← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστάκης Αργυρού, Aρ. Υπόθεσης: 13515/13, 7/8/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστάκης Αργυρού, Aρ. Υπόθεσης: 13515/13, 7/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Κατσικίδη, Aρ. Υπόθεσης: 13515/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Χριστάκης Αργυρού Ημερομηνία: 7.8.13 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Χ΄ Ιωάννου Για τον κατηγορούμενο: κ. Νικολαϊδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση συνολικά 3 κατηγορίες, ήτοι: την κατηγορία διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας και κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 292 (α) και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία), της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυχτός κατά παράβαση του άρθρου 296 (γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (2η κατηγορία), και για το ότι είχε το πρόσωπο του καλυμμένο με κουκούλα με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 296 (ε) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης δόθηκε άδεια να καταχωρηθεί εκτάκτως την 2.7.13 και επίσης να οριστεί έκτακτα η υπόθεση την ίδια ημερομηνία. Την 2.7.13 ο κατηγορούμενος ζήτησε αναβολή της υπόθεσης για να απαντήσει στις κατηγορίες, αίτημα στο οποίο η κατηγορούσα αρχή δεν έφερε ένσταση, ζήτησε όμως ο κατηγορούμενος να παραμείνει υπό κράτηση για τους λόγους που εκτίθενται στο πρακτικό του δικαστηρίου, αίτημα στο οποίο δεν έφερε ένσταση ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Αυτό είχε σαν επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για απάντηση και στις τρεις κατηγορίες για την 18.7.
  2. Την 18.7.13, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις τρεις κατηγορίες με επακόλουθο αρχικά η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 24.9.13, πλην όμως και επειδή η κατηγορούσα αρχή ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος συνεχίσει να παραμένει υπό κράτηση για τους λόγους που εκτίθενται στο πρακτικό του Δικαστηρίου και επειδή ο συνήγορος που εμφανίστηκε για λογαριασμό του έφερε ένσταση στο συγκεκριμένο αίτημα, η εν λόγω ημερομηνία ακυρώθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση επί του ζητήματος του αν θα συνεχίσει να παραμένει υπό κράτηση για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του στην δίκη του, ο κατηγορούμενος και για προγραμματισμό, στις 24.7.
  3. Μέχρι τότε ο συνήγορος του κατηγορουμένου δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση να παραμείνει υπό κράτηση, η δε συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, δήλωσε ότι προς υποστήριξη του αιτήματος της θα καλούσε μάρτυρα για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τότε. Στις 24.7.13, ο συνήγορος του κατηγορουμένου αποσύρθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για να διορίσει άλλο δικηγόρο ο κατηγορούμενος και για να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία αναφορικά με το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για να συνεχίσει να παραμένει υπό κράτηση μέχρι την δίκη του, για την 2.8.
  4. Περαιτέρω ζητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή να παραμείνει υπό κράτηση, στο αίτημα δε αυτό εν τέλει δεν έφερε ένσταση ο κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα ορίστηκε για προγραμματισμό αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ο οποίος διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Στις 2.8.13 προς υποστήριξη του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ο αστυφύλακας 3366 Π. Παναγιώτου ο οποίος μετά την κυρίως εξέταση του αντεξετάστηκε από τον νέον συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι: Στις 30.6.13 κατόπιν που έλαβαν τηλεφώνημα στον Αστυνομικό Σταθμό όπου υπήρετούσε πως πιθανό να υπάρχει διαρρήχτης στην οδό Αγ. Σοφίας 86 Α σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, από το οποίο οι ένοικοι του απουσίαζαν, μετέβηκε στο μέρος μαζί με ένα συνάδελφο του. Εκεί συνάντησαν τον ιδιοκτήτη του κτιρίου ο οποίος τους υπέδειξε ότι αλουμινένιο παράθυρο της εξωτερικής σκάλας απουσίαζε και ακούγοντο θόρυβοι στον πρώτο όροφο και πιθανό να υπήρχε διαρρήκτης. Τους έδωσε τα κλειδιά και μόλις άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματος και το φως είδε μπροστά του ένα πρόσωπο με κουκούλα στο πρόσωπο, μακρύ τρικό και μπλε τζην παντελόνι, το οποίο κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα άγνωστο αιχμηρό αντικείμενο, στο δε αριστερό του μια άσπρη σακούλα με μια πράσινη σακούλα. Το εν λόγω πρόσωπο κινήθηκε προς το μέρος του με απειλητικές διαθέσεις κραυγάζοντας, οπότε τον συνέλαβε και διαπίστωσε ότι το αιχμηρό αντικείμενο που κρατούσε ήταν ένα κοπίδι. Ακολούθως ειδοποιήθηκε το ΤΑΕ Τμήμα Διαρρήξεων και αφίχθηκε στο μέρος ο Αστ. 1521 Στέλιος Ιωάννου που ανέλαβε την υπόθεση και τις περαιτέρω εξετάσεις. Περαιτέρω σε ερώτηση ποια σχέση έχει ο κατηγορούμενος με την διάρρηξη ανέφερε ότι είναι το άτομο που συνέλαβε κάτι που διαπίστωσε μετά που του αφαίρεσε τη κουκούλα από το πρόσωπο του. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού για τα περαιτέρω. Περαιτέρω σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες με παρόμοιας φύσεως αδικήματα και προς τούτο κατέθεσε ενώπιον μου το έντυπο του ποινικού του μητρώου το οποίο σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
  5. Από αυτό συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην υπόθεση Ε.Δ. Λάρνακος 6607/98 για παρόμοιας φύσεως αδικήματα, ήτοι για διάρρηξη και κλοπή και απόπειρα διαρρήξεως καταστήματος. Η εν λόγω υπόθεση ζητήθηκε και λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην 6608/98 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Στην υπόθεση 6608/98 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στο αδίκημα της διάρρηξης εκκλησίας και κλοπής σε 3 χρόνια φυλάκιση, στο αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής σε 3 ½ χρόνια φυλάκιση, στο αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης καταστήματος σε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων και στο αδίκημα της κλοπής σε ποινή φυλάκισης 1 ½ χρόνων, οι ποινές φυλάκισης διατάχθηκε να συντρέχουν. Επίσης ανέφερε ότι εις βάρος του κατηγορούμενου εκκρεμούν οι υποθέσεις Ε. Δ. Πάφου με αριθμό 3078/10 που αφορά αδίκημα διάρρηξης καταστήματος, που είναι ορισμένη για γεγονότα και ποινή μετά την παραδοχή του και η υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού με αριθμό 10482/13 που αφορά τα αδικήματα της διάρρηξης καταστήματος και κατοχής διαρρηκτκών εργαλείων, που επίσης είναι ορισμένη για γεγονότα και ποινή μετά από την παραδοχή του κατηγορούμενου. Τέλος ανέφερε πώς εκκρεμεί εις βάρος του κατηγορούμενου και η υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού, με αριθμό 13006/12 η οποία αφορά τα αδικήματα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του κατηγορούμενου ανέφερε: Σε ερώτηση αν συμφωνεί πώς στην υπόθεση Ε. Δ Λεμεσού με αριθμό 13006/12 ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και ως εκ τούτου αυτή δεν εκκρεμεί πλέον, συμφώνησε. Σε ερωτήσεις αν συμφωνεί πως οι υποθέσεις με αριθμό 3078/10 Ε. Δ. Πάφου και 10482/13 αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν με την πάροδο 10 και πλέον ετών από τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου αλλά και στο κατά πόσο στις εν λόγω υποθέσεις ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Τέλος σε υποβολή ότι δεν συντρέχουν λόγοι για να ζητείται η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επισημαίνω στο στάδιο αυτό ότι αντίγραφο του Τεκμηρίου 1, ήτοι του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου δόθηκε και στον συνήγορο του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε μαρτυρία ούτε και κάλεσε οποιοδήποτε πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία για λογαριασμό του. Στην αγόρευση του ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε κατ' αρχάς ότι η αναφορά στην υπόθεση 13006/12 που έγινε από τον μάρτυρα, οφείλετο σε παραδρομή αφού σε αυτήν ο κατηγορούμενος έχει αθωωθεί όπως έγινε αποδεκτό και ως εκ τούτου δεν την επικαλείται και το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την λάβει υπόψη για τους σκοπούς εξέτασης του ζητήματος που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται. Περαιτέρω ανέφερε ότι: Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος η οποία προκύπτει από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές ήτοι 10 χρόνια για την πρώτη κατηγορία και 7 χρόνια για τις άλλες δύο, σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που δόθηκε για τους σκοπούς του υπό εξέταση ζητήματος εκ της οποίας η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου αφού συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω είναι ένα εύλογα προβλεπτό ενδεχόμενο, με τις προηγούμενες καταδίκες που τον βαρύνουν αλλά και το ότι εις βάρος του εκκρεμούν άλλες δύο υποθέσεις του με παρόμοιας φύσεως αδικήματα, πληρούνται οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η κράτηση του. Ακόμη επεσήμανε το γεγονός προς υποστήριξη της θέσης ότι ο κατηγορούμενος είναι επιρρεπές πρόσωπο προς την διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσης, ότι ενώ εκκρεμούσαν εις βάρος του οι υποθέσεις 10482/13 Ε. Δ. Λεμεσού και 3078/10 Ε.Δ. Πάφου, διέπραξε τα αδικήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση στις 30.6.
  6. Αυτό το στοιχείο από μόνο του καταδεικνύει ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων από τον κατηγορούμενο αν αφεθεί ελεύθερος είναι εύλογα προβλεπτή. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και η νομολογία έχει καθιερώσει, ανάφερε ότι είναι αρκετή η απόδειξη έστω και μίας εξ αυτών. Συνακόλουθα η ροπή του κατηγορούμενου προς διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσεως με αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα που είναι πρόδηλη και ευκόλως συνάγεται από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και του αποδεδειγμένου κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων, είναι εισήγηση του πώς το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την δίκη του. Πρόσθετα εισηγείται ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ότι η σοβαρή πιθανότητα καταδίκης ενέχει τον κίνδυνο, εν όψει των πολύ υψηλών ποινών φυλάκισης που προνοούνται για τα αδικήματα της παρούσας, ο κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί στη δίκη του. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του ανέφερε ότι οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου αφορούν αδικήματα που διέπραξε πριν από πάρα πολλά χρόνια. Για τα αδικήματα δε της παρούσας υπόθεσης και για την πιθανότητα καταδίκης είναι η θέση του πως στο στάδιο αυτό δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε επ΄ αυτοφώρω αφού δεν έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες και η ενοχή του θα κριθεί στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης. Επίσης ανέφερε ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει λόγο που να δικαιολογεί την κράτηση του κατηγορούμενου. Ακόμα επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε συμπεριφορά που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα αποφύγει να παρουσιαστεί στην δίκη του αφού στις άλλες υποθέσεις που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει και του είχαν επιβληθεί άλλοι όροι και όχι η κράτηση του, ήταν απόλυτα συνεπής. Τέλος επικαλούμενος και το γεγονός ότι είναι συζευγμένος, πατέρας δύο παιδιών μιας θυγατέρας 6 χρόνων και ενός αγοριού 2 ½ χρόνων, το ενδεχόμενο κράτησης του θα προκαλέσει σοβαρότατα προβλήματα στην οικογένεια του. Εν κατακλείδι εισηγήθηκε πώς εν όψει των όσων ανέφερε, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος και η διασφάλιση της παρουσίας του στην δίκη του μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή άλλων όρων. Σε σχέση δε με την τελευταία θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, επισημαίνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση αναφορικά με το είδος των όρων που ο κατηγορούμενος είναι διατεθειμένος να προσφέρει. Από την ενώπιον μου λοιπόν τεθείσα μαρτυρία και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση ταύτης για τους σκοπούς της ουσίας της υπόθεσης, αλλά εξετάζοντας ταύτην αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες του υπό εξέταση ζητήματος, επισημαίνω ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί τα πιο κάτω σημεία και θέσεις του μάρτυρος της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας αφού ο κατηγορούμενος ούτε o ίδιος έδωσε μαρτυρία αλλά ούτε και κάλεσε άλλο μάρτυρα για λογαριασμό του: · Το ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω από τον μάρτυρα που κάλεσε η κατηγορούσα αρχή με κουκούλα στο πρόσωπο, εντός διαμερίσματος που είχε διαρρηχθεί κατά την διάρκεια νυκτός και ότι κατείχε διαρρηκτικό εργαλείο. · Το ότι βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες για παρόμοιας φύσεως αδικήματα με αυτά της παρούσας, στα οποία καταδικάστηκε στις 29.4.1998 σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. · Ότι εις βάρος του κατηγορούμενου εκκρεμούν οι υποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω στις οποίες μάλιστα έχει παραδεχθεί την διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσης με αυτά της παρούσας. · Ότι ενώ εκκρεμούσαν οι άλλες δύο υποθέσεις στις οποίες παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων, συνελήφθηκε για την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας. Τα πιο πάνω δε σημεία, κρίνω ότι είναι και τα πιο καίρια και σημαντικά για το κατά πόσο συντρέχουν τα όσα η νομοθεσία και νομολογία καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στην παρούσαν από την κατηγορούσα αρχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορούμενου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του εδράζεται στα άρθρα 48 και 157

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Η νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στο πρόσωπο του, απαλλάσσοντάς τον, από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο κατά πόσο οι συνθήκες αυτές, ανατρέπουν την σκέψη στο κατηγορούμενο να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λουκάς Σιδερένιος
(2008)2 ΑΑΔ 319). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου, που πιο πάνω μνημονεύεται, παράγοντες όπως οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση η κράτηση του κατηγορούμενου ζητείται στην βάση της πιθανότητας μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης του εν όψει του σοβαρού ενδεχόμενου καταδίκης του, των σοβαρών ποινών που προβλέπονται για τα αδικήματα και του κινδύνου διάπραξης αν αφεθεί ελεύθερος και άλλων αδικημάτων. Δεν έγινε επίκληση του τρίτου λόγου, ήτοι του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Επομένως, αυτός δεν τίθεται προς εξέταση και κατ' επέκταση, δεν θα με απασχολήσει. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον όπου επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο.
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων.
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και λέχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά συμπεριλαμβάνουν την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση όπως και την εκδήλωση προθέσεων για το μέλλον, την ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για παρόμοια αδικήματα σε συνάρτηση με την φύση τους, την πιθανολόγηση περί της ήδη διάπραξης στο μεταξύ και άλλων αδικημάτων και την προσπάθεια ή την εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7, Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130). Αναφορικά με τον επικαλούμενο από την κατηγορούσα αρχή κίνδυνο διάπραξης από τον κατηγορούμενο παρόμοιων ή άλλων αδικημάτων στο μέλλον, θα πρέπει να λεχθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι όχι μόνο η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών, αλλά και η εκκρεμότητα άλλων ποινικών υποθέσεων αποτελούν παράγοντα που μπορεί να συνυπολογισθεί (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρένου Κώστα Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην πιο πάνω υπόθεση ο εφεσείοντας και ο συγκατηγορούμενος του αντιμετώπιζαν κατηγορία απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, κατά παράβαση του άρθρου 325 του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Όταν παραπέμφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά δεσμεύτηκαν με εγγύηση και άλλους όρους. Όταν οι δύο κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Κακουργιοδικείου αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το Κακουργιοδικείο ύστερα από σχετική αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής διέταξε όπως οι κατηγορούμενοι παρουσιαστούν με τους ίδιους όρους. Όμως κατά την ορισθείσα δικάσιμο και όταν η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου για 3 μήνες μετά η κατηγορούσα αρχή διαφοροποίησε την προηγούμενη της θέση και ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση. Το Κακουργιοδικείο διέταξε μόνο την κράτηση του εφεσείοντα όταν δόθηκε μαρτυρία από αστυφύλακα του ΤΑΕ Λεμεσού ότι εναντίον του εξεταζόταν καταγγελία για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ενώ τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου είναι χαρακτηριστικό: «Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξ' άλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το Δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις .......................................... .......................................... Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ' ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police) . Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από την διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλέπε R v. Wharton 1955 Cr. L. R. 565). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση R v. Philips 32 Cr. App. R. 47 ορισμένα αδικήματα δεν είναι πιθανόν να επαναληφθούν κατά την περίοδο που εκκρεμεί η διαδικασία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η απόλυση στο κοινωνικό σύνολο προσώπου με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο που συνελήφθη για την διάπραξη νέου αδικήματος πριν ακόμα αντιμετωπίσει την εναντίον του κατηγορία δεν ενδείκνυται. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο έχει να σταθμίσει την ελευθερία του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, υπό το φως πάντοτε όλων όσων έχουν λεχθεί προηγουμένως, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου .». Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Λέχθηκε, ότι το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του όχι απλά αόριστους φόβους περί διάπραξης άλλου αδικήματος, αλλά θετική μαρτυρία για την εξέταση αδικήματος, που, όπως η κατηγορούσα αρχή ισχυρίσθηκε, ο εφεσείοντας ήδη είχε διαπράξει. Ήταν επιτρεπτό, επομένως, το Δικαστήριο αξιολογώντας όλο το ενώπιον του υλικό να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος. Σύμφωνα με το Εφετείο ο εφεσείοντας, ο οποίος ανέμενε την εκδίκαση αδικήματος άσκησης βίας, δηλαδή απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, είχε στο μεταξύ διαπράξει επίθεση και πρόκληση σωματικής βλάβης, αδίκημα, το οποίο, επίσης, σχετίζεται με την άσκηση βίας. Ήταν η κατάληξη του Εφετείου, ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε από μόνο του αλλά και συνδυασμένο με το ιστορικό του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένων και των 4 προηγούμενων του καταδικών, ισχυρή ένδειξη ή πιθανολόγηση για την διάπραξη και άλλου αδικήματος βίας. Στην ενώπιον μου υπόθεση έρεισμα για την εισήγηση της κατηγορούσας αρχής ότι υπάρχει κίνδυνος ο κατηγορούμενος να διαπράξει νέα αδικήματα στο μέλλον παρόμοιας ή άλλης φύσης, αποτελεί το γεγονός, ότι αυτός έχει καταδικασθεί προηγουμένως στις υποθέσεις που προαναφέρονται αλλά και ότι εναντίον του εκκρεμούν σήμερα ενώπιον Δικαστηρίων άλλες δύο υποθέσεις στις οποίες μάλιστα έχει παραδεχθεί τα αδικήματα που είναι παρόμοιας φύσεως ως της παρούσας. Από την υπόθεση Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας, που πιο πάνω αναφέρεται, προκύπτει, ότι δεν είναι απαραίτητο όπως οι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούσες υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίου για να αποφασισθεί ότι υπάρχει κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Στην πιο πάνω υπόθεση η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον από τον εφεσείοντα, η οποία κρίθηκε ορθή από το Εφετείο, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε υπόθεση η οποία δεν είχε μέχρι τότε καταχωρηθεί σε Δικαστήριο, αλλά διερευνάτο από την αστυνομία. Όπως και πολύ πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστάκη Πέτρου Πατατάρη v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 30/12 ημερομ. 7/2/12: «Όπως έχει νομολογηθεί και σε σωρεία υποθέσεων επαναληφθεί, πρωτεύουσα θέση μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη όταν εξετάζεται εισήγηση για ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης στο μέλλον αδικημάτων από τον αδικοπραγούντα, κατέχει το ποινικό μητρώο του τελευταίου. Η πιθανολόγηση διάπραξης νέου αδικήματος αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του αδικοπραγούντα στο μέλλον, συμπεριφορά για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, με βάση το σύνολο του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του. Στο υλικό αυτό συγκαταλέγεται και το ιστορικό του αδικοπραγούντα, όπως αυτό αναδύεται μέσα από το ποινικό του μητρώο. (Βλ. Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 και Ανδρέας Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 510)». Όπως προαναφέρεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην παρούσα, δεν αμφισβήτησε ότι καταδικάσθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις ούτε και αμφισβήτησε ότι σήμερα εκκρεμούν εναντίον του άλλες δύο υποθέσεις. Η ύπαρξη των καταδικών αυτών σε συνδυασμό με τις εκκρεμούσες εναντίον του υποθέσεις επιτρέπουν στο Δικαστήριο αξιολογώντας το ενώπιον του υλικό να εκτιμήσει μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας την τάση του κατηγορούμενου για συγκεκριμένες συμπεριφορές και ότι αυτός είναι άτομο με ροπή προς το έγκλημα. Ακόμη η διαπιστούμενη από τα πιο πάνω ροπή του κατηγορούμενου προς την διάπραξη αδικημάτων παρόμοιας φύσεως, τον οδήγησε στο να συλληφθεί και να κατηγορηθεί για τα αδικήματα της παρούσας ενώ εκκρεμούσαν εναντίον του οι άλλες δύο προαναφερόμενες υποθέσεις, στοιχείο που καταδεικνύει πώς δεν είναι άτομο που ενδιαφέρεται να ελέγξει τις εγκληματικές του τάσεις. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω στο ότι με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση, ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα και ο κίνδυνος αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, αυτός να διαπράξει στο μέλλον και άλλα αδικήματα ίδιας ή άλλης φύσης με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Ακόμη δεν θα συμφωνήσω με τον συνήγορο του κατηγορούμενου ότι η σύλληψη του επ' αυτοφόρω, που όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ουσιαστικά έγινε αποδεκτή δια της αγόρευσης του, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο στάδιο αυτό αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης του και του κινδύνου εν όψει αυτού του ενδεχομένου αυτός να μην παρουσιαστεί στην δίκη του. Σε σχέση δε με το συγκεκριμένο ζήτημα θα πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνω ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα ως και άνωθι αναφέρεται είναι σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας τους αποτελούν οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Η σοβαρότητα δε των αδικημάτων όλων των κατηγοριών προκύπτει, επίσης και μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του σημείωσε την ανησυχητική έξαρση που αυτά παρουσιάζουν και τόνισε την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα της κλοπής όπως και της διάρρηξης είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (βλ. David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587, Χρ. Παναγίδης v. Δημοκρατίας,
(1997)
(2)ΑΑΔ 104, Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ138). Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση στην υπόθεση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47, όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα και γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Είναι σημαντικό επίσης να αναφερθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων και μόνο, ανεξαρτήτως, δηλαδή, των υπόλοιπων παραμέτρων, όπως η πιθανότητα καταδίκης και η επιβολή αυστηρής ποινής, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991)). Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα, έτσι ώστε, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των στοιχείων και δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Συνακόλουθα εν όψει των πιο πάνω αναφερθέντων κρίνω ότι το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε αξιολόγηση της ενώπιον μου δοθείσας μαρτυρίας είναι υπαρκτό όπως ελλοχεύει και είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ο κατηγορούμενος να μην παρουσιασθεί στη δίκη του με σκοπό να αποφύγει το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει τις σοβαρές ποινές για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Τούτο δε ανεξάρτητα αν με την μέχρι σήμερα συμπεριφορά του σε άλλες υποθέσεις δεν διαφαίνεται τέτοιος κίνδυνος, ως η εισήγηση του συνηγόρου του. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 15, στις σελίδες 18 και 19 αναφέρθηκαν τα εξής: «...................................... Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση αυτή των δικηγόρων του εφεσείοντα. Το καθιερωμένο κριτήριο είναι όπως αναλύθηκε στη νομολογία μας από τις διάφορες εφέσεις που εξέτασε το Εφετείο και δεν είναι άλλο από την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Επομένως, το Κακουργιοδικείο δεν έσφαλε όταν εφάρμοσε στα γεγονότα της υπόθεσης αυτό το κριτήριο. Ο άλλος λόγος εφέσεως είναι ότι το Κακουργιοδικείο λανθασμένα δεν αξιολόγησε ορθά την προηγούμενη τήρηση των όρων εγγύησης που επέβαλε στον κατηγορούμενο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 29/11/95. Ο κατηγορούμενος είχε παρουσιαστεί στις 29/11/95 στη διαδικασία της παραπομπής ενώπιον Κακουργιοδικείου και η υπόθεση ανεβλήθη για την 1/12/95 για να εξετάσει την υπόθεση του το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ο εφεσείοντας είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση για να παρουσιαστεί ξανά την 1/12/95, κάτι το οποίο τήρησε. Είναι η εισήγηση των δικηγόρων του εφεσείοντα ότι το γεγονός ότι ο εφεσείοντας σε εκείνη τη διαδικασία αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι κάτι το σημαντικό το οποίο έπρεπε να λάβει υπόψη του το Κακουργιοδικείο και να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο με εγγύηση μέχρι την ημέρα της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Το Κακουργιοδικείο ανάφερε ότι ο ισχυρισμός της υπεράσπισης είναι ορθός και ότι θα τον αξιολογήσουν μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους. Περαιτέρω, ανέφεραν ότι η απόλυση του ήταν για δύο μόνο μέρες και ο λόγος της απόλυσής του όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, έγινε γιατί δεν είχε τεθεί τότε ενώπιον του Δικαστηρίου η σχετική μαρτυρία και τα άλλα στοιχεία και περιστάσεις που υπάρχουν σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή εναντίον του κατηγορουμένου. Συμφωνούμε με τα όσα ανέφερε το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του επί του θέματος αυτού. Ακούσαμε τα επιχειρήματα των δικηγόρων του εφεσείοντα σχετικά με τον άλλο λόγο έφεσης που είναι η πλημμελής άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Κακουργιοδικείου. Δε συμφωνούμε ότι υπάρχει λογική προσδοκία ότι εάν ο εφεσείοντας αφεθεί ελεύθερος θα παραβρεθεί στη δίκη του. Το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του εξέτασε τις εισηγήσεις των δικηγόρων του εφεσείοντα και κατέληξε στο συμπέρασμα με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης, την έκταση της ποινής που δυνατό να επιβληθεί και την πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος, ότι η απόλυση του κατηγορουμένου δεν δικαιολογείτο και στην άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας διέταξαν την κράτηση του εφεσείοντα. Έχουμε εξετάσει όλη την επιχειρηματολογία των δικηγόρων του εφεσείοντα και δεν είχαμε καμία δυσκολία να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Κακουργιοδικείου.» Ακόμα στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 10 και 11 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Πρέπει να λεχθεί ότι ο εφεσείων, που αφέθηκε ελεύθερος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που τον παρέπεμψε σε δίκη, συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν και εμφανίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατά την ορισθείσα ημερομηνία. Ήταν επίσης ακριβής στις προηγούμενες μία ή δύο εμφανίσεις του στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στηριζόμενος σε αυτό το γεγονός, της προηγούμενης συμπεριφοράς του εφεσείοντα, ο δικηγόρος του υπέβαλε ότι το Κακουργιοδικείο δεν έδωσε τη βαρύτητα που έπρεπε στη μέχρι τότε εκπλήρωση των υποχρεώσεων του για να τον απολύσει υπό όρους, προστατεύοντας έτσι το δικαίωμα ελευθερίας του, που κατοχυρώνει το άρθρο 11 του Συντάγματος. ............................................................................................................................................. Ας σημειωθεί ότι ο εφεσείων δεν είχε παρόμοιο προηγούμενο. Αυτό ώθησε το συνήγορο να υποβάλει ότι ο πελάτης του έπρεπε να απολυθεί γιατί η κράτηση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρχει σώρευση όλων των παραγόντων που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Φορή, ανωτέρω, οι οποίοι επηρεάζουν την πιθανότητα προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. .......................................... Τα κριτήρια που καθοδηγούν την κρίση του δικαστηρίου στο συζητούμενο θέμα εκτέθηκαν μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στη Rodosthenous & Another v. The Police
(1961)C.L.R. 50. Είναι σημαντικό ότι στην υπόθεση εκείνη επισημάνθηκε ότι μόνο για σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επεμβαίνει το Εφετείο στην άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στα ποινικά δικαστήρια. Θα προσθέταμε ότι τη θέση αυτή, ότι το Εφετείο είναι φειδωλό στις επεμβάσεις του, επικρότησε ύστερα από τόσα χρόνια η υπόθεση Φορή, η οποία, όπως και άλλες αποφάσεις, υιοθετεί τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια. Πρωταρχικό μέλημα είναι να διασφαλισθεί η παράσταση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο στον καθορισμένο χρόνο και τόπο (βλέπε και την παλιά απόφαση Police v. Nicola, 7 C.L.R. 14, 15). Αυτό εξαρτάται από τρεις ευρύτερους παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τη φύση του αδικήματος. Στην περίπτωση μας πρόκειται, όπως προελέχθη, για διαρρήξεις και κλοπές, που περιλαμβάνουν διαρρήξεις εν καιρώ νυκτός. Ο δεύτερος είναι η πιθανότητα καταδίκης. Εδώ το Κακουργιοδικείο, που για το σκοπό αυτό μελέτησε το φάκελο της υπόθεσης, αποφάνθηκε πως υπάρχει. Στην απόφαση του αφού επεσήμανε "και τις εκ πρώτης όψης θεληματικές καταθέσεις των κατηγορουμένων" παρατήρησε: "μπορούμε να προβούμε σε αυτό το στάδιο (χωρίς να αξιολογούμε τη μαρτυρία που περιέχεται στις πιο πάνω καταθέσεις και με την επιφύλαξη ότι η ομολογία του 2ου κατηγορουμένου μπορεί να μην γίνει αποδεκτή) ότι από το σύνολο της μαρτυρίας διαφαίνεται η πιθανότητα ευρήματος ενοχής". Διευκρινίζεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο έγινε ειδική αναφορά ανωτέρω, είναι ο εφεσείων. Ο τρίτος παράγων είναι η αυστηρότητα της ποινής που προβλέπεται για τα αδικήματα τα οποία ο εφεσείων κατηγορείται, που είναι 7 χρόνια για ορισμένες κατηγορίες και 10 χρόνια για άλλες. ....................................... ....................................... Η άποψη ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει συρροή όλων των παραγόντων που καθιέρωσε η νομολογία, περιλαμβανομένης και της πιθανότητας επανάληψης των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ένας, δε βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στη νομολογία. Οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή του υποδίκου έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.» Ενόψει λοιπόν όλων των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την εκφρασθείσα θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου σε σχέση με το συγκεκριμένο λόγο προς υποστήριξη της ένστασης του στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής. Ακόμη ο ίδιος ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του αποστέρησε τον εαυτό του, του στοιχείου που επικαλέστηκε ο συνήγορος του, ήτοι ότι κρίθηκε πως θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος στις άλλες υποθέσεις με περιοριστικούς όρους. Αυτό διότι αντί ο κατηγορούμενος να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυτό κατά το χρονικό διάστημα που αφέθει ελεύθερος υπό όρους, συνελήφθηκε για την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω, πως οι λόγοι επί των οποίων η κατηγορούσα αρχή στηρίζει το αίτημά της για κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την ημέρα της δίκης του ευσταθούν. Ενόψει και των αρχών της νομολογίας ότι δεν είναι απαραίτητη η συνδρομή και των τριών παραγόντων που πιο πάνω αναφέρονται για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Lefkios Rodosthenous and Another v. The Police
(1961)2 CLR 50), το αίτημα της κατηγορούσας αρχής όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την ημέρα της δίκης του κρίνεται δικαιολογημένο ενόψει: · του κινδύνου που υπάρχει για διάπραξη άλλων αδικημάτων, · του κινδύνου να διαφύγει έτσι, ώστε να αποφύγει την τιμωρία του με τις σοβαρότατες ποινές που προνοούνται για τα υπό κατηγορία σοβαρά αδικήματα, και · της διαπίστωσης όπως έχει καταδειχθεί στο βαθμό πού επιβάλλεται, του στοιχείου της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης του. Η υπόθεση ενόψει των ανωτέρω θα οριστεί για ακρόαση και εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος να παραμείνει μέχρι τότε υπό κράτηση. Εκδίδεται διάταγμα προσαγωγής του στο Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Τάσος Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.