κατηγορούμενη 1 με το στάδιο όμως της μεταβίβασης να μην είναι ξεκάθαρο. Ειδικότερα στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 6 παρατηρώ ότι τέτοια μεταβίβαση του εμπορεύματος πραγματοποιείται με τη φόρτωση του προϊόντος στο πλοίο. Η κατάληξη αυτή ενισχύεται από τον εξής όρο του εγγράφου: 'PROPERTY IN THE PRODUCT SHALL BE DEEMED IN THIS CASE TO PASS TO THE BUYER, NOTWITHSTANDING THE PROPERTY AND RISK CLAUSE HEREIN, AS THE PRODUCT PASSES THE VESSEL'S PERMANENT FLANGE AT LOADPORT.' [ η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Προχωρώντας όμως στη σελίδα 4 του ιδίου εγγράφου προσέχω ότι σημειώνεται ως συμφωνημένο στάδιο μεταβίβασης της κυριότητας του ιδίου εμπορεύματος με την εκφόρτωση του από το πλοίο. Το συμπέρασμα αυτό επαληθεύεται από τον εξής όρο του εγγράφου: 'RISK AND PROPERTY IN THE PRODUCT DELIVERED UNDER THIS CONTRACT SHALL PASS FROM SELLER TO BUYER AS THE PRODUCT PASSES THE VESSEL'S PERMANENT FLANGE AT DISCHARGE PORT.' [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου] Όσον αφορά το θέμα της εκχώρησης των δικαιωμάτων και συμφερόντων της παραπονούμενης εταιρείας στην τράπεζα Credit Agricole, όπως εκ πρώτης όψεως παρατηρείται από το Τεκμήριο 12, δεν σημαίνει ότι διαγράφει το ρόλο που διαδραματίζει και την ιδιότητα που η παραπονούμενη εταιρεία φέρει ως πωλητής του φορτίου 'Neva'. Ούτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο τέτοια εκχώρηση ακυρώνει το Τεκμήριο 6 ή απαλείφει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις της εν λόγω εταιρείας που απορρέουν από το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο. Αντίθετα, αυτό μπορεί κάποιος να πει ότι δημιουργεί νέα δεδομένα τα οποία υποδεικνύουν μεταβίβαση του τίτλου του φορτίου από την παραπονούμενη εταιρεία στην κατηγορούμενη 1 με την εξόφληση του αγαθού στην τράπεζα Credit Agricole. Αυτό με τη σειρά ενισχύει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το όνομα της Credit Agricole φαίνεται στο έγγραφο φορτωτικής προκειμένου να κατοχυρωθεί η πληρωμή των πωληθέντων αγαθών προτού αυτά καταλήξουν στην κατοχή της κατηγορουμένης
  2. Είναι γι' αυτό το λόγο που με οδηγίες της παραπονούμενης εταιρείας το φορτίο 'Neva' παραδόθηκε στον προορισμό του στις 21.09.10 και 22.09.
  3. Συνεπώς, παρόλο ότι εκ πρώτης όψεως δεν είναι ξεκάθαρο πότε θα γινόταν η μεταβίβαση του τίτλου του εμπορεύματος, αυτό που αναδύεται μέσα από τη νομική σχέση των συμβαλλομένων μερών είναι ότι η πρόθεση των μερών ήταν να μεταβιβαστεί από την παραπονούμενη εταιρεία στην κατηγορούμενη
  4. Στη βάση αυτών, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει θέμα μη νομιμοποίησης της καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης από την παραπονούμενη εταιρεία αφού, ως υπό τις περιστάσεις πωλητής του φορτίου, σε περίπτωση που αποδειχτούν στον απαιτούμενο βαθμό τα ποινικά αδικήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται, ως αναντίλεκτα αγοραστής και μοναδικός, όπως εκ πρώτης όψεως φαίνεται από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, διευθυντής της αγοράστριας εταιρείας αντίστοιχα του ιδίου φορτίου, θα προκληθεί άμεσα βλάβη στα δικαιώματα και συμφέροντα της. Θα εξετάσω ευθύς τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν για σκοπούς του σταδίου αυτού χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται μαρτυρία αλλά πάντοτε περιοριζόμενος σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Το αδίκημα της απάτης, με το οποίο σχετίζεται η πέμπτη κατηγορία του κατηγορητηρίου, διέπεται από το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Κάποιος χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα ή επινόημα και (β) αποκτά πράγμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή (γ) υποκινεί άλλο πρόσωπο και (δ) παραδίδει σε άλλο πρόσωπο (ε) χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Η ετυμολογική έννοια της λέξης 'τέχνασμα', όπως αυτή εντοπίστηκε από το ελληνικό ερμηνευτικό 'Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας', του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, σελίδα 1758, παραπέμπει στην επινόηση που κάποιος χρησιμοποιεί για να πετύχει κάτι και να πείσει τους συνομιλητές του προκειμένου να πετύχει κάτι πλαγίως. Ομοίως παραπέμπει στη χρήση παραπλανητικού κόλπου και στην επίδειξη πανουργίας. Στη δε σελίδα 652 του ιδίου βιβλίου η λέξη 'επινόημα' σημαίνει ένα εφεύρημα ή μια επινόηση που κάποιος επινοεί. Συνεπώς, μέσα από τις πιο ετυμολογικές ερμηνείες αλλά και νομικές έννοιες που προκύπτουν ερμηνεύοντας τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου καθίσταται αντιληπτό ότι η έννοια του 'δόλιου τεχνάσματος' και 'επινοήματος' αποκτά τη σημασία της λήψης από μέρους ενός προσώπου θετικών δόλιων μέτρων είτε μέσω συγκεκριμένων δόλιων ενεργειών είτε δια της χρήσης κάποιου δόλιου μέσου ή δράση στη βάση συγκεκριμένου σκεπτικού ή σχεδίου προς επίτευξη παράνομου σκοπού. Στην παρούσα υπόθεση αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 η χρήση δόλιου τεχνάσματος και/ή επινοήματος μέσω της εκχώρησης στις 13.09.10 των εισπράξεων από τη μεταπώληση του φορτίου 'Neva' στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. την οποία η κατηγορούμενη 1 με τη βοήθεια και/ή συνδρομή του κατηγορουμένου 2 παρέστησαν ως πρώτης προτεραιότητας και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων, συμπεριφορά που τους αποδίδουν ότι συνέχισαν να έχουν μέχρι την παράδοση του φορτίου, τη στιγμή που γνώριζαν ότι κάτι τέτοιο ήταν ψευδές ή μη αληθινό αφού στις 13.09.10 η Ελληνική Τράπεζα απέστειλε στην Α.Η.Κ. ειδοποίηση των εκχωρήσεων που η κατηγορούμενη 1 της είχε στις 07.12.09 και 21.12.09 παραχωρήσει για τις ίδιες εισπράξεις, απαιτώντας από την Α.Η.Κ. την καταβολή των εισπράξεων σ' αυτήν, γεγονός για το οποίο η κατηγορούμενη 1 έλαβε γνώση μεταξύ των ημερομηνιών 13.09.10 και 20.09.10 και σε κάθε περίπτωση πριν από την παράδοση του φορτίου στην Α.Η.Κ. και το οποίο απέφυγε σκόπιμα και δόλια να γνωστοποιήσει στην παραπονούμενη εταιρεία αφού αν ήταν εις γνώση της θα τερμάτιζε τη συμφωνία με την κατηγορούμενη 1 πάραυτα και δεν θα παρέδιδε το φορτίο, το οποίο τελικά, τελώντας εν αγνοία του πιο πάνω γεγονότος, παρέδωσε στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. στις 21 και 22 Σεπτεμβρίου
  5. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν στη βάση οργανωμένου σχεδίου ή συγκεκριμένου κόλπου-εφευρήματος η κατηγορούμενη 1 με τη βοήθεια και/ή συνδρομή και/ή συμβουλή και/ή συμμετοχή και/ή παρακίνηση του κατηγορουμένου 2 έδρασε δόλια με σκοπό την απόκτηση αγαθών από την παραπονούμενη εταιρεία ή εναλλακτικά υποκίνησε οποιοδήποτε να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν έθετε σε εφαρμογή το δόλιο και παράνομο σκεπτικό της. Εξετάζοντας αντικειμενικά την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στο θέμα αυτό αναφορικά με το φορτίο 'Neva', εκ πρώτης όψεως παρατηρώ τα εξής: (α) Κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων η παραπονούμενη εταιρεία γνώριζε δια του διευθυντή εμπορίου της (ΜΚ1) ότι ο λόγος που η κατηγορούμενη 1 εισηγείτο την εκχώρηση των εσόδων που θα καταβάλλονταν από την Α.Η.Κ. στη βάση του συμβολαίου που είχαν με την τελευταία ως αντάλλαγμα για την πώληση του φορτίου πετρελαίου ήταν επειδή η κατηγορουμένη 1 δεν μπορούσε τη δεδομένη εκείνη στιγμή να εξασφαλίσει πιστωτική επιστολή από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (βλέπε μαρτυρία ΜΚ1). (β) Η εκχώρηση των εισπράξεων της κατηγορουμένης 1 από την πώληση φορτίων πετρελαίου στην Α.Η.Κ. κρίθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία ως καλή και αποτελεσματική εξασφάλιση, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από την τράπεζα της παραπονούμενης εταιρείας Credit Agricole (βλέπε μαρτυρία ΜΚ1). (γ) Αποτελούσε πρακτική και πολιτική της παραπονούμενης εταιρείας όταν ο αγοραστής αντιμετώπιζε δυσκολίες στην εξασφάλιση πιστωτικής επιστολής, όπως η κατηγορούμενη 1 στην προκειμένη περίπτωση, να αποδέχεται ως εναλλακτική εξασφάλιση την εκχώρηση των εισπράξεων που ο αγοραστής δικαιούται να λάβει από τη μεταπώληση του φορτίου και ο τελικός αγοραστής θα είναι κάποιο αξιόπιστο κυβερνητικό ίδρυμα ή ανάλογο αυτού όσον αφορά την αξιοπιστία και το αξιόχρεο του, κατηγορία στην οποία η παραπονούμενη εταιρεία κατέτασσε την Α.Η.Κ. ως ημικρατικό οργανισμό (βλέπε μαρτυρία ΜΚ1). (δ) Η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευε φορτία πετρελαίου στην κατηγορούμενη 1 και σε άλλες εταιρείες του κατηγορουμένου 2 εδώ και 15 χρόνια χωρίς να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες στην είσπραξη πληρωμών από τις πωλήσεις φορτίων πετρελαίου. (ε) Στις 10.09.10 που συνομολογήθηκε η σχετική συμφωνία η εξασφάλιση που συμφωνήθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία και την κατηγορούμενη 1, ως συμβαλλόμενα μέρη, ήταν απλά εκχώρηση των εισπράξεων της κατηγορουμένης 1 από τη μεταπώληση του φορτίου στην Α.Η.Κ. μέσω της τράπεζας Credit Agricole και όχι πρώτης τάξεως ή πρώτης προτεραιότητας εκχώρηση και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων (βλέπε σελίδα 4 Τεκμηρίου 6). (στ) Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να φανερώνει ότι όταν στις 13.09.10 η κατηγορούμενη 1 στη βάση πρώτης τάξεως εκχωρούσε τις εισπράξεις από τη μεταπώληση του φορτίου στην Α.Η.Κ. για το φορτίο 'Neva' το είχε ήδη πράξει με άλλο οργανισμό για τον ίδιο σκοπό και με δυνατότητα εφαρμογής του κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις. Ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι κάτι τέτοιο έγινε μεταγενέστερα. (ζ) Η πρώτης τάξεως εκχώρηση που η κατηγορούμενη 1 παρείχε στην παραπονούμενη εταιρεία ήταν ανέκκλητη και εφαρμοζόταν αυτόματα όταν η Α.Η.Κ. θα πλήρωνε την αξία του συγκεκριμένου και μόνο φορτίου (βλέπε Τεκμήριο 12) και έγινε ως αντάλλαγμα για την πώληση του εν λόγω φορτίου από την παραπονούμενη εταιρεία στην κατηγορούμενη
  6. (η) Η ίδια ακριβώς διαδικασία ακολουθήθηκε για το φορτίο 'Emerald' του οποίου η αξία εξοφλήθηκε από την Α.Η.Κ. χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. (θ) Την ανάγκη πληρωμής δια της πιο πάνω μεθόδου που εκ των υστέρων συμφωνήθηκε υπέδειξε έγκαιρα η κατηγορούμενη 1 στην Α.Η.Κ. και κατ' επέκταση απαίτησε από αυτήν κατά την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών τιμολογίων αναφορικά με την πληρωμή της αξίας του φορτίου 'Neva' μετά την παράδοση του στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. (βλέπε Τεκμήρια 17Α και 17Β). (ι) Η πλήρης και ανέκκλητη εκχώρηση των δικαιωμάτων της κατηγορουμένης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα που πηγάζουν από τη συμφωνία της πρώτης με την Α.Η.Κ. αναφορικά με όλα τα φορτία πετρελαίου που αυτή θα παρέδιδε στην Α.Η.Κ. για την περίοδο από 01.12.09 μέχρι 31.01.11 έγινε ως αντάλλαγμα για την παροχή τραπεζικής εγγυητικής ύψους USD$5εκ. για πιστή εκτέλεση του πιο πάνω συμβολαίου. Η μοναδική περίπτωση που το πιο πάνω θα εφαρμοζόταν είναι όταν η κατηγορούμενη 1 δεν εκτελούσε πιστά τις συμβατικές υποχρεώσεις της και η Α.Η.Κ. υπέβαλλε απαίτηση για ρευστοποίηση της τραπεζικής εγγυητικής και η Ελληνική Τράπεζα κατέβαλλε την ζημιά της Α.Η.Κ. Τότε η Ελληνική Τράπεζα μπορούσε να ασκήσει το πιο πάνω δικαίωμα της για να ανακτήσει τη ζημιά της που θα είχε πραγματικά υποστεί με την πληρωμή του ποσού που θα αναλογούσε στην πραγματική και ακριβή ζημιά της Α.Η.Κ. (βλέπε Τεκμήρια 39Α και 39Β). Αυτό προϋποθέτει εκτίμηση και υπολογισμό της ζημιάς. (κ) Περαιτέρω εξασφάλιση προς την Ελληνική Τράπεζα δόθηκε και από τον κατηγορούμενο 2 υπό την μορφή προσωπικών εγγυήσεων. (λ) Μέχρι και την παράδοση του φορτίου 'Neva' δεν χρειάστηκε από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας να καταφύγει στην άσκηση του προαναφερόμενου δικαιώματος της. Ειδικότερα δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να αναφέρει ότι η Ελληνική Τράπεζα υπέβαλε απαίτηση για πληρωμή από τις προοριζόμενες προς την κατηγορούμενη 1 εισπράξεις. (μ) Η Α.Η.Κ. κατακράτησε πληρωμές που προορίζονταν στην κατηγορούμενη 1 ύψους USD$16εκ από την αγορά του φορτίου 'Neva' και επιπλέον εισέπραξε μετά από σχετική απαίτηση προς την Ελληνική Τράπεζα δύο εγγυητικές συνολικού ύψους USD$10εκ, τη στιγμή που η ίδια είχε εκτιμήσει τη ζημιά της μέχρι εκείνη τη στιγμή περί τα USD$10εκ ενώ η Ελληνική Τράπεζα την είχε υπολογίσει σε ποσό μικρότερο των USD$3εκ (βλέπε μαρτυρία ΜΚ2). (ν) Η κατηγορούμενη 1 προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει την Α.Η.Κ. να αποδεσμεύσει το ποσό πληρωμής που αφορούσε το φορτίο 'Neva' και να διαβιβαστεί στην παραπονούμενη εταιρεία μέσω της Credit Agricole. Παράλληλα, η κατηγορούσα αρχή αποδίδει γνώση στην κατηγορούμενη 1 για την αποστολή ειδοποίησης της Ελληνικής Τράπεζας στην Α.Η.Κ. μεταξύ 13.09.10 και πριν από την παράδοση του φορτίου 'Neva' και δόλια και σκόπιμη απόκρυψη του γεγονότος αυτού από την παραπονούμενη εταιρεία. Πέραν και ανεξαρτήτως ότι το Τεκμήριο 40 είναι απλά ειδοποίηση και όχι απαίτηση από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας, η μοναδική μαρτυρία που υπονοεί τέτοια γνώση προέρχεται από τον ΜΚ1, διευθυντή εμπορίου της παραπονούμενης εταιρείας. Το άτομο αυτό επικαλείται γενικά και αόριστα ότι τέτοια πληροφορία προήλθε από το δικηγόρο της Α.Η.Κ. που έχει και απόδειξη γι' αυτό σε ανύποπτο χρόνο χωρίς να προσδιορίζει με σαφήνεια πως και από ποιον ο ίδιος έμαθε αυτό που ισχυρίζεται, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ειπώθηκε αυτό, τι απόδειξη έχει ή τουλάχιστο εννοεί ότι έχει και γιατί αποδίδει αβασάνιστα πίστη και αλήθεια σ' αυτό που άκουσε. Περαιτέρω στο θέμα αυτό της γνώσης και ταυτόχρονα δόλιας και σκόπιμης απόκρυψης του από την παραπονούμενη εταιρεία, ο ΜΚ1 επικαλείται και πάλι γενικά, αόριστα και ασαφή ότι την πληροφορία αυτή την άκουσε και από άτομο της υπηρεσίας της κατηγορουμένης 1 χωρίς όμως να αποκαλύπτει το όνομα ή την ιδιότητα του προσώπου ή τη σχέση του προσώπου αυτού με το συγκεκριμένο θέμα ή τη σχέση του ΜΚ1 με το πρόσωπο αυτό ή πως και πότε το άκουσε αυτό ή και γιατί να δείξει αξιοπιστία σ' αυτό που άκουσε. Μπροστά σε αυτήν την επικίνδυνη αοριστολογία και τις σοβαρές ελλείψεις και ουσιώδεις αδυναμίες που εξ' αντικειμένου παρουσιάζει κρίνω ότι δεν πρόκειται για αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως για την κατηγορούμενη 1 (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ). Συνεπώς, τυχόν κλήση των κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία επί του συγκεκριμένος θέματος δεν θα οδηγήσει στο να δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις ακριβώς λόγω της γενικότητας, ασάφειας και αοριστολογίας που η μαρτυρία αυτή παρουσιάζει (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ). Με βάση τα πιο πάνω πως μπορεί κάποιος να αποδώσει στην κατηγορούμενη 1 την κατάστρωση οργανωμένου σχεδίου με σκοπό την εξαπάτηση της παραπονούμενης εταιρείας σε σχέση με το φορτίο 'Neva' και υπό τις περιστάσεις που η κατηγορούσα αρχή της αποδίδει. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει εκ πρώτης όψεως την χρήση οποιουδήποτε δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης μέσω οποιασδήποτε ενέργειας από μέρους της κατηγορούμενης 1 εις βάρος της παραπονούμενης εταιρείας και με σκοπό την εξαπάτηση της και που να οδήγησε στην απόκτηση χρημάτων ή εμπορευμάτων ή αντικείμενο ή με καθ' οιονδήποτε τρόπο να απόκτησε όφελος μέσα από την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της. Ούτε εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε τέτοιου κινήτρου ή πρόθεσης που θα δικαιολογούσε μια τέτοια συμπεριφορά που της αποδίδεται. Ούτε και διαπιστώνω εκ πρώτης όψεως να υποκίνησε άλλο πρόσωπο στο να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Συνεπώς, με εξαίρεση την απόκτηση αντικειμένου που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, όπως είναι το φορτίο πετρελαίου, κανένα από τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία στοιχειοθετείται στη βάση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την κατηγορούμενη
  1. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται στην έκτη κατηγορία για παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης και/ή συμμετοχή στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απάτης στη βάση των άρθρων 20, 21 και 301 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 20 του Κεφ.154 προνοεί κατά λέξη τα εξής: "Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος." Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι κάποιος συμμετέχει στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απάτης ως αυτουργός όταν προβαίνει σε πράξεις ή παραλείψεις που υποβοηθούν την εξαπάτηση ενός προσώπου, ή παρέχει βοήθεια σε κάποιο άλλο ή συμβουλεύει ή προάγει κάποιο άλλο. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 τονίστηκε πως στις περιπτώσεις που πρόσωπα διώκονται ως συνεργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες δηλαδή γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Το νοητικό στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού ακόμη και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης δηλαδή για τα οποία δεν απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας για τους αυτουργούς. Στην προκειμένη περίπτωση, με γνώμονα ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εξ' αντικειμένου το αδίκημα της απάτης για την κατηγορούμενη 1 είναι προφανές ότι καμία βοήθεια ή συμβουλή ή παρακίνηση ή συνέργεια ή προαγωγή μπορούσε να γίνει ή έγινε στην εν λόγω κατηγορούμενη από το διευθυντή της, κατηγορούμενο 2. Περαιτέρω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 βρίσκει έρεισμα και για τον κατηγορούμενο 2 και ως εκ τούτου δεν έχουν εκ πρώτης όψεως αποδειχτεί αυτά που του αποδίδουν ως πράξεις και παραλείψεις. Πέραν και ανεξαρτήτως αυτού, καμία μαρτυρία υπάρχει που αντικειμενικά και στην όψη της εξεταζόμενη και χωρίς να καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος 2 καθ' οιονδήποτε τρόπο βοήθησε, συμβούλευσε, παρακίνησε, παρείχε συνδρομή ή συμμετείχε με την κατηγορουμένη 1 στη διάπραξη του αδικήματος της απάτης. Η υπογραφή των Τεκμηρίων 6, 39Α και 39Β από τον κατηγορούμενο 2 σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες περιστάσεις και συνθήκες που περιβάλουν την υπόθεση αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία που να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως ενοχή εναντίον του. Η δε ιδιότητα του κατηγορουμένου 2 ως διευθυντής ή ακόμη ως μοναδικός διευθυντής της κατηγορουμένης 1 δεν αρκεί από μόνη της να δημιουργήσει εικόνα εκ πρώτης όψεως ενοχής, στην απουσία κατάλληλης μαρτυρίας για συμμετοχή του στη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος (βλέπε Παντελή v. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708 και Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Με το ίδιο σκεπτικό ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί συναυτουργός με βάση το άρθρο 21 του Κεφ.154 αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που εκ πρώτης όψεως να δείχνει ότι είχε κοινή πρόθεση με την κατηγορούμενη 1 και ότι μαζί με αυτή επιδίωξαν την εξαπάτηση της παραπονούμενης εταιρείας πράγμα το οποίο και πέτυχαν, έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία για το θέμα αυτό. Σχετικά με το άρθρο 301 του Κεφ. 154 προνοούνται τα πιο κάτω: "Όποιος— (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο· ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά· ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δυό μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων." Μια απλή μελέτη των διατάξεων του άρθρου αυτού είναι ικανή στο να δείξει ότι το περιεχόμενο του δεν σχετίζεται καθόλου με την προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και ούτε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Συνεπώς, χωρίς δεύτερη σκέψη, τα συστατικά στοιχεία του δεν έχουν τεκμηριωθεί. Το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, που είναι το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, εδράζεται στα άρθρο 297 και 298 του Κεφ.
  1. Το άρθρα αυτά προνοούν τ' ακόλουθα: "
  2. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων." Από το λεκτικό λοιπόν των εν λόγω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  4. Η ψευδής παράστασης, δηλαδή παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  5. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  6. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  7. Με τη ψευδή παράσταση, δηλαδή ως αποτέλεσμα αυτής, ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλέπε Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Επίσης, στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ.130/2012 και 131/2012, ημερομηνίας 03.07.12 έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 και λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".... η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice
(1885)29 Ch. D. 459, 483), "The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη." Στρεφόμενος στα γεγονότα που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, πάντοτε αντικειμενικά προσεγγισμένα, θεωρώ ότι είναι ουσιώδες ζήτημα η πρόθεση της κατηγορουμένης 1 κατά τον κρίσιμο χρόνο της συνομολόγησης του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 10.09.
  1. Επ' αυτού επαναλαμβάνω αυτά που έχω επισημάνει και καταγράψει πιο πάνω υπό τα σημεία (α) μέχρι (ν). Το τι προκύπτει αβίαστα από αυτά είναι ότι στις 10.09.10 η κατηγορούμενη 1 συμφώνησε με την παραπονούμενη εταιρεία για την εκχώρηση των εισπράξεων της κατηγορουμένης 1 από τη μεταπώληση του φορτίου στην Α.Η.Κ. μέσω της τράπεζας Credit Agricole και όχι πρώτης τάξεως ή πρώτης προτεραιότητας εκχώρηση και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων. Είναι υπό τις περιστάσεις άνευ σημασίας η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι στις διαπραγματεύσεις και συζητήσεις που προηγήθηκαν λέχθηκε η παροχή πρώτης προτεραιότητας εκχώρησης των εισπράξεων. Αυτό που είναι σημαντικό είναι αυτό που τελικά συμφωνήθηκε στα πλαίσια πώλησης του φορτίου 'Neva' και καταγράφεται στην εν λόγω συμφωνία (Τεκμήριο 6). Το Δικαστήριο γνωρίζει επίσης ότι ενώπιον του βρίσκεται μαρτυρία που εκ πρώτης όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη επισημαίνει τα εξής: - Κάποια προβλήματα στην προμήθεια φορτίων πετρελαίου από μέρους της κατηγορουμένης 1 άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα κατά τον Φεβρουάριο του 2010, πλην όμως αυτά ήταν διαχειρίσιμα (βλέπε μαρτυρία ΜΚ5). - Τα προβλήματα αυτά είχαν επιταχυνθεί και κορυφωθεί κατά τη θερινή περίοδο (βλέπε μαρτυρία ΜΚ5). - Το δε δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου του 2010 φαινόταν ότι η κατηγορούμενη 1 ενδεχομένως να δυσκολευόταν ακόμη περισσότερο να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της (βλέπε μαρτυρία ΜΚ5). Η πιο πάνω μαρτυρία στις 10.09.10 που συνομολογήθηκε η συμφωνία μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας και της κατηγορουμένης 1 για την αγορά του φορτίου 'Neva', δεν προδιάγραφε στον ορίζοντα πιθανότητα υποβολής απαίτησης από την Α.Η.Κ. για ρευστοποίηση των εγγυητικών πιστής εκτέλεσης και συνεπακόλουθη ενεργοποίηση του δικαιώματος της Ελληνικής Τράπεζας εκχώρησης εισπράξεων με σκοπό την κάλυψη των ζημιών της. Ούτε η μαρτυρία ότι μέχρι το καλοκαίρι του 2010 η Α.Η.Κ. είχε επιβάλει στην κατηγορούμενη 1 πρόστιμο ύψους USD$5.6 ή USD$5.8εκ. διαφοροποιούσε την τότε επικρατούσα εικόνα της κατάστασης (βλέπε μαρτυρία ΜΚ2). Όταν όμως στις 05.10.10 όντως παρατηρήθηκε διαφαινόμενη αδυναμία ή ανικανότητα της κατηγορουμένης 1 να συνεχίσει την απρόσκοπτη προμήθεια καυσίμων κατά το υπόλοιπο μέρος της διάρκειας της σύμβασης με ενδεχόμενο να λήξει στα τέλη Νοεμβρίου του 2011 με αποτέλεσμα να επηρεαζόταν η απρόσκοπτη διαδικασία καυσίμων για τους μήνες Δεκέμβριο 2010 και Ιανουάριο 2011 με ορατό πλέον τον κίνδυνο ρευστοποίησης των εγγυητικών πιστής εκτέλεσης από την Α.Η.Κ., η οποία ας σημειωθεί ότι σχετική απαίτηση τελικά υπεβλήθηκε στις 29.09.10 και συνεπακόλουθη ενεργοποίηση του δικαιώματος της Ελληνικής Τράπεζας εκχώρησης εισπράξεων, η συμφωνία για την πώληση του φορτίου 'Neva' όχι μόνο είχε πλέον συνομολογηθεί και επισφραγιστεί από τα μέρη αλλά και το εν λόγω φορτίο παραδοθεί στις εγκαταστάσεις της Α.Η.Κ. στις 21.09.10 και 22.09.
  2. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 1 δεν αποκάλυψε στην παραπονούμενη εταιρεία στις 10.09.10 που έγινε η μεταξύ τους συμφωνία ότι το έτος 2009 είχε εκχωρήσει πλήρως και ανέκκλητα στην Ελληνική Τράπεζα τα δικαιώματα των εισπράξεων σε σχέση με όλα τα φορτία πετρελαίου στην Α.Η.Κ. για λόγο ξεχωριστό, συγκεκριμένο και περιορισμένο από την εκχώρηση στην οποία προέβηκε μεταγενέστερα προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας, χωρίς να ήταν βέβαιη η ποτέ ανάγκη ενεργοποίησης αυτού του δικαιώματος της Ελληνικής Τράπεζας ένεκα σχετικού διαβήματος της Α.Η.Κ. αφού, όπως έχω ήδη αναφέρει, για να ασκείτο το δικαίωμα αυτό θα έπρεπε πρώτα να συμβούν γεγονότα, των οποίων η πιθανότητα για κάτι τέτοιο στις 10.09.10 δεν φαινόταν να ήταν ορατή, δεν καθιστά την μεταγενέστερη εκχώρηση των εισπράξεων κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας στις 10.09.10 για σκοπούς είσπραξης του τιμήματος πώλησης ενός συγκεκριμένου φορτίου, ψευδής παράσταση. Στην περίπτωση όμως που η παράσταση της κατηγορουμένης 1 στις 10.09.10 για εκχώρηση δικαιωμάτων είσπραξης προς την παραπονούμενη εταιρεία σε συνδυασμό με την προγενέστερη εκχώρησης δικαιωμάτων είσπραξης στην Ελληνική Τράπεζα και την μη αποκάλυψη αυτού του στοιχείου στην παραπονούμενης εταιρεία θεωρηθεί ψευδής με την κατηγορούμενη 1 να γνωρίζει ότι η παράσταση της στις 10.09.10 ήταν ψευδής ή δεν πίστευε ότι ήταν αληθής, συνεπεία της οποίας η κατηγορούμενη 1 απέκτησε από την παραπονούμενη εταιρεία το φορτίο πετρελαίου, τότε στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, τα οποία αντλήθηκαν μέσα από αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης, δηλαδή ότι η ψευδής παράσταση της κατηγορουμένης 1 έγινε με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας. Ούτε η μεταγενέστερη της συμφωνίας συμπεριφορά που αποδίδεται στην κατηγορούμενη 1 ότι διέπραξε την περίοδο από 13.09.10 μέχρι 22.09.10 και εν πάσει περιπτώσει πριν από την παράδοση του φορτίου 'Neva', αποτελεί ψευδής παράσταση καθότι: (α) έγινε εκ των υστέρων και όταν είχαν πλέον συμφωνηθεί τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών με τη μεταξύ τους συμφωνία, ανάμεσα σ' άλλα και η υποχρέωση παράδοσης του φορτίου 'Neva', χωρίς έτσι να υπάρχει το κίνητρο ή ένοχη διάνοια για καταδολίευση και (β) η προγενέστερη εκχώρηση εισπράξεων στην Ελληνική Τράπεζα έγινε για λόγο ξεχωριστό, συγκεκριμένο και περιορισμένο από την εκχώρηση στην οποία προέβηκε μεταγενέστερα προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας, χωρίς να ήταν βέβαιη η ποτέ ανάγκη ενεργοποίησης αυτού του δικαιώματος της Ελληνικής Τράπεζας αφού για να ασκείτο το δικαίωμα αυτό θα έπρεπε πρώτα να συμβούν γεγονότα, των οποίων η πιθανότητα για κάτι τέτοιο την περίοδο 13.09.10 μέχρι 22.09.10 και εν πάσει περιπτώσει πριν από την παράδοση του φορτίου 'Neva' δεν φαινόταν να ήταν ορατή και (γ) επειδή δεν υπάρχει, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) περί ύπαρξης γνώσης από μέρους της κατηγορουμένης 1 για αποστολή στις 13.09.10 ειδοποίησης της εκχώρησης δικαιωμάτων από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας, τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως για την κατηγορούμενη
  3. Ακόμη όμως κάποιος να θεωρήσει την συμπεριφορά της κατηγορουμένης 1 στις 13.09.10 να προβεί σε πρώτης τάξεως-πρώτης προτεραιότητας εκχώρηση δικαιωμάτων είσπραξης και σε κάθε περίπτωση ελεύθερη από πιθανές απαιτήσεις τρίτων προς όφελος της Credit Agricole με δικαιούχο την παραπονούμενη εταιρεία ψευδής με την κατηγορούμενη 1 να γνωρίζει ότι η παράσταση της στις 10.09.10 ήταν ψευδής ή δεν πίστευε ότι ήταν αληθής, συνεπεία της οποίας η κατηγορούμενη 1 απέκτησε από την παραπονούμενη εταιρεία το φορτίο πετρελαίου, τότε για όλους τους λόγους που σημειώθηκαν για την συμπεριφορά της κατηγορουμένης 1 στις 10.09.10 πλέον για το λόγο ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) περί ύπαρξης γνώσης από μέρους της κατηγορουμένης 1 για αποστολή στις 13.09.10 ειδοποίησης της εκχώρησης δικαιωμάτων από μέρους της Ελληνικής Τράπεζας, απουσιάζει το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης, δηλαδή ότι η ψευδής παράσταση της κατηγορουμένης 1 έγινε με σκοπό την καταδολίευση της παραπονούμενης εταιρείας. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται στην δεύτερη κατηγορία για παροχή συνδρομής και/ή συμβουλής και/ή παρακίνησης και/ή συμμετοχή στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις στη βάση των άρθρων 20, 21, 297 και 298 του Κεφ.
  4. Επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν για τον κατηγορούμενο 2 σε σχέση με την έκτη κατηγορία υπό το φως των δεδομένων της δεύτερης κατηγορίας που μόλις έχουν αναλυθεί αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, στα οποία και παραπέμπω. Αν ακόμη ήθελε βρεθεί ότι υπάρχει το απαιτούμενο actus reus, δηλαδή ότι με την υπογραφή του στα Τεκμήρια 6 και 12 και με την παρουσία του σε συνεδριάσεις αλλά και σε συνδυασμό με την μη αποκάλυψη στην παραπονούμενη εταιρεία προγενέστερης εκχώρησης δικαιωμάτων είσπραξης που δόθηκε από την κατηγορούμενη 1 στην Ελληνική Τράπεζα, ο κατηγορούμενος 2 βοήθησε στην παρουσίαση ψευδούς παράστασης στην παραπονούμενη εταιρεία, συνεπεία της οποίας η κατηγορούμενη 1 απέκτησε από την παραπονούμενη εταιρεία το φορτίο πετρελαίου, απουσιάζει το απαιτούμενο mens rea, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 2 ως εκ της θέσεως του και με τον τρόπο που ενέργησε ή παρέλειψε να πράξει μεταξύ της περιόδου 10.09.10 μέχρι 22.09.10 και εν πάσει περιπτώσει πριν από την παράδοση του φορτίου 'Neva' γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ή να αναμένει την εκ των υστέρων και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010 εμφάνιση τέτοιων δυσκολιών και εμποδίων που η Α.Η.Κ. θα εκλάμβανε ως ανυπέρβλητες για την κατηγορουμένη 1 στο να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της, ούτε και γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει ή να αναμένει την εκ των υστέρων και συγκεκριμένα περί τον Οκτώβριο του 2010 ενέργεια της Α.Η.Κ. να υποβάλει απαίτηση και ακολούθως να εξαργυρώσει τις δύο τραπεζικές εγγυητικές ύψους USD$10εκ. καθώς επίσης την εκ των υστέρων ενέργεια της Α.Η.Κ. περί τον Οκτώβριο του 2010 να κατακρατήσει το επιπλέον ποσό USD$16εκ. περίπου που προοριζόταν για την πληρωμή τιμολογίων της παραπονούμενης εταιρείας αναφορικά με το φορτίο 'Neva' ως πιθανές ζημιές της τις οποίες η Ελληνική Τράπεζα υπολόγισε και εκτίμησε μικρότερης αξίας των USD$3εκ. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει ενώπιον του μαρτυρία που αντικειμενικά και στην όψη της εξεταζόμενη και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται να φανερώνει εκ πρώτης όψεως οποιασδήποτε μορφής συνέργειας, βοήθειας, συνδρομής, συμβουλής, παρακίνησης ή συμμετοχής του κατηγορουμένου 2 στη διάπραξη του κατ' ισχυρισμού αδικήματος της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις είτε ως αυτουργός είτε ως συναυτουργός. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη στο σύνολο της, είναι αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, με εξαίρεση βέβαια τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες μεμονωμένες περιπτώσεις που έχουν εξειδικευμένα καταγραφεί με σαφήνεια όπου η μαρτυρία δεν ήταν αξιόπιστη στο επίπεδο του εκ πρώτης όψεως για να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως για την κατηγορούμενη
  5. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τις κατηγορίες που περιέχονται στο κατηγορητήριο εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
  6. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης. Αυτό γιατί ως είναι εμφανές, από τη σχετική μαρτυρία, εξεταζόμενη αντικειμενικά, δεν είναι δυνατό να προκύψουν αναμφίβολα, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν αξιολογηθεί αυτή στο τελικό στάδιο, τα πιο πάνω. Υπό αυτές τις συνθήκες η κλήση των κατηγορούμενων 1 και 2 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις/Απάτη Άρθρα 297, 298, 300, 301, 20, 21, 26 και 29 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.