← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νικόλα Κουρέα, Αρ. Υπόθεσης: 20095/10, 8/8/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Νικόλα Κουρέα, Αρ. Υπόθεσης: 20095/10, 8/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20095/10 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Νικόλα Κουρέα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδη Για τον κατηγορούμενο: κ. Κ. Σαβεριάδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και στις δύο κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου που αφορούν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα: Στην 1η κατηγορία στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως B, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 6

(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83 και 20
(1)/92. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στην 1η κατηγορία βρέθηκε ένοχος για το ότι στις 18.6.2005 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 271.8009 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Στην 2η κατηγορία στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 24, 30, 30 Α, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92 και 91
(1)/
  1. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στην 2η κατηγορία βρέθηκε ένοχος για το ότι στις 18.6.2005 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ήτοι 271.8009 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες 1 και 2, είναι καταγεγραμμένα στα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερομηνίας 14.6.2013, με την οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος και στις δύο κατηγορίες, ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω εν εκτάσει. Συνοπτικά αυτά έχουν ως ακολούθως: Κατόπιν πληροφορίας η οποία ελήφθη από την ΥΚΑΝ Αρχηγείου Αστυνομίας 1 με 2 ημέρες πριν τις 18.6.05 και κατόπιν ενημέρωσης που έτυχε ο ΜΚ2 από τον Υπεύθυνο Αξιωματικών του Τμήματος Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, αυτός έλαβε οδηγίες σε συνεννόηση και σε συνεργασία με το Τμήμα της Αστυνομίας της ΥΚΑΝ Λεμεσού να τεθεί υπό παρακολούθηση ο χώρος στάθμευσης του εστιατορίου Mc Donalds στην περιοχή Γερμασόγειας στη Λεμεσό ( από τώρα και στο εξής καλούμενο «το εστιατόριο» και «ο χώρος στάθμευσης του εστιατορίου» αντίστοιχα). Αυτό διότι από τις πληροφορίες που ελήφθησαν ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιείτο και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Η πληροφορία που είχε η υπηρεσία του ΜΚ2 δεν αναφερόταν ονομαστικά σε πρόσωπο ή πρόσωπα που θα επιχειρούσαν διακίνηση ναρκωτικών, ούτε και είχαν πληροφορίες για τα μέσα άφιξης και διακίνησης στο συγκεκριμένο χώρο προσώπου ή προσώπων που θα συμμετείχε ή συμμετείχαν στη διακίνηση των ναρκωτικών. Κατόπιν σχεδιασμού της επιχείρησης και της ενημέρωσης αριθμού μελών της υπηρεσίας ΥΚΑΝ Αρχηγείου και ΥΚΑΝ Λεμεσού και γύρω στις 14:30, ο ΜΚ1 και ΜΚ2 με άλλους συναδέλφους τους και από διαφορετικά σημεία έθεσαν υπό παρακολούθηση το χώρο στάθμευσης του εστιατορίου Mc Donalds. Ενώ το μέρος ευρίσκετο υπό παρακολούθηση περί ώρα 15:25, ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΑΥ 040 που οδηγείτο από ένα άτομο το οποίο εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο στη παρούσα υπόθεση, να φθάνει στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου και να ακινητοποιείται στο βόρειο τμήμα του δίπλα από τα μεγάλα σκυβαλοδοχεία του εστιατορίου. Ακολούθως ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε να πλησιάζει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ένα νεαρό άτομο ξανθό ψιλοκουρεμένο που έμοιαζε με αλλοδαπό και αφού συνομίλησε με αυτόν για μερικά λεπτά, περίπου 5 λεπτά, στη συνέχεια απομακρύνθηκε περπατώντας προς το εστιατόριο. Στη συνέχεια ο οδηγός του οχήματος ΚΑΥ 040, ήτοι ο κατηγορούμενος, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του δηλαδή την πόρτα του οδηγού, κατέβηκε από αυτό και αφού πήρε κάτι από το χαλάκι του οδηγού που έμοιαζε με νάιλον το τοποθέτησε κάτω από το εν λόγω αυτοκίνητο στο έδαφος ακριβώς κάτω από την πόρτα του οδηγού (Τεκμήριο 5 (α)). Οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο και το μέρος που λάμβαναν χώρα τα γεγονότα είχε τόσο ο ΜΚ2 όσο και η συνάδελφος του που ευρίσκετο μαζί του μέσα στο ίδιο αυτοκίνητο. Βλέποντας την κίνηση του κατηγορούμενου την οποία θεώρησε ύποπτη, ο ΜΚ2 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του μαζί με την συνάδελφο του, κατευθύνθηκαν προς το σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και επιδεικνύοντας του τις αστυνομικές τους ταυτότητες τον πληροφόρησαν ότι είναι αστυνομικοί. Ακολούθως ο ΜΚ2 και αφού πλησίασε τον κατηγορούμενο που ευρίσκετο δίπλα από το αυτοκίνητο που οδηγούσε, τον ρώτησε τι τοποθέτησε κάτω από το αυτοκίνητο του. Στη συνέχεια ο ΜΚ2 φορώντας γάντια πήρε το συγκεκριμένο αντικείμενο (Τεκμήριο 5 (α)) και τότε διαπίστωσε ότι επρόκειτο περί ενός νάιλον σακουλιού συσκευασίας χαρτιών υγείας μάρκας «Fay». Ακολούθως το έσχισε σε κάποιο σημείο και είδε ότι μέσα σε αυτό οποίο υπήρχαν 10 διαφανή νάιλον σακουλάκια αχρώμων τότε [Τεκμήρια 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α)] που περιείχαν ποσότητες ξηρής φυτικής ύλης. Αμέσως επέστησε την προσοχή στο νόμο στο κατηγορούμενο για το ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5(α) επρόκειτο περί κάνναβης που η κατοχή και η χρήση απαγορεύεται οπόταν αυτός δεν απάντησε τίποτα. Ο ΜΚ2 επανατοποθέτησε το Τεκμήριο 5(α) στο σημείο που είδε τον κατηγορούμενο να το τοποθετεί αρχικά και ακολούθως τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του επέστησε ξανά την προσοχή του στο νόμο, αυτός απάντησε «Εντάξει». Στο μέρος έφθασαν συνάδελφοι του ΜΚ2 μεταξύ των οποίων και ο ΜΚ1, στον οποίο ο ΜΚ2 υπέδειξε το Τεκμήριο 5(α) στο σημείο που βρισκόταν και ακολούθως του παρέδωσε τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και το Τεκμήριο 5(α) με το περιεχόμενο του, ήτοι τα 10 πλαστικά διαφανή σακούλια, εντός των οποίων υπήρχε η ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Στη συνέχεια ο ΜΚ1, ο οποίος ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης και περί ώρα 15:30, μαζί με τον ΜΚ2 μετέφεραν τον κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ΚΑΥ 040, στην ΑΔΕ Λεμεσού για περαιτέρω εξετάσεις. Στην ΑΔΕ Λεμεσού και συγκεκριμένα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο ΜΚ1 συσκεύασε και σφράγισε όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση καθώς και άλλα τεκμήρια που ανευρέθηκαν εντός του οχήματος ΚΑΥ 040, κατόπιν έρευνας που έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο των αποσκευών του εν λόγω οχήματος μετά που αυτό μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού. Συγκεκριμένα ο ΜΚ1 αφού ξεχώρισε την ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης από τα 10 πλαστικά σακουλάκια, τα σφράγισε σε 10 καφέ χάρτινους φακέλους αστυνομικών τεκμηρίων ήτοι τα ενώπιον μου κατατεθέντα Τεκμήρια 6(β), 8(β), 10(β), 12(β), 14(β), 16(β), 18(β), 20(β), 22(β) και 24(β). Επίσης, σε χάρτινο καφέ φάκελο τεκμηρίων της αστυνομίας σφράγισε το Τεκμήριο 5(α) ήτοι εντός του φακέλου Τεκμήριο 5(β). Τις ποσότητες δε της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης μετά που τις αφαίρεσε από τα τεκμήρια 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α) τις τοποθέτησε και σφράγισε σε νάιλον πλαστικά σακουλάκια της αστυνομίας, ήτοι εντός των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου με αριθμούς Τεκμηρίων 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23 και 25, αντίστοιχα. Η σφράγιση των τεκμηρίων έγινε στην παρουσία του κατηγορούμενου και όταν του ζητήθηκε να υπογράψει αρνήθηκε να το πράξει απαντώντας «Ε σας λαλώ τίποτε ούτε υπογράφω τίποτε». Μετά από την απάντηση αυτή του κατηγορούμενου, τις συσκευασίες των τεκμηρίων υπέγραψε μόνο ο ΜΚ
  2. Στη συνέχεια ο ΜΚ1 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού και μεταξύ των ωρών 16:55 μέχρι 17:45, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2, υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων στις οποίες ο κατηγορούμενος απαντούσε με την στερεότυπη απάντηση: «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ακόμα ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την κατάθεση του. Την ίδια ημέρα, 18.6.05 και περί ώρα 20:00, ο ΜΚ1 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού συνέλαβε εκ νέου τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος για όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Στις 20:15 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, πήρε δείγμα γενετικού υλικού ήτοι παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο, τα οποία αυτός παρέσχε οικειοθελώς. Την 21.6.2005 και περί ώρα 12:20, ο ΜΚ1 μετέβη στο Γενικό Κρατικό Χημείο στη Λευκωσία και παρέδωσε στη χημικό Α΄ Τάξης Κ. Κονάρη για επιστημονικές εξετάσεις τις ποσότητες της ξηρής φυτικής ύλης που τοποθέτησε και σφράγισε ο ίδιος εντός των Τεκμήριων 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23 και 25, μετά που αφαίρεσε αυτήν από τα Τεκμήρια 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α). Την ίδια ημέρα ο ΜΚ1 μετέβη στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στη Λευκωσία και περί ώρα 13:00 παρέδωσε στην κυρία Μαριλένα Χατζηβασιλείου το Τεκμήριο 5(α) και τα Τεκμήρια 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α) καθώς επίσης και τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου. Ακολούθως στις 30.6.05 και περί ώρα 11:30 ο ΜΚ1 παρέλαβε από το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας από την κα. Μαριλένα Χ΄Βασιλείου τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια και την ίδια ημέρα περί ώρα 12:30 στον κλάδο αποτυπωμάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας αυτός παρέδωσε στον Λοχία 2566 Σάββα τα εν λόγω τεκμήρια για δακτυλοσκοπικό έλεγχο. Στις 13.10.05 και ώρα 11:05 στο γραφείο του κλάδου αποτυπωμάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας, ο ΜΚ1 παρέλαβε από τον Λοχία 2566 Σάββα τα τεκμήρια που του είχε παραδώσει, ήτοι τα Τεκμήρια 5(α), 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 12:00 ο ΜΚ1 παρέλαβε από το Γενικό Κρατικό Χημείο στη Λευκωσία από την κα. Κονάρη τα τεκμήρια 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23 και
  3. Όλα τα εν λόγω τεκμήρια ο ΜΚ1 τα μετέφερε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού τα οποία κράτησε σε ασφαλές μέρος μέχρι που τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Τα αποτελέσματα του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών σε σχέση με την δακτυλοσκοπική εξέταση των τεκμηρίων που παρεδόθησαν σε μια έκαστη των εν λόγω υπηρεσιών καταγράφονται του μεν Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου στην έκθεση του δρ. Μάριου Α. Καριόλου ημερ. 8.7.05, (τεκμήριο 28), της δε Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στην έκθεση του Λοχία 2566 Μ. Σάββα ημερομηνίας 5.8.05 (Τεκμήριο 29). Η δε έκθεση του Κρατικού Χημείου ετοιμάστηκε από την κα. Κονάρη στις 23.6.
  4. Από τις εξετάσεις του Κρατικού Χημείου, που περιέχονται στην Έκθεση της κας Κονάρη, Τεκμήριο 27, η ανευρεθείσα ποσότητα εντός των Τεκμηρίων 6(α), 8(α), 10(α), 12(α), 14(α), 16(α), 18(α), 20(α), 22(α) και 24(α), είναι ξηρή φυτική ύλη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 271.8009 γραμμαρίων. Αφού παρέλαβε τα αποτελέσματα ο ΜΚ1 των εν λόγω εκθέσεων και εξετάσεων, αλλά και όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης, στις 26.1.06 και μεταξύ των ωρών 21:10 - 21:20 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι, ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 3) ». Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι έχουν προκληθεί έξοδα στην παρούσα υπόθεση ύψους €180,
  5. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής αποδέχθηκε καταρχάς και συμφώνησε με το ποσό των εξόδων για την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά τις προσωπικές και λοιπές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, ημερ. 25.6.
  6. Περαιτέρω ανέφερε ότι αυτός σήμερα είναι ηλικίας 36 ετών και έχει αφιερώσει την ζωή του στην εργασία του και στην οικογένεια του αφού είναι συζευγμένος και πατέρας δύο παιδιών. Επεσήμανε επίσης το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, και επίσης το γεγονός ότι 8 χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, ούτε και για τροχαίο αδίκημα. Επικαλέστηκε επίσης το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη των αδικημάτων που είναι 8 χρόνια και πλέον και προς τούτο παρέπεμψε σε σχετική νομολογία καθώς επίσης και στις πρόνοιες του συντάγματος για την ταχεία εκδίκαση και διάγνωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων. Προς τούτο δε επεσήμανε και το γεγονός ότι στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπόθεσης δεν έχει συμβάλει ο κατηγορούμενος αφού η διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία δεν ήταν δύσκολη διότι επρόκειτο για απλή υπόθεση, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και με όλα τα τεκμήρια που την αφορούσαν να ευρίσκοντο στην κατοχή και στην διάθεση της αστυνομίας από την πρώτη στιγμή. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι οι προσωπικές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου στο μεσοδιάστημα έχουν αλλάξει αφού πλέον τα παιδιά του είναι 11 και 10 χρόνων. Το στοιχείο δε αυτό όπως η νομολογία καθορίζει είναι ένας σοβαρός παράγοντας που οδηγεί στην μη επιβολή ποινής φυλάκισης. Ακόμη είναι η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι τυχόν επιβολή ποινής αμέσου φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα τόσο στον ίδιο ως επίσης και στην οικογένεια του αφού είναι ο μοναδικός προστάτης αυτής, λαμβανομένου υπόψη πως το ίδιο το Κράτος αδυνατεί να στηρίξει οικογένειες. Ακόμη σε σχέση με τον παράγοντα του χρόνου που έχει μεσολαβήσει ανέφερε πως ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι πως οποιαδήποτε ποινή και να είχε επιβληθεί έγκαιρα, θα είχε εκτιθεί ήδη από τον κατηγορούμενο με πολύ λιγότερο κόστος στην οικογένεια και στα παιδιά του αφού αυτά θα ήταν σε πολύ μικρότερη ηλικία. Άλλο ένα στοιχείο που επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής, πάντοτε κατά την θέση του, είναι ότι άλλο πρόσωπο που με βάση τα γεγονότα εμπλέκετο στην υπόθεση δεν οδηγήθηκε από την αστυνομία στο Δικαστήριο. Επικαλούμενος ακόμα τα όσα έχουν καθιερωθεί δια της νομολογίας αναφορικά με την αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, σε συνάρτηση με το πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη του αδικήματος, εισηγήθηκε πώς η ποινή φυλάκισης για τον κατηγορούμενο θα πρέπει να αποφευχθεί αφού όπως και η νομολογία καθορίζει, η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται αφού δεν θα εξυπηρετήσει ούτε τον σκοπό της αποτροπής. Εν κατακλείδι εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η ενδεικνυόμενη ποινή στο πρόσωπο του κατηγορούμενου είναι η ποινή της φυλάκισης, αυτή ενόψει των όσων έχει αναφέρει μπορεί να ανασταλεί αφού πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία και η νομολογία, προς τούτο. Μετά το πέρας της αγόρευσης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, δόθηκε η ευκαιρία στην συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να αναφέρει κατά πόσο αποδέχεται την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας μέχρι και σήμερα δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε και αποδέχθηκε την θέση αυτή. Επίσης δόθηκε η ευκαιρία στην συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να τοποθετηθεί στο ζήτημα που έχει θέσει ο συνήγορος του κατηγορουμένου αναφορικά με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου της παρούσας είχαν καταχωρηθεί άλλες 4 υποθέσεις και συγκεκριμένα:
  7. Η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 26488/06 η οποία καταχωρήθηκε στις 14.12.06 και διεκόπη λόγω μη επίδοσης στις 12.7.
  8. Η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 18208/07 η οποία καταχωρήθηκε στις 2.10.07 και διεκόπη λόγω μη επίδοσης στις 11.1.
  9. Η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 1752/08 η οποία καταχωρήθηκε στις 7.2.08 και διεκόπη λόγω μη επίδοσης στις 16.3.
  10. Η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 28982/09 η οποία καταχωρήθηκε στις 21.12.09 και διεκόπη λόγω μη επίδοσης στις 12.4.
  11. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι από τα ημερολόγια ενεργείας της αστυνομίας, ο λόγος που δεν επιδίδοντο τα κατηγορητήρια των πιο πάνω υποθέσεων ήταν διότι στην διεύθυνση που είχε η αστυνομία για τον κατηγορούμενο δεν καθίστατο δυνατό να ανευρεθεί. Εντοπίστηκε νέα διεύθυνση του κατηγορούμενου στις 22.10.09 κατόπιν εξετάσεων και μετά τον εντοπισμό του πατέρα του κατηγορούμενου ο οποίος και δήλωσε σαν την νέα διεύθυνση του υιού του, την οδό Αγ. Γεωργίου αρ. 1 στη Λεμεσό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264). Συγκεκριμένα: (
  1. i)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης B' προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, ενώ (
  2. ii)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως B με σκοπό την προμήθεια προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Θα πρέπει στο σημείο αυτό επίσης να λεχθεί ότι όπως είναι και σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Εφ. 207/08 Α. Αχτάρ v. Αστυνομίας, ημερομ. 16/7/2010, λέχθηκαν τα εξής: «Τέλος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ενώ κατά κανόνα, δεν είναι στοιχείο ελαφρυντικό υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, (Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197), δεν μπορεί παρά να έχει τη δική της σημασία ενόψει του ότι παρά την ύπαρξη κατηγοριών όπως των άρθρων 231 και 228, που επιφέρουν επταετή ποινή φυλάκισης και φυλάκιση διά βίου αντίστοιχα, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι διά Νόμου (άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60), περιορισμένο στην επιβολή κατ΄ ανώτατο όριο πενταετούς ποινής φυλάκισης. Εννοείται στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα δικαιολογούν μια αυστηρότερη και προς το ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης». Περαιτέρω η σοβαρότητα των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης διαφαίνεται και από το γεγονός ότι αυτά αφορούν ναρκωτικά, τα οποία όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων κυρίως ανθρώπων και των οικογενειών τους. Επιπλέον πρόκειται για αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση και συναφώς καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 240 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Η ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους. .............................. ....................................... Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για την φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή». Στην υπόθεση Λούκας Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 577 τονίστηκε ότι: «η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια με την ανύψωση των ποινών». Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, ποινή φυλάκισης δύο χρόνων και για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 5½ χρόνων. Και οι δύο ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Στην υπόθεση Kayvandokht v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359 τονίσθηκε ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για τη καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 6½ χρόνων. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Mohsen Jokarbozorgi v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 726 λέχθηκε στην σελίδα 728 ότι: «Η έξαρση η οποία παρατηρείται στην χρήση ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο της τιμωρίας». Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Κύπρος Μ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας 2008
(2)ΑΑΔ 124, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του εκδικάσαντος Κακουργιοδικείου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν από αυτό σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και ανέφερε τα ακόλουθα : «Το Κακουργιοδικείο, στην εμπεριστατωμένη απόφασή του, ανάλωσε ένα σημαντικό μέρος της για να αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων. Έκαμε μία ιστορική αναδρομή της νομολογίας με ειδική αναφορά στην Khalil v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 78, όπου προ δεκαεπταετίας, το Εφετείο προειδοποίησε ότι η απάντηση των Δικαστηρίων στην συνεχιζόμενη από τότε αύξηση της διάδοσης των ναρκωτικών, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από την ύπαρξη πιο αυστηρών ποινών. Ειδική αναφορά έγινε και στην Mansour v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434 στην οποία τονίστηκε η υποχρέωση των Δικαστηρίων να συμμετέχουν αποφασιστικά στην παγκόσμια εκστρατεία, για καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών. Βέβαια, η αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που έχουν σχέση με ναρκωτικά, δυστυχώς δε συγκρατήθηκε παρά τις προειδοποιήσεις και τις αυστηρές ποινές που επιβλήθηκαν. Όμως, τα Δικαστήρια σταθερά συνέχισαν να προειδοποιούν για την ανοικτή πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και για την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στην υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου (Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Zahra Ali Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30). Στη Hussein Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και στην Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, διαπιστώθηκε ότι η αυξητική τάση στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων τελικά δεν απετράπη, επειδή αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών. Με αυτό το φόντο, αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα, τονίζοντας όμως ότι αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να αφεθούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη διάδοση του αργού θανάτου, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. ..............................................................................». Και συνεχίζεται πιο κάτω: «Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών». Όπως επίσης λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας Π.Ε 45/07, 10.4.2008: «.Δεν είναι δυνατό να γίνει ανεχτή η διάπραξη τέτοιας φύσεως εγκλημάτων, η οποία μοναδικό στοιχείο έχει την προσπόριση υλικού κέρδους από τους παρανομούντες από θύματα που οδηγούνται στη φυσική και ψυχολογική εξαθλίωση και στο θάνατο». Ακόμη στην υπόθεση Παγιαβλάς πιο πάνω, τονίστηκε ότι η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής στις περιπτώσεις εμπόρων ναρκωτικών είναι και αναγκαία και προφανής αφού οι άνθρωποι αυτοί κερδίζουν από τη διασπορά της καταστροφής αδιαφορώντας γι' αυτό. Στην υπόθεση Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 211, έγινε αναφορά στην προηγούμενη νομολογία και τονίστηκε ότι η επιβολή αυστηρών ποινών σχετίζεται με το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών (Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377). Σχετικό επί του θέματος είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437: «Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι όπως φαίνεται από την σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με την πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. μεταξύ άλλων Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 210, Abdullah ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 CLR 73 και Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο». Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Marcos Alexander dos Santos, 2005
(2)ΑΑΔ, λέχθηκαν τα εξής: «Τα κακά από τη χρήση ναρκωτικών είναι ήδη στη χώρα μας. Και εκτός από τα ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή και υγεία των χρηστών δημιουργούν, σωρευτικά, εστίες εγκλήματος. Η εμπορία πρέπει να παταχθεί. Οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Ο έμπορος των ναρκωτικών να υποχρεωθεί να υπολογίζει τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης του». Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα όμως διατηρώ κατά νου και δεν μου διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Επικαλέσθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ως μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, το γεγονός, πάντοτε κατά την δική του θέση, ότι άλλο πρόσωπο που εμπλέκετο στην υπόθεση δεν οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή του συνηγόρου υπεράσπισης δεν υποστηρίζεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για άνιση μεταχείριση του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου δεν θα εξετάσω περαιτέρω το ζήτημα αυτό, αφού μόνο στην περίπτωση που συγκατηγορούμενος η συνεργός η άλλο πρόσωπο εμπλεκόμενο στη διάπραξη αδικήματος δεν διώκεται η διακόπτεται η ποινική δίωξη εναντίον του, μπορεί να προκαλέσει άνιση μεταχείριση και κατ' επέκταση να επενεργήσει το στοιχείο αυτό ως μετριαστικός παράγοντας. Επικαλέσθηκε επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ως σημαντικό μετριαστικό παράγοντα ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, τον χρόνο που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Αυτός όντως αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα και γι αυτό κρίνω πώς θα πρέπει να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή, καθότι πράγματι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, έχουν παρέλθει 8 και πλέον χρόνια. Προς τούτο δε θα εξετάσω την πορεία της υπόθεσης και επίσης αν για την παρατηρούμενη καθυστέρηση φέρει οποιαδήποτε ευθύνη ο κατηγορούμενος, είτε πριν είτε μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Όπως λοιπόν συνάγεται από τα γεγονότα, τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση διαπράχθηκαν τον Ιούνιο
  1. Τα αποτελέσματα δε των επιστημονικών εξετάσεων για το τι φύση και είδους ήταν η ανευρεθείσα ποσότητα ουσιών στην κατοχή του κατηγορούμενου αλλά και άλλων επιστημονικών τοιούτων σε σχέση με τις κατηγορίες, περιέχονται στις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από την κα Κονάρη στην Έκθεση του Κρατικού Χημείου, Τεκμήριο 27, ημερομηνίας 23.6.2005, του δρος Μ. Καριόλου στις 8.7.2005, Τεκμήριο 28 και της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας στη έκθεση του Λοχ. 2566 Μ. Σάββα, Τεκμήριο 29, ημερομηνίας 5.8.
  2. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 στις 26.1.
  3. Ακολούθως καταχωρήθηκαν και εν συνεχεία διακόπηκαν οι πιο, πάνω αναφερόμενες υποθέσεις λόγω μη επίδοσης των κατηγορητηρίων στις ημερομηνίες πού επίσης αναφέρονται πιο πάνω. Αυτό είχε σαν επακόλουθο να καταχωρηθεί η παρούσα στις 2.8.2010, ήτοι 61 μήνες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και 55 μήνες από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε και να οριστεί για πρώτη φορά στις 11.10.10 ενώπιον Δικαστηρίου. Στις 11.10.10 εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και ζήτησε χρόνο για να απαντήσει με επακόλουθο να οριστεί στις 18.10.10 για απάντηση. Την 18.10.10 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε, και ως είναι το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα του, αρνήθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση 24.2.
  4. Στις 24.2.11 η υπόθεση έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου αναβλήθηκε για ακρόαση στις 17.10.
  5. Στις 17.10.11 η υπόθεση έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου αναβλήθηκε για ακρόαση στις 16.2.
  6. Στις 16.2.12 η υπόθεση έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου αναβλήθηκε για ακρόαση στις 7.5.
  7. Λόγω του ότι ο Δικαστής που θα επιλαμβανόταν της υπόθεσης στις 7.5.12 θα απουσίαζε στο εξωτερικό, ο φάκελος της παρούσας τέθηκε ενώπιον του εν λόγω Δικαστή στις 4.5.12 για ορισμό της σε άλλη ημερομηνία όπως και έγινε με επακόλουθο να οριστεί για ακρόαση στις 5.7.
  8. Στις 5.7.12 η υπόθεση έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου αναβλήθηκε για ακρόαση στις 13.9.
  9. Στις 13.9.12 άρχισε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση για τις 18.9.
  10. Στις 18.9.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 20.9.
  11. Στις 20.9.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 3.10.
  12. Στις 3.10.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 19.10.
  13. Στις 19.10.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 8.11.
  14. Στις 8.11.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 29.11.
  15. Στις 29.11.12 συνεχίστηκε η ακροαματική διαδικασία και αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόαση στις 13.12.
  16. Στις 13.12.12 μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας η υπόθεση ορίστηκε για να αγορεύσουν οι συνήγοροι των δύο πλευρών και προς τούτο να ετοίμαζαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους για την 29.1.
  17. Την 29.1.13 ορίστηκε για την 18.2.13 για διευκρινήσεις και την 18.2.13 ορίστηκε ξανά και για περαιτέρω διευκρινήσεις την 26.2.
  18. Την 26.2.13 επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου για την 22.3.
  19. Την 22.3.13 αναβλήθηκε για να απαγγελθεί η απόφαση του δικαστηρίου για την 24.4.
  20. Την 24.4.13 αναβλήθηκε για να απαγγελθεί απόφαση του Δικαστηρίου για την 24.5.
  21. Την 24.5.13 αναβλήθηκε για να απαγγελθεί η απόφαση του δικαστηρίου για την 14.6.13, ημερομηνία που εκφωνήθηκε η απόφαση και καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και στις δύο κατηγορίες. Μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου η υπόθεση ορίστηκε για την 16.7.13 για να αγορεύσει ο συνήγορος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής και για να ετοιμαζόταν έκθεση του γραφείου Ευημερίας για την οποία δόθηκαν προς τούτο σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Την 16.7.13 μετά την αγόρευση του συνηγόρου του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ζητήθηκε από το Δικαστήριο η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής για το ζήτημα της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε χρόνο για να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για την 26.7.13 για το συγκεκριμένο ζήτημα. Την 26.7.13 επιφυλάχθηκε η απόφαση για την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο για σήμερα 8.8.
  22. Όπως είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω για την πορεία της υπόθεσης μετά την καταχώρηση της και για το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει μέχρι και σήμερα που θα επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο, ουδεμία ευθύνη δύναται να αποδοθεί σε αυτόν ή στην υπεράσπιση. Σε σχέση δε με τον χρόνο που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου, η δικαιολογία την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής είναι ότι τα 4 κατηγορητήρια των υποθέσεων που είχαν καταχωρηθεί πριν αυτό της παρούσας, δεν είχαν επιδοθεί λόγω του ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε διεύθυνση διαμονής και δεν εντοπίζετο. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας για χρονικό διάστημα 5 σχεδόν χρόνων δεν ήταν σε θέση εξασκώντας την υπό τας περιστάσεις επιβαλλόμενη προσπάθεια να εντοπίσουν πιο έγκαιρα την διεύθυνση διαμονής ή εργασίας του κατηγορούμενου, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, όπως δηλώθηκε από τον συνήγορο του και δεν αμφισβητήθηκε αλλά και όπως προκύπτει από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, διέμενε και εργαζόταν στην Λεμεσό. Ακόμα δεν έχει αναφερθεί από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος αποκρυβόταν ή έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια να αποφύγει την επίδοση του κατηγορητηρίου στις προαναφερθείσες υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την παρούσα. Συνακόλουθα κρίνω ότι ούτε και για την παρατηρούμενη καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση φέρει η δύναται να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, συμφωνώ πλήρως με τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι δεν δικαιολογούσε σε κανένα βαθμό την καθυστέρηση αφού οι εκθέσεις αναφορικά με τις επιστημονικές εξετάσεις των τεκμηρίων, ετοιμάστηκαν μέχρι και την 5.8.05, οι δε κατηγορίες προσήχθηκαν στον κατηγορούμενο στις 26.1.
  23. Όπως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Eπίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν, κάτι πού διαπιστώνω ότι έχει συμβεί στην παρούσα υπόθεση, αφού τα τέκνα του κατηγορούμενου φοιτούν πλέον σε σχολείο και είναι ηλικίας 10 και 11 ετών. Όμως σε σχέση με τον πιο πάνω παράγοντα για αδικήματα που αφορούσαν ναρκωτικά, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Σταύρος Ιωάννου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 120/2011, ημερομηνίας 29.11.2011, επικροτώντας την επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη επιβολή ποινής φυλάκισης για παρόμοιας φύσης με της παρούσας υπόθεσης αδικήματα, διέταξε μέν την άμεση αποφυλάκιση του εφεσείοντος καθ' ότι έκρινε πώς οι ποινές άμεσης φυλάκισης των 12 μηνών για την κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α' βάρους 3,6422 και της φυλάκισης των 6 μηνών για χρήση ελεγχομένου φαρμάκου ήταν υπό τας περιστάσεις υπερβολικές, επικρότησε όμως το είδος της επιβληθείσας ποινής. Προς τούτο έκανε ιδιαίτερη μνεία ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου κατά 22 μήνες ορθά λήφθηκε υπόψη όμως μαζί με τους λοιπούς παράγοντες θα έπρεπε να επενεργήσει στην επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερης διάρκειας. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Κραμβή είναι χαρακτηριστικό׃ «Στην απόφαση (πρωτόδικη δικό μου σχόλιο) καταγράφεται σειρά παραγόντων μετριαστικών της ποινής οι οποίοι, καθώς αναφέρεται, λήφθηκαν υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Οι εν λόγω παράγοντες και τα σχετικά σχόλια του δικαστηρίου, καταγράφονται στην απόφαση ως εξής: «1) Το λευκό ποινικό μητρώο, 2) την παραδοχή του η οποία επήλθε σε πρόωρο στάδιο της διαδικασίας και ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση, 3) την μεταμέλεια του η οποία φάνηκε και έμπρακτα με την αποκοπή κάθε σχέσης του με τα ναρκωτικά. Στην προσπάθεια του αυτή δεν δίστασε να ζητήσει τη βοήθεια ειδικού, συγκεκριμένα του κ. Βερεσιέ, 4) τις προσωπικές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και αναπτύχθηκαν σε έκταση από τον συνήγορο του. Ειδικά λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται για συγκροτημένο οικογενειάρχη πατέρα δύο ανήλικων παιδιών με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, 5) τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον ίδιο καθώς και στην οικογένεια του η τυχόν επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης, 6) το ότι πρόκειται για μια σχετικά μικρή ποσότητα ναρκωτικών. Φυσικά από την άλλη δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι πρόκειται για σκληρά ναρκωτικά, 7) την καθυστέρηση των 22 και πλέον μηνών στην καταχώρηση της υπόθεσης παρά το ότι δεν επρόκειτο για πολύπλοκη υπόθεση, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε επεξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Όπως έχω ήδη αναφέρει στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος έχει σταματήσει την χρήση ναρκωτικών. Φυσικά όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 271 «η καθυστέρηση εξετάζεται πάντοτε με συνάρτηση με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου». Στην παρούσα υπόθεση δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση στις προσωπικές του συνθήκες εκτός από την αποκοπή του από τα ναρκωτικά. 8) το ότι τα ναρκωτικά που κατείχε προορίζονται για δική του χρήση και συνεπώς δεν επρόκειτο για έμπορο ναρκωτικών.» Ολοι οι πιο πάνω παράγοντες αναγνωρίζονται από τη νομολογία ως παράγοντες μετριαστικοί της ποινής. Το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση έχει καθήκον να προβαίνει στην αποτίμηση των εν λόγω παραγόντων και να τους αποδίδει τη δέουσα βαρύτητα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και με κάθε άλλο σχετικό παράγοντα ή στοιχείο συμπεριλαμβανομένης και της αποτίμησης της σοβαρότητας του αδικήματος πάντοτε με αναφορά στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή, στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και στα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Για τη συμπλήρωση της διεργασίας απαιτείται στάθμιση όλων των πιο πάνω παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί το είδος και το ύψος της ποινής η οποία αρμόζει να επιβληθεί στο δράστη του συγκεκριμένου αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο μολονότι ταξινόμησε σωστά όλους τους μετριαστικούς παράγοντες εντούτοις φαίνεται πως δεν απέδωσε τη βαρύτητα που άξιζε στον καθένα ξεχωριστά αλλά και σε όλους ως σύνολο, παρά την περί του αντιθέτου λεκτική διατύπωση, με αποτέλεσμα η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικώς κρινόμενη, να θεωρείται εκδήλως υπερβολική. Βεβαίως η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, είναι δεδομένη έστω και αν η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Ωστόσο, η μεγάλη καθυστέρηση των 22 περίπου μηνών στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η επιτυχής προσπάθεια του εφεσείοντα για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά σε συνάρτηση προς τους λοιπούς παράγοντες μετριασμού της ποινής θα δικαιολογούσαν την επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερου ύψους.» Στην υπόθεση δε Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259 για το αδίκημα του βιασμού ο οποίος έλαβε χώρα στις 2.4.94, η ποινική δίωξη εναντίον του εφεσείοντα άρχισε τρία χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος 1997, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κρίθηκε κατ' έφεση, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε με ορθότητα όλα τα δεδομένα ως προς το θέμα της ποινής συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και επομένως, δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Αποφασιστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση της ποινής ήταν, σύμφωνα με το Εφετείο, η σοβαρότητα του αδικήματος εν' όψει της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής, οι συνθήκες διάπραξής του και η ανάγκη όπως η ποινή έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και όλες τις παραμέτρους σε σχέση με τα γεγονότα και συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, εν όψει της εξαιρετικής σοβαρότητας των αδικημάτων ιδιαίτερα αυτού της 2ης κατηγορίας, είναι ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Η πιο πάνω παράμετρος θα έχει, επομένως, το αντίκρισμα της στην ποινή που θα επιβληθεί όχι, όμως, σε σχέση με το είδος της αλλά μόνο σε σχέση με το εύρος της. Για σκοπούς λοιπόν μετριασμού της ποινής από τα όσα εκτέθηκαν από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων καθώς επίσης και το είδος των ναρκωτικών ουσιών που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του, ήτοι Τάξεως Β. Έλαβα επίσης υπόψη μου το λευκό ποινικό του μητρώο, καθώς και τα όσα περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Εξ αυτών δε λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τα εξής: O κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών, έγγαμος με μερική απασχόληση σε πρακτορείο στοιχημάτων. Έχει δυο παιδιά, μια θυγατέρα 11 ετών, μαθήτρια στην Ε τάξη Δημοτικού και ένα γιο ηλικίας 10 ετών, μαθητή της Δ τάξης Δημοτικού. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του κατάγεται από την Αμμόχωστο και η μητέρα του από τη Λεμεσό. Οι γονείς του κατά την τούρκικη εισβολή μετακόμισαν στην Ελλάδα με σκοπό να εργαστούν. Όταν ο κατηγορούμενος ήταν 1½ χρονών η οικογένεια επέστρεψε στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος Φοίτησε μέχρι την Α τάξη Λυκείου και στη συνέχεια ολοκλήρωσε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Εργάστηκε στις οικοδομές για αρκετά χρόνια και ακολούθως σαν πελεκάνος σε εταιρεία. Αργότερα δημιούργησε το δικό του πρακτορείο στοιχημάτων και τον τελευταίο χρόνο λόγω οικονομικής κρίσης το πρακτορείο έκλεισε. Στον παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος εργάζεται με μερική απασχόληση σε άλλο πρακτορείο στοιχημάτων. Η σύζυγος του κατηγορούμενου γεννήθηκε στη Λεμεσό από εκτοπισθέντες γονείς. Φοίτησε μέχρι την Γ τάξη Γυμνασίου και στη συνέχεια εργάστηκε σε διάφορες εργασίες σαν πωλήτρια, σαν σερβιτόρα και σε διαφημιστική εταιρεία. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τις οικιακές εργασίες και τη φροντίδα της οικογένειας της. Το 2001 ο κατηγορούμενος τέλεσε τον γάμο του με την σύζυγο του και απόκτησαν τα προαναφερθέντα παιδιά. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του περιγράφουν τις μεταξύ τους σχέσεις αρμονικές. Ανάφεραν ότι υπάρχει μεταξύ τους αλληλοκατανόηση και εκδηλώνουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα παιδιά τους. Ιδιαίτερη σχέση φαίνεται να έχει ο κατηγορούμενος με τον γιο του ένεκα του κοινού ενδιαφέροντος που έχουν και οι δυο για το ποδόσφαιρο. Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει ενεργό ρόλο σε θέματα μελέτης και ψυχαγωγίας των παιδιών του. Τα εισοδήματα του κατηγορουμένου ανέρχονται στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου μηνιαίως από την εργασία που επί του παρόντος διεξαγάγει. Επισημαίνω όμως ότι αναφορικά με τους ελαφρυντικούς παράγοντες που εκτίθενται ανωτέρω αλλά και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι σωστό επίσης να λεχθεί ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν εξουδετερώνουν όμως την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από την διάδοση του αργού θανάτου και την καταστροφή προσώπων, νέων στην πλειονότητα τους (βλ. Παυλίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220). Στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30: «Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας.» Στην δε υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ.544 και 545: «.Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.» Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα αλλά και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας η ποινή της στερητικής της ελευθερίας στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι καθίσταται απόλυτα αναγκαία. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Αναφορικά με το εύρος της ποινής στην υπόθεση Χ΄ Πέτρου v. Δημοκρατίας, 1998
(2)ΑΑΔ 123, επικυρώθηκε η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 3 χρόνων για κατοχή ρητίνης κάνναβης 228,11γρ. και σε σχέση με την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Κακουργιοδικείο κατεύθυνε την προσοχή του σε αυτές τις πτυχές όπως και σε διάφορες άλλες πού ήταν επίσης σχετικές με την επιμέτρηση της ποινής. Απέδωσε δε στο καθετί τη σημασία που άρμοζε, σύμφωνα με ό,τι ορίζει η νομολογία. Στην Gholi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 6223, ημερ. 30 Ιανουαρίου, 1997, που ήταν μια από τις αποφάσεις στις οποίες ενδεικτικά αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο, λέχθηκαν τα εξής για να εξηγηθεί η παγιωμένη πλέον προσέγγιση των δικαστηρίων σε τέτοιες υποθέσεις: "Τα ναρκωτικά πλήττουν και, συχνά, ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας». Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 ΑΑΔ 11, ο εφεσίβλητος ηλικίας 23 ετών παραδέχθηκε ενοχή και εξέφρασε μεταμέλεια στα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 419,96 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και της κατηγορίας για χρήση κάνναβης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Περί Κηδεμονίας και άλλων τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου του 1996, (Ν.46(Ι)/96), έθεσε τον εφεσίβλητο υπό κηδεμονία με όρους κοινοτικής εργασίας. Η ποινή κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε κατ' έφεση με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός χρόνου στην 1η κατηγορία, 2 χρόνων στη 2η κατηγορία και 6 μηνών στη 3η. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου διαδραματίζουν μικρό μόνο ρόλο στην επιβολή ποινής. Και αυτό γιατί υπερισχύει η ανάγκη διαφύλαξης της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών η οποία επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου 2003
(2)ΑΑΔ 511, στην οποία υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και η οποία οφειλόταν στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, να διαγνωσθεί 3 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 μηνών στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και ποινής φυλάκισης 3 μηνών στην κάθε μια από τις κατηγορίες της καλλιέργειας 14 φυτών κάνναβης και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως πρόδηλα ανεπαρκής. Καταληκτικά επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές. Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή επειδή τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας αυτής εμπεριέχονται στα συστατικά στοιχεία της 2ης κατηγορίας Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Το ποσό των εξόδων της παρούσας υπόθεσης, που ανέρχονται σε €180,00, να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Απετέλεσε τέλος εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα λόγω των περιστάσεων του κατηγορούμενου αλλά και της υπόθεσης. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη υπόθεση δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Προτού παραθέσω την τελική μου κρίση για το συγκεκριμένο ζήτημα, παραπέμπτω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη (Αριθμ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ 327, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί και αφού τον έκρινε ένοχο στις κατηγορίες 1 και 3 στα αδικήματα για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και στην κατηγορία υπ' αρ. 2 για προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο, αναφέρει τα εξής στις σελίδες 329 και 330: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρισε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης, η οποία συζητήθηκε ενώπιον της Ολομέλειας, ενόψει του σημαντικού νομικού σημείου που εγειρόταν στην υπόθεση. Με την απόφαση της Ολομέλειας, που εκδόθηκε από το δικαστή Κωνσταντινίδη η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. (Δες: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Οδυσσέα Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105). Ως συνέπεια της πιο πάνω εξέλιξης η Ολομέλεια συζήτησε το θέμα της ποινής που θα επιβαλλόταν στον εφεσίβλητο. Σήμερα, 23.5.2005, αγόρευσε ενώπιον μας ο δικηγόρος του. Στο φάκελο της υπόθεσης κατατέθηκε επίσης έκθεση κοινωνικής έρευνας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο δικηγόρος του εφεσίβλητου. ................................................................................ Η εξέλιξη της πορείας της υπόθεσης, την οποία περιγράφουμε πιο πάνω, καθυστέρησε το χρόνο τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν το Σεπτέμβριο του 2003. Κρίνουμε, επομένως, πως όλα τα πιο πάνω στοιχεία, συνιστούν μια υπόθεση με απολύτως ιδιαίτερα περιστατικά, στη βάση των οποίων ανάλογη θα πρέπει να είναι και η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρέπουσα ποινή που θα επιβληθεί στον εφεσίβλητο. Η αρμόζουσα βέβαια ποινή, σύμφωνα με τη νομολογία μας, σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η φυλάκιση. Και τέτοια ποινή θα επιβληθεί. Ενόψει όμως των όλως ιδιαιτέρων περιστατικών της υπόθεσης, που συνοψίζουμε πιο πάνω, κρίνουμε δίκαιο όπως οι ποινές της φυλάκισης ανασταλούν. Με τις πιο πάνω σκέψεις επιβάλλουμε στον εφεσίβλητο στη 2η κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Στην 3η κατηγορία 3 μήνες φυλάκιση με 3ετή αναστολή. Οι ποινές θα συντρέχουν. Δεν επιβάλλεται ποινή στην 1η κατηγορία. Επεξηγείται στον εφεσίβλητο η έννοια και λειτουργία της φυλάκισης με αναστολή.» Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση και μετά από μεγάλο προβληματισμό κρίνω, ότι συντρέχουν τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Αυτός είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων δεν επέδειξε άλλη παραβατική συμπεριφορά, στοιχείο που επιβεβαιώθηκε και από την κατηγορούσα αρχή και το οποίο κρίνω πώς καταδεικνύει και την έμπρακτη μεταμέλεια του, είναι πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του. Πρόσθετα το εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αλλά και της ημερομηνίας που έχει επιβληθεί ποινή στον κατηγορούμενο, ήτοι οκτώ και πλέον χρόνια, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν διέπραξε άλλο αδίκημα, με έχουν οδηγήσει στο να καταλήξω πως θα μπορούσα να δώσω στον κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τώρα και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αδράξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής της φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία στην παρούσα υπόθεση, αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στoν κατηγορούμενο, το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ............. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.