Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Πογιατζής, Αρ. Υπόθεσης: 21901/11, 4/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21901/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Μάριος Πογιατζής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04/07/2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Βασιλείου. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Kεφ. 154 και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. 2) Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας κατά παράβαση του Κανονισμού 58 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως τροποποιήθηκαν. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον Αστ. 3075 Αλέξανδρο Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), τον Αρχ. Αν. Λοχία 3027 Ανδρέα Περικλέους (Μ.Κ.2), τον κ. Μιχάλη Γιαπάνη (Μ.Κ.3) και τον κ. Φίλιππο Μούζουρα (Μ.Κ.4) Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, δηλώθηκαν τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα εκ μέρους του κατηγορούμενου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: Στις 07/08/2009 και περί ώρα 02:10, ο κατηγορούμενος Μάριος Πογιατζής οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΑΒ 728, με συνοδηγό τον Δημήτρη Ιωάννου και επιβάτη στα πίσω καθίσματα τον Νικόλα Κουζαρίδη, 20 χρονών από τη Λεμεσό (θύμα), με ανατολική κατεύθυνση στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο Μ.Κ.1 Μιχάλης Γιαπάνης οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚQS 717 στην οδό Αγίας Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση. Τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα εισερχόμενα στη συμβολή των πιο πάνω αναφερόμενων οδών συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Από τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, ο Νικόλας Κουζαρίδης που επέβαινε στο όχημα του κατηγορουμένου, τραυματίστηκε θανάσιμα. Στη σκηνή του δυστυχήματος έφθασε ασθενοφόρο με τη συνοδεία του Μ.Κ.5 στο κατηγορητήριο, νοσοκόμου Δανού Παναγιώτου, μετέφερε το θύμα στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και το παρέδωσε στον επί καθήκοντι γιατρό Μ.Κ.4 στο κατηγορητήριο Δρ. Γρηγόρη Τρύφωνος, ο οποίος αφού εξέτασε το θύμα η ώρα 02:55 , διαπίστωσε τον θάνατο του και εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Στις 07/08/2009 και μεταξύ των ωρών 10:00 - 10:30 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η Μ.Κ.6 στο κατηγορητήριο, Δρ. Ελένη Αντωνίου ιατροδικαστής, διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «ΠΟΛΥΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ». Την αναγνώριση της σωρού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έκαμε ο Μ.Κ.8 στο κατηγορητήριο, Ανδρέας Κουζαρίδης, αδελφός του θύματος. Φωτογραφίες της σωρού της νεκροψίας έλαβε ο Μ.Κ.9 στο κατηγορητήριο Α/Αστ. 1239 Κ. Σάββα. Περαιτέρω, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από τον κατηγορούμενο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα φώτα τροχαίας που αφορούν τη δεύτερη κατηγορία έχουν τεθεί από την αρμόδια αρχή. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, ολόκληρη η μαρτυρία που έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη κατωτέρω, κατά την αξιολόγηση της για να διαφανούν και οι εκατέρωθεν θέσεις. Εκείνο που προκύπτει όμως, από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και είναι και το κύριο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στη διασταύρωση της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με την οδό Αγίας Φυλάξεως, παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη της πορείας του. Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο σε κάποιο στάδιο προτού αυτός εισέλθει στη διασταύρωση, αντιλήφθηκε την είσοδο του άλλου οχήματος στη διασταύρωση και παρόλα αυτά συνέχισε την πορεία του. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και το βάρος απόδειξης που απαιτείται είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Προτού όμως προχωρήσω με την αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, κρίνω ορθό στο στάδιο αυτό να εξετάσω τη θέση της υπεράσπισης που εγέρθηκε στην αγόρευση της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τη φερόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Το επιχείρημα στηρίχθηκε αποκλειστικά στη θέση ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος, για την οποία ευθύνεται η κατηγορούσα αρχή αφού δεν προώθησε έγκαιρα της υπόθεσης της, κατέστησε τη δίκη μη δίκαιη και η ποιότητα της μαρτυρίας που προσφέρθηκε φθάρηκε. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος προνοεί ότι «Έκαστος, κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρέαστου, δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυόμενου δια νόμου......» Παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της. Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωση τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Στέλιος Ευσταθίου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 με παραπομπή στην Psaras and Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, Bell v. D.P.P. of Jamaica [1985] 2 All E.R. 585 και Police v. Georgiades
(1982)2 C.L.R. 33. Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατό θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστίας της (βλ. Η.V. France
(1990)12 Ε.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους (βλ. Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας v. Xαράλαμπου Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127 λέχθηκε σε σχέση με το πιο πάνω ότι « Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης». Πέραν των πιο πάνω όμως, το τι συνιστά εύλογο χρόνο για την αποπεράτωση με την έκδοση δικαστικής απόφασης της δίκης για τον καθορισμό της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, εξαρτάται από τις συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Η νομολογία τόσο η κυπριακή όσο και αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποδεικνύει ότι το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια (βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 233, Χαραλαμπίδης v. Kαψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Στη σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: « Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» Επίσης, προκύπτει από τη πιο πάνω νομολογία ότι δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Η ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές με το ζήτημα αυτό, στη παρούσα περίπτωση έχει προκύψει από τη όλη μαρτυρία ότι τα αδικήματα που κατηγορείται ο κατηγορούμενος φέρεται να έχουν διαπραχθεί την 07ην/08/2009, η διερεύνηση της υπόθεσης φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2009 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23/09/2011, δύο περίπου χρόνια. Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει δώσει οποιοδήποτε λόγο γιατί η προώθηση και καταχώρηση της υπόθεσης καθυστέρησε για τόσο χρονικό διάστημα. Δεν παραγνωρίζω ότι από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι στις 14/03/2012 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σε αυτή αναφέρεται ότι εναντίον του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση Αρ. 14405/10 Ε.Δ. Λεμεσού για τα ίδια αδικήματα η οποία απορρίφθηκε στις 26/09/2011 λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν εντοπίστηκε για να κλητευθεί καθότι οι γονείς του ανέφεραν ότι βρίσκεται στην Ελλάδα για σπουδές και δεν βοηθούσαν στον εντοπισμό του. Ακολούθως, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση και ζητήθηκε ένταλμα σύλληψης δυνάμει της ανωτέρω διαδικασίας η οποία όμως αποσύρθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Παρά το περιεχόμενο της εν λόγω αίτησης και ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει εντούτοις κατά τη δικάσιμο δεν αναφέρθηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ούτε και δόθηκε η ευκαιρία στην υπεράσπιση να δώσει τη θέση της μέσω συγκεκριμένης μαρτυρίας. Να σημειωθεί επίσης, ότι μετά την απόσυρση της πιο πάνω αίτησης, την επόμενη δικάσιμο ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε από μόνος του στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει την παρούσα υπόθεση. Από τα πιο θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος κρυβόταν με σκοπό να αποφύγει τη δίκη του στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να καταλήξω ότι ευθύνεται ο ίδιος στην προώθηση και εκδίκαση της υπόθεσης. Τα πιο πάνω κρίνω ότι θα επενεργήσουν προς όφελος του κατηγορουμένου και αφού δεν έχει διευκρινιστεί με σχετική μαρτυρία το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης οφείλεται στην κατηγορούσα αρχή. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και η μετέπειτα πορεία της υπόθεσης και στάση του κατηγορούμενου αλλά και του Δικαστηρίου. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 08/04/2012 χωρίς όμως μέχρι τότε να έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο και χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία. Δόθηκε νέα ημερομηνία για επίδοση και ορίστηκε στις 08/06/
- Μεσολάβησε η πιο πάνω αίτηση που αναφέρθηκε και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 09/04/2012 οπότε κατηγορήθηκε και απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 10/09/2012 ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 18/12/2012 λόγω του ότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το Δικαστήριο καθότι την περίοδο εκείνη είχε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα εκδόθηκε και ένταλμα σύλληψης. Στις 18/12/2012 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 01ην/03/2013 λόγω αιτήματος της κατηγορούσας αρχής και απουσίας των μαρτύρων κατηγορίας. Την 01ην/03/2013 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε στις 15/03/2013 οπόταν άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Από την πιο πάνω πορεία της υπόθεσης φαίνεται ότι πέραν της επιλογής του κατηγορούμενου να αρνηθεί την κατηγορία, που είναι συνταγματικό του δικαίωμα, για την περαιτέρω καθυστέρηση δεν έχει ουσιαστικό μερίδιο ευθύνης εκτός από την δικάσιμο την οποία απουσίαζε από το Δικαστήριο για το λόγο που απουσίαζε. Το ζητούμενο όμως στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η πάροδος χρονικού διαστήματος τριών χρόνων και δέκα περίπου μηνών από την ημέρα διερεύνησης της μέχρι και την ημέρα που θα ολοκληρωθεί η παρούσα υπόθεση με την έκδοση δικαστικής απόφασης έχει επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για να τύχη δίκαιης δίκης. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Kώστα Μέλιου Μενελάου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διακόπηκε η δίκη του κατηγορούμενου για το μοναδικό λόγο ότι η πάροδος πέραν των τριών χρόνων από την ημερομηνία της σύλληψης επηρέασε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, αναφέρθηκε ότι η αποδοχή της θέσης αυτής θα σήμαινε ότι αυτόματα η πάροδος συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος θα απόληγε σε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Θα πρέπει να συνυπολογίζονται όλοι οι παράγοντες που έχει θέσει η νομολογία για το ζήτημα αυτό για να κριθεί το εύλογο του χρόνου. Το ουσιαστικό ζήτημα εδώ είναι η σημασία που έχει για τον κατηγορούμενο η παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Σε κανένα στάδιο διαφάνηκε ότι με την παρέλευση τόσου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διερεύνησης της μέχρι την καταχώριση του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος θεώρησε ή ήταν με την εντύπωση ότι δεν θα διωκόταν. Επίσης, πουθενά δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος υπέστη οποιαδήποτε βλάβη από την καθυστέρηση αυτή. Εξετάζοντας την όλη διαδικασία της δίκης προκύπτει ότι αυτός υπερασπίστηκε τον εαυτό του δεόντως και με τον τρόπο που επιθυμούσε χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε κώλυμα ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την ολοκλήρωση της δίκης. Οι απαντήσεις που έδινε στα διάφορα θέματα και για τα οποία έλεγε ότι δεν θυμόταν, δεν αφορούσαν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε αφού τις ίδιες θέσεις ανέφερε και στην κατάθεση του που του λήφθηκε μετά το δυστύχημα. Περαιτέρω, παρουσίασε στο Δικαστήριο και τον Μ.Υ.1 που ήταν ο συνοδηγός του χωρίς να διαφανεί οποιοδήποτε πρόβλημα εντοπισμού του. Στην Ανδρέας Πουμπουρής v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ίδιας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσο η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορουμένου (βλ. επίσης Αστυνομία v. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατίας v. Ford (Αρ.2) (ανωτέρω). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η πάροδος του πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν είναι τέτοια που να παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου έτσι ώστε να πρέπει να ακυρωθεί η δίκη και αυτός να αθωωθεί. Θα μπορούσε όμως, να δοθεί θεραπεία για την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, εφόσον τελικά αυτός κριθεί ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μετά από την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την όλη εμπλοκή του στην υπόθεση, στο βαθμό που θυμόταν. Ουσιαστικά εκείνο που ανέφερε στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την κατάθεση του (τεκμήριο 1) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο κλιμάκιο διαρρήξεων και βρισκόταν σε περιπολία στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ, όταν στη συμβολή με της εν λόγω οδού με την οδό Αγίας Φυλάξεως αντιλήφθηκε πολλή κόσμο να είναι μαζεμένος στο σημείο και αφού είδε δύο αυτοκίνητα κτυπημένα αντιλήφθηκε ότι είχε επεσυμβεί τροχαίο δυστύχημα και σταμάτησε για να παράσχει βοήθεια. Αφού πλησίασε το ένα από τα δύο οχήματα και συγκεκριμένα ένα όχημα μάρκας TOYOTA COROLLA διαπίστωσε ότι σε αυτό υπήρχαν τρία άτομα σοβαρά τραυματισμένα και εγκλωβισμένα. Μίλησε στον οδηγό και στον συνοδηγό και του ανέφεραν ότι ήθελαν να αποβιβαστούν από το αυτοκίνητο ενώ ο συνεπιβάτης στο πίσω κάθισμα δεν ανταποκρινόταν. Ενώ συνομιλούσε με τα δύο πρόσωπα που κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα και προσπαθούσε να τους παράσχει ψυχολογική στήριξη, άκουσε τον συνοδηγό να λέει απευθυνόμενος στον οδηγό «ήντα που έκαμες ρε μαλάκα», χωρίς ωστόσο ο δεύτερος να δώσει καμία απάντηση. Η ουσία της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού είναι η πιο πάνω φράση που άκουσε να λέγεται. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός αυτό και ότι ο μάρτυρας άκουσε τη φράση αυτή ούτε ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτή την αναφορά του μάρτυρα. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη σε θέματα άλλα, άσχετα με την εν λόγω φράση, στα οποία του ζητήθηκαν διευκρινήσεις. Επομένως, θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ ότι το πιο πάνω γεγονός έλαβε χώρα την ώρα που ο μάρτυρας βρισκόταν εκεί στο συγκεκριμένο όχημα. Πέραν τούτου όμως, κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ζητήθηκε από αυτόν να ερμηνεύσει αυτή τη φράση που άκουσε, λέγοντας ότι η προσωπική του αντίληψη είναι ότι ο οδηγός κάτι λάθος θα πρέπει να έκαμε. Η θέση αυτή όμως, δεν θεωρώ ότι είναι βοηθητική στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων και ούτε μπορώ να προσδώσω σε αυτή οποιαδήποτε βαρύτητα. Είναι μια ερμηνεία που δίδει ο μάρτυρας και αποτελεί την προσωπική αντίληψη του χωρίς κατ' ανάγκη να σημαίνει και αυτό που είπε. Επίσης, είναι μια δήλωση που έγινε από ένα τρίτο πρόσωπο, τον συνοδηγό του εν λόγω οχήματος, ο οποίος είναι και ο μόνος ο οποίος μπορεί να εξηγήσει στο Δικαστήριο τι εννοεί με αυτή τη δήλωση. Περαιτέρω, η δήλωση αυτή καθ' εαυτή είναι γενική και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ή να εκληφθεί ότι υποδηλώνει ένα και μόνο γεγονός, αν ληφθεί υπόψη και η κατάσταση που βρισκόταν ο συνοδηγός την ώρα που ο μάρτυρας τον άκουσε να λέει αυτή τη φράση. Άλλωστε το άτομο το οποίο ανέφερε ο μάρτυρας ότι ανέφερε τη φράση αυτή έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι το μόνο που μπορεί να εξηγήσει τι εννοούσε και η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του μάρτυρα ότι άκουσε να λέγεται αυτή η φράση από το συνοδηγό αλλά όχι την άποψη και ερμηνεία που ο ίδιος δίδει σε αυτήν. Το κατά πόσο το γεγονός αυτό μπορεί να καταδείξει κάποια ενέργεια ή σφάλμα του κατηγορουμένου σε σχέση με την οδηγική του συμπεριφορά είναι κάτι το οποίο θα συνυπολογιστεί μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία και ευρήματα που θα προκύψουν. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και αυτός που κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή και ετοίμασε τα σχετικά σχεδιαγράμματα. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος ήταν αμερόληπτος. Κρίνω επίσης, ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα αλλά και να αναφέρει την όλη εμπλοκή που είχε στην υπόθεση και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα για να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ασφαλή συμπεράσματα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267 Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αποδέχομαι ως πραγματική μαρτυρία το γεγονός ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος απεικονίζει τη διασταύρωση των Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με την οδό Αγίας Φυλάξεως και η οποία διασταύρωση ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Επίσης, αποδέχομαι όλες τις μετρήσεις στις οποίες ο μάρτυρας προέβηκε και κατέγραψε στο σχέδιο. Τα πιο πάνω δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή ουσιαστικής αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και επίσης ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι επισκέφθηκε το βράδυ του δυστυχήματος τη σκηνή και έλαβε ο ίδιος τις εν λόγω μετρήσεις με την βοήθεια άλλου συναδέλφου του. Δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι εν λόγω μετρήσεις είναι λανθασμένες ούτε τέθηκε κάτι τέτοιο από την υπεράσπιση. Ως εκ τούτου τις αποδέχομαι. Όπως προκύπτει από το σχέδιο και τις επεξηγήσεις που ο μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο, η Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στη δυτική της πλευρά, πριν τα φώτα τροχαίας της συμβολής, αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση και μια με δυτική. Η αριστερή λωρίδα έχει πλάτος 3,10 μέτρα και είναι για τα οχήματα που έχουν πρόθεση να συνεχίσουν ευθεία πορεία ανατολικά αλλά και γι αυτά που θα στρίψουν αριστερά σύμφωνα με την πορεία τους για να κατευθυνθούν στην οδό Αγίας Φυλάξεως, βόρεια. Η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση έχει πλάτος 3,00 μέτρα και είναι αποκλειστικά για τα οχήματα που θα στρίψουν δεξιά σύμφωνα με την πορεία τους για να κατευθυνθούν στην οδό Αγίας Φυλάξεως, νότια. Η οδός Αγίας Φυλάξεως στη νότια της πλευρά αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είναι για τα οχήματα που κινούνται από νότια προς βόρεια και θα συνεχίσουν ευθεία βόρεια ή θα στρίψουν τόσο δυτικά όσο και ανατολικά. Η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας είναι για τα οχήματα που κινούνται από την αντίθετη κατεύθυνση. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τις πορείες Α και Β που σημειώνονται στο σχέδιο της σκηνής καθότι αυτές, γενικά, αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και δεν αμφισβητήθηκαν. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις πορείες αυτές κατέληξε και ο ίδιος με βάση τις ζημιές στο οχήματα, τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση, την τελική τους θέση και τα άλλα ευρήματα στη σκηνή όπως τα ίχνη πλαγιολίσθησης. Η πορεία Α, είναι η πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και είναι στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ από δυτικά προς ανατολικά. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κινείτο στην αριστερή ή δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εν λόγω οδού ή στο μέσο των δύο λωρίδων, θέμα το οποίο εγέρθηκε κατά την αντεξέταση, δεν μπορεί να προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με ασφάλεια αλλά δεν θεωρώ ότι είναι και ουσιώδες. Το γεγονός ότι γενικά ο κατηγορούμενος είχε αυτή την πορεία προτού εισέλθει στη διασταύρωση, το αποδέχομαι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Επίσης, αποδέχομαι και την πορεία Β, αυτή του άλλου ενεχόμενου οδηγού η οποία σημειώνεται στην οδό Άγιας Φυλάξεως από νότια προς βόρεια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκε ανωτέρω. Σε σχέση με την ορατότητα στο σημείο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τόσο από την πορεία Α στο σημείο αλτ της συμβολής και πριν από το σημείο αυτό όσο και από την πορεία Β στα αντίστοιχα σημεία υπάρχει ορατότητα προς στις δύο κατευθύνσεις. Επί του σημείου αυτού, παρατηρώ ότι ο μάρτυρας δεν προέβηκε σε συγκεκριμένες μετρήσεις για τις εν λόγω ορατότητες και πόσο πριν από το σημείο αλτ της κάθε κατεύθυνσης υπάρχει ορατότητα και πόση. Ανέφερε ότι λίγο πίσω από το σημείο αυτό υπάρχει σχετική ορατότητα και όσο προχωράς προς το αλτ η ορατότητα αυτή είναι μεγαλύτερη. Αποδέχομαι τη γενική του αυτή θέση χωρίς όμως να μπορώ να καταλήξω σε συγκεκριμένες αποστάσεις και περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με την εν λόγω ορατότητα. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι ως πραγματική μαρτυρία τα σημεία Α2 και Β2 που σημειώνονται στο σχέδιο. Τα εν λόγω σημεία είναι ίχνη μαυρίσματος των τροχών των οχημάτων του κατηγορούμενου και του άλλου ενεχόμενου οχήματος τα οποία εντοπίστηκαν στη διασταύρωση. Η βασική γραμμή του μάρτυρα επί του σχεδίου ξεκινά από τον αριθμό 0 ο οποίος βρίσκεται στη δυτική πλευρά της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, εκεί που είναι τοποθετημένα τα φώτα τροχαίας ελαφρώς μπροστά από το σημείο αλτ της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και εκτείνεται ευθεία ανατολικά μέχρι τα 42,6 μέτρα. Η μέτρηση 37,8 μέτρα επί της βασικής γραμμής, είναι βορειότερα του σημείου αλτ της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ και από εκεί επίσης αρχίζει το πεζοδρόμιο το οποίο με καμπύλη εκτείνεται βόρεια. Το ίχνη Α2 αρχίζουν από τη μέτρηση 23 μέτρα της βασικής γραμμής, εκτείνονται βορειοανατολικά σε ευθεία πορεία μέχρι τη μέτρηση 28,8 μέτρα βόρεια και ακολούθως συνεχίζοντας αλλάζουν πορεία προς περισσότερο ανατολικά και καταλήγουν στον μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου βορειότερα της μέτρησης 36 μέτρα στη βασική γραμμή. Η τελική θέση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου βρίσκεται οριζόντια και εφάπτεται με περιτοίχισμα που υπάρχει στο σημείο και μετά από αυτό είναι το γήπεδο του Λανιτείου Γυμνασίου. Τόσο η τελική θέση του οχήματος του κατηγορουμένου όσο και τα ίχνη Α2 δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Επίσης, τα εν λόγω ίχνη καταλήγουν στο μπροστινό τροχό του εν λόγω οχήματος και αποδέχομαι τη θέση ότι αφαίθηκαν από αυτό μετά τη σύγκρουση. Τα ίχνη Β2, το μεγαλύτερο και συνεχόμενο μέρος τους ξεκινούν από τη μέτρηση 23,00 μέτρα σε απόσταση 8,1 μέτρα βόρεια και καταλήγουν διαγώνια στο μπροστινό τροχό του άλλου ενεχόμενου οχήματος το οποίο βρίσκεται κάθετα στις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Αγίας Φυλάξεως με νότια κατεύθυνση και το μπροστινό του μέρος εφάπτεται επί του περιτοιχίσματος. Αποδέχομαι τόσο τη τελική θέση του εν λόγω οχήματος όσο και τα ίχνη Β2 για τους ίδιους λόγους που ανέφερα ανωτέρω και αφορούν το όχημα και τα ίχνη του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω που σημειώνονται στο σχέδιο φαίνονται και στις φωτογραφίες που ο μάρτυρας έλαβε στη σκηνή (τεκμήριο 3) και επεξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω φωτογραφίες κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και πέραν τούτου δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι αυτές δεν είναι αυθεντικές ή ότι δεν απεικονίζουν τα πραγματικά στοιχεία. Επομένως, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην τις αποδεκτώ και τις αποδέχομαι. Επίσης, ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι και τις ζημίες που έφεραν τα δύο ενεχόμενα οχήματα συνεπεία της σύγκρουσης. Το μεν όχημα του άλλου ενεχόμενου οδηγού έφερε εκτεταμένες ζημιές, με βάση το μάρτυρα, στο μπροστινό μέρος (καπό, προφυλακτήρα, φτερά, φανάρια, ανεμοθώρακα). Οι εν λόγω ζημιές φαίνονται και στις φωτογραφίες και ειδικότερα και καλύτερα στη φωτογραφία
- Το δε όχημα του κατηγορούμενου είχε καταστραφεί ολοσχερώς με άμεση ζημιά στη δεξιά πλευρά. Επίσης, στις φωτογραφίες και ειδικότερα στη φωτογραφία 3 φαίνεται το όχημα του κατηγορουμένου και οι δύο δεξιές πόρτες του να απουσιάζουν, προφανώς λόγω του ότι αποκόπηκαν από τη πυροσβεστική για να απεγκλωβιστούν οι επιβάτες. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας τοποθέτησε στο σχέδιο της σκηνής, το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ και το οποίο βρίσκεται εντός της διασταύρωσης σε απόσταση γύρω στα 19 μέτρα από το σημείο αλτ της πορείας του κατηγορούμενου. Σε σχέση με την απόσταση από το σημείο αλτ της πορείας του οχήματος του παραπονουμένου, δεν ήταν σε θέση να την καθορίσει, απλώς περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι οπτικά φαίνεται να είναι μεγαλύτερη από αυτή του κατηγορουμένου. Το σημείο σύγκρουσης αλλά και η θέση των δύο οχημάτων κατά την ώρα της σύγκρουσης έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα στο σημείο Χ που σημείωσε ο μάρτυρας καθότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και να κατευθυνθεί βόρεια στην οδό Αγ. Φυλάξεως. Στην αγόρευση του ο συνήγορος του κατηγορουμένου, με δικά του σχεδιαγράμματα που ετοίμασε τοποθετεί τη σύγκρουση σε απόσταση 4 μέτρων βορειότερα του σημείου Χ αλλά και πάλι εντός της διασταύρωσης. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρος αυτού σε σχέση με τις εξηγήσεις που έδωσε για την ορθότητα του σημείου σύγκρουσης αλλά και τον τρόπο που πρέπει να έλαβε χώρα η σύγκρουση και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτές και να καταλήξω ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εκεί κοντά που έχει σημειώσει στο σχέδιο το σημείο Χ. Και τούτο διότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι τοποθέτησε το σημείο Χ στο σημείο εκείνο καθότι εκεί εντόπισε πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα ίχνη τριβής του μπροστινού ελαστικού του οχήματος του κατηγορουμένου, τα οποία τοποθέτησε με το γράμμα Κ και τα οποία έχουν την ίδια φορά με τα ίχνη Α2 τα οποία εντόπισε στη συνέχεια. Επίσης, στο σημείο εκείνο εντόπισε γδαρσίματα και σκάψιμο στο δρόμο το οποίο προκλήθηκε από τη σύγκρουση. Εξηγώντας τη θέση του αυτή ανέφερε ότι όταν δύο οχήματα συγκρουστούν αφήνουν στην άσφαλτο τα εν λόγω ίχνη. Περαιτέρω, για το καθορισμό του εν λόγω σημείου αλλά και της ενδεχόμενης θέσης των οχημάτων κατά την ώρα της σύγκρουσης έλαβε υπόψη του τις ζημιές των οχημάτων αλλά και την τελική τους θέση. Απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του κατηγορούμενου είχε κλίση προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του καθότι σε αυτή τη περίπτωση, η τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου, δεν θα ήταν στο σημείο που κατέληξε αλλά κάπου αλλού. Επίσης, σε σχέση με τον τρόπο που η σύγκρουση έλαβε χώρα και κατά πόσο αυτή ήταν κάθετη ή σχεδόν κάθετη ο μάρτυρας ανέφερε ότι λαμβάνοντας υπόψη όλη την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή και συγκεκριμένα, το μαύρισμα, το σκάψιμο στο δρόμο, τα ίχνη πλαγιολίσθησης, την τελική θέση των οχημάτων και τις ζημιές σε αυτά, είπε ότι η σύγκρουση πρέπει να ήταν σχεδόν κάθετη χωρίς φυσικά να μπορεί να προσδιορίσει επ' ακριβώς πόσες μοίρες κλίση είχε το κάθε όχημα. Δεν αναμένω από το μάρτυρα αυτό να προβεί σε αναπαράσταση του δυστυχήματος και του ακριβή τρόπου που επήλθε η σύγκρουση αφού πέραν της βασικής του κατάρτισης για αναπαράσταση δυστυχημάτων δεν έχει διαφανεί να έχει και οποιαδήποτε σχετική ειδικότητα και πείρα περί του θέματος τούτου. Εκείνο το οποίο αποδέχομαι είναι τη γενική του πείρα ως εξεταστή τροχαίων δυστυχημάτων και την ανεύρεση της πραγματικής μαρτυρίας στη σκηνή του δυστυχήματος και με βάση αυτή να προβαίνει σε κάποια συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα τα οποία έχει καταλήξει σε σχέση με τον τρόπο που επήλθε η εν λόγω σύγκρουση κρίνω ότι είναι ασφαλή εν όψει όλης της πραγματικής μαρτυρίας που υπάρχει και τις εξηγήσεις που έδωσε. Λέγοντας αυτό, με κανένα τρόπο δεν καταλήγω στον ακριβή τρόπο που επήλθε η σύγκρουση και συγκεκριμένα στην ακριβή θέση που είχαν τα οχήματα. Εκείνο που μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω είναι ότι η σύγκρουση ήταν σχεδόν κάθετη, θέση άλλωστε με την οποία φαίνεται να μην διαφώνησε και η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Επομένως, με βάση τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού μπορώ να καταλήξω και καταλήγω σε εύρημα ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της διασταύρωση κάπου εκεί κοντά στο σημείο Χ που σημείωσε ο μάρτυρας και ότι η σύγκρουση ήταν σχεδόν κάθετη. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού υποδείχθηκε στον ίδιο ή αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ενδεχομένως το σημείο σύγκρουσης να είναι κάπου αλλού ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με τη κλίση που είχε το όχημα του κατηγορουμένου κατά την ώρα της σύγκρουσης και γιατί γενικά να μην έλαβε χώρα η σύγκρουση με τον τρόπο που ανέφερε ο μάρτυρας ή ότι το σημείο σύγκρουσης είναι κάπου άλλου. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλη εκδοχή για το σημείο αυτό για να εξετάσει την ορθότητα της ούτε οτιδήποτε άλλο για να καταδειχθεί το λανθασμένο των θέσεων του μάρτυρα. Περιορίστηκε στην αμφισβήτηση των εν λόγω συμπερασμάτων για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος την ώρα εκείνη είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά γιατί από εκεί θα κατευθυνόταν προς την οικία του. Ουδεμία θέση τέθηκε στο μάρτυρα σε σχέση με το πού βρισκόταν κατά την ώρα της σύγκρουσης και αν είχε οποιαδήποτε κλίση το όχημα του, πόση ήταν αυτή και τι θέση είχε στο δρόμο. Εν πάσει περιπτώσει όμως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι το γεγονός ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της διασταύρωσης, κάτι που αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Επομένως, θεωρώ ότι το πώς έλαβε χώρα η σύγκρουση και σε ποιο ακριβώς σημείο εντός της διασταύρωσης είναι άνευ σημασίας αφού το ουσιαστικό που αναζητείται στην παρούσα υπόθεση είναι ο τρόπος που ο κατηγορούμενος εισήλθε σε αυτή και τι χρώμα ήταν το φως στην πορεία του. Αναφορικά με το ζήτημα αξιοπιστίας του κατηγορούμενου σε σχέση με τις αναφορές του ότι έστριβε αριστερά την ώρα της σύγκρουσης, αυτές θα αξιολογηθούν κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι όταν ήταν στη σκηνή έλεγξε και τους τέσσερις σηματοδότες των φώτων τροχαίας και αυτοί λειτουργούσαν κανονικά. Εξηγώντας τη θέση του αυτή ανέφερε ότι είδε τους εν λόγω σηματοδότες στη συμβολή της διασταύρωσης να αλλάζουν χρώματα από κόκκινο σε πορτοκαλί και πράσινο και γενικά να λειτουργούν κανονικά. Η θέση αυτή του μάρτυρα και το γεγονός ότι κοίταξε τα φώτα δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι ότι ο ίδιος δεν είναι ειδικός και δεν ξέρει αν αυτά λειτουργούσαν σωστά. Ο μάρτυρας ουδέποτε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο και εκείνο το οποίο ανέφερε είναι ότι εκ της πείρας του ως οδηγού είδε τα φώτα να αλλάζουν χρώματα και να λειτουργούν κανονικά. Αναφορικά με τον ακριβή τρόπο λειτουργίας παρέπεμψε στο αρμόδιο τεχνικό των Δημοσιών Έργων στον οποίο απέστειλε επιστολή κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος για να τον εφοδιάσει με σχετικό έντυπο του τρόπου λειτουργίας των εν λόγω φώτων. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι το μεμπτό στην πιο πάνω μαρτυρία του μάρτυρα και κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του ότι όταν βρισκόταν στη σκηνή έλεγξε τα φώτα τροχαίας και λειτουργούσαν κανονικά, όπως ο ίδιος το διευκρίνισε. Δεν θεωρώ ότι χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για ένα άτομο να αντιληφθεί ότι τα φώτα τροχαίας ανά κάποια διαστήματα αλλάζουν χρώματα και λειτουργούν. Αναφορικά με τον ακριβή τρόπο λειτουργίας των εν λόγω φώτων και τους χρόνους αλλαγής των χρωμάτων είναι άλλο θέμα για το οποίο ο μάρτυρας δεν έδωσε οποιαδήποτε θέση. Παρατηρώ επίσης, ότι το σημείο αυτό έτυχε έντονης αμφισβήτησης από την υπεράσπιση δηλαδή ότι δεν λειτουργούσαν τα φώτα τροχαίας. Παρόλα αυτά οι αναφορές του μάρτυρα περί της αλλαγής των χρωμάτων των φώτων δεν έτυχαν αμφισβήτησης και στη συνέχεια επικεντρώθηκε στη θέση ότι δεν είναι ειδικός και δεν ξέρει αν λειτουργούσαν κανονικά. Επίσης, δεν τέθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι δεν άναβαν τα φώτα καθόλου ή ότι δεν άλλαζαν χρώματα αλλά ούτε και οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εκτός λειτουργίας. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτώ τη θέση του μάρτυρα ότι τα φώτα τροχαίας στη εν λόγω συμβολή κατά το χρόνο που ο ίδιος βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος λειτουργούσαν κανονικά με την έννοια ότι άναβαν και άλλαζαν τα χρώματα τους. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα οχήματος και ουσιαστικά η θέση που προβλήθηκε από αυτόν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στη συμβολή της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ με την οδό Αγίας Φυλάξεως όταν το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καθώς επίσης έλαβα υπόψη μου και τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία του επί του ουσιαστικότατου αυτού σημείου παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε βαθμό που θα ήταν επικίνδυνο να αποδεκτώ τη θέση του αναφορικά με το χρώμα του φωτός στην πορεία του όταν εισήλθε στη εν λόγω διασταύρωση. Επίσης, αδυναμίες, ανακρίβειες αλλά και αντιφάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζουν και άλλα μέρη της μαρτυρίας του. Περαιτέρω, προσπάθησε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του να επικαλεστεί διάφορα γεγονότα για να πείσει για τη θέση του αυτή, όπως αυτόπτες μάρτυρες αλλά και γενικά διέκρινα μια τάση και προσπάθεια να επιρρίψει την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα στον κατηγορούμενο χωρίς όμως τα όσα ο ίδιος ανέφερε αλλά και προκύπτουν από την υπόλοιπη μαρτυρία, να επιβεβαιώνουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο ίδιος εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως και με κανονική ταχύτητα. Προς υποστήριξη της ανωτέρω κρίσης μου θα αναφερθώ κατωτέρω σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού, ξεκινώντας από το ουσιαστικότερο μέρος αυτής που σχετίζεται με το χρώμα του φωτός. Υιοθέτησε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης τις γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. τεκμήριο 7, ημερομηνία κατάθεσης 7/8/09 και τεκμήριο 8, ημερομηνία κατάθεσης 26/08/09). Στο μεν τεκμήριο 7 αναφέρει ότι εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως και ήρθε ένα αυτοκίνητο από τα αριστερά του το οποίο μπήκε στη διασταύρωση με κόκκινο φως με αποτέλεσμα να του αποκόψει την πορεία και να συγκρουστούν. Στο δε τεκμήριο 8 αφού αναφέρει ότι το βράδυ εκείνο πριν από το δυστύχημα βρισκόταν σε ένα εστιατόριο και ακολούθως πήγε σε μια μπυραρία, στη συνέχεια λέει ότι οδηγούσε το όχημα του στην οδό Αγ. Φυλάξεως από νότια προς βόρεια, χωρίς να θυμάται με πόση ταχύτητα κινείτο και πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας με την Λεωφ. Μακαρίου, είδε σε κάποια απόσταση την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο στρογγυλό και συνέχισε την πορεία του. Από τα πιο πάνω και μόνο είναι φανερό, ότι ακόμη και έτσι να είναι τα γεγονότα όπως τα αναφέρει ο μάρτυρας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ή στον απαραίτητο βαθμό ότι το φως στην πορεία του μάρτυρα κατά την ώρα που εισήλθε στη διασταύρωση ήταν πράσινο όπως ο ίδιος στη συνέχεια αναφέρει και μάλιστα ότι είναι 100% σίγουρος. Ποία ήταν αυτή η απόσταση από την οποία είδε αρχικά το φως να είναι πράσινο, με πόση ταχύτητα κινείτο και πόσο χρόνο χρειάστηκε να φτάσει στο σημείο αλτ της πορείας του; Και επίσης γιατί μέχρι να διανύσει αυτή την κάποια απόσταση το φως στην πορεία του να εξακολουθούσε να είναι πράσινο; Επίσης, από τις πιο πάνω αναφορές του στην γραπτή του κατάθεση και μόνο γεννιούνται και άλλα ερωτηματικά. Γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να προσδιορίσει αυτή την απόσταση όπως λέει; Και φυσικά δεν αναμένεται από αυτόν να μπορεί να την καθορίσει επ' ακριβώς αλλά έστω κάποια μέτρα περίπου θα μπορούσε να αναφέρει. Ακόμη όμως και να μην μπορούσε να υπολογίσει αποστάσεις, κάτι το οποίο όμως, όπως διαφάνηκε από την υπόλοιπη του μαρτυρία, μπορούσε να κάνει, γιατί δεν επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος με τον Αστυνομικό και να του υποδείξει τη θέση που βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε το φως στην πορεία του να είναι πράσινο; Άξιον απορίας όμως, είναι γιατί και η Αστυνομία κατά τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος και αφού είχε ένα τέτοιο ισχυρισμό από το μάρτυρα αυτό, που είναι και ο μοναδικός που μπορεί να διαφωτίσει για το ζήτημα αυτό, δεν τον εξέτασε πιο ενδελεχώς και δεν ζήτησε από τον μάρτυρα αυτό να της υποδείξει στη σκηνή του δυστυχήματος την απόσταση αυτή, η οποία ενδεχομένως να μπορούσε να γίνει και πιο συγκεκριμένη. Τα πιο πάνω οδηγούν στο επόμενο σημείο της μαρτυρίας του μάρτυρα, ο οποίος κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο προσπάθησε να καθορίσει την πιο πάνω απόσταση που ανέφερε ότι δεν μπορούσε τότε να προσδιορίσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου έδειξε μια απόσταση εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου η οποία είναι γύρω στα 20 μέτρα, ως την απόσταση που είχε δει το φως στην πορεία του να είναι πράσινο πριν εισέλθει στη διασταύρωση. Και καλείται το Δικαστήριο με βάση αυτή την απόσταση που καθόρισε ο μάρτυρας εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, μετά από πάροδο τεσσάρων σχεδόν χρόνων από την πρόκληση του επίδικου συμβάντος να προβεί σε ανάλογο εύρημα και συμπέρασμα και ακόμη περισσότερο ότι κατά την ώρα που εισέρχεται στη διασταύρωση ότι το φως είναι πράσινο. Κατ' αρχή υπάρχει το ερώτημα γιατί στη κατάθεση του ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσδιορίσει την εν λόγω απόσταση. Η θέση του επί του θέματος αυτού κατά την προφορική του μαρτυρία είναι ότι εννοούσε ότι δεν μπορούσε να την υπολογίσει σε μέτρα. Προκύπτει όμως, ότι σε άλλο μέρος της γραπτής του κατάθεσης μπορούσε και υπολόγιζε τις αποστάσεις που είδε για πρώτη φορά το όχημα του κατηγορουμένου και την απόσταση που ο ίδιος βρισκόταν την ώρα εκείνη. Ερωτούμενος γιατί αυτές τις αποστάσεις μπορεί και τις υπολογίζει ενώ αυτή της πιο πάνω αναφερόμενης απόστασης όχι, απάντησε ότι όταν είναι μικρές οι αποστάσεις τότε μπορείς να το κάνεις πιο εύκολα παρά όταν είναι μεγαλύτερες. Θα μπορούσα να το δεκτώ αυτό αν η απόσταση που αναφερόταν ήταν πολύ μεγάλη. Αλλά όπως ο μάρτυρας υπέδειξε στο Δικαστήριο αυτή ήταν γύρω στα 20 μέτρα. Δεν θεωρώ ότι κάποιος που μπορεί να υπολογίζει μια απόσταση των 5 μέτρων δεν μπορεί να υπολογίζει και μια απόσταση των 20 μέτρων, πάντοτε στο περίπου και όχι επ΄ ακριβώς. Ο ίδιος επί του θέματος είπε συγκεκριμένα ότι είναι διαφορετικό να μπορείς να υπολογίζεις μια απόσταση των 35 μέτρων, αναφερόμενος στην απόσταση αυτή, όπως διευκρίνισε, γενικά. Γιατί όμως, ανέφερε αυτή την απόσταση και δεν ανέφερε αυτή των 20 μέτρων που είπε και σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Ίσως γιατί θα μπορούσε να την υπολογίσει αυτή και με την αναφορά του την τελευταία ήθελε να μεγαλώσει την απόσταση για να δικαιολογήσει τη θέση του; Ή ίσως διότι η απόσταση αυτή που είδε το φως ενδεχομένως να ήταν και 35 μέτρα. Η εξήγηση και δικαιολογία που ο μάρτυρας δίνει επί του σημείου αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, υπάρχει και μια άλλη αδυναμία στο να γίνει αποδεκτή η απόσταση αυτή που καθόρισε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας. Πώς είναι δυνατό μετά από πάροδο τόσου χρονικού διαστήματος από τη πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος να θυμόταν τη συγκεκριμένη απόσταση που έδειξε στο Δικαστήριο, τη στιγμή μάλιστα που στην ίδια την κατάθεση του δεν αναφέρει έστω και κάτι σχετικό με μια τέτοια απόσταση. Το Δικαστήριο αντικρίζει, πέραν των πιο πάνω, με πολλή επιφυλακτικότητα την εν λόγω θέση και δεν νιώθει ασφαλές να την αποδεκτεί. Ούτε έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή διευκρίνιση γιατί να μπορεί να θυμάται αυτό το γεγονός ο μάρτυρας. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου, αυτό βρισκόταν σε απόσταση ενός μέτρου και μη μπορώντας να αντιδράσει συγκρούστηκαν. Κατά την προφορική του μαρτυρία είπε ότι το όχημα αυτό ήταν σε απόσταση περίπου 2-3 μέτρων όταν το πρωτοαντιλήφθηκε. Το πρόβλημα με τη θέση αυτή όμως, δεν είναι η ακριβής απόσταση. Είναι προφανές από τις αναφορές του μάρτυρα ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου, βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτό. Το ζήτημα που προκύπτει όμως, είναι οι αναφορές του ότι είδε το όχημα του κατηγορουμένου να τηρεί την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄, να κατευθύνεται ευθεία και να κινείται με υπερβολική ταχύτητα. Όταν του υποβλήθηκε ότι στο σημείο που λέει ότι αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου δεν μπορεί να το είδε να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ καθότι στο σημείο εκείνο ο δρόμος δεν χωρίζεται με οποιεσδήποτε γραμμές και ότι αυτές σταματούν στο σημείο αλτ της πορείας του κατηγορουμένου, το αρνήθηκε και επέμενε στη θέση του αυτή λέγοντας μάλιστα ότι οι γραμμές δεν σταματούν στο σημείο εκείνο. Πιο κάτω όταν του υποδείχθηκε το σχέδιο της σκηνής επί του σημείου τούτου, αναίρεσε τα πιο πάνω λέγοντας ότι πιθανόν να είναι έτσι και ότι εννοούσε ποια πλευρά του δρόμου κρατούσε. Ακολούθως, επανέλαβε τη θέση του ότι είναι βέβαιος ότι ο κατηγορούμενος τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄. Επίσης, η πιο πάνω απόσταση που ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είδε τον παραπονούμενο είναι πολύ μικρή σε βαθμό που θεωρώ ότι είναι δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα όπως ο μάρτυρας ανέφερε. Προκύπτει από τις αναφορές του μάρτυρα ότι μόλις αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορουμένου, επήλθε και η σύγκρουση. Πώς είναι δυνατό τότε να αντιλήφθηκε την ταχύτητα που κινείτο αλλά και τη λωρίδα κυκλοφορίας που τηρούσε προτού εισέλθει στη διασταύρωση. Αυτό είναι αδύνατο αλλά συγκρούεται και με την πραγματική μαρτυρία σε σχέση με την απόσταση που απέχει το σημείο σύγκρουσης από το αλτ της πορείας του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε στο τεκμήριο 8 ότι μετά το δυστύχημα στη σκηνή μαζεύτηκε κόσμος και άκουσε αρκετούς να λένε ότι δεν φταίει αυτός αλλά οι μικροί που πέρασαν με κόκκινο. Κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι ένα άτομο στη σκηνή του ανέφερε ότι είναι ο κατηγορούμενος που πέρασε με κόκκινο φως και όχι αυτός. Δεν υπέδειξε το άτομο αυτό στην Αστυνομία για να του λάβει κατάθεση διότι θεώρησε ότι θα το έλεγε ο ίδιος. Οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα, εν όψει και της απουσίας οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας για τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα, εγείρουν ερωτηματικά για ποιο λόγο ο μάρτυρας αυτός προβαίνει σε αυτές τις αναφορές και με τον τρόπο τον οποίο τις διατύπωσε. Επίσης, ερωτηματικό προκαλεί και το γεγονός ότι η πρώτη φορά που κάνει αναφορά για άλλο ή άλλα άτομα που βρίσκονταν στη σκηνή και του είπε ή είπαν αυτά που ανέφερε είναι στο τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί την ανακριτική του κατάθεση και του λαμβάνεται 20 περίπου μέρες μετά. Στο τεκμήριο 7, που ήταν ανοικτή κατάθεση και του λήφθηκε μερικές ώρες μετά το συμβάν ουδέποτε έθεσε τέτοιο ισχυρισμό και ουδέποτε αναφέρθηκε σε άλλο ή άλλα άτομα ότι είδαν το δυστύχημα και του ανέφεραν αυτό που του ανέφεραν. Εάν πράγματι έγινε κάτι τέτοιο, θεωρώ ότι αν όχι στη σκηνή του δυστυχήματος και αυτό διότι ενδεχομένως να ήταν σοκαρισμένος και συγχυσμένος από τη σύγκρουση, μετά όμως που του ζητείται να δώσει κατάθεση για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος κρίνω ότι αυτό θα έπρεπε να είχε αναφερθεί. Θεωρώ ότι οι εν λόγω αναφορές του μάρτυρα αποτελούν μια προσπάθεια ενίσχυσης της εκδοχής του χωρίς όμως να τεθεί μια ξεκάθαρη και λεπτομερή θέση επί τούτου έτσι ώστε να έχει πειστικότητα. Τέλος, στη κατάθεση του αναφέρει ότι μετά τη σύγκρουση κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και άρχισε να φωνάζει προς το άλλο αυτοκίνητο γιατί να περάσει με κόκκινο. Δεν πήγε όμως κοντά σε αυτό να δει πόσοι ήταν μέσα και ποιος οδηγούσε. Κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι πήγε προς το άλλο αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε, είδε κάποιο στο πίσω κάθισμα να είναι λιπόθυμος και σταμάτησε να φωνάζει και πήγε και έκατσε στο πεζοδρόμιο. Τα πιο πάνω που αναφέρει είναι διαφορετικά με αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του και όταν του υποδείχθηκε αυτό δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση λέγοντας ότι ό,τι είχε να πει το είπε. Λαμβανομένου υπόψη μου των ανωτέρω αλλά και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να προβώ σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα γεγονότων και ειδικότερα ότι αυτός εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως. Ως εκ τούτου απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ως ο υπεύθυνος των Δημοσίων Έργων για τον προγραμματισμό των φώτων τροχαίας παγκύπρια. Εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας των φώτων στην διασταύρωση της Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ με την οδό Αγίας Φυλάξεως, καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχετικό πρόγραμμα το οποίο ετοίμασε κατόπιν απαίτησης της Αστυνομίας τον Σεπτέμβριο του
- Η ιδιότητα του μάρτυρα καθώς επίσης και οι γνώσεις του για το θέμα που αναφέρθηκε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Το ίδιο και η ουσία της μαρτυρίας του η οποία ήταν να εξηγήσει τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην εν λόγω διασταύρωση κατά τις 07/08/2009 και περί ώρα 02:
- Eκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε είναι κατά πόσο το εν λόγω πρόγραμμα των φώτων λειτουργούσε την εν λόγω ημερομηνία και όχι ο τρόπος λειτουργίας τους. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε περίπτωση που κάποια φώτα δεν λειτουργούν τότε ενημερώνονται από την Αστυνομία ή από πολίτες και τότε το Τμήμα Συντήρησης τα επιδιορθώνει. Ο ίδιος ασχολείται μόνο με τον προγραμματισμό των φώτων. Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ουσιαστικά από τη μαρτυρία του μάρτυρα προκύπτει ότι όταν το φως στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄είναι πράσινο τότε το φως στην οδό Αγ. Φυλάξεως θα είναι κόκκινο. Η εν λόγω διασταύρωση λειτουργεί με δύο στάδια, τα οποία εξήγησε και μεταξύ των δύο σταδίων αυτών υπάρχει ένας χρόνος ασφαλείας 6΄΄. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και παράθεσε την δική του εκδοχή. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του, τόσο της γραπτής του κατάθεσης που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (τεκμήριο 6) όσο και της προφορικής του. Επίσης, έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου ούτε μπορώ από αυτή να προβώ σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση και κατά πόσο κατά την είσοδο του στη διασταύρωση το φως στην πορεία του ήταν πράσινο όπως ισχυρίστηκε. Η μαρτυρία του ήταν γενική, αόριστη και ασαφής. Μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε αμέσως πριν από τη σύγκρουση και ούτε γνώριζε πώς αυτή επεσυνέβη. Άλλωστε ο ίδιος στην μαρτυρία του, σε καίρια και ουσιαστικά ζητήματα ανέφερε ότι δεν θυμάται. Σε σχέση με το φως στη πορεία του, αναφέρει στη γραπτή του ότι αντιλήφθηκε το εν λόγω φως να είναι πράσινο από κάποια απόσταση χωρίς να θυμάται πόση και ποιο πάσσαλο των φώτων τροχαίας στη διασταύρωση είδε. Την ίδια θέση ανέφερε και ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι δεν θυμάται. Με αυτές τις αναφορές του είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι όταν εισήλθε στη διασταύρωση το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Από όλες τις αναφορές του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το χρώμα του φωτός κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρά την περί αντιθέτου του θέση. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του ότι άρχισε να στρίβει αριστερά μετά που εισήλθε στη διασταύρωση ή ότι είχε πρόθεση να πάει αριστερά. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει σε ποιο σημείο της διασταύρωσης βρισκόταν κατά την ώρα της σύγκρουσης, κατά πόσο το όχημα του είχε κλίση προς τα αριστερά και πόση, ούτε το σημείο επαφής στο όχημα του κατά τη σύγκρουση. Εκείνο το οποίο ανέφερε σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ήταν ότι το άλλο όχημα, νομίζει ότι τον κτύπησε στο κέντρο περίπου του αυτοκινήτου του, στη δεξιά του πλευρά. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα όπως την περιέγραψε ο Μ.Κ.2, το αρνήθηκε διότι αυτός είπε τη στιγμή εκείνη άρχισε να στρίβει προς τα αριστερά. Περαιτέρω, παρόλο που είπε ότι δεν υπόγραψε το σχέδιο της σκηνής διότι δεν θυμάται τίποτε από το δυστύχημα και το πώς έγινε η σύγκρουση γι αυτό και δεν μπορούσε να συμφωνήσει, σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι διαφωνεί με το σχέδιο. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να δώσει στο Δικαστήριο μια σαφή και ξεκάθαρη εικόνα για το πώς ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα η εν λόγω σύγκρουση. Ούτε έχει προκύψει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί τη θέση που εξέφρασε κατ' επανάλειψη κατά την μαρτυρία του ότι δεν θυμάται και δεν μπορεί να αναφέρει τι ακριβώς είχε γίνει. Η όλη μαρτυρία του κατηγορούμενου όπως αναφέρεται στην γραπτή του κατάθεση και παρουσιάστηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να την απορρίψει. Ο ίδιος φαίνεται να μην αντιλήφθηκε πώς έγινε το εν λόγω δυστύχημα ή να μην ήθελε να αποκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα. Πέραν της γενικής άρνησης του ότι δεν έγινε η σύγκρουση όπως περιγράφηκε από την κατηγορούσα αρχή και της θέσης του ότι πέρασε με πράσινο, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να στηρίξει οτιδήποτε άλλο στο Δικαστήριο. Απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.1 ήταν ο συνοδηγός του κατηγορουμένου το βράδυ του επίδικου δυστυχήματος. Ούτε ο μάρτυρας αυτός ήταν βοηθητικός για το Δικαστήριο στο να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τον τρόπο που επήλθε η εν λόγω σύγκρουση ή σε σχέση με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος οδηγούσε ή οδήγησε αμέσως πριν από τη σύγκρουση. Ο ίδιο ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν έφυγαν από το νυκτερινό κέντρο όπου βρίσκονταν και επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο, έκλεισε τα μάτια του λόγω της κούρασης που είχε και δεν θυμάται ούτε είδε οτιδήποτε πριν το δυστύχημα. Το μόνο που ανέφερε είναι ότι θα πήγαιναν στο σπίτι τους και θα έπρεπε να έστριβαν στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία τους στην εν λόγω διασταύρωση για να κατευθυνθούν βόρεια στην οδό Αγ. Φυλάξεως. Το κατά πόσο έγινε αυτό από τον κατηγορούμενο, τί θέση είχε το αυτοκίνητο του στο δρόμο κατά την ώρα της σύγκρουσης και γενικά πώς έλαβε χώρα η εν λόγω σύγκρουση και κατά πόσο πέρασαν με πράσινο φως στην πορεία τους, δεν μπορούσε να το πει. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί τη θέση του ότι δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο μετά τη σύγκρουση και ότι δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Έχοντας υπόψη μου τα όσα ανέφερε σε σχέση με την κατάσταση που βρισκόταν μετά το δυστύχημα και το γεγονός ότι έχω διαπιστώσει ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται πράγματα και γεγονότα, οι αναφορές του ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε προς τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να γίνουν δεκτές. Είναι προφανές, από τις αναφορές του μάρτυρα ότι ο ίδιος υπολογίζει να μην ανέφερε οτιδήποτε εν όψει και της κατάστασης που βρίσκονταν μετά το δυστύχημα. Λαμβανομένου υπόψη μου όλων των ανωτέρω και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτό, κρίνω ότι δεν μπορώ την αποδεκτώ ούτε και να προσδώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων ή δεν αμφισβητήθηκε, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 07/08/2009 και περί ώρα 02:10, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΑΒ 728, με συνοδηγό τον M.Y.1 Δημήτρη Ιωάννου και επιβάτη στα πίσω καθίσματα τον Νικόλα Κουζαρίδη, 20 χρονών τέως από τη Λεμεσό (θύμα), με ανατολική κατεύθυνση στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό. Την ίδια ημερομηνία και ώρα ο Μ.Κ.3 Μιχάλης Γιαπάνης οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚQS 717 στην οδό Αγίας Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση. Στη συμβολή των πιο πάνω οδών, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας τα οποία τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή και κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα εισερχόμενα στην εν λόγω συμβολή των πιο οδών συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το όχημα του Μ.Κ.3 κτύπησε με το μπροστινό του μέρος το όχημα του κατηγορουμένου στη δεξιά του πλευρά σχεδόν στο μέσο αυτής. Η σύγκρουση ήταν σχεδόν κάθετη και από τη σύγκρουση η οποία ήταν βίαιη το όχημα του κατηγορουμένου σύρθηκε και κατέληξε στο περιτοίχισμα που βρίσκεται βορειοανατολικά της διασταύρωση και διαχωρίζει το γήπεδο του Λανιτείου Γυμνασίου με την εν λόγω διασταύρωση και στο πεζοδρόμιο που υπάρχει στο σημείο. Ο δεξιός τροχός του οχήματος του κατηγορουμένου άφησε στην άσφαλτο 13 περίπου μέτρα ίχνη πλαγιολίσθησης. Επίσης, η αριστερή του πλευρά κτύπησε στο πιο πάνω αναφερόμενο περιτοίχισμα όπου και ακινητοποιήθηκε. Το όχημα του κατηγορουμένου υπέστη εκτεταμένες ζημιές, κυρίως στη δεξιά του πλευρά και στις δύο δεξιές πόρτες όπου ήταν το κύριο κτύπημα και η άμεση επαφή με το όχημα του Μ.Κ.3, με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση της πυροσβεστικής υπηρεσίας για να απεγκλωβιστούν όλοι οι επιβαίνοντες από αυτό. Το όχημα του Μ.Κ.3 υπέστη ζημιές στο μπροστινό του μέρος και μετά τη σύγκρουση κατέληξε στη δεξιά πλευρά της οδού Αγ. Φυλάξεως στη βόρεια της πλευρά σύμφωνα με την πορεία του κτυπώντας σε πινακίδα οδού όπου και ακινητοποιήθηκε. Ο μπροστινός του τροχός άφησε στην άσφαλτο σχεδόν 6 περίπου μέτρα ίχνη πλαγιολίσθησης. Η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της πιο πάνω αναφερόμενης διασταύρωσης, εκεί κοντά που σημειώνεται στο σχέδιο το σημείο Χ. Το εν λόγω σημείο απέχει από το σημείο αλτ της πορείας του κατηγορουμένου γύρω στα 19 μέτρα ενώ από το αντίστοιχο σημείο της πορείας του Μ.Κ.3 λίγο περισσότερο. Μετά τη σύγκρουση, ο Μ.Κ.1 ο οποίος βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία σταμάτησε στη σκηνή του δυστυχήματος για να παράσχει βοήθεια και πλησίασε το όχημα του κατηγορουμένου όπου συνομίλησε με τον οδηγό και συνοδηγό. Ενώ βρισκόταν εκεί άκουσε τον συνοδηγό να λέει στον οδηγό «ήντα που έκαμες ρε μαλάκα» χωρίς ο τελευταίος να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Τα φώτα τροχαίας στην εν λόγω συμβολή κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν με δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο το οποίο αφορά τη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄, ανάβει το πράσινο στρογγυλό φως για χρόνο 34΄΄, μετά το κίτρινο χρώμα μόνο του για περίοδο 3΄΄ και μετά για 1΄΄ ολόκληρη η διασταύρωση είναι κόκκινο. Ακολούθως, ανάβει το στάδιο δύο το οποίο αφορά την οδό Αγ. Φυλάξεως και έχουμε 2΄΄ κόκκινο και κίτρινο μαζί, 14΄΄ πράσινο, 3΄΄ κίτρινο μόνο του και μετά για 1΄΄ ανάβει κόκκινο για ολόκληρη τη διασταύρωση και ακολούθως αρχίζει εκ νέου το πρώτο στάδιο. Οι χρόνοι ασφαλείας μεταξύ του πρώτου και δευτέρου σταδίου και αντίστροφα είναι 6΄΄. Με βάση το πιο πάνω προγραμματισμό και λειτουργία των φώτων τροχαίας, όταν το φως είναι πράσινο στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ τότε είναι κόκκινο στην οδό Αγ. Φυλάξεως και αντίστροφα. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να είναι είτε κόκκινο είτε πράσινο ταυτόχρονα και στις δύο πιο πάνω οδούς. Επίσης, τη συγκεκριμένη ώρα δεν λειτουργούσαν βέλη δεξιάς στροφής, με βάση τον προγραμματισμό. Από τη πιο πάνω σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, ο Νικόλας Κουζαρίδης που επέβαινε στο όχημα του κατηγορουμένου, τραυματίστηκε θανάσιμα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου ο επί καθήκοντι γιατρός Μ.Κ.4 Δρ. Γρηγόρης Τρύφωνος, ο οποίος αφού τον εξέτασε περί η ώρα 02:55 , διαπίστωσε τον θάνατο του και εξέδωσε πιστοποιητικό θανάτου. Στις 07/08/2009 και μεταξύ των ωρών 10:00 - 10:30 στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η Δρ. Ελένη Αντωνίου, ιατροδικαστής, διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου «ΠΟΛΥΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ». Την αναγνώριση της σωρού του θύματος κατά τη διάρκεια της νεκροψίας έκαμε ο Ανδρέας Κουζαρίδης, αδελφός του θύματος. Nομική Πτυχή: Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, όπως υποδηλώνει και το ίδιο το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, είναι ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, επέφερε τον θάνατο του θύματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία ερμήνευσε τις πιο πάνω απαιτούμενες συμπεριφορές, η στοιχειοθέτηση μιας επικίνδυνης πράξης εξυπακούει τουλάχιστον την απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η παράλειψη ή το λάθος του οδηγού τη συγκεκριμένη στιγμή δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η επικίνδυνη οδήγηση. Πρέπει να συνδεθεί με τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιουνή). (βλ. Μιχαλάκης Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Επίσης, στην Αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502, σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: "fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards or driving..Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case." Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή ή σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673, R v. Caldwell
(1981)1 ALL ER 961 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Σε σχέση με την ερμηνεία του όρου 'αλόγιστη', είναι η πράξη ή συμπεριφορά η οποία εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια προσώπων, τον οποίο ο κατηγορούμενος αψηφά. Είναι η μη λελογισμένη ενέργεια δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, 223). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ανδρέου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Με βάση, επίσης, το λεκτικό του εν λόγω άρθρου οι πιο πάνω αναφερόμενες συμπεριφορές, πρέπει να συνδέονται με το αποτέλεσμα. Δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Σε σχέση με την παραβίαση φώτων τροχαίας, η νομολογία έχει καθιερώσει την αρχή ότι οδηγός που διασταυρώνει σε φώτα τροχαίας που είναι αναμμένα προς όφελος του, δεν έχει καθήκον επιμέλειας προς τους οδηγούς που παραβιάζουν τα δικά τους φώτα τροχαίας, εκτός βεβαίως του καθήκοντος να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, εάν όντως είχε επίγνωση της αντίθετης παράνομης διέλευσης (βλ. Ανδρέας Νεοφύτου v Αστυνομίας (ανωτέρω), Joseph Eva Ltd v. Reeves
(1938)2 All E.R. 115 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο Κανονισμός 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, προβλέπει: «58
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις - (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία ανατέθει δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας:». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό. Κρίνω ότι με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι έκθετες σε απόρριψη. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με το χρώμα του φωτός που ο ίδιος εισήλθε στη διασταύρωση και κατ' επέκταση να προκύψει και αυτό με το οποίο ο κατηγορούμενος εισήλθε, το ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο φως ή οποιοδήποτε άλλο χρώμα παραμένει να αιωρείται. Η ουσιαστική οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου η οποία θα μπορούσε να αποτελούσε επικίνδυνη, αλόγιστη ή απερίσκεπτη πράξη θα ήταν η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη στη πορεία του. Η απουσία ενός τέτοιου ευρήματος καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεριφορά του κατηγορούμενου που να είναι ικανή να στοιχειοθετήσει το αδίκημα τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης κατηγορίας. Πέραν τούτου, δεν έχει προκύψει και οποιοδήποτε άλλο εύρημα σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του κατηγορουμένου αμέσως πριν τη σύγκρουση και την είσοδο του στη διασταύρωση, ανεξαρτήτως του χρώματος των φωτών κατά την ώρα που το πράττει. Ένας οδηγός του οποίου το φως στην πορεία του είναι πράσινο έχει δικαίωμα να προχωρήσει, τηρουμένου της υποχρεώσεως του να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα εφόσον αντιληφθεί την παράνομη διέλευση άλλου οχήματος. Δεν έχει προκύψει ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την είσοδο του οχήματος του Μ.Κ.3 στη διασταύρωση και παρόλα αυτά συνέχισε την πορεία του. Τέτοιο εύρημα του Δικαστηρίου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να κριθεί κατά πόσο όφειλε και μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα. Το μόνο εύρημα του Δικαστηρίου που υπάρχει είναι η φράση που ο Μ.Κ.3 άκουσε τον συνοδηγό να λέει απευθυνόμενος προς τον οδηγό, που όπως έχει προκύψει ήταν ο κατηγορούμενος. Η φράση αυτή από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στον απαραίτητο βαθμό σε οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την ώρα που εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση. Δεδομένης και της έλλειψης οποιασδήποτε απάντησης από τον κατηγορούμενο, η φράση αυτή είναι γενική και αόριστη και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες αναφορικά με την ερμηνεία της για να καταλήξει σε συγκεκριμένο εύρημα γεγονότος σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Πόσο μάλλον να καταλήξει στο ουσιαστικότερο εύρημα, ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη της πορείας του τη στιγμή που δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο και ανεπίτρεπτο. Η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλέπε Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται τόσο από την 1η όσο και από τη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η πιο πάνω κατάληξή μου, καθιστά την εξέταση του ενδεχομένου ο Κατηγορούμενος να ήταν αμελής μη αναγκαία και αυτό γιατί η αδυναμία του Δικαστηρίου να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με το χρώμα του φωτός με το οποίο ο κατηγορούμενος εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση ή την οποιαδήποτε οδηγική του συμπεριφορά αμέσως πριν από τη σύγκρουση και κατά πόσο αντιλήφθηκε την έλευση του άλλου οχήματος ή όχι και από ποια απόσταση αποτελεί ουσιαστική αδυναμία και για σκοπούς εξέτασης του αδικήματος της αμέλειας. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: thanatiforo) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο