Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κώστας Παντελή, Αρ. Υπόθεσης: 5966/12, 5/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5966/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κώστας Παντελή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 05/09/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους.
- Oδήγηση μοτοσυκλέτας χωρίς προστατευτικό κράνος.
- Oδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας.
- Oδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πινακίδες αριθμού εγγραφής στο πισινό μέρος. O κατηγορούμενος, προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες αρ. 2-5 συμπεριλαμβανομένων ενώ αρνήθηκε την κατηγορία αρ.1 και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος και σε αυτή. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων 2-5 έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και τα οποία είναι ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών αυτών. Συγκεκριμένα, στις 12/04/2010 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ΕΖΕ 541 στην οδό Μιχαήλ Σιαλή, στον Ασώματο της Επαρχίας Λεμεσού χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Επίσης, η εν λόγω μοτοσυκλέτα δεν έφερε αριθμούς εγγραφής στο πίσω μέρος της. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι τα εν λόγω αδικήματα προέκυψαν μετά τη διερεύνηση του δυστυχήματος που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας έχουν ανευρεθεί από το Δικαστήριο και αναφέρονται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του ημερομηνίας 23/08/2013 τα οποία και λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος στις 12/04/2010 και λίγο πριν από τις 20:00 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΕΖΕ 541 στην οδό Μιχαήλ Σιαλή, στον Ασώματο της Επαρχίας Λεμεσού με νότια κατεύθυνση. Η μοτοσικλέτα αυτή ήταν στην κατοχή του Αλέξανδρου Γερασίμου και ο κατηγορούμενος την πήρε και την οδήγησε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Χριστόδουλος Δημητρίου (θύμα), ηλικίας 50 ετών τέως από τη Λεμεσό περπατούσε μαζί με τον φίλο και γείτονα του Χαράλαμπο Χαραλάμπους, ο οποίος είχε μαζί του και το σκύλο του, στο παγκέτο από μπετόν που βρισκόταν στα δυτικά δηλαδή στην αντίθετη κατεύθυνση σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου ο κατηγορούμενος παρεξέκκλινε της πορείας του και κινήθηκε διαγώνια προς το παγκέτο από μπετόν που υπήρχε στην αντίθετη πλευρά σύμφωνα με την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το θύμα, το οποίο την ώρα εκείνη περπατούσε στο σημείο εκείνο και πήγαινε περίπατο με τον φίλο και γείτονα του Χαράλαμπο Χαραλάμπους (Μ.Κ.6). Η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος έκανε αρκετό θόρυβο και είχε αναμμένο το μπροστινό της φως. Από την πορεία αυτή που διέγραψε η μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου κινδύνευσε και ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους ο οποίος βρισκόταν ελαφρώς πιο μπροστά από το θύμα μαζί με το σκύλο του και την τελευταία στιγμή κινήθηκε αριστερότερα εντός του χωραφιού με πορτοκαλιές που υπήρχε στο σημείο για να αποφύγει τη μοτοσυκλέτα. Η σύγκρουση μεταξύ της μοτοσυκλέτας και του θύματος έλαβε χώρα επί του παγκέτου από μπετόν, σε απόσταση 10 εκατοστών από την άκρη του δρόμου. Ο δρόμος που έγινε το εν λόγω δυστύχημα είναι συνολικού πλάτους 4,10 μέτρων, είναι δύο κατευθύνσεων και δεν διαχωρίζεται στο μέσο με οποιαδήποτε γραμμή. Ανατολικά του δρόμου υπάρχει χωμάτινο παγκέτο πλάτους 1,80 μέτρων και ανατολικότερα αυτού συστοιχία από ψηλά κυπαρίσσια. Δυτικά του δρόμου υπάρχει παγκέτο από μπετόν πλάτους 1,40 μέτρων ίδιου επιπέδου με τον ασφάλτινο δρόμο, επί του οποίου περπατούσαν οι πιο πάνω αναφερόμενοι και δυτικότερα αυτού χωράφι με πορτοκαλιές. Ο δρόμος επίσης στο σημείο είναι ασφαλτοστρωμένος, επίπεδος και η στροφή που υπήρχε ήταν αρκετά πιο πίσω από το σημείο σύγκρουσης, ήταν ελαφριά και δεν επηρέαζε την ορατότητα. Περαιτέρω, στο δρόμο δεν υπήρχε οποιοσδήποτε οδικός φωτισμός. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε το θύμα στα σκέλια του, στη μηριαία χώρα και μέρος του μοτοποδηλάτου και/ή καλύτερα εξάρτημα τούτου, ενδεχομένως και η βίδα που συγκρατούσε τα μπροστινά πλαστικά του μοτοποδηλάτου απέκοψε την αρτηρία της δεξιάς μηριαίας χώρας προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία. Από τη σύγκρουση το θύμα έπεσε στο έδαφος και σύρθηκε για απόσταση 7-8 μέτρων όπου και ακινητοποιήθηκε. Περαιτέρω, από τη σύγκρουση το θύμα υπέστη και κάταγμα μέσου εγκεφαλικού βόθρου και κάταγμα δεξιού μηρού καθώς επίσης και εκδορές στο πρόσωπο, στη κεφαλή, στη ράχη του δεξιού και αριστερού χεριού και στο αριστερό πόδι. Η ώρα 20:00 ειδοποιήθηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και περί ώρα 20:15 έφθασε στη σκηνή ασθενοφόρο, με νοσοκόμο τον Χρίστο Π΄΄Μιχαήλ όπου εντόπισαν το θύμα αναίσθητο, χωρίς παλμό και αναπνοή. Αφού το θύμα παραλήφθηκε, το ασθενοφόρο αναχώρησε από τη σκηνή η ώρα 20:27 και έφθασε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ώρα 20:40) και ο Χ. Π΄΄Μιχαήλ, νοσοκόμος παρέδωσε το θύμα στην Δρ. Μαίρη Ευστρατίου, επί καθήκοντι ιατρό η οποία διαπίστωσε το θάνατο του περί ώρα
- Στις 13/04/2010 ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (Μ.Κ.10) διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σορού του θύματος και απεφάνθη ότι η αιτία θανάτου ήταν κακώσεις ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Επίσης, απέρριψε το ενδεχόμενο ο θάνατος του θύματος να προκλήθηκε από τη παρέμβαση οποιουδήποτε τρίτου προσώπου μετά το δυστύχημα. Υπήρχε πλήρης διατομή των αγγείων του δεξιού ποδιού στο ύψος της μηριαίας αρτηρίας και σε αυτή την περίπτωση η αιμορραγία είναι δύσκολο να σταματήσει. Επίσης, ανέφερε ότι το θύμα έφερε και άλλα τραύματα, όπως κάταγμα μέσου εγκεφαλικού βόθρου και κάταγμα δεξιού μηρού καθώς επίσης και εκδορές στο πρόσωπο, στη κεφαλή, στη ράχη του δεξιού και αριστερού χεριού και στο αριστερό πόδι που συνέτειναν στο θάνατο. Από τη σύγκρουση, τραυματίστηκε επίσης και ο κατηγορούμενος ο οποίος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού από κάποιους φίλους του πριν φθάσει το ασθενοφόρο στη σκηνή. Παραπονείτο για κεφαλαλγία και κρατήθηκε για νοσηλεία για να διαπιστωθεί η κατάσταση του. Από τις εξετάσεις που έτυχε διαπιστώθηκε ότι έφερε ελαφριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση καθώς επίσης και περιοφθαλμικό αιμάτωμα, εγκαύματα τριβής δεξιά κροταφικής χώρας, δεξιό γόνατο, εγκαύματα τριβής στη ρίζα της μύτης και εγκαύματα τριβής στον αριστερό αντιβραχίονα. Κατά τις 12/04/2010 ο ήλιος έδυσε η ώρα 19:17 και κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύγκρουσης ήταν σούρουπο και δεν είχε ακόμη επέλθει το σκότος. Κάποιος μπορούσε να αντιληφθεί την ύπαρξη αντικειμένων και πεζών στο δρόμο χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η αντίληψη λεπτομερειών. Τούτο φυσικά πάντα σε σχέση με την απόσταση του βλέποντα και του ειδωμένου. Επίσης, εμπόδια, φυσικά ή μη που παρεμβάλλονταν μεταξύ της κατεύθυνσης του δυόμενου ήλιου και του ειδωμένου μείωναν το φυσικό φωτισμό ενώ αντιθέτως η ύπαρξη τεχνικού φωτισμού τον αυξάνει. Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί και €228 έξοδα της διαδικασίας. Η κα Πιερούδη, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, ευθύς εξ' αρχής αναγνώρισε τη σοβαρότητα της 1ης κατηγορίας στην οποία ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος. Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε στη φύση του αδικήματος και ότι υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είπε, εν όψει της κατηγορίας που έχει κριθεί ένοχος, δεν συγκαταλέγεται στην κατηγορία των εγκληματιών. Δεν είχε πρόθεση να επιφέρει το θάνατο του θύματος ούτε έχει προσχεδιάσει κάτι τέτοιο. Αυτό είπε, θα πρέπει να παίξει ρόλο στον τρόπο αντιμετώπισης του σε συνάρτηση με τους σκοπούς της επιβολής της ποινής, που είναι και ο σοφρωνισμός του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι εγκληματίας και ότι από την πρώτη στιγμή το δυστύχημα έχει στιγματίσει τη ζωή του και θα τον συνοδεύει για όλη του τη ζωή. Όπως φαίνεται και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, είπε, ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του αδικήματος αντιμετώπισε πρόβλημα ψυχικής υγείας και άρχισε συνεργασία με το ψυχίατρο της Εθνικής Φρουράς, στην οποία υπηρετεί, ο οποίος του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, αυτές, είπε, αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου. Αναφερόμενη στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα και σε νομολογία ανέφερε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν οποιαδήποτε επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία μπορούν να προσμετρήσουν εναντίον του κατηγορούμενου εν όψει και του γεγονότος ότι οι λόγοι που τον ανάγκασαν να παρεκκλίνει της πορείας του παρέμειναν άγνωστοι. Επίσης, συνέχισε λέγοντας ότι από τη στιγμή που δεν προκύπτει η αιτία παρέκκλισης του κατηγορούμενου από την πορεία του, η οδήγηση του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου. Δεν υπάρχουν ευρήματα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ούτε ότι ήταν μεθυσμένος. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο οδικό δίκτυο κατά τον ουσιώδη χρόνο και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Ο δρόμος στο σημείο είπε ήταν στενός, δεν διαχωριζόταν με οποιαδήποτε γραμμή στη μέση, η ώρα ήταν προχωρημένη και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός και η ορατότητα ήταν ελάχιστη. Πέραν των πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του το λευκό ποινικό μητρώου του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας. Αναφερόμενη σε νομολογία υπέδειξε τον τρόπο που αντιμετωπίζονται νεαροί παραβάτες από τα Δικαστήρια και ότι η επιβολή ποινής σε τέτοια άτομα σκοπό έχουν την αναμόρφωση τους. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι τυχόν εγκλεισμός του στη φυλακή δεν ενδείκνυται καθότι είναι νεαρό άτομο και με τα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φυλακές μας, που ακούμε όλοι καθημερινά, είναι αμφίβολο αν αυτός είναι κατάλληλος χώρος αναμόρφωσης του κατηγορουμένου. Επίσης, αναφέρθηκε στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και του δημιουργήθηκαν μετά το δυστύχημα, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι ο ίδιος δεν είναι ένας κοινός εγκληματίας ο οποίος αδιαφορεί για τις πράξεις του. Επιπρόσθετα, η συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Έχουν παρέλθει, είπε, τρία και πλέον χρόνια. Σήμερα ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών ενώ κατά τη διάπραξη του αδικήματος ήταν νεαρότερο άτομο. Αυτό το χρονικό διάστημα που παρήλθε ήταν κρίσιμο και έχει αναδιαμορφώσει την προσωπικότητα του. Επίσης, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σήμερα είναι στρατιώτης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ως νέος προγραμματίζει το μέλλον του και σχεδιάζει να σπουδάσει γι αυτό στις 27/08/2013 έχει εγγραφεί στο Frederick University στο κλάδο του Mechanical Engineering (Βλ. τεκμήριο Β). Επίσης, ανέφερε ότι αντιμετωπίζει και προβλήματα υγείας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο Έκθεση Νοσηλείας Ασθενούς (τεκμήριο Α) στην οποία αναφέρεται ότι την περίοδο από 20/01/2011 μέχρι 25/01/2011 ο κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και η διάγνωση ήταν ότι έπασχε από μυοκαρδίτιδα. Τέλος, ανέφερε ότι αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, τότε εισηγήθηκε ότι αυτή θα πρέπει να ανασταλεί καθότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας, παραπέμποντας σε αυτήν. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στο πολύ νεαρό της ηλικίας του, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα και ότι δεν υπάρχουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες καθώς επίσης και στις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει προς τον κατηγορούμενο και ιδίως στα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Επίσης, αναφέρθηκε και στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Πέραν των πιο πάνω, στα οποία αναφέρθηκε η συνήγορος του κατηγορουμένου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και κοινωνικο-οικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών, άγαμος και εθνοφρουρός. Προέρχεται από συγκροτημένη, πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο ίδιος είναι ο δεύτερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας και οι σχέσεις με την οικογένεια του είναι αρμονικές. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής του Κλάδου μηχανολογίας δικύκλων και σκαφών. Μετά την ολοκλήρωση της σχολικής του φοίτησης κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά. Περαιτέρω, στην Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος μετά το τροχαίο για το οποίο κατηγορείται, παρουσίασε προβλήματα ψυχικής υγείας. Άρχισε συνεργασία με ψυχίατρο της Εθνικής Φρουράς και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ανέφερε επίσης, ότι από μικρός πάσχει από μυοκαρδίτιδα. Ο κατηγορούμενος, μετά τη καταδικαστική απόφαση τέθηκε υπό κράτηση και το γεγονός αυτό συγκλόνισε τόσο τον ίδιο όσο και την οικογένεια του. Είναι σε άσχημη συναισθηματική κατάσταση και εξέφρασε ανησυχία για το μέλλον του λόγω του ότι αισθάνεται ότι η ζωή του θα καταστραφεί σε περίπτωση περαιτέρω φυλάκισης του. Τέλος, στην Έκθεση αναφέρεται ότι σχετικά με το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα και εξέφρασε μεταμέλεια. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν έχει ατονήσει ακόμη αφού τέτοιας φύσεως αδικήματα συνεχίζουν να βρίσκονται σε έξαρση με καταστρεπτικές συνέπειες για την κοινωνία και τον τόπο μας. Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543)). Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αντώνης Χαραλαμπίδης
(2009)2 Α.Α.Δ. 237 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι υλικές ζημιές, οι σοβαροί τραυματισμοί και αναπηρίες ανθρώπων καθώς και η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, ως αποτέλεσμα τροχαίων δυστυχημάτων, αποτελούν χαίνουσα πληγή της κοινωνίας μας. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς συνεχίζεται γιατί προφανώς μερικοί ασυνείδητοι οδηγοί δεν θέλουν να συνετιστούν αλλά ούτε και να αντιληφθούν πως, για την απάμβλυνση του θλιβερού φαινομένου, απαιτείται συνεχής προσπάθεια για συνετή οδήγηση και σεβασμός των δικαιωμάτων των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους δρόμους. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η μέσω της τιμωρίας αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου μπορεί να συμβάλει θετικά στην προσπάθεια ανάσχεσης της παράνομης συμπεριφοράς με προοπτική τον περιορισμό του φαινομένου. Τα δικαστήρια, συναισθανόμενα την αγωνία της κοινωνίας και με επίγνωση των σοβαρών προεκτάσεων της κατάστασης, οφείλουν να βρίσκονται σε εγρήγορση και με τις κατάλληλες ποινές να στοχεύουν στην πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων.» Πέραν των πιο πάνω, για το καθορισμό της ποινής, τόσο του είδους της αλλά και της έκτασης της, η νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η Κυπριακή η οποία την υιοθέτησε, έχει θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Αυτές είναι άρρηκτα συνυφασμένες με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της αμέλειας και ευθύνης του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του συνθήκες. Στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» (βλ. επίσης R v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, Αttorney General v. Iacovides
(1973)2 C.L.R. 344, Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128 Γενικός Εισαγγελέας v. Tόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και X΄΄ Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453). Στην απόφαση Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας. Ποιν. Έφεση Αρ. 54/2011, Ημερ. 28/12/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές και κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η νομολογία. Αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, με αναφορά στην R v. Βοswell (ανωτέρω), ότι ενδεικτικά ως επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Όταν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά τη κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και περίοδος στέρησης άδειας (μεταξύ επτά έως δέκα χρόνων) θα πρέπει να επιβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Στην Stephen John Clarke v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 734 ο εφεσειών οδηγώντας το όχημα του με υπερβολική ταχύτητα κατά τη διάρκεια της νύκτας παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούστηκε με το πρώτο αυτοκίνητο, αναγκάζοντας το να στριφογυρίσει κατά 180ο, να συρθεί στο δρόμο και να συγκρουστεί με άλλο όχημα. Από τις συγκρούσεις απώλεσαν τη ζωή τους ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου και ο συνοδηγός του άλλου οχήματος. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 28 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών και στέρηση του δικαιώματος απόκτησης ή κατοχής άδειας οδήγησης για τρια χρόνια, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Χαράλαμπος Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399 ο εφεσειών έχασε τον έλεγχο του υπηρεσιακού του οχήματος το οποίο οδηγούσε κατά μήκος του δρόμου Λευκωσίας - Τροόδους με προορισμό το χωριό Κάμπος, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του κοντά στο χωριό Κουτραφάς και να προσκρούσει σε όχθο στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όπου και τελικά ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ένας από του επιβάτες και ο εφεσειών τραυματίστηκαν ενώ δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίστηκε θανάσιμα και το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 44 χρονών, λευκού ποινικού μητρώου, ωρομίσθιος δημόσιος υπάλληλος, οικογενειάρχης και πατέρας δύο μικρών παιδιών, τραυματίστηκε ο ίδιος κατά το δυστύχημα και απολύθηκε από την εργασία του με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πολλά χρέη. Ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων που του επιβλήθηκε πρωτόδικα κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 ο κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα προκαλώντας το θάνατο τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού. Ποινή φυλάκισης ενός χρόνου που επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων αφού λήφθηκε υπόψη και η καθυστέρηση στην εκδίκαση. Τέλος, στην Βίκτωρας Τιμοθέου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 24/12, Ημερομηνίας 23/10/2012, ο εφεσειών σε ένα σημείο του δρόμου εισήλθε με υπερβολική ταχύτητα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας αναμμένα τα «ψηλά» φώτα του οχήματος του και στη συνέχεια το επανέφερε στη δική του λωρίδα. Μετά από πάροδο κάποιων δευτερολέπτων με την ίδια ταχύτητα, εισήλθε εκ νέου στην αντίθετη λωρίδα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση το θύμα το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα. Η σύγκρουση έλαβε χώρα ελαφρώς εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος. Από εξετάσεις που ακολούθησαν διαπιστώθηκε ότι το επίπεδο αλκοόλη στην εκπνοή του εφεσείοντα ανερχόταν σε 61mg/dl αντί 22. Ο εφεσειών κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε στην οδό Μιχαήλ Σιαλή, στον Ασώματο της Επαρχίας Λεμεσού, με νότια κατεύθυνση, χωρίς εκ μέρους του να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία, παρεξέκλινε προς τα δεξιά, κατευθύνθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συνέχισε την πορεία του προς το παγκέτο από μπετόν, με αποτέλεσμα να κτυπήσει και να τραυματίσει θανάσιμα το θύμα το οποίο τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο σημείο. Όπως έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οδήγηση αυτή του κατηγορουμένου ήταν επικίνδυνη, αλόγιστη και απερίσκεπτη. Επίσης, στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε ότι σε σχέση με τον τελευταίο τρόπο διάπραξης του αδικήματος από τον κατηγορούμενο, η οδήγηση του ήταν και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου. Τούτο γιατί είτε αντιλήφθηκε την παρουσία του θύματος και επομένως το υπαρκτό του κινδύνου με την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας του προς αυτό και παρά ταύτα αποφάσισε να συνεχίσει την εν λόγω κατεύθυνση του προς το θύμα, είτε ενώ το θύμα αποτελούσε, υπαρκτό και ορατό κίνδυνο στον οποίο ένα λογικά σκεπτόμενο πρόσωπο θα έπρεπε να στρέψει τη προσοχή του, ο κατηγορούμενος απέτυχε να αντιληφθεί τον εν λόγω κίνδυνο με αποτέλεσμα να συνεχίσει την προς το θύμα πορεία του και εν τέλει να συγκρουστεί με αυτό. Οι πιο πάνω περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος είναι ιδιαίτερα σοβαρές και καθορίζουν και την έκταση της αμέλειας του κατηγορουμένου. Παρεξέκλινε της πορείας του χωρίς να δώσει οποιοδήποτε λόγο ή εξήγηση και κατευθύνθηκε στο παγκέτο από μπετόν στην αντίθετη κατεύθυνση με βάση την πορεία που ακολουθούσε, αδιαφορώντας πλήρως για την ύπαρξη του θύματος στο σημείο με αποτέλεσμα να το κτυπήσει και να επιφέρει τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Η θέση της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάσταση του δρόμου στο σημείο και ο φωτισμός που επικρατούσε, ως ελαφρυντικό στοιχείο, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο δρόμος στο σημείο ήταν επίπεδος και ασφαλτοστρωμένος και η στροφή που υπήρχε ήταν πολύ πιο πριν από το σημείο σύγκρουσης. Επίσης, το πλάτος του δρόμου και η μη ύπαρξη διαχωριστικής γραμμής στη μέση αυτού, δεν θα μπορούσαν να παίξουν οποιοδήποτε ρόλο ή να συντείνουν στη πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος αν ληφθεί υπόψη το σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση και αυτό ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου, επί του παγκέτου από μπετόν που υπήρχε στο σημείο, δηλαδή εκτός του δρόμου. Περαιτέρω, ήταν σούρουπο και υπήρχε κάποιος φυσικός φωτισμός και ορατότητα, η οποία ενισχυόταν και από το μπροστινό φως της μοτουσκλέτας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και επομένως όφειλε και είχε υποχρέωση να αντιληφθεί την ύπαρξη του θύματος στο σημείο. Ανεξάρτητα από αυτά, ουδέποτε αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι η ορατότητα που υπήρχε στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος ή αποτέλεσε αιτία αυτού, στο συγκεκριμένο σημείο που αυτή έλαβε χώρα. Περαιτέρω, και αν ακόμη γίνει δεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι ο δρόμος στο σημείο ήταν επικίνδυνος και σκοτεινός, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αυτό μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό θα συνηγορούσε προς την άποψη ότι ο κατηγορούμενος θα όφειλε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για να ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τυχόν κίνδυνο θα αντιμετώπιζε στο δρόμο. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου τη θέση της υπεράσπισης ότι πέραν της πιο πάνω οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες με την έννοια ότι δεν υπάρχουν ευρήματα για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα ή υπό την επήρεια αλκοόλης. Αυτό όμως, δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της οδήγησης του κατηγορουμένου ως απερίσκεπτη και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου, ως ήταν η θέση της συνηγόρου. Η οδήγηση κρίνεται με βάση τα περιστατικά τη κάθε υπόθεσης και από τον τρόπο που επεσυνέβη ένα επίδικο δυστύχημα. Τυχόν ύπαρξη άλλων παραγόντων που οδήγησαν στον συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης, μπορούν απλώς να επιβαρύνουν την υπόθεση και παίζουν ρόλο στον καθορισμό του ύψους της ποινής. Από την άλλη όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο κατηγορούμενος, ταυτόχρονα διέπραξε και άλλα αδικήματα κατά την οδήγηση του μηχανοκίνητου οχήματος του αφού αυτός οδηγούσε χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφάλισης, χωρίς κράνος, χωρίς άδεια κυκλοφορίας και χωρίς να φέρει πινακίδες εγγραφής στο πισινό μέρος της μοτοσυκλέτας. Στην Hλίας Σ. Πουλλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, αναφέρθηκε ότι οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα βρίσκονται σε συνεχή άνοδο. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου, πράγμα που αποτελεί υποχρέωση του κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχή του Δικαστηρίου, επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών. Όπως και να ειδωθεί η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρή και πέραν την επικίνδυνης και αλόγιστης ήταν και απερίσκεπτη και αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων χρηστών του δρόμου. Τα αποτελέσματα της πιο πάνω οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι τραγικά. Απώλεσε τη ζωή του ένας άνθρωπος και παράλληλα σκόρπισε πόνο στην οικογένεια του και έχει στιγματιστεί ολόκληρη η ζωή τους. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να πατάξει τέτοιου είδους οδικές συμπεριφορές, απερίσκεπτες και αδιάφορες για την ασφάλεια, μέσω αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρό άτομο καθώς επίσης και τις συνέπειες που ο ίδιος είχε από το επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, λαμβάνω υπόψη μου τους τραυματισμούς του καθώς επίσης και ότι μετά το δυστύχημα παρουσίασε προβλήματα ψυχικής υγείας, άρχισε συνεργασία με ψυχίατρο της Εθνικής Φρουράς και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Να σημειωθεί εδώ όμως, ότι πέραν της γενικής αυτής αναφοράς στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς επίσης και στα όσα η υπεράσπιση ανέφερε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο να επεξηγεί τα εν λόγω ψυχικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος, τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε, για πόσο διάστημα κτλ. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από παιδί από μυοκαρδίτιδα και ότι κατά το έτος 2011 νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίοδο πέντε ημερών (βλ. τεκμήριο Α). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου και το τεκμήριο Β, το οποίο αποτελεί εγγραφή του κατηγορουμένου στο Frederick University για την τρέχουσα χρονιά που αρχίζει τον Οκτώβριο του 2013. Η εγγραφή αυτή έγινε στις 27/08/2013 ενόσω ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση και διευκρινίζοντας το ζήτημα αυτό η υπεράσπιση, ανέφερε ότι έγινε την πιο πάνω ημερομηνία διότι τότε άρχισαν οι εγγραφές. Προφανώς η εν λόγω εγγραφή έγινε από κάποιο τρίτο πρόσωπο. Παρόλα αυτά και εν όψει της ύπαρξης της εν λόγω εγγραφής, θα λάβω υπόψη μου το γεγονός αυτό και ότι ο κατηγορούμενος θα αρχίσει σπουδές. Πέραν τούτου όμως, το γεγονός αυτός δεν μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο αναφορικά με το είδος της ποινής. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σωτηρίου (ανωτέρω) έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Έχει αποφασιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ανκαι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Επίσης, στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε ότι υπάρχει η ανάγκη να δοθεί, ιδιαίτερα σε νεαρά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τους δρόμους, το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορεί πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. επίσης και Κυριάκος Παντέλας v Aστυνομίας (ανωτέρω). Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του αδικήματος και εξέφρασε τη μεταμέλεια του. Στην φραστική έστω αυτή μεταμέλεια του κατηγορουμένου θα δοθεί η ανάλογη βαρύτητα. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως, ότι ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η έμπρακτη μεταμέλεια κάτι το οποίο δεν προκύπτει να υπάρχει στην παρούσα υπόθεση με βάση τα γεγονότα και την πορεία της υπόθεσης (βλ. Κυριάκος Παντέλας v Αστυνομίας (ανωτέρω)). Eπιπρόσθετα από τα πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 12/04/2010 και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/03/2012 δηλαδή 2 σχεδόν χρόνια μετά. Η κατηγορούσα αρχή δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση γι αυτή τη καθυστέρηση. Από την ακροαματική διαδικασία έχει προκύψει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2010 και ακολούθως προωθήθηκε στο Δικαστήριο κατηγορία αμέλειας η οποία σε κάποιο στάδιο διακόπηκε. Το γεγονός αυτό δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στην προώθηση της κατηγορίας αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, πέραν των πιο πάνω γεγονότων που περιήλθαν στην αντίληψη του Δικαστηρίου, τίποτε άλλο έχει προκύψει σε σχέση με αυτή την καθυστέρηση. Επομένως, κρίνω ότι η καθυστέρηση αυτή είναι αδικαιολόγητη και βαραίνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Είναι νομολογημένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση όπως προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, νοουμένου ότι στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον τους (βλ. Ιωάννου κ.α v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι αυτή ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση την ίδια ημερομηνία καταχώρισης της και ο κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο για απάντηση καθότι επιθυμούσε να καταχωρίσει αίτηση για νομική αρωγή και η υπόθεση ορίστηκε στις 23/03/
- Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για απάντηση στις 03/04/2012 καθότι είχε καταχωρηθεί αίτηση για νομική αρωγή και είχαν δοθεί οδηγίες για ετοιμασία Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος. Στις 03/04/2012 η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση εκ νέου στις 10/05/2012 καθότι δεν ήταν έτοιμη η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με το αίτημα για νομική αρωγή. Στις 10/05/2012 ο κατηγορούμενος απάντησε στις κατηγορίες ως ανωτέρω αναφέρθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε σχέση με την 1η κατηγορία στις 04/10/
- Την εν λόγω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 21/11/2012, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου, λόγω αιτήματος της υπεράσπισης αυτή τη φορά και ορίστηκε στις 09/01/
- Στις 09/01/2013 άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης και αφού ακούστηκαν 20 μάρτυρες, αυτή ολοκληρώθηκε στις 08/07/
- Η απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε στις 23/08/
- Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, πέραν της αναβολής που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο σε μια περίπτωση και της επιλογής του να αρνηθεί την κατηγορία και να ακολουθήσει η ακροαματική διαδικασία, που ήταν δικαίωμα του, για την μετέπειτα καθυστέρηση δεν φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης. Η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος - (βλ. Μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77)». Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτης κ.α
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 λέχθηκε ότι όταν για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638). Πέραν των πιο πάνω, έχει νομολογηθεί ότι βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Περαιτέρω, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στην Αβραάμ (ανωτέρω) όπου διαφαίνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που για την καθυστέρηση ευθύνεται ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά και τη φύση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρά τη θέση της νομολογίας ως προς τις επιπτώσεις της καθυστέρησης όταν για αυτήν ευθύνεται ο κατηγορούμενος και τη θέση της ως προς την ευθύνη του δικαστηρίου για τη διεξαγωγή της μέσα σε εύλογο χρόνο παραμένει το γεγονός της επιβολής ποινής μετά την παρέλευση 40 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων». Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία σημαντικής και ουσιαστικής αλλαγής των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου, ούτε προκύπτει να υπάρχουν τέτοια στοιχεία, στο διαρρεύσαντα χρονικό διάστημα. Ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ήταν ηλικίας 18 περίπου ετών και άγαμος. Σήμερα είναι ηλικίας 21 ετών περίπου, άγαμος και υπηρετεί τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Από αυτό αλλά και από τις υπόλοιπες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει φανεί ότι επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή ή δραματική αλλαγή στις προσωπικές του συνθήκες. Εκείνο το οποίο παραμένει όμως, ως δεδομένο είναι ότι καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο 39 περίπου μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου και την έκταση της αμέλειας του, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις, έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί για το λόγο αυτό. Παρόλα αυτά όμως, η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και στον καθορισμό του ύψους της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλεται σε αυτόν στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 3 χρόνων από σήμερα και του επιβάλλονται επίσης 8 βαθμοί ποινής. Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών. Η ποινή φυλάκισης και η στέρηση που επιβλήθηκε στην κατηγορία αυτή, να συντρέχουν με αυτές που επιβλήθηκαν στην 1η κατηγορία. Στις κατηγορίες 3,4 και 5 καμία ποινή. Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα υπόθεση οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και ο τρόπος οδήγησης του κατηγορούμενου έχουν αναφερθεί ανωτέρω και είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Η έκταση της αμέλειας του και η σοβαρότητα των περιστατικών διάπραξης του αδικήματος και οι συνέπειες του είναι δεδομένες. Πέραν τούτου, δεν προκύπτει να υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, πέραν της φραστικής μεταμέλειας που ανέφερε κατά την ετοιμασία της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό, είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας τις πιο πάνω σοβαρές περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, οι τελευταίες είναι τέτοιες έτσι που να δικαιολογείται να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όμως, έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη ανωτέρω για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα έχουν ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ο χαρακτήρας του καθώς επίσης και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα. Πέραν τούτου, έλαβα υπόψη μου και τις συνέπειες που το εν λόγω δυστύχημα είχε στη ψυχολογία του κατηγορούμενου και το συγκλονισμό του. Εξετάζοντας επίσης, τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου όπως τέθηκε ενώπιον μου, θεωρώ ότι αυτή δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να επενεργήσει υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος, εντούτοις δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερα προβλήματα. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με τα ψυχικά προβλήματα του που να καταδεικνύουν την έκταση των προβλημάτων αυτών και κατά πόσο υφίστανται μέχρι σήμερα ή όχι και σε ποιο βαθμό. Θεωρώ ότι στην περίπτωση άμεσης φυλάκισης δεν θα επηρεαστεί δυσανάλογα η περαιτέρω πορεία της ζωής του. Σε περίπτωση που αυτός εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από ψυχικά ή ψυχολογικά προβλήματα ένεκα του δυστυχήματος, εκείνο που θα χρειαστεί είναι περαιτέρω ψυχολογική στήριξη και θεραπεία, κάτι το οποίο μπορεί να παρασχεθεί κατά την έκτιση της ποινής (βλ. Χρίστου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 85). Τέλος, τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε σε σχέση με την κατάσταση των φυλακών θεωρώ ότι δεν χρήζουν σχολιασμού. Ήταν μια γενική και ατεκμηρίωτη θέση. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι η Κύπρος είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τεκμαίρεται ότι σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η Κεντρικές Φυλακές επιτελούν τον αναμορφωτικό και σοφρωνιστικό τους ρόλο. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Aντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Kωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 198/12, Ημερ. 19/02/2013). Εννοείται ότι οι αρχές των Φυλακών θα παράσχουν στον κατηγορούμενο κάθε αναγκαία και δυνατή ιατρική φροντίδα και ψυχολογική υποστήριξη. Τα έξοδα της διαδικασίας, που ανέρχονται σε €228, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε να αρχίζει από την ημέρα που ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση, δηλαδή από 23/08/2013. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο