Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντωνία Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:12953/13, 8/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12953/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Αντωνία Μιχαήλ, από την Λεμεσό
- Gaurav Seth, από την Iνδία, τώρα στη Λεμεσό Ημερομηνία: 8 Αυγυούστου, 2013 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κληρίδη Για την Κατηγορούμενο 2: κα Αδάμου Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ O κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή σε κατηγορίες παράνομης απασχόλησης κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 2) και της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία 3). Για τον κατηγορούμενο 1 η υπόθεση έχει πάρει άλλη πορεία που στο στάδιο αυτό δεν ενδιαφέρει. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 2, κατηγορείται στη κατηγορία 2 ότι στις 25.6.2013, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Ινδίας, διεξήγαγε επάγγελμα χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στην δε κατηγορία 3 κατηγορείται ότι μεταξύ της 17.8.2011 και της 25.6.2013, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή υπήκοος Ινδίας του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής στην Κύπρο ως φοιτητής, στις 17.8.2011 τα στοιχεία τοποθετήθηκαν στο ΣΤΟΠ - ΛΙΣΤ καθότι εγκατέλειψε το κολλέγιο αφού διέκοψε την φοίτηση του και παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά την λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής του, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 της παρούσας υπόθεσης είναι καταγεγραμμένα στο Έγγραφο Α, ήτοι την γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και διάβασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση. Συνακόλουθα δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Να σημειωθεί μόνο ότι ο κατηγορούμενος 2, δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου 2, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής αναφέρθηκε στις προσωπικές και στις λοιπές κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια της αίτησης νομικής αρωγής με αριθμό 487/13 ημερομηνίας 30.7.2013, της οποίας αντίγραφο κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Β. Επίσης αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες τους οποίους και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όλα όσα ανέφερε η συνήγορος του κατηγορουμένου 2 είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Αναφορά στους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έκανε αναφορά η συνήγορος του κατηγορουμένου 2, θα γίνει στη συνέχεια, σχολιάζοντας την σημασία που θα πρέπει να προσδοθεί σε αυτούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος 2 των κατηγοριών 2 και 3, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και οι δύο ποινές και για τα δύο αδικήματα. Περαιτέρω πρόκειται για αδικήματα τα οποία βρίσκονται σε έξαρση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι καθημερινά τα Δικαστήρια κατακλύζονται από υποθέσεις αυτής της φύσης και αναγκάζονται να διακόψουν την κανονική ροή της ποινικής διαδικασίας, προκειμένου να επιληφθούν εκτάκτως υποθέσεων που αφορούν παραμονή αλλοδαπών στην Δημοκρατία και διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς άδεια. Από τη νομολογία καταδεικνύεται δε με απόλυτη σαφήνεια ότι σε αδικήματα της φύσης και υπό τις συνθήκες διάπραξης ως αυτό της δεύτερης κατηγορίας στην παρούσα ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης. Έτσι ποινές προστίμου οι οποίες επιβλήθηκαν πρωτόδικα ανατράπηκαν κατ' έφεση και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης. Το πιο κάτω απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285 είναι ενδεικτικό των πιο πάνω: «Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Περαιτέρω η σχετική νομολογία δεν διαχωρίζει από άποψης σοβαρότητας την περίπτωση εργοδοτούμενου αλλοδαπού που εισήλθε αρχικά νόμιμα και αργότερα κατέστη παράνομος, από την περίπτωση εργοδότησης αλλοδαπού, ο οποίος εισήλθε εξ αρχής παράνομα στη Δημοκρατία. Αντίθετα έχει κριθεί ότι και οι δύο αυτές περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα και αυστηρότητα και με γνώμονα την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην δε υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.10, λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με τις θέσεις τις οποίες προώθησε ο συνήγορος του εφεσείοντα, το πιο πάνω γεγονός διαφοροποιεί προς το ευνοϊκότερο την περίπτωση του εφεσείοντα από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο εργοδοτεί αλλοδαπούς οι οποίοι εισήλθαν και διαμένουν παράνομα στην Κύπρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε την πιο πάνω εισήγηση η οποία τέθηκε ενώπιον του αποδεχόμενο μόνο, και ορθά, ότι διαφοροποίηση μπορεί να γίνει με βάση τη νομολογία εκεί όπου ένας εργοδότης εργοδοτεί αλλοδαπό ο οποίος δεν είχε μεν δικαίωμα εργασίας, πλην όμως νόμιμα βρισκόταν στη Δημοκρατία (Lin Qinlong κ.ά. v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488). Όπως δε επίσης ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η νομολογία δεν διαχωρίζει από άποψης σοβαρότητας την περίπτωση εργοδότησης αλλοδαπού εργοδοτούμενου που εισήλθε αρχικά νόμιμα και αργότερα κατέστη παράνομος (όπως εδώ), από την περίπτωση εργοδότησης αλλοδαπού ο οποίος εισήλθε εξ αρχής παράνομα στη Δημοκρατία. Και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα και αυστηρότητα και με γνώμονα την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο υιοθέτησε το Εφετείο στην υπόθεση Abolfaze Tabrizi ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και στο οποίο παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης: .......................................................................... Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα." Συμφωνούμε πλήρως με την πιο πάνω προσέγγιση του εγειρόμενου θέματος και καταλήγουμε ότι ούτε και αυτός ο Λόγος Έφεσης ευσταθεί.» Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τελευταία η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προβαίνει σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να διαμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου (βλ. Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488). Φυσικά ως φαίνεται από τα γεγονότα της παρούσας αυτή δεν εμπίπτει στην αμέσως πιο πάνω αναφερθείσα κατηγορία εφόσον ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο δεν βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης παραμονής, ήτοι του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, έχει επίσης τονιστεί και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου σημειώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 είναι ενδεικτικό των ανωτέρω: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στη σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Στην δε απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Shanbali Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 231, στην οποία επίσης ο εφεσείων παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο μετά την λήξη της άδειας παραμονής του, ανέφερε τα εξής: «Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Mohamed και Άλλοι ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.:- «Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου.» Στην υπόθεση αυτή επικυρώθηκε η ποινή των τριών μηνών αμέσου φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα πρωτόδικα. Να σημειώσω εδώ ότι το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος 2 ήλθε στην Κύπρο, που ήταν για να φοιτήσει σε κολλέγιο όπως επίσης δεν παραγνωρίζω και τα όσα αναφέρθηκαν για την ανάγκη να εργαστεί για να εξασφαλίσει τα αναγκαία προς το ζειν. Θα πρέπει όμως να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι εφόσον επέλεξε να κάνει κάτι τέτοιο όφειλε να σέβεται τους Νόμους της Δημοκρατίας, της οποίας τη φιλοξενία επιζητούσε. Ο κατηγορούμενος 2 λοιπόν εγκατέλειψε την φοίτηση του και από την 17.8.2011 παρέμεινε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παράνομα και αν δεν συλλαμβάνετο για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας της παρούσας, θα συνέχιζε την παράνομη συμπεριφορά και δραστηριότητα του. Ήτοι προτίμησε να παραμείνει παράνομα στην Κύπρο για περίοδο δύο ετών και περαιτέρω να εξασκεί επάγγελμα επίσης παράνομα. Η συμπεριφορά του αυτή δείχνει περιφρόνηση προς τον Νόμο και τις Αρχές του κράτους που τον φιλοξενεί και μία συνεχόμενη παραβατική συμπεριφορά που δεν συνάδει με στιγμιαία παράλειψη η αβλεψία. Ούτε και ο λόγος της διακοπής της φοίτησης του, ήτοι οικονομική δυσπραγία, που επικαλέστηκε η συνήγορος του μπορεί να γίνει αποδεκτός σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όφειλε ο κατηγορούμενος να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές και εν συνεχεία είτε να εξασφάλιζε άδεια παραμονής για να εργαστεί είτε να επιστρέψει στην χώρα του. Για προσδιορισμό λοιπόν της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων ως προδιαγράφεται ανωτέρω, καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση και από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάρα τα πιο πάνω είναι καθήκον του Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια της αρχής της εξατομίκευσης της ποινής, να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορούμενου 2 λαμβάνω υπόψη από τα όσα ανέφερε η συνήγορος του: · Την παραδοχή και απολογία του στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση. · Την συνεργασία του με την Αστυνομία κατά τη σύλληψη του. · Το λευκό ποινικό του μητρώο, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Το ότι βρίσκεται υπό κράτηση από την 26.6.2013 για τις ανάγκες διασφάλισης της παρουσίας του στην Δίκη στην παρούσα υπόθεση. · Το ότι δεν εισήλθε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με παράνομο τρόπο. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας Έγγραφο Β και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή. Εξ αυτών λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη: Ο κ.Gaurav Seth ηλικίας 29 ετών κατάγεται από την Ινδία. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος πρώην δημόσιος υπάλληλος. Η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο ίδιος είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας. Είχε ένα αδελφό μεγαλύτερης ηλικίας ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα πριν έξι χρόνια περίπου. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του περιγράφτηκαν αρμονικές. Eίναι απόφοιτος Πανεπιστημίου της χώρας του όπου φοίτησε για τρία χρόνια και απέκτησε πτυχίο του κλάδου οικονομικών, δημόσιας διοίκησης και πολιτικών επιστημών. Μετά την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο, αποφάσισε να μεταβεί στην Κύπρο για να συνεχίσει τις σπουδές του. Έφτασε το 2005 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας και εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό. Φοίτησε για πέντε χρόνια στο ιδιωτικό κολλέγιο Ctl Euro College και απέκτησε δίπλωμα του κλάδου διοίκησης ξενοδοχειακών μονάδων. Ανέφερε ότι παράλληλα με τη φοίτηση του εργαζόταν με ευκαιριακή απασχόληση ως μπάρμαν και ως βοηθός κουζίνας. Το Μάιο του 2011 τέλεσε γάμο με κοπέλα Ρουμανικής καταγωγής την οποία γνώρισε στην Κύπρο. Η σύζυγος του επέστρεψε στη χώρα της πριν ένα χρόνο περίπου και σήμερα σπάνια έχουν επικοινωνία. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του για δύο χρόνια παρέμεινε στην Κύπρο και συντηρείτο οικονομικά από τους γονείς του. Από τον Ιανουάριο 2013 εργαζόταν περιστασιακά ως εκπαιδευτής σε κουζίνα καφετέριας. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή προβλήματα χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών. Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση ως έχουν λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή σε αυτά είναι η ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Στην υπόθεση Ali Riza Mohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 295 ο εφεσείοντας καταδικάσθηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στο αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Ο εφεσείοντας ήταν Ιρανός, ηλικίας 31 ετών και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 3 ετών. Εισήλθε στην Κύπρο με άδεια προσωρινής διαμονής η οποία έληγε στις 24.1.
- Μετά παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα. Αυτό διαπιστώθηκε από την Αστυνομία στις 10.10.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο τονίζοντας την αυξητική τάση που παρατηρείται στην παράνομη παραμονή στην Κύπρο αλλοδαπών που εισήλθαν νόμιμα, τις δυσμενείς επιπτώσεις που δημιουργούνται στον τόπο από την διάπραξη του αδικήματος τούτου σε διάφορους τομείς, όπως οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και άλλους και, τέλος, ότι στην περίπτωση της Κύπρου θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας έκρινε, ότι δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκανε μνεία σε προγενέστερη απόφασή του και, συγκεκριμένα, στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248 σχολιάζοντας ότι η τετράμηνη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην τελευταία υπόθεση ήταν η μεγαλύτερη που μέχρι τότε είχε επιβληθεί για το ίδιο αδίκημα. Ανέφερε, επίσης, ότι αν με την ποινή φυλάκισης των 5 μηνών προοιωνίζεται μια τάση για αυστηρότερη μεταχείριση αδικοπραγούντων σε αυτό τον ευαίσθητο τομέα δεν προέκυπτε οτιδήποτε το άτοπο. Η ποινή μπορούσε να συναρτηθεί εν μέρει και με την εκάστοτε έκταση του προβλήματος. Που κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν μεγαλύτερο από ότι το 1992. Υπό το φως όλων των πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο 2 τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η έκτιση τους θα αρχίζει από τις 26.6.2013 ημερομηνία που ο κατηγορούμενος 2 τέθηκε υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, θα εξετάσω τώρα εάν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου 2 ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72και τούτο παρά το ότι δεν τέθηκε το συγκεκριμένο ζήτημα από την υπεράσπιση. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Όπως αναφέρθηκε οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 3 της παρούσας, είναι σοβαρές ενώ καταδεικνύουν και περιφρόνηση προς το Νόμο και τις Αρχές της Δημοκρατίας και συναφώς λαμβάνοντας υπόψην και όλα όσα έχουν προαναφερθεί σχετικά κρίνω ότι προέχει η ανάγκη αποτροπής. Σε σχέση δε με τα υπόλοιπα δεδομένα και προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, αυτά λήφθηκαν υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες, προσμέτρησαν δε δεόντως στην απόφαση για το ύψος της ποινής και δεν μεταβάλλουν τα δεδομένα της υπόθεσης στα πλαίσια εξέτασης θέματος αναστολής. Ως εκ τούτου κρίνω ότι από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου 2, δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. (Υπ.) .................................... Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο