Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. BRYAN BENJAMIN HAMLET, Αρ. Υπόθεσης: 8587/13, 1/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8587/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν BRYAN BENJAMIN HAMLET Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 01/07/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιασκούρη και κα Ναπολέοντος. Για τον Κατηγορούμενο: κα Λαβήθεια. Κατηγορούμενος παρόντας. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αμελής Οδήγηση. 2η Κατηγορία: Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας. 3η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. 4η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο. 5η Κατηγορία: Oδήγηση Μηχανοκίνητου Οχήματος άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτη. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Στις 14/04/2013 και περί ώρα 10:50 o κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KJX 157 και στην προσπάθεια του να εισέλθει στον 14ον δρόμο, στην Επισκοπή (έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας) από παρακείμενο αγροτικό δρόμο συγκρούστηκε με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΧ 884 που οδηγείτο στον εν λόγω δρόμο από τo Μ.Κ.1 έχοντας ανατολική κατεύθυνση. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημιές και στα δύο ενεχόμενα οχήματα ενώ o Μ.Κ.1 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα δεξιού χεριού. Έτυχε ιατρικής περίθαλψης και απολύθηκε. Ο κατηγορούμενος αμέσως μετά το δυστύχημα εγκατέλειψε το όχημα που οδηγούσε στη σκηνή και τράπηκε πεζός σε φυγή. Αργότερα ανακόπηκε από Αστυνομικούς των Βρετανικών Βάσεων Επισκοπής και διαπιστώθηκε ότι μύριζε έντονα αλκοόλ και υποβλήθηκε τόσο σε προκαταρκτικό όσο και τελικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 105 mg% αντί 22 mg% που είναι το επιτρεπόμενο όριο. Από περαιτέρω εξετάσεις προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος το όχημα που οδηγούσε το έκλεψε και αυτό έγινε αντιληπτό από τo Μ.Κ.
- Πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διέπραξε και αρνήθηκε κάθε ανάμιξη λέγοντας ότι ήταν σε κατάσταση μέθης και δεν θυμόταν οτιδήποτε. Κατηγορήθηκε γραπτώς και δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώο και ότι δεν βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, εξέφρασε την απολογία και έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία προκύπτει, όπως ανέφερε, από την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, είπε ότι ο κατηγορούμενος νιώθει βαθιά θλίψη και ντροπή για τα όσα έγιναν και το όλο γεγονός ήταν μια μεμονωμένη και εσφαλμένη αντίδραση αφού τέτοια συμπεριφορά που επέδειξε, δεν είναι του χαρακτήρα του. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση αφού η κοπέλα με την οποία διατηρούσε δεσμό του τηλεφώνησε και του είπε να τερματίσουν τη σχέση τους και αυτό τον επηρέασε ψυχολογικά με αποτέλεσμα να καταναλώσει αλκοόλ και στη συνέχεια να διαπράξει τα υπόλοιπα αδικήματα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μέθη του ήταν ένας από τους παράγοντες που τον ώθησαν στην εγκατάλειψη του δυστυχήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει και αυτόν τον παράγοντα υπόψη του. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σκοπεύει να αποζημιώσει την οδηγό του αυτοκινήτου για τις ζημιές που προκάλεσε. Πέραν των πιο πάνω, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώου του κατηγορούμενου και την μη ύπαρξη οποιονδήποτε βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η συνήγορος του υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 24 ετών, άγαμος, έμμισθος στρατιώτης στον Αγγλικό στρατό και διαμένει στις Αγγλικές Βάσεις της Επισκοπής. Έχει μηνιαία εισοδήματα €1,764 από τον Αγγλικό Στρατό και €80 μηνιαίο ενοίκιο για το δωμάτιο το οποίο διαμένει στις Αγγλικές Βάσεις και €450 μηνιαίως για κάλυψη των αναγκών του σε διατροφή και διακίνηση. Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Manchester της Αγγλίας και έχει άλλα τέσσερα αδέλφια. Οι γονείς του είναι διαζευγμένοι και βίωσε το διαζύγιο τους σε μικρή ηλικία. Το 2009 μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο στην Αγγλία, κατετάγη στον Αγγλικό στρατό, όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα και από τον Αύγουστο του 2012 διαμένει στις Αγγλικές Βάσεις στην Επισκοπή, όπου εργάζεται ως έμμισθος στρατιώτης. Τον Οκτώβριο του 2013 προγραμματίζει, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, να επιστρέψει στην πατρίδα του, για να αρχίσει τις σπουδές του. Ταυτόχρονα θα κάνει προσπάθειες εργοδότησης έτσι ώστε με το εισόδημα που θα λαμβάνει να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες. Ο κατηγορούμενος διατηρεί δεσμό με ομοεθνή του γυναίκα που εργάζεται ως καθαρίστρια σε ξενοδοχείο και στον ελεύθερο του χρόνο παίζει ποδόσφαιρο. Περαιτέρω, στην έκθεση αναφέρεται ότι νιώθει άγχος και αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης. Παρουσιάζεται μετανιωμένος για το αδίκημα, το οποίο θεωρεί μεμονωμένο. Έκτοτε σύμφωνα με τον ίδιο απέχει από την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καταβάλλει προσπάθεια να ανταποκρίνεται στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος του ανέφερε ότι δεν θα συνεχίσει τη σύμβαση του στον Αγγλικό στρατό και ότι περί τα τέλη Ιουλίου θα επιστρέψει στην Αγγλία όπου σκοπεύει να σπουδάσει. Κάλεσε το Δικαστήριο επίσης, να λάβει ως ένα άλλο ελαφρυντικό παράγοντα υπόψη του, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί πειθαρχικά και από την υπηρεσία του για το όλο συμβάν. Τέλος, ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, τότε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να την αναστείλει. Αναμφίβολα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι ιδιαίτερα σοβαρές έχοντας υπόψη μου και τις περιστάσεις διάπραξης τους. Όπως αναφέρεται στις Κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο αλλά και διαφάνηκε από τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια υπέρ κινδύνου τρίτου, καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο και μη καταβάλλοντας την δέουσα προσοχή και φροντίδα προσέκρουσε στο όχημα που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 εξερχόμενος από παρακείμενο χωματόδρομο και παρά το γεγονός ότι προκάλεσε τραυματισμό σε αυτόν, εγκατέλειψε το όχημα που οδηγούσε στη σκηνή και αυτός πεζός τράπηκε σε φυγή χωρίς την παροχή οιασδήποτε βοήθειας. Να σημειωθεί επίσης, ότι το όχημα που οδηγούσε, το οδηγούσε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη αφού αυτό είχε κλαπεί προηγουμένως. Έχοντας υπόψη και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά αυτή του Κατηγορουμένου, σε μία περίοδο που τα σοβαρά ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 , το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες, είναι η 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο άλλου προσώπου ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2).................................
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, είναι δε από τα πλέον σοβαρά τροχαία αδικήματα. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει την σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε και στο Άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατάλειψη του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωιστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όταν μάλιστα, είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Αναφέρω περαιτέρω, σε σχέση με την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας υπέρ κινδύνου τρίτου μέρους ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Hλίας Σ. Πουλλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου, πράγμα που αποτελεί υποχρέωση του κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχή του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος οδηγώντας αμελώς ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα προκαλώντας ζημίες και τραυματισμούς, σε σχέση με τους οποίες δεν καλύπτετο από ασφαλιστική κάλυψη και εγκατάλειψε τη σκηνή. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ιδιαίτερα σοβαρή είναι και η τέταρτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η μεγάλη υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης στην εκπνοή του κατηγορούμενου. Οδήγηση με τόση ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή, μόνο εγωϊστική και αντικοινωνική μπορεί να χαρακτηριστεί αφού σαφέστατα ενείχε κινδύνους για την ασφάλεια. Σωρευτικά ιδωμένα τα πιο πάνω καθιστούν την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου απαράδεκτη και το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη του και την ανάγκη για αποτροπή. Πρέπει να σταλεί το μήνυμα ότι η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος σε δημόσιο δρόμο εξυπακούει υποχρεώσεις. Ένας οδηγός πρέπει να τηρεί τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και τους νόμους αλλά και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο τόσο η ασφάλεια του ιδίου αλλά και τρίτων ανυποψίαστων οδηγών που χρησιμοποιούν το δρόμο. Στη παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος επέδειξε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την ασφάλεια τόσο του ιδίου αλλά και του Μ.Κ.1 που τη δεδομένη στιγμή οδηγούσε το όχημα του επί του κυρίου δρόμου. Ιδιαίτερα επιβαρυντικό επίσης, είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση μέθης, σύμφωνα με τα λεγόμενα της υπεράσπισης και είχε μειωμένες αντιστάσεις, στοιχείο που καταδεικνύει παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος μόνο εγωιστική και άκρως αντικοινωνική μπορεί να χαρακτηριστεί και ανάλογες θα πρέπει να είναι και οι επιβαλλόμενες ποινές οι οποίες θα πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη για αποτροπή. Η επιβολή ποινής όμως, είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Έχω ακούσει τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το λόγο που ο κατηγορούμενος εγκατάλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος και ότι σε αυτό συνέτεινε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και είχε χαλαρώσει. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία μας ότι, κατ' αντίθεση με την Αγγλία που η εθελούσια μέθη δεν αναγνωρίζεται ως μετριαστικός παράγοντας, στην Κύπρο μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο αφού εκτιμηθεί μαζί με τα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσιολή
(1991)2 ΑΑΔ 194 και Μehmet Urgur v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 159/2001, Ημερ. 04/04/2013). Η πιο πάνω δικαιολογία όμως, δεν μπορεί υπό τις παρούσες περιστάσεις και τη φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα και καταδεικνύει παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την ασφάλεια του κοινού αφού ο κατηγορούμενος οδηγούσε σε κατάσταση μέθης αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της πράξης του. Ο κατηγορούμενος, αντιλήφθηκε και όφειλε να αντιληφθεί την πρόκληση του δυστυχήματος και αντί να παραμείνει στη σκηνή ως όφειλε και είχε υποχρέωση, τόσο ηθική όσο και νομική, για να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζόμενων, την εγκατάλειψε αφήνοντας και το αυτοκίνητο που οδηγούσε εκεί. Οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Κατηγορούμενο, θα ληφθούν υπ' όψη. Λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή και μεταμέλεια του, όπως αυτή εκφράστηκε από τη συνήγορο του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τη ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και τον οδήγησε στη κατανάλωση αλκοόλ και στη διάπραξη των αδικημάτων. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές φαίνονται από την σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς επίσης και το νεαρό της ηλικίας του. Να σημειωθεί όμως, ότι το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου δεν μπορεί να επενεργήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής καθότι σε τέτοιας φύσεως αδικήματα ακριβώς είναι τα άτομα νεαρής ηλικίας που θα πρέπει να συνετιστούν (βλ. Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν για τον κατηγορούμενο και το γεγονός ότι αυτός θα τιμωρηθεί από τον Αγγλικό στρατό για το όλο επεισόδιο, στο βαθμό και έκταση που αυτό έχει εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα τα ανωτέρω όμως, κρίνω ότι δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας, αλλά απλά το εύρος της. Σε μια περίοδο που τα τροχαία δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στο τόπο μας, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να επιβάλλει αποτρεπτικές ποινές. Προτού όμως καταλήξω στην επιβολή του πιο πάνω είδους ποινής, θεωρώ ορθό, αν και δεν εγέρθηκε ένα τέτοιο ζήτημα, να εξετάσω τις συνέπειες που ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα έχει στην επαγγελματική πορεία του κατηγορουμένου και κατά πόσο θα έχει δυσανάλογες συνέπειες στην περαιτέρω σταδιοδρομία του. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού και με βάση την έκθεση του γραφείου ευημερίας και τα όσα ανέφερε η συνήγορος του, αυτός είναι έμμισθος στρατιώτης στον Αγγλικό στρατό δυνάμει σύμβασης η οποία ολοκληρώνεται τον άλλο μήνα και ο ίδιος δεν επιθυμεί να συνεχίσει αφού επιθυμία του είναι να μεταβεί στην Αγγλία για να σπουδάσει. Επομένως, δεν τίθεται θέμα απώλειας της συγκεκριμένης εργασίας του ούτε θα έχει συνέπειες στη σταδιοδρομία του στο τομέα αυτό. Άλλωστε δεν έχει τεθεί και κάτι τέτοιο από την υπεράσπιση ούτε έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες προς αυτήν την κατεύθυνση. Εκείνο το οποίο τονίστηκε είναι ότι ο κατηγορούμενος τέλος του μήνα αναμένεται να αποχωρήσει από τις τάξεις του Αγγλικού στρατού για να μεταβεί στη χώρα του για σπουδές. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση διαχωρίζεται από αυτή των υποθέσεων Andrew John Yeates κ.α v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 και Jenkinson and Another v. Police
(1983)2 C.L.R. 295. Στις εν λόγω υποθέσεις, που αφορούσαν Άγγλους στρατιώτες των Βρεττανικών Βάσεων η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα μετατράπηκε κατ' έφεση σε ποινή προστίμου ένεκα του γεγονότος ότι αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα την απόλυση τους από την εργασία τους και θα έχαναν την ευκαιρία να συνεχίσουν την καριέρα τους καθώς επίσης θα είχαν και οικονομική ζημιά, συνέπειες δυσανάλογες προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν. Εδώ όμως, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα και ούτε η υπεράσπιση αναφέρθηκε σε κάτι τέτοιο ούτε δόθηκαν οποιαδήποτε τέτοια στοιχεία προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντιθέτως, με βάση τα λεγόμενα της συνηγόρου ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν προτίθεται να συνεχίσει στην υπηρεσία αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη μου και τα ανωτέρω που έχω αναφέρει κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης, δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα περίπτωση. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά καθώς επίσης θα πρέπει να σταλεί και το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην 1ην κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Στην 2η Κατηγορία ποινή φυλάκισης ενός μηνός και 8 βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο
(12)δώδεκα μηνών από σήμερα στην ίδια Κατηγορία. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι αρκετά σοβαρές αφού επιδείχθηκε πλήρης αδιαφορία από τον κατηγορούμενο για την τύχη του Μ.Κ.1 και τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοιδήποτε λόγοι για μη αποστέρηση του δικαιώματος του κατηγορούμενου να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης ή ότι αυτή είναι αναγκαία. Στην 3η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο
(6)έξι μηνών. Έλαβα υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος αυτού καθώς επίσης και την απουσία οποιοδήποτε λόγων για την αναγκαιότητα της άδειας οδήγησης του κατηγορουμένου. Η στέρηση να αρχίζει από σήμερα και να συντρέχει με την στέρηση που επιβλήθηκε στην 2η κατηγορία. Στην 4η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο
(6)μηνών. Έλαβα υπόψη μου το μεγάλο ποσοστό της υπέρβασης του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης στην εκπνοή του κατηγορούμενου και την απουσία οποιονδήποτε ειδικών λόγων για μη αποστέρηση του δικαιώματος του αυτού. Στην 5ην κατηγορία δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή. Όλες οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν ανωτέρω να συντρέχουν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλακίσεως, ως ήταν και η εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03, και το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 3. Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του για να εκδώσει ή όχι σχετικό διάταγμα. Έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Στην παρούσα περίπτωση, είναι γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Πέραν τούτου όμως, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι ιδιαίτερα σοβαρές και ο κατηγορούμενος ακόμη και μετά τον εντοπισμό του αρνείτο τη διάπραξη των αδικημάτων και παραδέχθηκε τις κατηγορίες μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, τα θύματα των πράξεων του μέχρι σήμερα δεν αποζημιώθηκαν ασχέτως αν ενώπιον του Δικαστηρίου εξεφράστηκε η πρόθεση του να το πράξει. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιες που να δικαιολογούν αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλακίσεως, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση του εύρους αυτών. Των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο. ....................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο