Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνης Νέρουππος, Αρ. Υπόθεσης: 13603/11, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13603/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Αντώνης Νέρουππος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28/06/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μενελάου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι την 26ην Ιανουαρίου 2010 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά το Πισσούρι, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΑ 309, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Παναγιώτη Αθηνοδώρου, τέως από τη Λεμεσό. 2η Κατηγορία: Oδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως. 3η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. 4η Κατηγορία: Μεταφορά καθ' υπέρβαση του εγκεκριμένου βάρους. 5η Κατηγορία: Στις 26/01/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου με κατεστραμμένα φύλλα καταγραφής ταχογράφου. 6η Κατηγορία: Στις 26/01/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου και χρησιμοποίησε τα φύλλα καταγραφής ταχογράφου πέραν των 24 ωρών. 7η Κατηγορία: Στις 26/01/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου και χρησιμοποίησε λανθασμένα τον μηχανισμό μεταγωγής του ταχογράφου. 8η Κατηγορία: Στις 26/01/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου και χρησιμοποίησε λανθασμένα φύλλα καταγραφής του ταχογράφου. 9η Κατηγορία: Στις 26/01/2010 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου και χρησιμοποίησε λανθασμένα τον ταχογράφο, δηλαδή ο ταχογράφος καταγραφής ήταν κατά 12 ώρες λανθασμένος. 10η Κατηγορία: Στις 25/11/2009 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 11η Κατηγορία: Στις 26/11/2009 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 12η Κατηγορία: Στις 27/11/2009 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 13η Κατηγορία: Tην 01ην/12/2009 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 14η Κατηγορία: Στις 03/12/2009 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 15η Κατηγορία: Στις 07/01/2010 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. 16η Κατηγορία: Στις 11/01/2010 σε άγνωστη οδό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 παρέλειψε να σταματήσει για διάλειμμα ως όφειλε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας ο κατηγορούμενους προέβηκε σε παραδοχή σε σχέση με τις κατηγορίες 4-16 συμπεριλαμβανομένων και η ακρόαση συνεχίστηκε μόνο για τις κατηγορίες 1-3, ως ανωτέρω. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε έξι μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Λοχία 1239 Κώστα Σάββα (ΜΚ1), τον Αστ. 3908 Αντρέα Φρεσνίτο (Μ.Κ.2), τον Λοχ. 4745 Αντρέα Ηλία (Μ.Κ.3), τον κ. Μάριο Χριστίδη (Μ.Κ.4) τον Αρ. Αν. Λοχία 3027 Αντρέα Περικλέους (Μ.Κ.5) και την κα Άννα Στεφάνου (Μ.Κ.6). Επιπρόσθετα οι δύο πλευρές εκ συμφώνου, προέβησαν σε παραδεκτά γεγονότα και κατέθεσαν και γραπτή δήλωση παραδεκτών γεγονότων (τεκμήριο Α) τα οποία αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «Στις 26/01/2010 και περί ώρα 1735 ο κατηγορούμενος Αντώνης Νέρουππος είχε σταθμευμένο το βαρύ φορτηγό όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 στο έρεισμα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Πάφου με κατεύθυνση την Πάφο, λόγω μηχανικής βλάβης. Μετά την επιδιόρθωση του ο κατηγορούμενος οδήγησε το πιο πάνω αναφερόμενο όχημα και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου με δυτική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Παναγιώτης Αθηνοδώρου (θύμα) οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΖ 662 στον πιο πάνω αναφερόμενο δρόμο με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω αναφερόμενου δρόμου έγινε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και του οχήματος που οδηγούσε το θύμα. Μετά τη σύγκρουση στη σκηνή του δυστυχήματος κατέφθασε σωστικό συνεργείο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, άνδρες της οποίας απεγκλώβισαν τον Παναγιώτη Αθηνοδώρου από το όχημα του. Στην συνέχεια ο Παναγιώτης Αθηνοδώρου παραλήφθηκε από την Νοσηλεύτρια Νεκταρία Λυσάνδρου Μ.4 στο κατηγορητήριο η οποία διαπίστωσε ότι δεν είχε σφυγμό, ούτε αναπνοή και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο όπου τον παρέδωσε στην επί καθήκοντι Γιατρό Δρ. Ελένη Δαμιανού Μ-5 στο κατηγορητήριο η οποία διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου. Μετά το πέρας της διερεύνησης της σκηνής του Δυστυχήματος από μέλη της Τροχαίας Λεμεσού το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στον Αστ. Σταθμό Πισσουρίου όπου τέθηκε υπό φρούρηση από τους Μ-6 και Μ-7 στο κατηγορητήριο. Στις 27/01/2010 και περί ώρα 0830 ο Μ-8 στο κατηγορητήριο Αστ. 1855 Π. Παναγιώτου, μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό Πισσουρίου μαζί με τον Μ-9 στο κατηγορητήριο Ε/Αστ. 6255 κ. Κυριάκου, όπου ο Μ-9 έκαμε Ζυγιστικό Έλεγχο στο όχημα του κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι αυτό είχε μικτό βάρος 43270 KG αντί 40000 KG. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 1100, ο Μ-8 συνόδευσε το όχημα του κατηγορουμένου στο ιδιωτικό Συνεργείο Βαθμονόμησης ταχογράφων με την Εμπορική Επωνυμία « TACHO & SPEED SERVICES LTD», όπου ο Μ-10 στο κατηγορητήριο Θεόδωρος Φωτίου έλεγξε τον ταχογράφο του οχήματος του κατηγορουμένου και διαπίστωσε ότι οι ρυθμίσεις του ταχογράφου και της συσκευής περιορισμού ταχύτητας ήταν κανονικές, χωρίς καμία παραβίαση. Διαπίστωσε επίσης ότι το ρολόι του ταχογράφου ήταν ρυθμισμένο στο άλλο μισό δωδεκάωρο της ημέρας δηλ. αντί να καταγράφει τις απογευματινές ώρες, κατέγραφε τις πρωινές αντίστοιχες και υπήρχε μια διαφορά 20 λεπτών της ώρας, δηλαδή 20 λεπτά πίσω. Στις 27/01/2010 και ώρα 1000 η Μ-12 στο κατηγορητήριο Ιατροδικαστής Δρ. Ε. Αντωνίου στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού διενέργησε την νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του προήλθε από τραυματική ρήξη καρδιάς με αιμοθώρακα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Την σορό του θύματος κατά τη διάρκεια της Νεκροψίας αναγνώρισε ο Μ-11 στο κατηγορητήριο Σάββας Πανάρετος, γαμπρός του θύματος και φωτογραφίες της Νεκροψίας έλαβε ο Μ-13 στο κατηγορητήριο Αστ. 2009 Α. Αντωνίου. Στις 30/01/2010 το όχημα του κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού όπου ο Μ-19 στο κατηγορητήριο Λοχ. 1239 Κ. Σάββα έλεγξε το σύστημα πέδησης διεύθυνσης, ανάρτησης και τα ελαστικά και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη πριν το Δυστύχημα. Στις 09/06/2010 ο Α/Λοχ. 2700 Τρ. Θεοχάρους Μ-14 στο κατηγορητήριο παρέδωσε το φύλλο καταγραφής του ταχογράφου της ημέρας του Δυστυχήματος στο Μ-16 στο κατηγορητήριο Λοχ. 466 Ε. Ανδρέου ο οποίος στη συνέχεια το παρέδωσε στη Μ-17 στο κατηγορητήριο Άννα Στεφάνου του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και ο οποίος στη συνέχεια το παρέλαβε και το επέστρεψε στον εξεταστή της υπόθεσης Λοχ. 1239 κ. Σάββα.» Επίσης, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός και η κατάθεση του Αστ. 1855 Π. Παναγιώτου, στην οποία αναφέρει τις ενέργειες που προέβηκε μετά το δυστύχημα και την επίσκεψη του στη σκηνή στις 27/01/2010 και περί ώρα 0830 καθώς επίσης και το γεγονός ότι την ίδια ημέρα έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήρια Β και Γ). Πέραν από τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, η υπόλοιπη προφορική μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιληπτικά έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε στο Δικαστήριο τη γραπτή του κατάθεση (τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως του εξέτασης στην οποία αναφέρει ότι στις 26/01/2010 και ώρα 18:25 επισκέφθηκε μαζί με τον Αστ. 392 τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε κατά η ώρα 17:35 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου (28,900 χλμ) με κατεύθυνση προς Πάφο. Εκεί βρήκε στις τελικές τους θέσεις τα ενεχόμενα οχήματα με αρ. εγγραφής ΕΤΖ 662, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ Corolla, στη θέση του οδηγού του οποίου ήταν αναίσθητος ο Παναγιώτης Αθηνοδώρου, 83 χρονών από τη Πάφο (θύμα) και το αρθρωτό όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309-2433CT, FORD IVECO, που έσυρε καρότσα με υδραυλικό ανυψωτήρα, φορτωμένο με σκύρα, με οδηγό τον κατηγορούμενο, τον οποίο εντόπισε στη σκηνή. Επίσης, στη σκηνή παρόντας ήταν και ο Χριστόφορος Χρυσάνθου, μηχανικός από τη Λεμεσό. Ακολούθως, στην παρουσία του κατηγορούμενου και με την βοήθεια του Αστ. 392 πήρε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 5) και μετέπειτα το μετέτρεψε σε σχέδιο επί κλίμακα 1:400 (τεκμήριο 6). Επίσης, φωτογράφισε τη σκηνή του δυστυχήματος και τα ενεχόμενα οχήματα (βλ. τεκμήριο 10). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρέλαβε και το ημερήσιο φύλο καταγραφής του ταχογράφου ημερομηνίας 26/01/2010 του αρθρωτού οχήματος (τεκμήριο 2). Όπως προκύπτει από το σχέδιο της σκηνής αλλά και όπως το επεξήγησε ο μάρτυρας, σε αυτό απεικονίζεται ο αυτοκινητόδρομος Λεμεσού - Πάφου. Το δυστύχημα έγινε στη κατεύθυνση από Λεμεσό προς Πάφο. Ο δρόμος στην κατεύθυνση αυτή αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,70 μέτρα και η αριστερή 3,60 μέτρα και χωρίζονται μεταξύ τους με άσπρη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή. Η αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, δηλαδή προς Λεμεσό χωρίζεται με κτιστή νησίδα. Αριστερότερα του δρόμου προς Πάφο, υπάρχει έρεισμα πλάτους 3,40 μέτρα και αριστερότερα αυτού όχθος. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σύμφωνα με μαρτυρίες που εξασφάλισε, το αρθρωτό όχημα είχε υποστεί βλάβη και σταμάτησε στο έρεισμα που υπήρχε στο δρόμο. Στο μέρος σε κάποια στιγμή έφτασε και περιπολικό της Αστυνομίας όπου τοποθέτησε σχετικούς κώνους. Αφού επιδιορθώθηκε, τότε το εν λόγω όχημα στην παρουσία ενός οχήματος Van που οδηγείτο από τον μηχανικό που επιδιόρθωσε τη βλάβη και βρισκόταν πίσω από το αρθρωτό όχημα του κατηγορούμενου και επίσης, στην παρουσία του περιπολικού της Αστυνομίας το οποίο βρισκόταν πίσω από το πιο πάνω Van, ξεκίνησε για να συνεχίσει την πορεία του προς Πάφο. Με βάση τις εν λόγω μαρτυρίες όταν το αρθρωτό εξήλθε από το έρεισμα και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση τη Πάφο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Το θύμα το οποίο κινείτο, σύμφωνα με το μάρτυρα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας συγκρούστηκε στο δεξιό πίσω μέρος του αρθρωτού οχήματος και επί των δεξιών πίσω τροχών. Τη πορεία αυτή του θύματος τη σημείωσε στο σχέδιο με το γράμμα Α με βάση τις μαρτυρίες που είχε αλλά αυτή προκύπτει είπε και από τα ίχνη τροχοπέδησης. Στη σκηνή εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του θύματος τα οποία σημειώνονται με το γράμμα Α1 και αυτά του δεξιού τροχού του θύματος εφάπτονται της διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας ενώ αυτό του αριστερού τροχού βρίσκεται παράλληλα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Το μήκος των εν λόγω ιχνών είναι 5,40 μέτρα του δεξιού τροχού και 4,40 μέτρα του αριστερού τροχού. Με το γράμμα Β σημειώνεται η πορεία του αρθρωτού οχήματος η οποία είναι επίσης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση μπροστά από την πορεία Α του θύματος. Σημειώθηκε στο σχέδιο κατόπιν των μαρτυρίων που είχε ο μάρτυρας αυτός. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης αυτό σημειώνεται με το γράμμα Χ και βρίσκεται 1,10 μέτρα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας από τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Τοποθετήθηκε εκεί κατόπιν ευρημάτων στη σκηνή τα οποία επεξήγησε. Με το Α2 σημειώνεται η τελική θέση του οχήματος του θύματος, του οποίου η μπροστινή πλευρά του εφάπτεται επί του σημείου Χ και εκτείνεται προς τα πίσω διαγώνια καταλαμβάνοντας μέρος και των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Με το γράμμα Β2 σημειώνεται το σημείο εκκίνησης του αρθρωτού οχήματος και αυτό βρίσκεται στο αριστερό έρεισμα και απέχει από το σημείο Χ, 71,10 μέτρα. Με το γράμμα Β1 σημειώνεται η τελική θέση του αρθρωτού οχήματος και το οποίο βρίσκεται δυτικότερα του Χ, δηλαδή πιο μπροστά από αυτό σε απόσταση 27,50 μέτρων από το πίσω μέρος του εν λόγω οχήματος. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στις ζημιές που υπέστηκαν τα ενεχόμενα οχήματα από τη σύγκρουση και προς τούτο κατέθεσε σχετικό έντυπο σε σχέση με το όχημα του θύματος (τεκμήριο 9). Επίσης, κατά τη προφορική του εξέταση είπε ότι το κύριο κτύπημα μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν το μπροστινό μέρος του οχήματος του θύματος ξεκινώντας 0,80 εκ από τα αριστερά προς τα δεξιά με τους πισινούς δεξιούς τροχούς της καρότσας μέχρι το δεξί αμάξωμα αυτής. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας εξήγησε τις φωτογραφίες που έλαβε, τεκμήριο 10 και υπέδειξε σε αυτές τα διάφορα σημεία που σημειώνονται στο σχέδιο της σκηνής. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην ορατότητα που υπάρχει στο σημείο του δυστυχήματος λέγοντας ότι από το σημείο σύγκρουσης και ανατολικότερα, δηλαδή προς τα πίσω ο δρόμος είναι ευθύς και εκτείνεται σε απόσταση 400 μέτρων. Την απόσταση αυτή τη μέτρησε με το ταχύμετρο και είπε ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας όταν ένα αντικείμενο φωτίζεται μπορεί να γίνει αντιληπτό από την πιο πάνω απόσταση. Όταν όμως το αυτοκίνητο δεν φωτίζεται δεν μπορείς να το δεις. Ο αυτοκινητόδρομος στο σημείο δεν φωτίζεται από οδικό φωτισμό και η ορατότητα σε τέτοια περίπτωση είναι εντός της εμβέλειας των φώτων. Κατά την ώρα του δυστυχήματος είπε, ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, ήταν σούρουπο προς νύκτα και ο ήλιος είχε δύσει η ώρα 17:
- To φως από τον ήλιο, που ήταν στη πλήρη δύση του, ήταν πολύ αμυδρό και σχεδόν ανύπαρκτο λόγω των πυκνών νεφώσεων. Σε σχέση με τα φώτα πορείας του οχήματος του κατηγορούμενου, μετά από σχετικό έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και επίσης είπε ότι την ώρα που έφθασε στη σκηνή αυτά άναβαν. Επίσης, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι υπάρχουν μαρτυρίες ότι το θύμα πριν από το δυστύχημα δεν έφερε τη ζώνη ασφαλείας του αλλά ούτε είχε αναμμένα και τα φώτα πορείας του. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε διάφορους υπολογισμούς που έκανε για να διαπιστώσει το χρόνο που χρειάστηκε το αρθρωτό όχημα να διανύσει την απόσταση των 71,10 μέτρων από το σημείο εκκίνησης του μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Αφού ανέλυσε το ταχογράφο που παρέλαβε από το εν λόγω όχημα (τεκμήριο 2) βρήκε ότι η τελική ταχύτητα που ανέπτυξε το αρθρωτό ήταν 20 Χ.Α.Ω. Εφαρμόζοντας σχετικούς τύπους κατέληξε ότι το αρθρωτό χρειάστηκε 25,69 δευτερόλεπτα για να διανύσει την εν λόγω απόσταση. Συνεχίζοντας είπε ότι, επειδή η ταχύτητα του θύματος είναι άγνωστη, προέβηκε σε δύο σενάρια για να καταλήξει στην απόσταση που διάνυσε το αρθρωτό από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένο όταν το θύμα μπήκε στην ευθεία γραμμή των 400 μέτρων που ήταν η ορατότητα. Στην πρώτη περίπτωση χρησιμοποίησε ως ταχύτητα του θύματος τα 100 Χ.Α.Ω και εφαρμόζοντας σχετικούς τύπους κατέληξε ότι όταν το θύμα είχε μπει στην ευθεία των 400 μέτρων, το αρθρωτό είχε διανύσει μια απόσταση 13,77 μέτρων από το σημείο που ήταν ακινητοποιημένο ενώ λαμβάνοντας ως ταχύτητα του θύματος τα 80 Χ.Α.Ω η απόσταση αυτή είναι 6,38 μέτρα. Συμφώνησε επίσης, κατά την αντεξέταση του ότι οι πιο πάνω ταχύτητες του θύματος είναι υποθετικές και όχι πραγματικές. Ανέφερε μόνο ότι η μαρτυρία του Αστυνομικού που συνόδευε το αρθρωτό αναφέρει ότι το θύμα αντέδρασε στα 60 μέτρα όταν προσπερνούσε το εν λόγω περιπολικό. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατέθεσε φωτοαντίγραφο της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου (τεκμήριο 11) λέγοντας ότι με αυτή την άδεια δεν είχε δικαίωμα να οδηγεί όχημα της κατηγορίας του αρθρωτού που οδηγούσε. Επίσης, κατέθεσε και άλλα φύλλα ταχογράφου για προηγούμενες ημέρες του δυστυχήματος (τεκμήρια 4α) - 4v)) και τα επεξήγησε καθώς επίσης αναφέρθηκε και στη λειτουργία του ταχογράφου του εν λόγω οχήματος. Τέλος, κατέθεσε στο Δικαστήριο και δύο ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τον κατηγορούμενο (τεκμήρια 7 και 8) και κατά την αντεξέταση του τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κ. Χριστόφορο Χρυσάνθου (τεκμήριο 12) ο οποίος ήταν ο μηχανικός που βρισκόταν πίσω από το όχημα του κατηγορούμενου όταν ξεκίνησε καθώς επίσης και την κατάθεση του Αστ. 3908 Α. Φρέσνιτο (τεκμήριο 13) ο οποίος ήταν ο οδηγός του περιπολικού που βρισκόταν πίσω από το όχημα του μηχανικού κατά την ώρα που το αρθρωτό όχημα ξεκίνησε την πορεία του. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο Αστυνομικός που οδηγούσε το περιπολικό της Αστυνομίας και κατά την ώρα του δυστυχήματος βρισκόταν πίσω από το βαν όχημα του μηχανικού που ήταν πίσω από το φορτηγό του κατηγορούμενου με σκοπό να το βοηθήσουν να εκκινήσει και να εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο με ασφάλεια. Στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι βρισκόταν με το περιπολικό της Αστυνομίας, με τους φάρους του αναμμένους πίσω από το όχημα του μηχανικού σε απόσταση περίπου 60 μέτρων και δεξιότερα του ερείσματος καταλαμβάνοντας γύρω στο 1,50 μέτρο της αριστερής λωρίδας έτσι ώστε σε περίπτωση που ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο να τον δει και να μπει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Προτού εκκινήσει το φορτηγό του ο κατηγορούμενος, του έδωσε οδηγίες όπως συνεχίσει ευθεία πορεία στο έρεισμα μέχρι να αναπτύξει ταχύτητα και μετά να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν εκκίνησε το φορτηγό και άρχισε να μπαίνει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας τον είχαν προσπεράσει 4-5 αυτοκίνητα και βλέποντας τον έπαιρναν τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποια στιγμή, ξαφνικά πέρασε από δίπλα του ένα άσπρο αυτοκίνητο σαλούν, χωρίς φώτα το οποίο δεν φαινόταν να ερχόταν από πίσω του, αφού έλεγχε την τροχαία κίνηση και δεν έβλεπε οτιδήποτε και όταν τον προσπέρασε από τα δεξιά έκανε κλίση προς τα αριστερά σε κάποια απόσταση περί τα 20 μέτρα πιο μπροστά του και συγκρούστηκε στους πισινούς δεξιούς τροχούς του φορτηγού το οποίο δεν είχε μπει πλήρως στη λωρίδα κυκλοφορίας. Στην περαιτέρω μαρτυρία του ανέφερε ότι από τη στιγμή που εκκίνησαν όλα τα οχήματα μέχρι τη στιγμή που να εισέλθει το φορτηγό στο δρόμο και να προκληθεί η σύγκρουση, αυτό είχε διανύσει μια απόσταση γύρω στα 100 μέτρα. Πιο κάτω ερωτούμενος πόση απόσταση είχε διανύσει το φορτηγό στο έρεισμα προτού αυτό αρχίσει να εισέρχεται στο δρόμο, ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει. Εκείνο που θυμόταν και είπε είναι ότι η είσοδος του φορτηγού στο δρόμο ήταν διαγώνια. Προχωρώντας ανέπτυσσε ταχύτητα και είχε κλίση προς τα δεξιά προς το δρόμο. Επίσης, δεν θυμόταν να πει αν κατά την ώρα της σύγκρουσης το φορτηγό ήταν διαγώνια στο δρόμο ή σε ευθεία πορεία. Σε σχέση με τον φωτισμό ανέφερε ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει την ώρα εκείνη και δεν είχε οδικό φωτισμό. Ουσιαστικά είπε ότι ήταν σκοτεινά. Περαιτέρω, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι πιθανόν ο οδηγός του φορτηγού προτού εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου να κοίταξε από το καθρεφτάκι του, αλλά όπως και αυτός να μην είδε το άσπρο αυτοκίνητο που ερχόταν. Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του και αφού συμφώνησε ότι πιθανόν να κοίταξε προτού εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο, διαφώνησε με τη θέση ότι ανάπτυξε ταχύτητα προτού το πράξει. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Β΄ του Αρχηγείου Αστυνομίας και ήταν υπεύθυνος του κλιμακίου Ο.Π.Ο.Δ Αυδήμου. Στις 26/01/2010 και περί ώρα 17:00 αναχώρησε με το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο από το κλιμάκιο Αυδήμου για έλεγχο των περιπόλων στον αυτοκινητόδρομο κατευθυνόμενος προς Πάφο. Εισερχόμενος στον αυτοκινητόδρομο από την αερογέφυρα της Αυδήμου και περί ώρα 17:40 άκουσε μήνυμα μέσω ασυρμάτου από τον Αστ. 3908 που καλούσε για βοήθεια και ενημέρωνε το ΚΕΜ Αρχηγείου για τροχαίο δυστύχημα στην περιοχή Πισσουρίου με κατεύθυνση την Πάφο. Την ώρα εκείνη είπε, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματος του για να μπορεί να οδηγεί. Σε ένα περίπου λεπτό κατέφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος και προέβηκε σε διευθετήσεις για αποκοπή της πορείας. Στη σκηνή εντόπισε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΖ 662 ακινητοποιημένο στη μέση του δρόμου με σβησμένα τα φώτα και την μηχανή, το αρθρωτό ΗΖΑ 309 να είναι ακινητοποιημένο πιο μπροστά με τα φώτα αναμμένα. Επίσης, στη λωρίδα ασφαλείας μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν ακινητοποιημένο το βαν με αρ. εγγραφής ΚRJ
- Πήγε κοντά στο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΖ 662 και είδε ότι στη θέση του οδηγού βρισκόταν ένας ηλικιωμένος ο οποίος φαινόταν σοβαρά τραυματισμένος, δεν έδειχνε καμία ανταπόκριση και δεν είχε παλμό. Είδε επίσης, ότι ο τραυματίας δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και έλεγξε το σουιτς των φώτων του οχήματος του και είδε ότι βρισκόταν στην ένδειξη off. To σουιτς της μηχανής ήταν γυρισμένο στην θέση on ενώ η μηχανή ήταν εκτός λειτουργίας. Περαιτέρω, ανέφερε τις ενέργειες που έκανε με σκοπό να αποτρέψει την πρόκληση φωτιάς στο εν λόγω όχημα. Σε περαιτέρω εξέταση του αναφέρθηκε στο φωτισμό που υπήρχε στον δρόμο τη συγκεκριμένη στιγμή που εισήλθε σε αυτόν και κοίταξε προς τα πίσω του και ανέφερε ότι ήταν σούρουπο και λόγο της κατάστασης του καιρού, δεν θα μπορούσε να διακρίνει οποιοδήποτε όχημα κινείτο σε αυτόν χωρίς φώτα. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του Λειτουργού του Τμήματος Οδικών Μεταφορών στο οποίο εργάζεται για 21 χρόνια. Είναι υπεύθυνος της ομάδας εποπτών και έχει στην κατοχή του το φάκελο του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΖΑ
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 15 τα στοιχεία του εν λόγω οχήματος και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στην κατηγορία άδειας οδηγού που θα πρέπει να κατέχει ο οδηγός ενός τέτοιου οχήματος. Είπε ότι ο οδηγός θα πρέπει να κατέχει άδειας οδήγησης κατηγορίας Γ+Ε επειδή το συγκεκριμένο όχημα σύρει ρυμουλκούμενο και ταυτόχρονα να είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας κατηγορίας Φ που αφορά φορτηγό όχημα. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο, κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικά έντυπα (βλ. τεκμήρια 16α), β) και γ) αναφορικά με τις κατηγορίες αδειών που κατέχει και πότε τις απέκτησε. Εξηγώντας τα εν λόγω έντυπα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος στις 26/01/2010 δεν είχε άδεια κατηγορίας Γ+Ε. Απέκτησε μαθητική άδεια της κατηγορίας αυτής στις 09/04/2010 και κανονική στις 05/05/
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο είπε είχε επαγγελματική άδεια κατηγορίας Φ αλλά με αυτή και μόνο δεν μπορούσε να οδηγεί τον εν λόγω όχημα. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ότι στις 18/10/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει και του απάντησε «Δεν παραδέχομαι καμία από τις κατηγορίες». Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 18 τη γραπτή κατηγορία. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε ως Επιθεωρήτρια του Γραφείου Εργασίας η οποία ανέφερε ότι μεταξύ των καθηκόντων της είναι και ο έλεγχος και εφαρμογή της νομοθεσίας περί οδηγών ορισμένων οχημάτων σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και νομοθεσίες. Αφού ανέφερε τα προσόντα της κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 20 σχετική έκθεση της που ετοίμασε σε σχέση με την υπόθεση αυτή και αφορά τα φύλλα καταγραφής ταχογράφου για το όχημα του κατηγορούμενου, το χρόνο διαλείμματος κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες 4-16 καθώς επίσης και για τη χρήση του ταχογράφου. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της δεν είναι ουσιώδες αφού ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή στις σχετικές κατηγορίες. Σε περαιτέρω εξέταση της, αναφέρθηκε στο φύλλο ταχογράφου της ημέρας του δυστυχήματος, το οποίο η ίδια είχε την ευκαιρία και μελέτησε περί τον Ιούνιο του 2010 καθώς επίσης το είδε και ενώπιον του Δικαστηρίου αφού είναι κατατεθειμένο και ως τεκμήριο
- Αφού εξήγησε και περιέγραψε το τί καταγράφει το εν λόγω φύλλο και πώς γίνεται αυτό, ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορουμένου περί η ώρα 17:16 της 26/01/2010 εκκίνησε και αφού ανέπτυξε μέγιστη ταχύτητα 20 Χ.Α.Ω, σε ζήτημα ενός λεπτού επανήλθε σε στάση. Η απόσταση που διάνυσε κατά τον χρόνο αυτό ήταν κάτι πιο λίγο από τα 100 μέτρα. Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Περαιτέρω, κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης, τον κ. Νικόλαο Φερεντίνο (Μ.Υ.1) και τον κ. Χριστόφορο Χρυσάνθου (Μ.Υ.2). Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, γνώριζε τον κατηγορούμενο από οικογενειακό περιβάλλον και ακολούθως έγινε και πελάτης του. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο προς αναγνώριση Β ότι είναι το πιστοποιητικό ασφάλισης του οχήματος το οποίο εκδόθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία INTERLIFE όπως ήταν τότε μέσω του ιδίου. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο με αρ.
- Στη συνέχεια εξήγησε τη διαδικασία στην οποία προβαίνει για να ασφαλίσει ένα όχημα λέγοντας ότι ζητά από τον πελάτη τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος, άδεια οδήγησης και προηγούμενη ασφαλιστική κάλυψη. Αφού του προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα τότε απευθύνεται με αίτηση στην ασφαλιστική εταιρεία η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο. Στην περίπτωση του κατηγορουμένου, ο τελευταίος του είχε προσκομίσει όλα τα πιο πάνω έγγραφα και συγκεκριμένα αναγνώρισε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 11 και 17 που είναι η άδεια οδήγησης και η επαγγελματική άδεια οδήγησης του κατηγορουμένου ως αυτά που του παρουσίασε. Ακολούθως, αποτάθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία η οποία ενέκρινε την αίτηση και προέβηκε στην έκδοση του ασφαλιστήριου εγγράφου για την περίοδο από 10/03/2009 - 09/03/
- Από τότε μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένος με την ίδια εταιρεία. Ο Μ.Υ.2 είναι ο μηχανικός που επιδιόρθωσε το φορτηγό όχημα του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο οδηγός του βαν οχήματος που ακολουθούσε το εν λόγω όχημα του κατηγορουμένου όταν αυτό εκκίνησε από το έρεισμα και επιχείρησε την είσοδο του στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Ανέφερε ότι προτού ξεκινήσει το αρθρωτό, το όχημα του βρισκόταν σταματημένο πίσω από αυτό γύρω στα δύο μέτρα και πίσω του ήταν σταματημένο το αστυνομικό όχημα. Ο κατηγορούμενος είπε ξεκίνησε και πήγαινε σιγά μέσα στο ασφαλτοστρωμένο παγκέτο και αυτός τον ακολουθούσε στο ίδιο σημείο. Αφού ο κατηγορούμενος διάνυσε μια απόσταση γύρω στα 100 μέτρα τότε άρχισε να μπαίνει διαγώνια μέσα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και πριν αρχίσει να ισιώνει, είδε να περνά από τα δεξιά του ένα άσπρο σαλούν αυτοκίνητο και να πηγαίνει μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας έχοντας ελαφριά κλίση προς την αριστερή λωρίδα. Το περιπολικό της Αστυνομίας ήταν πίσω από το μάρτυρα σε απόσταση περί τα 30 μέτρα - την ίδια απόσταση είχε και αυτός από το αρθρωτό - και σχεδόν όλο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας τους φάρους του αναμμένους. Συνεχίζοντας, ο μάρτυρας αναφέρει ότι ξαφνικά και χωρίς κανένα λόγο το σαλούν αυτοκίνητο πήγε και κτύπησε βίαια πίσω στους δεξιούς τροχούς της καρότσας διαγώνια ενώ θα μπορούσε να συνεχίσει άνετα την πορεία του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως το έπραξαν και τέσσερα με πέντε αυτοκίνητα που πέρασαν από το σημείο εκείνο πριν από το δυστύχημα. Η σύγκρουση έγινε, είπε, την ώρα που το αρθρωτό όχημα άρχισε να ισιώνει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του ενώ το σαλούν όχημα που τον προσπέρασε όχι και το διαπίστωσε όταν πλησίασαν το όχημα με την Αστυνομία μετά τη σύγκρουση. Έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα και την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την θέση της υπεράσπισης όπως αυτή διαφάνηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, κατά την άποψη μου εκείνο που ουσιαστικά θα πρέπει να ανευρεθεί ως πραγματικό γεγονός είναι το σημείο από το οποίο ο κατηγορούμενος εισήλθε από το έρεισμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, ο τρόπος με τον οποίο το έπραξε και με ποια ταχύτητα. Επίσης, θα πρέπει να ανευρεθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος την ώρα που εισήλθε εντός της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητόδρομου έλεγξε την τροχαία κίνηση, κατά πόσο αντιλήφθηκε την έλευση του οχήματος του θύματος και κατά πόσο υπήρχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του εν λόγω οχήματος και από ποια απόσταση. Περαιτέρω, θα πρέπει να ανευρεθεί και η απόσταση που βρισκόταν το όχημα του θύματος την ώρα που ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του δρόμου και η ταχύτητα που κινείτο. Τέλος, θα πρέπει να ανευρεθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατείχε άδεια οδήγησης και τι κατηγορίας και κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1, εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω αμφιβολία ότι επρόκειτο περί ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου μάρτυρα. Ανέφερε την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση και τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, τόσο αμέσως μετά τη σύγκρουση όσο και μετέπειτα και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα διάφορα τεκμήρια που κατείχε και έκανε αναφορά στις μαρτυρίες που εξασφαλίστηκαν σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Δεν έχω διακρίνει ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει μια εκδοχή σε σχέση με τα ευρήματα του και την πραγματική μαρτυρία που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με σκοπό να πετύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αντιθέτως, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του δεν δίστασε να παραδεχθεί την ύπαρξη ευνοϊκών γεγονότων για τον κατηγορούμενο τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του από την όλη μαρτυρία που είχε εξασφαλιστεί. Πέραν τούτου, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού ήταν η πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή καθώς επίσης και το σχετικό σχέδιο που ετοίμασε. Κατ' αρχή ο μάρτυρας αναφερόμενος στα προσόντα του, τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, ανέφερε ότι παρακολούθησε στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και σχεδιαγράφησης, έτυχε εκπαίδευσης προχωρημένου επιπέδου διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων και εκπαίδευση στη φωτογραφία, στις συσκευές ανίχνευσης αλκοόλης στην εκπνοή και στα ταχύμετρα. Επίσης, έχει σχετική πείρα στα πιο πάνω, αφού υπηρετεί στην Τροχαία από τον Ιούλιο του 1998 μέχρι τον Μάρτιο του 2012 οπόταν ανέλαβε ως προϊστάμενος. Επομένως, έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις αρχές της νομολογίας (Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013) αποδέχομαι τον μάρτυρα αυτό ως εμπειρογνώμονα στα πιο πάνω ζητήματα που έτυχε εκπαίδευσης. Η μαρτυρία τέτοιου μάρτυρα σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267 Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Από τη πραγματική μαρτυρία που κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο αποδέχομαι τις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε στη σκηνή του δυστυχήματος. Οι φωτογραφίες αυτές λήφθηκαν από τον ίδιο και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του εμφανίστηκαν και έγιναν 38 μεγεθύνσεις τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο με ευρετήριο στο πίσω του μέρος. Οι εν λόγω φωτογραφίες (τεκμήριο 10) κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ένσταση, δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ούτε έχει προκύψει ότι αυτές δεν είναι αυθεντικές ή ότι έχουν αλλοιωθεί. Επομένως τις αποδέχομαι. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (τεκμήριο 5), το οποίο ετοίμασε μετά την επίσκεψη του στη σκηνή και αφού έλαβε τις σχετικές μετρήσεις. Ακολούθως, βάσει αυτού ετοίμασε το σχέδιο επί κλίμακας 1:400 (τεκμήριο 6). Από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποδέχομαι το δρόμο όπως απεικονίζεται σε αυτό και τις διαστάσεις των δύο λωρίδων κυκλοφορίας με κατεύθυνση την Πάφο καθώς επίσης και του ερείσματος. Επίσης, αποδέχομαι όλες τις μετρήσεις που φαίνονται σε αυτό αφού αυτές δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ο ίδιος ο μάρτυρας πήρε τα εν λόγω μέτρα στη σκηνή. Περαιτέρω, αποδέχομαι τα ίχνη τροχοπέδησης των μπροστινών τροχών του οχήματος του θύματος που σημειώνονται στο σχέδιο με το γράμμα Α1 και την τελική του θέση καθώς επίσης και την τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου. Δεν έχει διαφανεί ότι ενδεχομένως μετά τη σύγκρουση τα δύο οχήματα να μετακινήθηκαν από τις τελικές θέσεις που είχαν καταλήξει και βρέθηκαν από τον μάρτυρα ούτε τα σημεία αυτά έτυχαν αμφισβήτησης. Το ίδιο και τα ίχνη τροχοπέδησης και επιπλέον αυτά τελειώνουν στην τελική θέση του οχήματος του θύματος και σταματούν εκεί που είναι το σημείο σύγκρουσης, στο οποίο θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω. Το σημείο σύγκρουσης τοποθετείται με το γράμμα Χ και βρίσκεται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας σε απόσταση 1,10 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή με τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κρίνω ότι ο μάρτυρας έδωσε επαρκείς εξηγήσεις στο Δικαστήριο έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως το ορθό σημείο. Βρήκε στο σημείο όλα τα συντρίμμια του οχήματος που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση, λάδια και νερά στο δρόμο, καθώς επίσης εκεί τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης και επίσης η τελική θέση του οχήματος συνηγορεί προς την ορθότητα του σημείου αυτού. Πέραν τούτου, το σημείο αυτό δεν ήταν ζήτημα αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων. Το αποδέχομαι ως ορθό. Σε σχέση με τις πορείες, ο μάρτυρας τις σημείωσε στο σχέδιο σύμφωνα με τις μαρτυρίες που είχε και όχι από προσωπική του γνώση. Ιδιαίτερα η πορεία Β, δηλαδή αυτή του οχήματος του κατηγορουμένου η οποία φαίνεται στο σχέδιο να είναι εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση την Πάφο, δεν συνάδει με την μαρτυρία που είχε εξασφαλίσει ο μάρτυρας. Ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του φυσικά, ποια ήταν η πορεία που ακολούθησε το όχημα του κατηγορουμένου με βάση τις μαρτυρίες που είχε. Από τις αναφορές του αυτές, δεν μπορεί να προκύψει με πάσα βεβαιότητα η ακριβής πορεία που ακολούθησε το όχημα του κατηγορούμενου, από τη στιγμή που ξεκίνησε από το έρεισμα μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Η πορεία αυτή αλλά και το ακριβές σημείο που εισήλθε στην αριστερή λωρίδα το όχημα του κατηγορουμένου θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Το ίδιο και η πορεία Α, αυτή δηλαδή του θύματος παρόλο που ο μάρτυρας προσπάθησε να εξηγήσει με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης την πορεία αυτή. Δηλαδή, ανέφερε ότι από τη στιγμή που τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σημαίνει ότι το όχημα αυτό ακολουθούσε αυτή την πορεία και προσπάθησε να καθορίσει και συγκεκριμένη απόσταση που ακολουθούσε αύτη την πορεία πριν από τη σύγκρουση. Το μόνο το οποίο μπορώ να αποδεκτώ από τη θέση του μάρτυρα σε σχέση με την πορεία του θύματος είναι ότι τη στιγμή που αρχίζουν οι μπροστινοί τροχοί του οχήματος του θύματος να γράφουν στην άσφαλτο και την αμέσως προηγούμενη στιγμή το όχημα του θύματος ήταν εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Πέραν τούτου, δεν μπορώ να αποδεκτώ τις θέσεις που εξέφρασε αναφορικά με την απόσταση που το θύμα τηρούσε την πορεία αυτή πριν από τη σύγκρουση. Βασίστηκε στο χρόνο αντίδρασης του θύματος και εξέλαβε το χρόνο αυτό ως 2΄΄ χωρίς ωστόσο να το συνδέσει με την ηλικία του ή να δώσει επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις για τούτο. Επίσης, εξέλαβε μια συγκεκριμένη ταχύτητα που πρέπει να οδηγούσε το θύμα χωρίς όμως αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή τουλάχιστον να προκύπτει από κάπου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω συγκεκριμένα στοιχεία για να συνάδουν και με την υπόλοιπη μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Δεν θεωρώ ότι είναι ασφαλές να προβώ σε εύρημα σε σχέση με την ακριβή πορεία που ακολούθησε το θύμα πριν τη σύγκρουση, πέραν του γεγονότος ότι τη στιγμή που οι μπροστινοί του τροχοί αρχίζουν να γράφουν στο δρόμο και αμέσως προηγουμένως και για κάποια απόσταση οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με την ακριβή πορεία που ακολούθησε το όχημα του θύματος θα πρέπει να ανευρεθούν από την υπόλοιπη μαρτυρία. Πέρα των πιο πάνω, αποδέχομαι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού τις ζημίες που ανέφερε ότι έφεραν τα δυο οχήματα. Αυτές εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν από τον ίδιο, υποδείχθηκαν στο Δικαστήριο και στις φωτογραφίες, τεκμήριο 10 και αποτέλεσαν και παραδεκτό γεγονός αφού δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης, αποδέχομαι και το σημείο επαφής των δύο οχημάτων όπως το εξήγησε στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι περαιτέρω, τη μορφολογία του δρόμου στο σημείο και ότι αυτός ήταν ανηφορικός με κλίσης 4,1% και ότι από το σημείο σύγκρουσης και προς τα πίσω ο δρόμος είναι ευθύς και εκτείνεται σε απόσταση 400 μέτρων η ορατότητα. Αυτή η απόσταση, σύμφωνα με το μάρτυρα, μετρήθηκε από τον ίδιο με το ταχύμετρο. Να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι η ορατότητα αυτή είναι 400 μέτρα εφόσον υπάρχει φως της ημέρας. Κατά τη διάρκεια της νύκτας όμως, μπορεί κάποιος να διακρίνει φώτα αυτοκινήτου σε αυτή την απόσταση. Στη περίπτωση που δεν υπάρχουν αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου, τότε δεν υπάρχει καθόλου ορατότητα αφού ο δρόμος στο σημείο δεν φωτίζεται από οδικό φωτισμό. Αναφορικά με το σημείο εκκίνησης του αρθρωτού από το έρεισμα, αυτό σημειώνεται με το γράμμα Β
- Ο μάρτυρας εξηγώντας στο Δικαστήριο για ποιο λόγο τοποθέτησε το σημείο αυτό εκεί, είπε ότι του το υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Επίσης, στο ευρετήριο του σχεδίου αναφέρεται ότι στο αυλάκι βρέθηκαν βίδες των πισινών αριστερών ελαστικών του αρθρωτού. Η ορθότητα του εν λόγω σημείου δεν μπορεί να προκύψει από την αναφορά του μάρτυρα ότι υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο. Αυτό θα πρέπει να ανευρεθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ή πιο συγκεκριμένα των καταθέσεων του κατηγορουμένου. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι η αναφορά του μάρτυρα για την ανεύρεση πραγματικής μαρτυρίας στο σημείο. Είναι γεγονός παραδεκτό ότι το αρθρωτό παρουσίασε πρόβλημα στους πισινούς αριστερούς τροχούς και σταμάτησε στο έρεισμα μέχρι να επιδιορθωθεί. Πέραν τούτου, το γεγονός ότι οι εν λόγω βίδες ανήκουν στο αρθρωτό δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού ούτε γενικά ρωτήθηκε για το σημείο αυτό και κατά πόσο είναι λανθασμένο. Επίσης, οι εν λόγω βίδες φαίνονται ξεκάθαρα στη φωτογραφία 36 του τεκμηρίου 10 και βρίσκονται μαζεμένες στο σημείο εκείνο. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω, εφόσον οι εν λόγω βίδες ανήκουν στο αρθρωτό, είναι ότι το εν λόγω αρθρωτό προτού εκκινήσει βρισκόταν σταματημένο κάπου εκεί που βρίσκονται οι εν λόγω βίδες και ως εκ τούτου θεωρώ ότι μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι το σημείο εκκίνησης του αρθρωτού είναι κάπου εκεί στο Β
- Δεν έχει τεθεί μαρτυρία σε σχέση με ποιο μέρος του αρθρωτού βρισκόταν στο σημείο εκείνο αν ληφθεί υπόψη και το μήκος του, επομένως η απόσταση από το σημείο εκκίνησης μέχρι το σημείο σύγκρουσης δεν μπορεί να ανευρεθεί με ακρίβεια. Επομένως, αποδέχομαι το Β2 ως το σημείο που υπήρχαν μαζεμένες οι βίδες των πισινών αριστερών τροχών του αρθρωτού και στην απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης ότι το εν λόγω όχημα ήταν σταματημένο εκεί πριν εκκινήσει καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το σημείο εκκίνησης είναι κάπου εκεί στο Β
- Σε σχέση με τις αναφορές του μάρτυρα για τις μαρτυρίες που έλαβε και αναφέρουν τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση περί τούτου και ουσιαστικά οι μαρτυρίες αυτές ήταν του μηχανικού και του Αστυνομικού που βρίσκονταν στο σημείο, οι οποίοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τους θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Επίσης, ο μάρτυρας προέβηκε σε διάφορους μαθηματικούς τύπους για να καταλήξει στην απόσταση που βρισκόταν το θύμα και το χρόνο που χρειάστηκε να διανύσει την απόσταση των 400 μέτρων μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Παρόλο που οι εξηγήσεις του αυτές είναι επαρκείς, εντούτοις τα δεδομένα που χρησιμοποίησε και ειδικότερα η ταχύτητα με την οποία κινείτο το θύμα είναι υποθετικά. Ως συμπεράσματα θεωρώ ότι μπορώ να τα λάβω υπόψη μου ως ορθά αλλά σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθούν και δεδομένα ή ευρήματα γεγονότων αφού αυτά είναι υποθετικά. Περαιτέρω, αποδέχομαι τις αναφορές του και όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε σχετικά με την άδεια οδήγησης που κατείχε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και το πιστοποιητικό ασφάλισης, αφού δεν έτυχαν αμφισβήτησης αλλά όχι τα συμπεράσματα του. Αυτό είναι νομικό ζήτημα και θα κριθεί από το Δικαστήριο. Τέλος, σε σχέση με τον ταχογράφο της ημέρας του δυστυχήματος ο μάρτυρας προέβηκε σε ανάγνωση του και προέβηκε σε διάφορα συμπεράσματα. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τα εν λόγω συμπεράσματα που ανέφερε ο μάρτυρας εξηγώντας τον ταχογράφο, αφού ο ίδιος σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας περί τούτου και ότι έχει μόνο βασικές γνώσεις. Επίσης, δεν έχουν καταδειχθεί τέτοια προσόντα ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά από το μάρτυρα για οποιαδήποτε εκπαίδευση στο ζήτημα αυτό. Έχοντας υπόψη μου ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προφορική και έγγραφη, την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος βρισκόταν πίσω από το Van όχημα του μηχανικού που ακολουθούσε το αρθρωτό όχημα κατά την ώρα που ξεκίνησε από το έρεισμα και επιχείρησε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν έχω διακρίνει κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του μάρτυρα αυτού από το εδώλιο ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα. Η εμπλοκή του γενικά στο επίδικο δυστύχημα και οι ενέργειες που έκανε προτού το αρθρωτό ξεκινήσει αλλά και κατά τη διάρκεια που επιχείρησε να εισέλθει στον αριστερή λωρίδα δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του και θεωρώ ότι μπορώ να την αποδεκτώ. Επίσης, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ και τη θέση του ότι προτού ο κατηγορούμενος εκκινήσει του έδωσε οδηγίες να αναπτύξει ταχύτητα προτού εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν έχει κλονιστεί γενικά η αξιοπιστία του ούτε διαπίστωσα να έλεγε ψέματα για να καλύψει τυχόν δικές του ευθύνες. Περαιτέρω, εκείνο που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ήταν ότι δεν ανέφερε στον κατηγορούμενο να αναπτύξει συγκεκριμένη ταχύτητα και όχι γενικά ότι δεν του είπε να αναπτύξει ταχύτητα. Παρόλα αυτά όμως, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του σε σχέση με την απόσταση που ο ίδιος βρισκόταν πίσω από το αρθρωτό κατά την ώρα της σύγκρουσης και προγενέστερα όταν το αρθρωτό εξήλθε από το έρεισμα καθώς επίσης και την ταχύτητα που ο ίδιος κινείτο τη δεδομένη στιγμή αλλά και το αρθρωτό. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή και ξεκάθαρη εικόνα αναφορικά με το πότε ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σε ποια απόσταση ο ίδιος ο μάρτυρας βρισκόταν αλλά και πού το αρθρωτό όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κατά την ώρα της σύγκρουσης. Στα θέματα αυτά, τα οποία είναι και ουσιώδη για την έκβαση της υπόθεσης, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στη θέση που είχε το αρθρωτό στο δρόμο κατά την ώρα της σύγκρουσης, είπε ότι αυτό βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αν θυμάται καλά κατά τα 2/
- Πιο κάτω στη μαρτυρία του επανέλαβε τη θέση του αυτή, λέγοντας επίσης ότι δεν θυμάται ακριβώς. Εκτός του ότι δεν είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να προβεί σε ένα τέτοιο εύρημα με βάση τις αναφορές του αυτές, φαίνεται να προκύπτει από την πραγματική μαρτυρία και από το σημείο σύγκρουσης και το σημείο επαφής ότι το αρθρωτό πρέπει να βρισκόταν ολόκληρο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κατά την ώρα εκείνη. Επίσης, δεν θυμόταν να πει κατά πόσο το αρθρωτό κατά την ώρα της σύγκρουσης ήταν διαγώνια στο δρόμο ή σε ευθεία πορεία διότι όπως είπε την ώρα εκείνη έβλεπε το όχημα του θύματος. Περαιτέρω, πέραν του ότι δεν ήταν σε θέση να υποδείξει ή να αναφέρει το σημείο από το οποίο το αρθρωτό άρχισε να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δεν μπορούσε ούτε να αναφέρει κατά πόσο το αρθρωτό διάνυσε μεγαλύτερη απόσταση στο έρεισμα ή στο δρόμο πριν τη σύγκρουση. Ήταν κλιμακωτή είπε, η κίνηση. Ξεκίνησαν από το έρεισμα και δεν μπορεί να θυμάται την απόσταση που διένυσαν. Πιο κάτω στη μαρτυρία του και ερωτούμενος πού βρισκόταν το φορτηγό την ώρα που αντιλήφθηκε το όχημα του θύματος να τον προσπερνά, απάντησε ότι αυτό άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο. Αμέσως μετά και αφού του ζητήθηκε να δείξει στο σχέδιο της σκηνής τη θέση που είχε το αρθρωτό τη στιγμή εκείνη, έδειξε το αρθρωτό να βρίσκεται ολόκληρο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εκεί κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Περαιτέρω, οι αναφορές του για την ταχύτητα που κινείτο τόσο αυτός αλλά και το αρθρωτό σε σχέση με την απόσταση που ανέφερε ότι ο ίδιος βρισκόταν κατά την ώρα της σύγκρουσης από το αρθρωτό, δεν συνάδουν και δεν αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι αυτός βρισκόταν σε απόσταση 60 μέτρων από αυτό. Αντεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού, είπε ότι είχε κάποια απόσταση από το αρθρωτό και ότι δεν θυμάται την ταχύτητα του. Υπολογίζει είπε να ήταν 40 - 50 Χ.Α.Ω. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω και το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, θεωρώ ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου την εμπλοκή του στο επίδικο δυστύχημα, τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε πριν την εκκίνηση του αρθρωτού και τη θέση που ο ίδιος βρισκόταν στο δρόμο κατά την ώρα που τον προσπέρασε το όχημα του θύματος. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προτού εκκινήσει άναψε τα φώτα του οχήματος καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ίδιος πριν από τη σύγκρουση έλεγξε το δρόμο πίσω του και δεν αντιλήφθηκε το όχημα του θύματος και ότι αυτό δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του. Πέραν τούτων όμως, δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε σχέση με τον τρόπο που το αρθρωτό εισήλθε στο δρόμο, το σημείο από το οποίο το έπραξε ούτε τη θέση του οχήματος του θύματος κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος εισέρχεται στο δρόμο. Ούτε επίσης, τις διάφορες αποστάσεις και ταχύτητες που ανέφερε για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ανέφερε την εμπλοκή που είχε στο επίδικο δυστύχημα και το γεγονός ότι κατέφθασε στη σκηνή αμέσως μετά τη πρόκληση του δυστυχήματος. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό από τη μαρτυρία του και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεκτώ στην ολότητα της. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχε οποιασδήποτε αντεξέτασης. Σημαντικό από τη μαρτυρία του είναι η κατάσταση φωτισμού στο δρόμο κατά τη δεδομένη στιγμή και ότι χωρίς φώτα δεν θα μπορούσε να διακρίνει ένα όχημα το οποίο κινείτο στον αυτοκινητόδρομο. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε ότι όταν πλησίασε το όχημα του θύματος μετά τη σύγκρουση, διαπίστωσε ότι ο διακόπτης των φώτων ήταν στην ένδειξη «off», κάτι το οποίο ενισχύει και τη θέση του Μ.Κ.2 ότι το θύμα πριν τη σύγκρουση δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε και τις τελικές θέσεις των δύο ενεχόμενων οχημάτων και ότι αυτές είναι όπως απεικονίζονται στο σχέδιο της σκηνής. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα στοιχεία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος (βλ. τεκμήριο 15) καθώς επίσης και τις άδειες οδήγησης που κατείχε και από πότε (βλ. τεκμήρια 16 α),β) και γ) ως κάτοχος των στοιχείων αυτών λόγω της θέσης του ως υπεύθυνος της ομάδας εποπτών του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Τα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενο τους δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της στην έκταση όμως και στον βαθμό που αφορά την ύπαρξη γεγονότων και όχι συμπεράσματα και αναφορές του που αφορούν νομικά ζητήματα. Ο Μ.Κ.5 ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο και κατέθεσε τη γραπτή του κατηγορία (βλ. τεκμήριο 19). Δεν έτυχε αντεξέτασης και θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη πιο πάνω ενέργεια του. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας με σκοπό να αναφερθεί στον ταχογράφο και στα φύλλα του ταχογράφου που εντοπίστηκαν στο αρθρωτό και να αναφέρει τη διάπραξη ορισμένων αδικημάτων με βάση το Νόμο και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Κατέθεσε προς τούτο σχετική έκθεση που ετοίμασε στις 23/06/2010 αφού έλαβε στην κατοχή της και μελέτησε τα σχετικά φύλλα ταχογράφου. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία της, το σημαντικό είναι οι αναφορές της σε σχέση με την ταχύτητα που ανέπτυξε το αρθρωτό αμέσως πριν τη σύγκρουση και την απόσταση που διένυσε από την ώρα που εκκίνησε μέχρι τη στάση του. Κατ' αρχή η μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο τα προσόντα της και την εκπαίδευση που έτυχε σε σχέση με τους ταχογράφους. Κρίνω ότι με βάση τα προσόντα της αυτά, μπορώ να την αποδεκτώ ως εμπειρογνώμονα για το θέμα των ταχογράφων και ειδικότερα για την ανάγνωση αυτών. Η ίδια αναφέρει στην έκθεση της ότι έλαβε στην κατοχή της το φύλλο ταχογράφου του αρθρωτού ημερομηνίας 26/01/2010 και το οποίο διάβασε. Επίσης, στο Δικαστήριο της δόθηκε το τεκμήριο 2, που είναι το εν λόγω φύλλο του ταχογράφου και αφού εξήγησε τη λειτουργία του και το τι καταγράφει το διάβασε. Ανέφερε ότι ο εν λόγω ταχογράφος ήταν κατά 12 ώρες λανθασμένος αφού ήταν ρυθμισμένος στο δεύτερο 12 ώρα του 24 ώρου και ότι η ώρα της τελευταίας εκκίνησης του αρθρωτού ήταν 05:16 αντί 17:
- Διευκρίνισε ότι αυτό το διαπίστωσε με βάση τις αναφορές της Αστυνομίας για την ώρα που έγινε το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενη ότι ο εν λόγω ταχογράφος ήταν και 20 λεπτά πίσω από την κανονική ώρα η ίδια επανέλαβε ότι την ώρα του δυστυχήματος την πληροφορήθηκε από την Αστυνομία. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία της αυτή ή ότι εγείρει θέμα λανθασμένης ανάγνωσης του ταχογράφου. Η ώρα πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αυτή σε σχέση με την ώρα εκείνη συνάδουν και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δηλαδή, ανέφερε ότι το αρθρωτό εκκίνησε στις 05:16 και επανήλθε σε στάση σε περίπου 1 λεπτό. Η καταγραφή αυτή του ταχογράφου σε σχέση με την ώρα συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία αναφορικά με την ώρα πρόκλησης του δυστυχήματος. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι η μέγιστη ταχύτητα που ανέπτυξε το όχημα κατά την ώρα εκείνη πριν από τη στάση του ήταν 20 Χ.Α.Ω. Πέραν των εξηγήσεων που έδωσε για το συμπέρασμα της αυτό και προκύπτει από τις γνώσεις της για ανάγνωση του ταχογράφου, το ζήτημα αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της μάρτυρος. Το ίδιο και για την απόσταση που διάνυσε πριν από την στάση του κατά εκείνο το χρονικό διάστημα. Η μάρτυρας είπε ότι όπως φαίνεται από το φύλλο του ταχογράφου της 26ης/01/2010 η απόσταση αυτή είναι κάτι πιο λίγο από 100 μέτρα. Δεν μπορούσε να καθορίσει την απόσταση αυτή επ' ακριβώς λόγω του ότι δεν είχε μικρόμετρο στην κατοχή της για να το πράξει. Παρόλα αυτά όμως, θεωρώ ότι μπορώ να προβώ σε εύρημα σε σχέση με την απόσταση αυτή και ότι ήταν περίπου 100 μέτρα. Η πιο πάνω απόσταση επίσης, φαίνεται να συνάδει και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και συγκεκριμένα με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και το σημείο εκκίνησης και την τελική θέση του αρθρωτού μετά το δυστύχημα. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω και ολόκληρη τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής, κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της επί των πιο πάνω ουσιαστικών και σχετικών ζητημάτων. Αναφορικά με τις αναφορές της για τα άλλα φύλλα καταγραφής του ταχογράφου και άλλα προβλήματα που εντόπισε στο ταχογράφο, αυτά αφορούν τις άλλες κατηγορίες στο κατηγορητήριο για τις οποίες έχει ήδη γίνει παραδοχή. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορούμενου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί και δύο ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο στις 26/01/2010 και 27/01/2010 (βλ. τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα). Όσον αφορά τις εν λόγω γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές που ανέφερα θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων του κατηγορουμένου και κατά πόσο μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό ή σε μέρος αυτού. Από τις εν λόγω καταθέσεις του κατηγορουμένου κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αρθρωτού οχήματος με αρ. εγγραφής HZA 309 καθώς επίσης και της καρότσας με αρ. εγγραφής 2433CT. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τις κινήσεις που έκανε ο κατηγορούμενος την ημέρα του δυστυχήματος πριν από το δυστύχημα και ότι είχε μεταβεί στο λατομείο της Παρεκκλησιάς από όπου φόρτωσε το όχημα του με «τσιακκίλι» το οποίο θα μετέφερε στο Πισσούρι και συγκεκριμένα στην εταιρεία κατασκευής έτοιμου σκυροδέματος «ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΛΑΣ». Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη θέση του ότι πριν φτάσει στο χωριό Πισσούρι, ενώ ήταν σε ένα ανηφορικό σημείο, είδε από το καθρεφτάκι του οδηγού ότι έφυγαν οι δύο αριστεροί τροχοί του πρώτου άξονα της καρότσας και αμέσως κινήθηκε από την αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου στο παγκέτο του δρόμου όπου και σταμάτησε. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης, τις μετέπειτα ενέργειες του να τηλεφωνήσει του μηχανικού του και την άφιξη του περιπολικού της Αστυνομίας όπου τοποθέτησε κώνους στο παγκέτο του δρόμου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα αναφέρει ότι ακολούθησαν και τις ώρες που έγιναν αυτά μέχρι που το όχημα του επιδιορθώθηκε. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα αναφέρει σε σχέση με τη στιγμή που θα ξεκινούσε για να εισέλθει στο δρόμο και συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι πίσω από το αρθρωτό ήταν σταματημένο το όχημα του μηχανικού και πίσω από αυτό το περιπολικό της Αστυνομίας και ότι ο Αστυνομικός του είπε να ετοιμαστεί για να φύγει. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός που αναφέρει ότι η ώρα ήταν περίπου πεντέμιση του απόγευμα και ότι πριν ξεκινήσει είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του καθότι ήταν σκοτεινά. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις αναφορές του σε σχέση με το τι ακολούθησε μετά από τη σύγκρουση και τι ο ίδιος αντιλήφθηκε. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη και τις αναφορές στο τεκμήριο 8 σε σχέση με τη θέση από όπου εκκίνησε το όχημα του και ότι στο σημείο αυτό υπήρχαν λάδια και οι βίδες των αριστερών του τροχών τις οποίες ο μηχανικός τοποθέτησε στο αυλάκι. Όλα τα πιο πάνω, συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία ή τα παραδεκτά γεγονότα και επίσης δίνουν και άλλη υφή στα γεγονότα αναφορικά με τις κινήσεις και ενέργειες του κατηγορουμένου πριν από τη στάση του οχήματος του λόγω μηχανικού προβλήματος. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του κατηγορούμενου σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος οδήγησε το όχημα του από την ώρα που εκκίνησε από το παγκέτο μέχρι τη σύγκρουση, την απόσταση που διένυσε αλλά και στις αναφορές του σε σχέση με το πού βρίσκονταν τα άλλα αυτοκίνητα πίσω του και τις ενέργειες που έκαναν. Εκτός του ότι οι αναφορές του αυτές είναι ασαφείς, οι ισχυρισμοί του αυτοί αφορούν ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, δεν έχουν δοθεί ενόρκως για να μπορεί να κριθεί η αξιοπιστία τους και είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να προβεί σε σχετικά ευρήματα. Ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και την εμπλοκή που είχε στην έκδοση ασφαλιστήριου εγγράφου για το αρθρωτό όχημα του κατηγορούμενου. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί και ούτε έχει αμφισβητηθεί τόσο το πιστοποιητικό ασφάλισης που εκδόθηκε από την τότε ασφαλιστική εταιρεία INTERLIFE (τεκμήριο 21) όσο και το γεγονός ότι είναι ο ίδιος που μεσολάβησε για να ασφαλιστεί το εν λόγω όχημα. Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος έστειλε στην πιο πάνω εταιρεία πρόταση ασφάλειας αφού ζήτησε και ο κατηγορούμενος του παρουσίασε την άδεια οδήγησης του (τεκμήριο 11) καθώς επίσης και την επαγγελματική άδεια οδηγού (τεκμήριο 17). Ούτε αμφισβητήθηκε ότι του παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο ο τίτλος ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου αρθρωτού. Εκείνο που έτυχε αμφισβήτησης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος καλυπτόταν από το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο. Ο μάρτυρας είπε ότι από τη στιγμή που υπήρχε σε ισχύ τότε καλυπτόταν και επίσης ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο ανανεωνόταν κάθε χρόνο μετά τη λήξη του από την ασφαλιστική εταιρεία και μέχρι σήμερα. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν ήταν αυτός που εξέδωσε το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο ούτε φάνηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να κατέθετε εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας. Το κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο κάλυπτε τον κατηγορούμενο ή η ασφαλιστική εταιρεία είχε πρόθεση να τον καλύπτει είναι κάτι που δεν μπορεί να προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού μπορεί να προκύψει ως γεγονός η διαδικασία που ακολουθήθηκε για να εκδοθεί το τεκμήριο 21 το οποίο φαίνεται να ίσχυε από 10/03/2009 μέχρι 09/03/2010 με τους όρους που αναφέρονται σε αυτό. Ο Μ.Υ.2, πέραν των αναφορών του για το τι έγινε στη σκηνή προτού το αρθρωτό εκκινήσει και τη θέση που βρισκόταν το όχημα του πίσω από αυτό καθώς και αυτή του περιπολικού τα οποία προκύπτει να είναι κοινό έδαφος των διαδίκων, προσπάθησε να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο το αρθρωτό εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, την απόσταση που διένυσε στο έρεισμα προτού το πράξει αυτό αλλά και τον τρόπο που αντιλήφθηκε το δυστύχημα. Η μαρτυρία του στα σημεία αυτά θεωρώ ότι ήταν γενική και σε πολλά σημεία ασαφής έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε συγκεκριμένα ευρήματα. Επίσης, σε κάποια άλλα σημεία της η μαρτυρία του συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα αναφέρομαι στις αναφορές του ότι ο ίδιος δεν είχε αφήσει οποιεσδήποτε βίδες στο δρόμο. Αναφερόμενος στην απόσταση που το αρθρωτό διένυσε στο έρεισμα, στην κατάθεση του αναφέρει ότι αυτή ήταν γύρω στα 100 μέτρα και μετά άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο ελαφρώς διαγώνια. Κατά την προφορική του μαρτυρία και στο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν μπορεί να καθορίσει στα πόσα μέτρα ο κατηγορούμενος άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο και ότι η συνολική απόσταση που διάνυσε μέχρι το δυστύχημα μπορεί να ήταν και 150 μέτρα. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την απόσταση περίπου που βρισκόταν το περιπολικό της Αστυνομίας πίσω από αυτόν κατά την ώρα που άρχισε η διαδικασία της εισόδου του αρθρωτού στο δρόμο. Περιορίστηκε στο να αναφερθεί ότι είχε κάποια απόσταση από αυτόν και ήταν πίσω του. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας περιέγραψε τη κίνηση και την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο του θύματος πριν τη σύγκρουση. Το είδε είπε όταν περνούσε από δίπλα του και αυτό εκείνη την ώρα είχε μεγάλη ταχύτητα και βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου και είχε κλίση προς τα αριστερά. Επίσης, ανέφερε ότι το όχημα του θύματος όταν κτύπησε στο αρθρωτό δεν ήταν σε ευθεία αλλά λοξώς. Πέραν του ότι ο μάρτυρας είδε το όχημα του θύματος να περνά από δίπλα του και να κτυπά στο αρθρωτό, θεωρώ ότι δεν μπορώ να προβώ σε ακριβή εύρημα σε σχέση με την κίνηση που έκανε πριν τη σύγκρουση και πού αυτό οδηγείτο. Ο μάρτυρας δεν έδωσε μια σαφή και ξεκάθαρη εικόνα γι αυτό και επίσης το γεγονός ότι κατά τη σύγκρουση το όχημα του θύματος ήταν λοξώς αναιρείται από την πραγματική μαρτυρία και τον τρόπο που έλαβε χώρα η εν λόγω σύγκρουση όπως την αποδέκτηκε το Δικαστήριο. Επίσης, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τις αναφορές του σε σχέση με την ταχύτητα που ανέπτυξε το αρθρωτό όπως την ανέφερε ο μάρτυρας ή τουλάχιστον όπως την υπολόγισε αφού αυτή συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία αλλά και επειδή ήταν οι δικοί του υπολογισμοί που δεν μπορεί να θεωρηθούν ορθοί. Επομένως, ούτε η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ήταν βοηθητική σε σχέση με το πότε ο κατηγορούμενος εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από το έρεισμα, σε πόση απόσταση αυτός και το περιπολικό βρίσκονταν πίσω από το αρθρωτό και πού βρισκόταν το αρθρωτό κατά την ώρα που το θύμα πέρασε από δίπλα του. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, καθώς επίσης και τις αρχές που διέπουν τα θέματα πραγματικής μαρτυρίας, παραδεκτών γεγονότων και γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26/01/2010 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αρθρωτό όχημα με αρ. εγγραφής ΗZA 309 το οποίο έσυρε την καρότσα με αρ. εγγραφής 2433CT στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου με δυτική κατεύθυνση, δηλαδή προς Πάφο. Το εν λόγω όχημα ήταν φορτωμένο με σκύρα αφού ο κατηγορούμενος προηγουμένως είχε μεταβεί στο λατομείο Παρεκκλησίας όπου φόρτωσε το όχημα του με τα εν λόγω σκύρα, τα οποία θα μετέφερε στο Πισσούρι, στο εργοστάσιο παρασκευής έτοιμου μπετόν με την ονομασία «ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΛΛΑΣ». Το μικτό βάρος του αρθρωτού ήταν 43,270 kg αντί 40, 000 kg. Περί η ώρα 11:30 - 11:35 το πρωί, σε ένα ανηφορικό σημείο του δρόμου με κλίση 4,1% κοντά στο 29,900 χιλιόμετρο του αυτοκινητόδρομου, ο κατηγορούμενος είδε από το καθρεφτάκι του συνοδηγού ότι οι δύο αριστεροί τροχοί του πρώτου άξονα της καρότσας είχαν φύγει και κινήθηκε στο παγκέτο - έρεισμα του αυτοκινητόδρομου όπου και σταμάτησε το όχημα του. Ενημέρωσε το μηχανικό του για το πρόβλημα και περίμενε στο μέρος γύρω στην μια ώρα και ακολούθως αναχώρησε. Κατά την ώρα που ήταν εκεί ήρθε και ένα περιπολικό της Αστυνομίας όπου τοποθέτησε κώνους στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το όχημα του. Γύρω στις 16:30 μετέβηκε στο μέρος όπου ήρθε και ο μηχανικός του για να επιδιορθώσει το πρόβλημα. Την ίδια ώρα έφθασε και ένα περιπολικό της Αστυνομίας. Πίσω από το αρθρωτό όχημα του κατηγορούμενου ήταν σταματημένο ένα βαν όχημα το οποίο άνηκε στο μηχανικό και πίσω από αυτό το περιπολικό της Αστυνομίας. Περί η ώρα 17:35 και αφού είχε ήδη επιδιορθωθεί το όχημα του κατηγορουμένου ο Αστυνομικός που οδηγούσε το περιπολικό (Μ.Κ.2) είπε στον κατηγορούμενο να ξεκινήσει για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αφού πρώτα κινηθεί στο έρεισμα και αναπτύξει κάποια ταχύτητα. Κατά την ώρα εκείνη ήταν σούρουπο, ο καιρός συννεφιασμένος και η ορατότητα πολύ αμυδρή. Ο ήλιος είχε δύσει στις 17:09 και λόγω των καιρικών συνθηκών δεν υπήρχε ορατότητα. Ο κατηγορούμενος αφού εισήλθε στο όχημα του και άναψε τα φώτα πορείας του εκκίνησε το όχημα του. Πίσω του εντός του ερείσματος ήταν το όχημα του μηχανικού σε κάποια απόσταση και πιο πίσω από αυτό το περιπολικό της Αστυνομίας το οποίο είχε κινηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας την οποία καταλάμβανε κατά 1,50 μέτρο περίπου και είχε και τους φάρους του αναμμένους με σκοπό να τον βλέπουν διερχόμενα οχήματα και να κινούνται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας μέχρις ότου ο κατηγορούμενος εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Ενώ τα πιο πάνω οχήματα κινούνταν στα σημεία αυτά, ο κατηγορούμενος αφού διένυσε κάποια απόσταση εντός του ερείσματος άρχισε να εισέρχεται διαγώνια εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Γύρω στα 4-5 αυτοκίνητα που πέρασαν από το σημείο προσπέρασαν το περιπολικό και κινήθηκαν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου και συνέχισαν την πορεία τους. Σε κάποια στιγμή το θύμα, οδηγώντας το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΖ 662 στον αυτοκινητόδρομο με δυτική κατεύθυνση, προσπέρασε το περιπολικό της Αστυνομίας και με κλίση προς τα αριστερά επιχείρησε να συνεχίσει την πορεία του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το όχημα του θύματος δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορεία του κατά το στάδιο αυτό και το ίδιο δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να κτυπήσει βίαια με το μπροστινό του μέρος στα πίσω δεξιά ελαστικά της καρότσας του οχήματος του κατηγορουμένου το οποίο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πριν τη σύγκρουση, οι μπροστινοί τροχοί του οχήματος του θύματος άφησαν ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο μήκους 5,10 μέτρα ο δεξιός και 4,40 μέτρα ο αριστερός. Ο αυτοκινητόδρομος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3,70 μέτρα η δεξιά και 3,60 η αριστερή. Οι εν λόγω λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται στη μέση με άσπρη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή. Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων βρίσκεται εντός την αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και απέχει 1,10 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και 2,50 μέτρα από τη διαχωριστική γραμμή της αριστερής λωρίδας με το αριστερό έρεισμα που υπάρχει. Το έρεισμα είναι πλάτους 3,40 μέτρα. Μετά τη σύγκρουση το όχημα του θύματος ακινητοποιήθηκε στο σημείο σύγκρουσης ενώ ο κατηγορούμενος όταν άκουσε το θόρυβο της σύγκρουσης προ στιγμής νόμισε ότι είχαν σπάσει οι τροχοί του πάλι και αφού κοίταξε από το καθρεφτάκι του αντιλήφθηκε και είδε το όχημα του θύματος να βρίσκεται κτυπημένο πίσω από αυτό. Προχώρησε λίγα μέτρα πιο μπροστά και σταμάτησε εκ νέου το όχημα του στην αριστερή πλευρά καταλαμβάνοντας μέρος του δρόμου και του ερείσματος. Το πισινό μέρος του αρθρωτού από το σημείο σύγκρουσης απέχει 27,5 μέτρα ενώ η συνολική απόσταση που διένυσε από το σημείο εκκίνησης του μέχρι την τελική του θέση είναι κάτι πιο λίγο από 100 μέτρα. Επίσης, προκύπτει ότι το σημείο εκκίνησης του αρθρωτού από το σημείο σύγκρουσης απέχει περίπου 71 μέτρα. Περαιτέρω, η μέγιστη ταχύτητα που ανέπτυξε το αρθρωτό από την ώρα που εκκίνησε μέχρι τη στάση του είναι 20 Χ.Α.Ω. Μετά τη σύγκρουση, στη σκηνή του δυστυχήματος κατέφθασε σωστικό συνεργείο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, άνδρες της οποίας απεγκλώβισαν τον Παναγιώτη Αθηνοδώρου (θύμα) από το όχημα του. Συνεπεία της πιο πάνω σύγκρουσης προκλήθηκε ο θάνατος του θύματος ο οποίος κατά τη νενομισμένη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι προήλθε από τραυματική ρήξη καρδιάς με αιμοθώρακα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Στις 30/01/2010 ο Μ.Κ.1 έλεγξε το σύστημα πέδησης, διεύθυνσης, ανάρτησης και ελαστικά του αρθρωτού οχήματος του κατηγορουμένου και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη πριν από το δυστύχημα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής HZA 309 το οποίο ανήκει στην κατηγορία «ΒΑΡΥ ΦΟΡΤΗΓΟ» και έχει απόβαρο 8200 και μικτό βάρος κατασκευαστή και επιτρεπόμενο 24000. Το μικτό συρόμενο βάρος κατασκευαστή είναι 44000 ενώ το μικτό συρόμενο βάρος επιτρεπόμενο είναι 40000. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε κανονική άδεια κατηγορίας Β, Β1, Γ, Γ1, Δ, Δ.1, Β+Ε, Ζ, ΣΤ και επαγγελματική άδεια κατηγορίας Λ1, Λ2, Τ και Φ. Στις 09/04/2010 απέκτησε μαθητική άδεια κατηγορίας Γ+Ε και στις 05/05/2010 κανονική άδεια κατηγορίας Γ+Ε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία INTERLIFE για παροχή ασφαλιστικής κάλυψης για το αρθρωτό του όχημα με αρ. εγγραφής HZA 309, παρουσιάζοντας την άδεια οδήγησης του και την επαγγελματική του άδεια καθώς επίσης και τον τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος του και εκδόθηκε προς όφελος του το πιστοποιητικό ασφάλισης με αρ. 5030930 με ημερομηνία έναρξης 10/03/2009 και ημερομηνία λήξης στις 09/03/2010. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω εγγράφου, δικαιούται να οδηγεί το εν λόγω όχημα πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο (Policy- holder) και οποιοδήποτε πρόσωπο που οδηγεί με εντολή ή εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο (Policy- holder). Νοουμένου ότι το πρόσωπο που οδηγεί είναι ηλικίας 25-70 ετών και κάτοχος κανονικής (Permanent) άδειας πέραν των 2 ετών. Επίσης, αναφέρει ότι νοουμένου το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης που να του επιτρέπει να οδηγεί το Μηχανοκίνητο Όχημα ή κατείχε άδεια οδήγησης και δε στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά τέτοιαν άδεια. Η έννοια του όρου «άδεια οδήγησης» είναι αυτή που του προσδίδεται από το Νόμο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί ως ακολούθως: «Όποιος, λόγο αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή) (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Τέλος, με βάση το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα διαφέρει από την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αμέλειας που προνοείται στο άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, το άρθρο 8
(1)του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, Ν. 94(Ι)/2001 όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι «Απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης.» Το άρθρο 49
(1)του ιδίου Νόμου δημιουργεί αδίκημα στην περίπτωση που πρόσωπο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «49.-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου ή (β).............................. (γ)............................. είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.» Το δε άρθρο 54
(1)του εν λόγω Νόμου δίδει πρόσθετες εξουσίες του Δικαστηρίου για αποστέρηση του δικαιώματος του προσώπου που έχει καταδικαστεί να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε κάτω από τις περιστάσεις αποφασίσει. Επίσης, στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει την άδεια που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 του Νόμου, το οποίο αναφέρει ότι ο Έφορος χορηγεί άδεια οδήγησης σε πρόσωπο που έχει υποβάλει αίτηση δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και αφού ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από αυτόν. Περαιτέρω, προκύπτει από το Νόμο ότι εκδίδονται άδειες οδήγησης για διαφόρων κατηγοριών, υποκατηγοριών και ειδικών κατηγοριών μηχανοκινήτων οχημάτων (βλ. άρθρα 3-6 του Νόμου). Στο Παράρτημα Β του Νόμου καθορίζονται οι εν λόγω κατηγορίες, υποκατηγορίες και ειδικές κατηγορίες οχημάτων. Στο εν λόγω παράρτημα αναφέρεται ότι η Κατηγορία Γ είναι τα οχήματα πλην εκείνων της κατηγορίας Δ, των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 3,500 kg. Tα οχήματα της κατηγορίας αυτής μπορούν να έλκουν ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg. H Κατηγορία Γ+Ε είναι σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα που υπάγεται στην κατηγορία Γ και από ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg. Η δε υποκατηγορία Γ1 είναι τα οχήματα διαφορετικά από των οχημάτων της κατηγορίας Δ των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 3,500 kg χωρίς να υπερβαίνει τα 7,500 kg. Τα οχήματα της υποκατηγορίας αυτής μπορούν να έλκουν ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα δεν υπερβαίνει τα 750 kg. Με τον Περί Επαγγελματικής Άδειας Οδηγού Νόμο του 1989, ο οποίος ίσχυε κατά την ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης (καταργήθηκε από τον Περί Επαγγελματικής Άδειας Νόμο του 2011), παρέχεται η ευχέρεια σε πρόσωπα που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του οδηγού μηχανοκινήτων οχημάτων δημοσίας χρήσης, να αποταθούν στην Αρχή Αδειών για έκδοση επαγγελματικής άδειας οδηγού (βλ. άρθρο 3). Για την χορήγηση μιας τέτοιας άδειας απαιτούνται από την αρμόδια αρχή διάφορα στοιχεία και προσόντα όπως αναφέρονται στο άρθρο 6 του Νόμου. Μεταξύ αυτών αναφέρεται ότι ο αιτητής θα πρέπει να είναι κάτοχος, δυνάμει του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001, έγκυρης άδειας οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος της κατηγορίας του οχήματος για την οποία ζητεί την επαγγελματική άδεια οδηγού (βλ. άρθρο 6
(2)(β)). Μεταξύ των κατηγοριών των επαγγελματικών αδειών που εκδίδονται είναι και η κατηγορία «Φ» δηλαδή αυτή του Φορτηγού (βλ. άρθρο 6
(4)(δ)). Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι φορτηγό όχημα σημαίνει φορτηγό μηχανοκίνητο όχημα με μικτό βάρος 7,5 τόνων και άνω. Σε σχέση με την 3η κατηγορία, τα άρθρα 3
(1)α) και 3 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλισης) Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν. 96(Ι)/2000 προνοούν τα ακόλουθα: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να - (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού .................... ....................
(3)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού διαπράττει αδίκημα: Νοείται ότι, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση σε κατηγορία που προσάπτεται δυνάμει του άρθρου αυτού, εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο- (α).................. (β).................. (γ) ότι ούτε γνώριζε ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι δεν υπήρχε σε ισχύ σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα τέτοιο ασφαλιστήριο όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω. Το δε εδάφιο
(4)προνοούνται οι σχετικές ποινές σε περίπτωση καταδίκης. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου, αναφέρεται ότι «άδεια οδήγησης» σημαίνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος η οποία χορηγείται με βάση τις διατάξεις του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ή οποιοδήποτε νόμο τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά. Κατάληξη Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την 1η κατηγορία είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η είσοδος του αρθρωτού στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από το έρεισμα συνδέεται με την πρόκληση του δυστυχήματος και/ή αποτέλεσε μια από τις γενεσιουργές αιτίες πρόκλησης του. Δηλαδή, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στην εν λόγω λωρίδα απέκοψε την ελευθέρα πορεία του οχήματος του θύματος και η είσοδος του αυτή ήταν επικίνδυνη, αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη. Για να αποδειχθεί τέτοια συμπεριφορά θα πρέπει να καταδειχθεί ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος αποφασίζει να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δεν ήταν ασφαλές και/ή ήταν επικίνδυνο καθότι το όχημα του θύματος βρισκόταν σε τέτοια απόσταση και κινείτο με τέτοια ταχύτητα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας που δεν επέτρεπαν στον κατηγορούμενο να εισέλθει σε αυτήν τη λωρίδα κατά το στάδιο αυτό. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος προτού οδηγήσει με τον τρόπο που οδήγησε έστρεψε την προσοχή του προς τον κίνδυνο αυτό και παρόλο που τον αντιλήφθηκε ή όφειλε να τον αντιληφθεί τον αγνόησε και συνέχισε την πορεία του αποκόπτοντας την πορεία του οχήματος του θύματος. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να λεχθεί ότι η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν απερίσκεπτη και μη λελογισμένη. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το αρθρωτό όχημα του κατηγορουμένου μέχρι να φτάσει στο σημείο σύγκρουσης είχε διανύσει μια απόσταση περί τα 71 μέτρα από το σημείο εκκίνησης του με μέγιστη ταχύτητα 20 Χ.Α.Ω. και χρειάστηκε χρόνο 25,69 δευτερόλεπτα για διανύσει αυτή την απόσταση. Δεν έχει προκύψει όμως ως πραγματικό γεγονός το σημείο από το οποίο το εν λόγω όχημα του κατηγορούμενου αρχίζει να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και πόση ώρα κινήθηκε εντός της αριστερής λωρίδας προτού φτάσει στο σημείο σύγκρουσης. Από την άλλη, δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός η συγκεκριμένη ταχύτητα με την οποία κινείτο το θύμα, πού βρισκόταν την ώρα που ο κατηγορούμενος εξέρχετο από το έρεισμα αλλά ούτε και ο χρόνος που χρειάζεται να διανύσει την απόσταση ορατότητας όταν κινείται με συγκεκριμένη ταχύτητα. Να σημειωθεί εδώ ότι η ορατότητα των 400 μέτρων που υπήρχε στο σημείο θα ίσχυε αν το θύμα είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματος. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα φώτα πορείας του οχήματος του θύματος δεν ήταν αναμμένα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την απόσταση ορατότητας. Εκείνο το οποίο υπάρχει είναι ότι ήταν σούρουπο, ο φυσικός φωτισμός πολύ αμυδρός λόγω της ώρας και των καιρικών συνθηκών, ο δρόμος δεν είχε οδικό φωτισμό και ουσιαστικά ότι χωρίς τα φώτα πορείας αναμμένα του οχήματος του θύματος αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό. Το πιο πάνω γεγονός καταδεικνύει ότι κατά την ώρα που ο κατηγορούμενος αρχίζει να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δεν θα μπορούσε ούτε θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί την έλευση του οχήματος του θύματος ή τουλάχιστον από κάποια συγκεκριμένη απόσταση. Η αδυναμία αυτή του κατηγορουμένου ενισχύεται και από τη θέση των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα του Μ.Κ.2 ο οποίος ανέφερε ότι ενώ κοίταξε από το καθρεφτάκι του περιπολικού του δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος του θύματος και η μόνη στιγμή που το αντιλήφθηκε ήταν όταν το προσπέρασε από τα δεξιά του. Επομένως, ασχέτως του σημείου από το οποίο εξήλθε ο κατηγορούμενος από το έρεισμα φαίνεται να προκύπτει ότι το θύμα δεν ήταν ορατός και υπαρκτός κίνδυνος στο δρόμο για τον κατηγορούμενο αφού κινείτο χωρίς φώτα και στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε καν ορατότητα ή δεν έχει καταδειχθεί συγκεκριμένη απόσταση ορατότητας. Δεν έχει προκύψει ως εύρημα το κατά πόσο ο κατηγορούμενος, προτού εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από το έρεισμα έλεγξε ή όχι την τροχαία κίνηση που κινείτο σε αυτήν. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος του θύματος ή όφειλε να την αντιληφθεί από συγκεκριμένη απόσταση και άρα δεν μπορεί να προκύψει το συμπέρασμα ότι αυτός δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση προτού εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν τούτου όμως, ούτε και μπορεί να καθοριστεί και με την αναγκαία βεβαιότητα η απόσταση που βρισκόταν το θύμα όταν το αρθρωτό άρχισε να εισέρχεται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Οι διάφοροι υπολογισμοί περί της υποτιθέμενης ταχύτητας του θύματος και του χρόνου αντίδρασης του δεν μπορούν να αποτελέσουν σταθερή βάση για την κατάληξη σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Επίσης, η μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με την απόσταση που τηρούσε από το αρθρωτό την ώρα που τον προσπέρασε το θύμα δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Ακόμη όμως και να θεωρείτο ότι η απόσταση αυτή ήταν 60 μέτρα δεν προκύπτει η θέση που είχε το αρθρωτό στο δρόμο κατά τη στιγμή που το θύμα προσπέρασε το περιπολικό. Εκείνο που φαίνεται να προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και όλη τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη μου το χρόνο που χρειάστηκε το αρθρωτό να διανύσει την απόσταση των 71 μέτρων, τη πολύ χαμηλή ταχύτητα που κινείτο και το γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε στα πίσω δεξιά ελαστικά του αρθρωτού σε απόσταση 1,10 μέτρα από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι είχε εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και κατά την ώρα της σύγκρουσης κινείτο ολόκληρο σε αυτήν, καθώς επίσης και όλες τις υπόλοιπες περιστάσεις που επικρατούσαν στο δρόμο την ώρα εκείνη και συγκεκριμένα την ύπαρξη και του περιπολικού στο δρόμο με τους φάρους αναμμένους καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, είναι ότι το ενδεχόμενο η σύγκρουση να μην οφείλεται και να μην συνδέεται με την είσοδο του αρθρωτού στο δρόμο αλλά στη μη έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξης του στο δρόμο, δυστυχώς, από το θύμα, αποτελεί μια εύλογη πιθανότητα. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο με πολύ χαμηλή ταχύτητα από μόνη της και η απόφραξη του δρόμου δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με την πρόκληση του δυστυχήματος. Έχει νομολογηθεί ότι η απόφραξη του δρόμου όσο αλόγιστη και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει ούτε καν αμέλεια στο οδηγό που προβαίνει σε αυτήν τη ενέργεια για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητο από τα αίτια (βλ. Μιχάλης Κυριάκου κ.α v. Nίκης Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436, σελ. 1439). Πόσο μάλλον από αυτήν την ενέργεια και μόνο του κατηγορούμενου να μπορεί να του καταλογιστεί επικίνδυνη, αλόγιστη και/ή απερίσκεπτη οδήγηση στον απαιτούμενο βαθμό. Η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κάτι το οποίο κρίνω ότι απέτυχε να πράξει στην παρούσα περίπτωση. Εκτός του ότι δεν έχει αποδειχθεί η απόσταση ορατότητας που είχε ο κατηγορούμενος, ελλείπουν και άλλα σημαντικά στοιχεία μαρτυρίας τα οποία θα απέκλειαν κάθε εύλογη πιθανότητα ότι η είσοδος του αρθρωτού στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αποτέλεσε αιτία της σύγκρουσης. Στην απουσία μαρτυρίας για την ορατότητα, το σημείο που το αρθρωτό κινήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από το έρεισμα και την απόσταση που βρισκόταν το θύμα το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδήγησε επικίνδυνα, αλόγιστα ή απερίσκεπτα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Προχωρώντας να εξετάσω κατά πόσο με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και κατά πόσο θα μπορούσε με σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 85 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος σε αυτή τη κατηγορία, η κατάληξη μου είναι η ίδια. Δηλαδή, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ενώ ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα ή το όχημα του θύματος αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο, παρέλειψε να αντιληφθεί την παρουσία του στο δρόμο και εισήλθε σε αυτόν αποκόπτοντας την πορεία του. Επομένως, ούτε αυτή η κατηγορία θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω τη δεύτερη κατηγορία, εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι, σε ποια κατηγορία οχημάτων ανήκει το αρθρωτό όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα πάντοτε με τον Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του
- Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος είναι βαρύ φορτηγό το οποίο αποτελείται από το έλκον όχημα και το ρυμουλκούμενο. Δηλαδή, το όχημα αυτό έσυρε καρότσα. Το απόβαρο του οχήματος είναι 8,200 kg και το μικτό επιτρεπόμενο βάρος 24,000 kg. To μικτό επιτρεπόμενο βάρος του οχήματος και της καρότσας δηλαδή του ρυμουλκούμενου είναι 40,000 kg. Mε βάση τα πιο πάνω χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος και του ρυμουλκούμενου, το όχημα του κατηγορουμένου ανήκει στη κατηγορία Γ+Ε με βάση το Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του 2001 όπως περιγράφεται στο Παράρτημα Β του εν λόγω Νόμου και αναφέρθηκε και ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος δηλαδή θα έπρεπε να κατέχει άδεια οδήγησης της πιο πάνω κατηγορίας για να μπορεί να οδηγεί το εν λόγω όχημα. Έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στις 26/01/2010 δεν κατείχε τέτοια άδεια οδήγησης. Η εν λόγω κατηγορία άδειας οδήγησης αποκτήθηκε από τον κατηγορούμενο μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 05/05/
- Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία άδειας οδήγησης η οποία να του επέτρεπε να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα. Η μόνη κατηγορία άδειας που είναι σχετική είναι η κατηγορία Γ και η υποκατηγορία Γ
- Με βάση όμως, τα χαρακτηριστικά που πρέπει να πληρούν τα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα των κατηγοριών αυτών, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ούτε οι άδειες αυτές έδιναν δικαίωμα στον κατηγορούμενο να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος κατείχε και επαγγελματικές άδειες οδηγού, μεταξύ άλλων και επαγγελματική άδεια φορτηγού κατηγορίας «Φ». Η άδεια αυτή όμως, με βάση τις πρόνοιες του Περί Επαγγελματικής Άδειας Οδηγού Νόμου του 1989 όπως ίσχυε τότε, καλύπτει το πρόσωπο το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα για επαγγελματικούς σκοπούς νοουμένου ότι κατέχει άδεια οδήγησης με βάση το Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του 2001 για την συγκεκριμένη κατηγορία οχήματος. Προκύπτει από τις πρόνοιες του Νόμου ότι η επαγγελματική άδεια «Φ» καλύπτει την οδήγηση φορτηγού άνω των 7,5 τόνων για επαγγελματικούς σκοπούς αλλά παράλληλα απαιτείται και άδεια οδήγησης της συγκεκριμένης κατηγορίας οχήματος όπως προνοείται στον Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του
- Για παράδειγμα ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να οδηγεί όχημα της κατηγορίας Γ για επαγγελματικούς σκοπούς αφού κατείχε τέτοιας κατηγορίας οχήματος άδεια και παράλληλα και την επαγγελματική άδεια φορτηγού «Φ». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να οδηγεί το συγκεκριμένο αρθρωτό όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση τις άδειες τις οποίες κατείχε. Το όχημα αυτό ανήκει στην κατηγορία οχημάτων Γ+Ε και με βάση τον Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του 2001 απαιτείται σχετική άδεια οδήγησης για την κατηγορία αυτή, την οποία ο κατηγορούμενος δεν κατείχε αλλά απέκτησε μεταγενέστερα. Προτού καταλήξω σε σχέση με την κατηγορία αυτή, θα πρέπει να εξεταστεί και η θέση της υπεράσπισης όπως διαφαίνεται κατά την αγόρευση της, ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό καθότι δεν αναφέρονται στη νομική του βάση σχετικά άρθρα που σχετίζονται με υποκατηγορίες ή ειδικές κατηγορίες άδειας οδήγησης καθώς και αυτά που αναφέρονται στην επαγγελματική άδεια οδήγησης. Έχω εξετάσει τη θέση αυτή καθώς επίσης και τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Θεωρώ ότι τα άρθρα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο είναι αυτά που δημιουργούν το σχετικό αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης δυνάμει των προνοιών του Νόμου και δεν θεωρώ ότι θα ήταν αναγκαίο να συμπεριληφθούν και οποιαδήποτε άλλα άρθρα. Η εξέταση των προνοιών του Επαγγελματικής Άδειας Οδηγού Νόμου προέκυψαν κατά την εξέταση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και της θέσης του ότι κατείχε επαγγελματική άδεια οδήγησης που κάλυπτε την οδήγηση του συγκεκριμένου μηχανοκίνητου οχήματος. Σε σχέση με τις λεπτομέρειες του αδικήματος παρατηρώ ότι μπορεί αυτές να μην διευκρινίζουν τη κατηγορία άδειας οδήγησης που όφειλε ο κατηγορούμενος να κατέχει για να οδηγεί το εν λόγω όχημα αλλά στις λεπτομέρειες αναφέρονται οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και δεν κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης. Η μη συμπερίληψη στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου της πιο πάνω διευκρίνησης δεν θεωρώ ότι καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό έτσι ώστε να χρήζει τροποποίησης. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς κατηγορία αντιμετώπιζε είχε δικαίωμα προτού απαντήσει να ζητήσει περισσότερες λεπτομέρειες κάτι το οποίο δεν έπραξε. Ούτε διαφάνηκε κατά τη δίκη ότι βρέθηκε εξ' απροόπτου και δεν γνώριζε τι κατηγορία αντιμετώπιζε (Αντωνίου v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777 - 778). Αντιθέτως, η θέση του ήταν ότι με τις άδειες τις οποίες κατείχε μπορούσε να οδηγεί και το εν λόγω όχημα, θέση η οποία εξετάστηκε ανωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η δεύτερη κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτή. Σε σχέση με την 3η κατηγορία, έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία εξασφάλισε και κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πιστοποιητικό ασφάλισης το οποίο κάλυπτε και την ημερομηνία 26/01/2010 αφού αυτό έληγε 10/03/2010. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο κάλυπτε τον κατηγορούμενο. Από τη στιγμή που παρουσιάστηκε ένα τέτοιο ασφαλιστήριο έγγραφο από τον κατηγορούμενο, τότε το βάρος απόδειξης ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν τον καλύπτει λόγω κάποιου όρου ή εξαιρέσεως, είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Η θέση της υπεράσπισης είναι ότι το έγγραφο αυτό κάλυπτε τον κατηγορούμενο, αφού ο αυτός κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης. Ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε προώθησε την υπεράσπιση που προνοείται στο Νόμο ότι δηλαδή δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να πιστεύει ότι δεν καλυπτόταν από ασφάλεια. Επομένως, το μόνο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατείχε άδεια οδήγησης με βάση τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου που καθιστούσαν το πιστοποιητικό ασφάλισης έγκυρο και σε ισχύ. Θα πρέπει να εξεταστούν δηλαδή οι επιφυλάξεις του εν λόγω πιστοποιητικού ασφάλισης σε συνδυασμό με τις άδειες οδήγησης που κατείχε ο κατηγορούμενος για να αποφασιστεί κατά πόσο αυτές καθιστούσαν έγκυρο το πιστοποιητικό ασφάλισης. Το ζήτημα ερμηνείας του ασφαλιστηρίου εγγράφου και κατά πόσο αυτό καλύπτει τον κατηγορούμενο, ανήκει στο Δικαστήριο και όχι σε οποιοδήποτε αστυνομικό ο οποίος εκφράζει γνώμη και άποψη στο Δικαστήριο για το θέμα της ερμηνείας των όρων του (βλ. Police v. Bornes and Another 23 C.L.R. 184). To ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που οι ασφαλιστές είναι πρόθυμοι να αποδεκτούν ευθύνη κατά τρόπο χαριστικό αλλά και λόγο λανθασμένης νομικής ερμηνείας του εγγράφου (βλ. Μumford v. Hardy, [1953] 1 All ER 486). Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, Ninth Edition, σελ. 365, κάτω από τον τίτλο General Conditions of Liability of Insurers αναφέρονται τα ακόλουθα: « The policy is the document which the court must consider and, where a policy clearly does not cover the risk, an offence is committed although the insurers may be willing, as an act of grace, to accept liability (Egan v. Bowler
(1939)63 Lloyd's Rep. 266, where it was also held that a letter from the insurers should be disregarded). Aυτό που ενέχει σημασία είναι το ασφαλιστήριο έγγραφο και αν δεν υπάρχει ένα τέτοιο έγγραφο το οποίο να καλύπτει τη χρήση του οχήματος από τον κατηγορούμενο. Νομικά δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση, είτε μεταξύ του κατηγορούμενου και άλλου είτε με την ασφαλιστική εταιρεία, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις ατέλειες του ασφαλιστηρίου (βλ. Roberts v. Warne
(1973)R.T.R. 217). Επίσης, παρά το γεγονός ότι είναι επιθυμητό όπως εξετάζεται το ασφαλιστικό συμβόλαιο στις πλείστες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται να γίνει αυτό αν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι όλες οι αναγκαίες πληροφορίες μπορεί να ληφθούν από το πιστοποιητικό ασφάλειας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, Ninth Edition, σελ. 366). Στην παρούσα υπόθεση το ασφαλιστήριο έγγραφο εκδόθηκε προς όφελος του κατηγορουμένου για το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΑ 309 και κάλυπτε και την επίδικη περίοδο. Εκείνο το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι ο όρος που υπάρχει στο εν λόγω πιστοποιητικό και ο οποίος είναι ο ακόλουθος: «Noείται ότι το πρόσωπο που οδηγεί κατέχει άδεια οδήγησης που να του επιτρέπει να οδηγεί το Μηχανοκίνητο Όχημα ή κατείχε άδεια οδήγησης και δε στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά τέτοιαν άδεια. Η έννοια του όρου «άδεια οδήγησης» είναι αυτή που προσδίδεται από το Νόμο.» Έχοντας υπόψη το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 θα πρέπει να δοθεί η ερμηνεία του όρου άδεια οδήγησης αυτή που δίνεται στον Περί Άδειας Οδήγησης Νόμο του 2001. Το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 7, αναφέρει ότι ο Έφορος χορηγεί άδεια οδήγησης σε πρόσωπο που έχει υποβάλει αίτηση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και αφού ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από αυτόν. Το άρθρο αυτό δεν διαχωρίζει τους τύπους των αδειών που μπορούν να εκδίδονται κατόπιν αίτησης. Το άρθρο 4 του Νόμου αναφέρεται σε αίτηση που υποβάλλεται για απόκτηση άδειας οδήγησης και το άρθρο 13
(1)αναφέρεται σε αίτηση που υποβάλλεται για απόκτηση ή ανανέωση άδειας μαθητευομένου οδηγού. Επίσης, ένα πρόσωπο δύναται να υποβάλει αίτηση για απόκτηση διεθνούς και προσωρινής άδειας οδήγησης (βλ. άρθρο 43
(1)και Μέρος Ε του Νόμου). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι με τον ορό άδεια οδήγησης στο Νόμο εννοείται άδεια οδήγησης που εκδίδεται κατόπιν αίτησης δυνάμει του άρθρου 4, 13
(1)και 43
(1). Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος κατείχε διαφόρων ειδών και κατηγοριών άδειες οδήγησης όπως αναφέρονται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το πιστοποιητικό ασφάλισης δεν προσδιορίζει ποιο είδος άδειας οδηγού εννοεί. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, Ninth Edition, σελ. 362, κάτω από το τίτλο «Driving License Condition» αναφέρονται τα ακόλουθα: «A common form of policy allows driving, with the permission of the insured person, by any person, 'who holds or has held a driving license' and is not disqualified. Thus, if a driver has once held a driving licence, he will be coverd even though it may have expired and even though it was only provisional. A driving license would normally include a provisional driving license.» (βλ. επίσης Rendlesham v. Dunne [1964] 1 Lloyd's Rep 192). Πιο κάτω στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα ακόλουθα: «It will depend on the terms of the policy whether he is covered if his licence extends to certain classes of motor vehicle and the insured vehicle is not in one of those classes». Όπως προκύπτει εναπόκειται στους όρους του πιστοποιητικού ασφάλισης κατά πόσο, για σκοπούς πάντοτε ασφάλισης, το είδος της άδειας ή αδειών οδήγησης που κατείχε ο κατηγορούμενος, τον κάλυπταν. Η επιφύλαξη του πιστοποιητικού ασφάλισης του κατηγορουμένου δεν διευκρινίζει ούτε αναφέρει ότι δεν θα καλύπτει στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια οδήγησης της ίδιας κατηγορίας οχήματος με αυτό που οδηγούσε. Αναφέρεται γενικά ως προϋπόθεση να κατέχει άδεια οδήγησης χωρίς να διευκρινίζει το είδος της άδειας οδήγησης που απαιτεί να υπάρχει για το ασφαλιζόμενο όχημα, τη στιγμή που μάλιστα αυτό εκδόθηκε με βάση τις άδειες που ο κατηγορούμενος κατείχε και παρουσίασε. Επομένως, κρίνω ότι η εν λόγω επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο πιστοποιητικό ασφάλισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι εννοεί άδεια οδήγησης της κατηγορίας ή ειδικής κατηγορίας Γ+Ε. Ο όρος άδεια οδήγησης στο εν λόγω έγγραφο είναι γενικός και η σωστή ερμηνεία του κρίνω ότι θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις άδειες οδήγησης που κατείχε ο κατηγορούμενος. Να σημειωθεί επίσης, ότι σε περίπτωση ασάφειας του εγγράφου, αυτό ερμηνεύεται ενάντια στον ασφαλιστή (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, Ninth Edition, σελ. 362). Επιπρόσθετα και/ή διαζευτικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και σε περίπτωση ασάφειας ή οποιασδήποτε αμφιβολίας, αυτό θα πρέπει να επενεργήσει υπερ του κατηγορούμενου. Η μη ρητή συμπερίληψη όμως, συγκεκριμένης κατηγορίας άδειας που είχε υποχρέωση ο κατηγορούμενος να κατέχει για να οδηγεί το εν λόγω όχημα του, για το οποίο εκδόθηκε προς όφελος του το πιστοποιητικό ασφάλισης, δεν μπορεί κατά την άποψη μου να έχει αρνητικές συνέπειες για τον κατηγορούμενο για σκοπούς ασφαλιστική κάλυψης. Παραπέμπω επίσης, στην Αnastasis Theori Pyrilli alias Skapoulos and another v. The Police
(1963)C.L.R. Part 1 p. 96 όπου αποφασίστηκε ότι πρόσωπο που κατά το παρελθόν ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγήσεως και η οποία ήταν ληγμένη κατά το χρόνο που συνελήφθηκε να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα καλύπτετο από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αυτή στον απαιτούμενο βαθμό. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η και 3η κατηγορία και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο αυτές κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία κρίνω ότι αυτή έχει αποδειχθεί και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ.) ......... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο