← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεωργίας Κυριάκου Στυλλή, Αρ. Υπόθεσης: 5674/13, 24/7/2013

Δημοκρατία ν. Γεωργίας Κυριάκου Στυλλή, Αρ. Υπόθεσης: 5674/13, 24/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2013:12 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5674/13 Δημοκρατία ν. Γεωργίας Κυριάκου Στυλλή Κατηγορούμενης .......... Ημερομηνία: 24 Ιουλίου, 2013 Για την Δημοκρατία: κα Δ. Θεοδώρου Κατηγορούμενη παρούσα, γι' αυτήν ο κ. Kυπρίζογλου με κ. Διογένους και κα Στ. Ευριπίδου Π Ο Ι Ν Η Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί στη καταδικαστική μας απόφαση και δεν θα επαναληφθούν. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι η κατηγορούμενη, θεία του μικρού Σταύρου, μόλις 18 μηνών, εμφορούμενη από κίνητρα χρόνιας εχθρότητας προς τους γονείς του και ιδιαίτερα προς την μητέρα του, τον απήγαγε το πρωί της 15/2/13 όταν ο μικρός Σταύρος βρισκόταν μόνος στη περιφραγμένη (με κλειστό καγκέλι) βεράντα του σπιτιού της γιαγιάς του, το οποίο βρισκόταν στην ίδια περιοχή με την οικία της κατηγορούμενης. Οι συνθήκες κράτησης του παιδιού καθώς και ο συνεργός της κατηγορούμενης δεν μπόρεσαν να ανακαλυφθούν και δεν έχουμε σχετική γνώση. Είναι όμως δεδομένο ότι το μωρό εγκαταλείφθηκε 8 περίπου ώρες μετά την απαγωγή στο χώρο του κοιμητηρίου του Ύψωνα (αν και επ' αυτού δεν κρίναμε ένοχη την κατηγορούμενη ενόψει του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην αστυνομία). Ωστόσο η εγκατάλειψη είναι απόρροια της πράξης της απαγωγής. Το έργο μας τώρα είναι αυτό της επιβολής ποινής για το αδίκημα της απαγωγής και της συνωμοσίας για απαγωγή, αδικήματα που με βάση το νόμο τιμωρούνται κατ' ανώτατο όριο με ποινή φυλάκισης επτά έτη. Η κα Θεοδώρου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Κυπρίζογλου στην αναλυτική του αγόρευση με νομολογιακή επίρρωση κάλυψε όλες τις πτυχές που κατά την άποψη του είναι σημαντικές για σκοπούς επιβολής ποινής. Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να ταξινομήσουμε αυτούς τους παράγοντες: Συναισθηματική φόρτιση - ελατήρια: Το είδος του ελατηρίου, κατά τη γνώμη της Υπεράσπισης, πρέπει να συνηγορήσει υπέρ της κατηγορούμενης εφόσον εν προκειμένω δεν υπήρξε κίνητρο αποκόμισης χρημάτων ή πρόκλησης βλάβης στο μικρό Σταύρο είτε ληστείας είτε βιασμού, αλλά απλώς το κίνητρο ήταν η εχθρότητα και πικρία της κατηγορούμενης έναντι των γονιών του μικρού παιδιού λόγω της επίκρισης των τελευταίων για το ποιόν της κατηγορούμενης. Σε παραπλήσια πλαίσια τέθηκε από τον κ. Κυπρίζογλου ως ελαφρυντικό η ισχυριζόμενη συναισθηματική φόρτιση της κατηγορούμενης. Το θέμα τίθεται από την Υπεράσπιση ως εξής: Παρά το ότι προσδίδεται από το Κακουργιοδικείο στην κατηγορούμενη προηγούμενη σκέψη και προσχεδιασμός και όχι αυθόρμητος τρόπος ενέργειας, αυτό, κατά την κρίση της Υπεράσπισης, «δεν εξουδετερώνει ταυτόχρονα και τη συναισθηματική φόρτιση από την οποία υπέφερε κατά τον ουσιώδη για την τέλεση των πιο πάνω αδικημάτων χρόνο η κατηγορούμενη, η οποία για δέκα περίπου χρόνια αποτελούσε τον «αποδιοπομπαίο τράγο» της οικογένειας του συζύγου της, η οποία όχι απλά διατηρούσε ψυχρές και απόμακρες σχέσεις με την ίδια και τον σύζυγο της αλλά παράλληλα, την κατηγορούσε για τον πρότερο ανέντιμο και ανάρμοστο βίο της, ο οποίος ήταν ασύμβατος με τη δική τους ηθική τάξη πραγμάτων. Η πιο πάνω αναφερόμενη χρόνια συμπεριφορά - διάρκειας 10 ετών - εκ μέρους των πιο πάνω προσώπων ήταν αυτή που κατά την δεδομένη χρονική στιγμή μείωσε τις ηθικές αντιστάσεις της κατηγορούμενης, θόλωσε την πνευματική της διαύγεια και την οδήγησε εν τέλει, στη διάπραξη των προαναφερομένων αδικημάτων.» (βλ. σελ. 6 και 7 της αγόρευσης). Λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης και οι προσωπικές της περιστάσεις - επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια της. Mε αναφορά και στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας την οποία και θα παραθέσουμε αμέσως μετά, ο κ. Κυπρίζογλου αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες της ηλικίας 35 ετών κατηγορούμενης, ότι είναι μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων (μίας θυγατέρας 10 ετών και δύο αγοριών 6 και 3.5 χρονών αντίστοιχα), ότι έχει πρόσφατα απωλέσει την εργασία της, ότι ο σύζυγος της είναι μόνιμος στρατιωτικός με μηνιαίο μισθό €2.600, με χρέη στην τράπεζα. Ακόμη αναφέρθηκε στο ότι η μητέρα της κατηγορούμενης δεν μπορεί να την βοηθήσει πλέον στο μεγάλωμα των παιδιών της λόγω του ότι είναι καρκινοπαθής. Αντιθέτως πρέπει η ίδια και ο σύζυγος της να συνδράμουν οικονομικά στο κόστος των θεραπειών που υποβάλλεται κατά του καρκίνου, εφόσον και ο πατέρας της κατηγορουμένης είναι συνταξιούχος. Η πιο πάνω οικονομική κατάσταση οδηγεί στο ότι δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα συνδρομής οικιακής βοηθού για σκοπούς φύλαξης και φροντίδας των ανηλίκων τέκνων της κατηγορούμενης. Η κατάσταση δε είναι πιο δυσμενής αν ληφθεί υπόψη και η φύση και οι ώρες εργασίας του συζύγου της. (Βλέπετε σελ. 5 και 6 της αγόρευσης). Στα πλαίσια αυτά ο κ. Κυπρίζογλου υπέβαλε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η επιβολή ποινής στην κατηγορούμενη θα επηρεάσει την όλη κατάσταση της οικογένειας καθότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του «πολύ πιθανόν να εντείνει ακόμη περισσότερο το χάσμα που δημιουργήθηκε μεταξύ των μελών των δύο αυτών οικογενειών όλα αυτά τα χρόνια». Η μη δίωξη συνεργού και η μη έξαρση αυτού του τύπου αδικημάτων. Επ' αυτής της πτυχής θα είμαστε σύντομοι καθότι θεωρούμε ότι εν προκειμένω η μη δίωξη συνεργού δεν μπορεί ιδιαίτερα να επενεργήσει επ' ωφελεία της κατηγορούμενης λόγω του ότι η αστυνομία δεν μπόρεσε (όχι ότι δεν θέλησε) να εξασφαλίσει σχετική μαρτυρία που να συγκεκριμενοποιεί το πρόσωπο του συνεργού. Αντιθέτως θα συμφωνήσουμε με τη δεύτερη πτυχή αυτού του κεφαλαίου, δηλαδή ότι δεν υπάρχει έξαρση στην Κύπρο αυτού του τύπου αδικημάτων. Εξωδικαστηριακή τιμωρία της κατηγορούμενης Σύμφωνα με την Υπεράσπιση συνιστούν εξωδικαστηριακή τιμωρία της κατηγορούμενης το γεγονός ότι ψυχικά ταλαιπωρήθηκε κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, παρέμεινε υπό κράτηση για κάποιες μέρες, διαπομπεύτηκε δημόσια τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγος της, διότι αυτός αντιμετώπισε ένα αρκετά απαξιωτικό κλίμα στο στρατό, ενώ η κατηγορούμενη την κοινωνική απαξία στη κοινότητα του Ύψωνα όπου ζει η οικογένεια με τη συνδρομή και των μέσων ενημέρωσης που προβάλλουν το θέμα. Επίσης τονίστηκε ότι τα δύο μεγαλύτερα τέκνα της κατηγορούμενης λόγω των κατηγοριών που αντιμετώπισε η μητέρα τους αναγκάστηκαν να αναζητήσουν τη βοήθεια παιδοψυχολόγου. (Βλέπετε πιο αναλυτικά στις σελ. 19 και 20 της αγόρευσης). Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας Είναι χρήσιμο ακόμη να παραθέσουμε σε αυτό το στάδιο το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας το οποίο ετοιμάστηκε σε σχέση με την κατηγορούμενη. «Η κατηγορούμενη είναι ηλικίας τριάντα πέντε ετών, γεννήθηκε στη Λεμεσό. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας της ο οποίος κατάγεται από το χωριό Περιστερώνα της επαρχίας Πάφου είναι συνταξιούχος. Η μητέρα της κατάγεται από τη Λεμεσό. Δεν εργάζεται και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα πάσχει από ανίατη ασθένεια και υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες. Η κατηγορούμενη έχει ένα αδελφό μικρότερης ηλικίας ο οποίος είναι άγαμος. Διαμένει μαζί με τους γονείς τους και εργάζεται ως κομμωτής. Οι σχέσεις της με όλα τα μέλη της πατρικής της οικογένειας περιγράφτηκαν αρμονικές. Η κατηγορούμενη, είναι απόφοιτος κολλεγίου διετούς φοίτησης του κλάδου αισθητικής. Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε διάφορα φαρμακεία και ασχολήθηκε με την προώθηση καλλυντικών. Όπως ισχυρίστηκε η ίδια, λόγω της υπόθεσης για την οποία κατηγορείται, διέκοψε την εργασία της και τους τελευταίους μήνες είναι άνεργη. Σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, τέλεσε γάμο με τον κο Σταύρο Στυλλή. Ο σύζυγος της επίσης ηλικίας τριάντα πέντε ετών, είναι στρατιωτικός. Οι σχέσεις μεταξύ τους περιγράφτηκαν άριστες. Το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είναι μαθητές. Το μικρότερο παιδί φροντίζετο στο σπίτι από τη μητέρα του. Τα παιδιά μετά τις καταγγελίες που έγιναν για τη μητέρα τους παρακολουθούνται από παιδοψυχολόγο. Η κατηγορούμενη δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Σχετικά με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται δηλώνει αθώα. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν συναισθηματική φορτισμένη». Είναι γνωστό ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προσδιορίζεται πρώτιστα από την προνοούμενη υπό του νόμου ποινή που για την παρούσα υπόθεση είναι αυτή των 7 ετών φυλάκισης. . Η μελέτη μας για ποινές για τέτοιας φύσης αδικήματα με θύμα μάλιστα παιδί δεν απέδωσε στην κυπριακή νομολογία. Έχουμε ως εκ τούτου στραφεί στην αγγλική νομολογία σε σχέση με αδίκημα απαγωγής ειδικά με θύμα παιδί για το οποίο η προνοούμενη εκ του νόμου ποινή είναι ομοίως αυτή των 7 ετών. Στη Cooper

(1994)15 Cr. App. R.(S) 470 ποινή 18 μηνών φυλάκισης επικυρώθηκε σε σχέση με κατηγορούμενο που πήρε ένα μωρό που βρισκόταν μέσα στο καρότσι, έξω από ένα κατάστημα και το κράτησε 4 ώρες. Στη Whitlock
(1994)15 Cr. App. R. (S) 146 o κατηγορούμενος έπεισε ένα 13χρονο παιδί να κατεβεί από το σχολικό λεωφορείο και να περάσει το απόγευμα μαζί του. Η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των 3 ετών φυλάκισης μειώθηκε σε 2 χρόνια. [βλ. και Blackstone's Criminal Practice 2004]. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Evidence and Practice, έκδοση 2009, αναφέρεται ως σχεδόν κατώτατο όριο της κλίμακας ποινών για απαγωγή γι' αυτό που ονομάζει «cases arising out of family tiffs", οικογενειακές προστριβές, (βλ. παρ. 19-337) ότι είναι αυτό της ποινής φυλάκισης 18 μηνών. Δεν θα συμφωνήσουμε πάντως με την υπεράσπιση ότι το παρόν αδίκημα εντάσσεται στη συνήθη έννοια των οικογενειακών προστριβών. Ως τέτοιες στην αγγλική νομολογία καθορίζονται ως επί το πλείστον απαγωγές παιδιών από τον ένα γονέα χωρίς εξουσιοδότηση του άλλου γονέα (βλ. 408 R. v. SB
(2012)2 Cr. App. R.(S) 71). Στην υπόθεση Serrant
(2007)2 Cr. Ap. R.(S) 500 επεβλήθη ποινή 4 ετών φυλάκισης σε σχέση με απαγωγή ενός 11χρονου αγοριού (και κράτηση του για περίπου 3 ½ ώρες) για να επιτευχθεί πληρωμή ενός χρέους από δοσοληψία ναρκωτικών. Το αγόρι ήταν πολύ ανήσυχο αλλά καλά στην υγεία του. Το Εφετείο επικύρωσε την ποινή τονίζοντας την ιδιάζουσα σοβαρότητα του αδικήματος επειδή ακριβώς έχει ως θύμα παιδί. Επίσης μεταφέρουμε κάποιες υποθέσεις για ποινές απαγωγής από το Current Sentencing Practice from Sweet and Maxwell: R. v. Rowlands and Parcell [1997] 1 Cr. App. R.(S)152 Hutchison L.J., Mackinnon and Astill JJ. The appellants pleaded guilty to taking a child without authority, and in the case of the first appellant, driving with excess alcohol and without insurance. The appellants were drinking at a public house when two boys took the first appellant's car and drove it round a nearby rally circuit. Two other boys, both aged 10 years, who had witnessed the incident told the appellants what had happened. When the boys who had taken the car ran away, the appellants grabbed one of the 10 year old boys, put him in the boot of the car and drove for a distance of about three miles before releasing him. Sentenced to three years' imprisonment in each case. McKinnon J.: In our judgement the learned recorder put this case into the wrong bracket of seriousness. He failed, in our judgement, to take sufficient account of the particular circumstances of this case, where there were none of the sinister overtones usually found in such cases. This was a spontaneous offence, committed in anger, without any sort of pre-planning and, in our judgement, it falls very much at the lower end of seriousness for this type of offence. A sentence of three years' imprisonment would mean that, on a contested trial, the starting point would be some found-and-a-half to five years' imprisonment, which, in our judgement, would be obviously excessive for what these two men did. It seems to us that the true justice of this case would be met if we reduced the sentences of three years' imprisonment to one of 12 months in respect of each defendant. R. v. Dean [2000] 2 Cr. App. R.(S)253 Beldan L.J., Dyson and Richards JJ The appellant was convicted of abducting a child, contrary to the Child Abduction Act
  1. The appellant encountered a four year old boy who had been sent by his mother to collect a loaf of bread from a friend. As he was returning to his home, the appellant approached him, and told him to come to him. He told him to close his eyes and threatened to kill him. The boy's mother found the appellant holding the boy by the hand; The boy managed to break free and escape. The appellant drove away in his car but was subsequently arrested. Sentenced to five years' imprisonment. Rirchards.J. .. Τhe circumstance of the present offence, however, against the background of the appellant´s previous offending, albeit it was a long time ago, do give rise to grave concern. No innocent explanation haw been offered for the appellant´s conduct on this occasion. He has at no time said what his motive was. No alternative has been suggested to the court. It is plain that the appellant was deliberately looking for a young child. Violence was threatened, albeit in the short time available there was no assault. It is a matter of the greatest good fortune that the vigilance of the child´s mother brought the incident to an early and caused the appellant to flee. This Court takes an extremely serious view of the facts of the offence. Further, the appellant chose to fight the case so he lacks the mitigation of a plea. There is a little else by way of mitigation. Looking at the circumstances as a whole we have come to the view that the sentence imposed by the judge in this case was a severe one, but it was one that he was entitled to impose for the protection of the public. It is not, in our judgment, an excessive sentence. Accordingly the present appeal is dismissed." R. v. Mawdsley [2001] 1 Cr. App. R.(S) 101 (at 353) Gage J. The appellant pleaded guilty to two counts of abducting a child under the age of
  2. The appellant went to a school, where he said he was the uncle of a 13 year old boy, and was collecting him to take him to the dentist. The boy was a friend of the appellant's son. The boy was brought from class and left school in company with the appellant. The appellant then went to another school and asked for another boy aged 12, using the same pretence. The appellant took both boys to his house where they spent some time watching television. The two boys left the house some hours later. Nothing untoward happened while the boys were at the appellant's house. Sentenced to two years' imprisonment on each count concurrent. Gage J.: However, having given the matter the greatest of care and consideration, we have come to the conclusion that in this case the sentence can be said to be too long. In this case we are conscious of the fact that the appellant knew both boys. They were friends of his son who was present throughout. We also take into account that nothing untoward actually happened during the time that the boys spent with the appellant. In addition, they were allowed voluntarily to leave his home. In the circumstances, although these were very serious offences, we think that the sentence was manifestly excessive. The learned judge said that public policy dictates that offences of child abduction must be viewed very seriously by the court. We agree with that view. But n the particular facts of this case, we think that the proper sentence is one of 18 months. To give that effect we quash the sentence of two years, substitute for it 18 months on each of the counts, those to be concurrent. R. v. Delaney [2003] 2 Cr. App. R(S)81 Kennedy L.J., McCombe and Treacy JJ. The appellant pleaded guilty to abducting a child. The appellant, who was of no fixed abode, and who had learning difficulties, met the mother of a 12 year old girl, who also had learning difficulties. A relationship developed between the appellant and the girl's mother, but the relationship deteriorated and he left her house. Sometime later, the girl failed to arrive home from school and a police search was instituted. Five days later, the girl was found in the appellant's company. The girl's hair had been cut and dyed. The appellant pleaded guilty on the basis that during his relationship with the girl's mother, he had formed a proper and paternal relationship with the girl. The girl told him that she was running away from home and the appellant suggested that she should remain with him instead of running away on her own. He denied any mistreatment of her or any sexual misconduct or motivation. Sentences to two and a half years' imprisonment. Treacy J.: The impact statement shows that the abduction of this child and her absence had a traumatic and severely disruptive effect on this family, and that the effects of what had happened continued for some time thereafter..This appellant in 24 yeas of age. He has no relevant previous convictions. On this own basis of plea, he had kept this vulnerable child away from home for over four days. He thereby caused dreadful alarm and distress to her mother and siblings, who can only have feared the worst, and he took no step to allay their fears. On the contrary, he had disguised the girl and had taken no steps to bring the matter to an end before the police caught him. He was aware, as we have observed, of the ongoing search for the girl. The judge took account of the appellant's relatively limited mental ability and we consider that had this factor not been present, he would rightly have passed a substantially longer sentence. This was undoubtedly a case which called for custody. We do not consider that the judge fell into error when he pitched sentence at the level he did. This appeal is dismissed. Επανερχόμενοι στην παρούσα υπόθεση και στα περιστατικά της είναι με ανησυχία που διαπιστώσαμε με πόση ευκολία η κατηγορούμενη πήρε στα χέρια της απαγάγοντας ένα μικρό και αθώο παιδί που μάλιστα συνδέεται μαζί της με στενή συγγένεια με το ευτελές κίνητρο της εχθρότητας απέναντι των γονιών του. Μάλιστα αυτή την εχθρότητα την αναγνώρισε και η ίδια η υπεράσπιση ότι υπήρχε απλώς δίδοντας εξήγηση ότι αιτία της ήταν η άδικη συμπεριφορά των γονιών του συζύγου της καθώς και του αδελφού και της γυναίκας του προς το πρόσωπο της κατηγορούμενης. Τονίσαμε και στην απόφαση μας ότι δεν έχει σημασία το δικαιολογημένο ή μη της εχθρότητας και της αιτίας της με χρονική αφετηρία μάλιστα 10 χρόνια προηγουμένως. Σημασία έχει ότι η εχθρότητα σαν γεγονός ήταν υπαρκτή και υπήρξε το ελατήριο για παράνομη πράξη έναντι ενός αθώου παιδιού. Σίγουρα λοιπόν δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι το κίνητρο αυτό λειτουργεί ως ελαφρυντικό είτε με τη μορφή συναισθηματικής φόρτισης όπως πιο πάνω τέθηκε από την Υπεράσπιση, είτε άλλως πως. Η ιδία πράξη απαγωγής με θύμα ένα παιδί 18 μηνών είναι ιδιαίτερα σοβαρή ως εκ του ότι οι εγγενείς κίνδυνοι από μια τέτοια ενέργεια είναι απείρως μεγαλύτεροι λόγω της τρυφερής ηλικίας του θύματος. Δεν παραβλέπουμε ακόμη την αγωνία που βίωσαν οι γονείς του μικρού παιδιού ώσπου να ανευρεθεί. Πρέπει ακόμα να πούμε ότι δεν μας αποκαλύφθηκαν οι συνθήκες κράτησης του παιδιού αυτές τις ώρες. Βέβαια λαμβάνουμε υπόψη ότι αισίως το παιδί βρέθηκε μόνο με κάποιες ελαφρές κακώσεις ως εκ της ταλαιπωρίας που υπέστη όπως φαίνεται από τα ευρήματα ιατροδικαστή και παιδιάτρου που το εξέτασαν. Στρεφόμενοι προς το πρόσωπο της κατηγορουμένης δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις προσωπικές της περιστάσεις, ειδικά το ότι είναι μητέρα τριών παιδιών, εκ των οποίων το ένα είναι μόλις τριάμισι χρονών. Έχουμε δε με κάθε προσοχή εξετάσει ένα προς ένα τα δεδομένα που προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος μας προέβαλε, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, ειδικά τις ουσιώδεις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει τόσο ο σύζυγος της, όσο και τα παιδιά χωρίς την παρουσία της στο σπίτι. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας, στο δύσκολο έργο της επιβολής ποινής, προσπαθήσαμε να εξισορροπήσουμε τις δύο αρχές, αυτή της αποτρεπτικότητας για προστασία του κοινωνικού συνόλου και αυτή της εξατομίκευσης της ποινής οπότε και εξετάζουμε τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Στην κρινόμενη υπόθεση, η σοβαρότητα των αδικημάτων και οι περιστάσεις αυτών οδηγούν στο ότι η ποινή αναπόφευκτα πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Ωστόσο οι προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης, το λευκό της ποινικό μητρώο, ειδικά το ότι είναι μητέρα μικρών παιδιών μας οδηγεί στο να επιβάλουμε ποινή χαμηλότερη απ' αυτή που θα επιβάλλαμε αν δεν συνέτρεχε αυτός ειδικά ο παράγοντας. Παρόλο που δεν μας ετέθη εξετάσαμε αν συντρέχει εφαρμογή του νόμου περί της προστασίας ανηλίκων τέκνων καταδικασθεισών ή υπόπτων μητέρων (Ν.33(Ι)2005). Ως έχουμε παρατηρήσει ο νόμος έχει εφαρμογή μόνο όταν πρόκειται για μητέρα με ανήλικο παιδί ηλικίας μέχρι τριών ετών, οπότε τυπικά δεν στοιχειοθετείται η ενεργοποίηση του νόμου. Όμως έχοντας υπόψη ακριβώς τις κατευθύνσεις της νομολογίας, έχουμε δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι η κατηγορουμένη έχει τρία ανήλικα παιδιά (10, 6 και 3.5 χρονών) και σίγουρα μπορούμε με οδύνη να αντιληφθούμε πόσο θα στοιχίσει στα παιδιά αυτή η απουσία της μητέρας τους από το σπίτι, γι' αυτό και επαναλαμβάνουμε ότι η προσέγγιση μας επί της ποινής, αν δεν συνέτρεχε αυτός ο παράγοντας, θα ήταν πολύ αυστηρότερη. Δεν διστάζουμε να πούμε ότι θα επιβάλλαμε μέχρι και διπλάσια της ποινής που θα επιβάλουμε τώρα. Συνεπακόλουθα, αφού λάβαμε όλους τους πιο πάνω παράγοντες, επιβάλουμε την κάτωθι ποινή: Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός χρόνου. (Στη πρώτη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή ως εκ της συνάφειας της με την δεύτερη). Μας έχει τεθεί από την υπεράσπιση εισήγηση για αναστολή της ποινής στη βάση των πιο πάνω λόγων, ειδικά των τραγικών επιπτώσεων που θα έχει η επιβολή άμεσης φυλάκισης στην κατηγορούμενη και ειδικά στην οικογένεια της, εφόσον η ηλικία των παιδιών είναι τέτοια που συνηγορεί υπέρ της αναστολής ούτως ώστε τα παιδιά να μην απωλέσουν την παρουσία και φροντίδα της μητέρας τους στο σπίτι. Προσθετικά με αυτό τον παράγοντα υπήρξε θέση της Υπεράσπισης ότι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης ειδικά το λευκό ποινικό μητρώο και η διαγωγή της κατηγορούμενης μετά την διάπραξη του αδικήματος συνηγορούν υπέρ της αναστολής (να τονιστεί ότι όταν ζητήθηκαν επεξηγήσεις από το Δικαστήριο επ' αυτής της πτυχής, ο κ. Κυπρίζογλου ανέφερε ότι ως τέτοια διαγωγή εννοεί την μη διάπραξη άλλων επιβαρυντικών πράξεων από το αδίκημα μέχρι σήμερα εκ μέρους της κατηγορούμενης. Μ' όλο το σεβασμό δεν θεωρούμε ότι η νομολογιακή εξήγηση της διαγωγής μετά το αδίκημα, έχει ή τουλάχιστον περιορίζεται σ' αυτό το περιεχόμενο). Ακόμα ετονίσθη η έλλειψη επιβαρυντικών στοιχείων, πάντα κατά τη θεώρηση της Υπεράσπισης, και το ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης θα βοηθήσει στο να καταλαγιάσει η εχθρότητα που υπάρχει στην οικογένεια ενώ η κατηγορούμενη θα αντιληφθεί ότι «έχει μια δεύτερη ευκαιρία να αναμορφώσει δραστικά τη ζωή της, υπό την απειλή όμως της δαμόκλειας σπάθης της φυλάκισης, η οποία θα αποτρέπει και την ίδια να διαπράξει οποιοδήποτε άλλο ή παρόμοιας φύσης αδίκημα στο μέλλον αλλά επιπλέον θα προστατεύει και το κοινωνικό σύνολο, από τη διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων είτε από την ίδια είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο», (βλέπετε σελ. 7 - 12 και 21-23 της αγόρευσης). Η τροποποίηση του νόμου περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972 (Ν.95/72)όπως είχε τροποποιηθεί με το Ν.41
(1)/97) και 186
(1)/2003, επί του θέματος της αναστολής ποινής φυλάκισης όπου δεν απαιτείται πια συνύπαρξη ειδικών λόγων δεικνύει ακριβώς την βούληση για διεύρυνση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει αποσύνδεση από τους παράγοντες που θέτει η νομολογία (βλ. Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ.663). Όπως τονίσθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. σελ.303, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή, εφόσον κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τίθενται κάποιοι παράγοντες που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής όπως (α) η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο, (β) το μητρώο του κατηγορούμενου, (γ) η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά την διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Σημαντική καθοδήγηση στο θέμα του πως ασκείται η διακριτική ευχέρεια εκδικάζοντος Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις μετά την αφαίρεση της προϋπόθεσης ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων από τον νόμο δίδει η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. σελ. 62. Στην απόφαση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (απ. πλειοψηφίας), Ποιν. Έφ. 221/12, ημερ. 19/12/12 αναφέρονται επί του θέματος της αναστολής τα ακόλουθα «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Έχουμε εξετάσει την πιο πάνω εισήγηση με κάθε προσοχή αφού μελετήσαμε όλες τις σχετικές αποφάσεις επί του θέματος που τέθηκαν από την Υπεράσπιση. Έχουμε λάβει υπόψη μας τα περιστατικά του αδικήματος ως έχουν αποκρυσταλλωθεί στην καταδικαστική μας απόφαση σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Η σοβαρότητα των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, καθώς και το εκδικητικό κίνητρο μιας χρόνιας εχθρότητας σε συνδυασμό με το ότι το θύμα της διάπραξης του αδικήματος ήταν μικρό αθώο παιδί δεν μας παρέχει την ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης ακόμη και αφού λάβαμε πολύ σοβαρά υπόψη τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει η άμεση φυλάκιση στα παιδιά της κατηγορούμενης. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ο τρόπος που έθεσε το θέμα ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης για την σύνδεση της πιθανής εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο οικογενειών με την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το θέμα δεν μπορεί να περιορίζεται μ' αυτό τον τρόπο. Εξάλλου το θέμα της αναστολής είναι ζήτημα σφαιρικής αξιολόγησης όλων των δεδομένων (βλ. Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 64-69/13, ημερ. 21.6.13). Εν προκειμένω ούτε τα περιστατικά του αδικήματος, ούτε η διαγωγή της κατηγορούμενης, στοιχεία σημαντικά ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρος, δεν στοιχειοθετούν θετικά εισήγηση αναστολής. Το σημείο που μας προβλημάτισε έντονα είναι τα τρία ανήλικα παιδιά της κατηγορούμενης. Όμως, όπως εξηγήσαμε, γι' αυτό το συγκεκριμένο παράγοντα έχουμε μειώσει με ιδιαιτέρα δραστικό τρόπο την ποινή. Αναφέραμε μόλις πιο πριν ότι η ποινή που θα επιβάλλαμε στην κατηγορούμενη, χωρίς αυτό τον παράγοντα, θα ήταν μέχρι και διπλάσια της ποινής που τελικά επιβάλαμε, ακριβώς επειδή αναλογιζόμαστε και λαμβάνουμε υπόψη σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη της παρουσίας της κατηγορούμενης στην οικογένεια όσο το δυνατόν συντομότερο μετά την έκτιση της ποινής. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι οι περιστάσεις των αδικημάτων και οι λοιποί παράμετροι που εξηγήσαμε, κατά την κρίση μας, δεν αφήνουν περιθώρια για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Θα παραθέσουμε επακριβώς αυτό που ελέχθη στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας ανωτέρω. «Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεδομένης της σοβαρότητας των περιστατικών της υπόθεσης και της φύσης του αδικήματος, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα γι' αυτού του είδους τη συμπεριφορά». Η εισήγηση απορρίπτεται. Η εκτέλεση της πιο πάνω ποινής φυλάκισης είναι άμεση. Ο χρόνος που η κατηγορούμενη είχε μείνει υπό κράτηση από 20/2/13 μέχρι 5/3/13 καθώς και από 11/7/13 μέχρι σήμερα μειώνει ανάλογα την πιο πάνω ποινή. €350.- έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΦ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.