Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hussam Abdo κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3865/12, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3865/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Hussam Abdo
- Mohamad Waddah Alpitar Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάρκου. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Κονναρή. (Ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι παρών) Α Π Ο Φ Α Σ Η Το κατηγορητήριο Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση αντιμετώπιζαν από κοινού την κατηγορία της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371, 270(β), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και την κατηγορία της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση του άρθρου 270(β), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του επιβλήθηκε ποινή ενώ ο 2ος κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση εναντίον του προχώρησε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 μεταξύ Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 συνωμότησε με τον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου και ότι την ίδια χρονική περίοδο έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €55.000 το οποίο τους εμπιστεύθηκε ο Abraham Ziadi από τη Συρία με σκοπό να το καταθέσουν σε τράπεζα και να ανοίξουν λογαριασμό στο όνομα του πατέρα του, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Η ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις μάρτυρες. Ο παραπονούμενος Abraham Ziadi (Μ.Κ.1), ο πρώην κατηγορούμενος 1 Hussam Abdo (Μ.Κ.2) ο οποίος με τις αναφορές του προς τον παραπονούμενο και με τη μαρτυρία του ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 2, ο Α/Αστ. Αποστόλου (Μ.Κ.3) και η Γ/Αστ. Μ. Φράγκου (Μ.Κ.4). Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) Abraham Ziadi στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ημερομηνίας 8.2.12 και 13.2.
- Στην πρώτη κατάθεση του ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο στις 28.11.2011 για να αγοράσει ακίνητη περιουσία για να μπορούν οι γονείς του να έρθουν στην Κύπρο. Για τον σκοπό αυτό έφερε μαζί του το ποσό των €55.000 σε μετρητά για να πληρώσει προκαταβολή. Διέμενε αρχικά με τον Hussam Abdo (Μ.Κ.2) τον οποίο γνώριζε από τη Συρία και μετά μετακινήθηκε στα ξενοδοχεία Αρσινόη, Ποσειδώνια και Caravel στην τουριστική περιοχή Λεμεσού. Στις 10.1.2012 και ώρα 1300 ενώ διέμενε με τον Hussam του είπε πως θα μπορούσε να καταθέσει τα χρήματα του στην τράπεζα για να μην έχει το φόβο να χάσει τα χρήματα του. Του έδωσε τα χρήματα και το φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του πατέρα του Goerje Ziadi. Αυτός πήρε ταξί και πήγε κάπου και επέστρεψε μετά από 30 λεπτά και του ανέφερε πως όλα ήταν εντάξει και πως τα έγγραφα και η κάρτα της τράπεζας θα ήταν έτοιμα σε τρεις μέρες. Στις 10.1.2012 και ώρα 2355 κοιμήθηκε στο διαμέρισμα του Hussam και όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα και ώρα 1000 διαπίστωσε ότι ο Hussam Abdo είχε εξαφανιστεί. Προσπάθησε να του τηλεφωνήσει στο κινητό του με αρ. 96647391 όμως δεν απαντούσε γιατί το κινητό του ήταν κλειστό. Προσπάθησε να τον βρει στη Λεμεσό χωρίς αποτέλεσμα και μετά πήγε στην αστυνομία για να κάμει παράπονο. Ήταν σίγουρος ότι ο Hussam πήρε τα χρήματα επειδή του τα έδωσε για να τα κάμει κατάθεση στην τράπεζα εκ μέρους του πατέρα του. Τον εμπιστεύτηκε επειδή τον γνώριζε από τη Συρία τα τελευταία πέντε χρόνια. Στη δεύτερη κατάθεση του ανάφερε ότι στις 22-23.12.2011 ο Hussam του είπε ότι θα συναντούσαν κάποιο δικηγόρο ο οποίος θα τον βοηθούσε στα διαδικαστικά σε σχέση με την αγορά γης και εξασφάλισης αδείας παραμονής του πατέρα του. Συναντήθηκαν οι τρεις τους ο παραπονούμενος, ο Hussam και ο κατηγορούμενος σε καφέ στη Λεμεσό και ο παραπονούμενος εξέλαβε τον κατηγορούμενο ως δικηγόρο και τον ρώτησε διάφορες ερωτήσεις και ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι για να αποκτήσει ο πατέρας του άδεια για να διαμένει νόμιμα στην Κύπρο πρέπει να αγοράσει ακίνητη περιουσία, ή να καταθέσει €50.000 ή περισσότερα σε οποιαδήποτε τράπεζα της Κύπρου και ο Hussam του είπε ότι γνωρίζει τη διαδικασία της τράπεζας και θα διευθετούσε ο ίδιος την κατάθεση των χρημάτων σε τράπεζα. Ο κατηγορούμενος ζήτησε ως αμοιβή €1.300 για να τελειώσει τα έγγραφα του πατέρα του, και ο παραπονούμενος συμφώνησε ότι θα του έδινε τα €1.300 όταν θα ερχόταν νόμιμα ο πατέρας του στην Κύπρο. Την επόμενη μέρα που τα χρήματα κλάπηκαν από το Hussam επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για να μάθει που βρίσκεται ο Hussam και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν γνωρίζει. Τον ρώτησε πώς θα μπορούσε ο πατέρας του να έρθει στην Κύπρο ως επισκέπτης και του είπε πως πρέπει να βρει κάποιο να τον προσκαλέσει και έτσι ανέλαβε να το κάνει ο κατηγορούμενος αφού ο παραπονούμενος του έδωσε €400 για να βάλει ως εγγύηση και του έδωσε τα έγγραφα για πρόσκληση του πατέρα του στην Κύπρο την οποία έστειλε στην Πρεσβεία στη Συρία. Τρεις μέρες πριν η αστυνομία συλλάβει τον Hussam, ο Alpitar (κατηγορούμενος) του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο και όταν ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε πίσω και τον ρώτησε εάν είχε οποιαδήποτε νέα από τον Hussam, ο κατηγορούμενος του είπε πως είχε το νέο αριθμό του τηλεφώνου του Abdo όμως του είπε ότι νομίζει ότι δεν βρίσκεται στην Κύπρο. Πίστευε ότι ο κατηγορούμενος είχε συμμετοχή σε αυτή την υπόθεση και είχε παράπονο από τον Alpitar και τον Hussam επειδή έκλεψαν τα χρήματα του. Ο λόγος που έδωσε τα χρήματα ήταν γιατί πείστηκε και από τους δύο ότι έπρεπε να βάλει τα χρήματα στην τράπεζα. Ανέφερε επίσης ότι τα αδέλφια του Hussam στη Συρία παρέδωσαν στον πατέρα του παραπονούμενου το ποσό των €
- Ο παραπονούμενος κατά τη μαρτυρία του διά ζώσης, ανέφερε επίσης ότι είχε επικοινωνία με τον Hussam (M.K.2) μετά που αυτός συνελήφθηκε για την παραλαβή του μέρους των χρημάτων που ανεβρέθηκαν και ότι το ποσό των €2.500 το ξόδεψε ο Hussam και τον έχει συγχωρέσει και δεν πήρε το υπόλοιπο των €7.000 που όπως του είπε ο Hussam επρόκειτο για το μερίδιο του κατηγορούμενου 2 από την κλοπή. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) και ο κατηγορούμενος συναντήθηκαν και συνεργάστηκαν μετά το επίδικο γεγονός για να έρθει ως επισκέπτης ο πατέρας του παραπονούμενου και έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο 2 για τον σκοπό αυτό. Ήταν επίσης η θέση του κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε ξόδεψε με τον Hussam Abdo (Μ.Κ.2) τις €7.000 αφού κάποια έξοδα που είχε τα κάλυψε μέσω αναλήψεων χρημάτων από ΑΤΜ ή πλήρωνε με πιστωτικές κάρτες. Ο Hussam Abdo πρώην κατηγορούμενος 1 (Μ.Κ.2) έδωσε τρεις καταθέσεις στην αστυνομία. Στην πρώτη κατάθεση ανέφερε αναφορικά με τον παραπονούμενο τα εξής: «Τον Abraham Ziadi που μου λες τον γνωρίζω από την Συρία. Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε φίλοι αλλά γνωστοί. Έχουμε όμως ένα κοινό φίλο ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Σουδία. Αρχές του 2012 ο Abraham ήρθε στην Κύπρο και επικοινώνησε μαζί μου κατόπιν που του έδωσε το τηλέφωνο μου ο κοινός μας φίλος που μένει στην Σουηδία. Με πήρε τηλέφωνο από το αεροδρόμιο Λάρνακας και του εξήγησα και ήρθε και με βρήκε στο σπίτι που έμενα κοντά στο Debenhams. Όπως μου είπε ήρθε στην Κύπρο για διακοπές από την Γερμανία όπου ζει. Ο Abraham μου ζήτησε να τον φιλοξενήσω για δέκα μέρες στο σπίτι μου και εγώ δέχτηκα. Ακολούθως επειδή ο Abraham δεν έφευγε από το σπίτι σκέφτηκα να φύγω εγώ. Έτσι επειδή είμαι παράνομος του είπα ότι φοβόμουν μην έρθει η Αστυνομία επειδή έκαναν παράπονο οι γείτονες και ήθελα να φύγω από την γειτονιά. Εγώ όταν έφυγα πριν είκοσι μέρες περίπου ο Abraham με είδε αλλά του είπα ότι θα πήγαινα σε ξενοδοχείο και όταν έβρισκα σπίτι θα του έλεγα που ήμουν. Ο αριθμός τηλεφώνου που είχα όταν ήρθε ο Abraham στην Κύπρο ήταν το 96-647391, μετά όμως όταν έφυγα από το σπίτι επειδή δεν ήθελα να έχω επικοινωνία μαζί του και να ξέρει που είμαι άλλαξα αριθμό τηλεφώνου και έχω τον αριθμό 96-
- Από την μέρα που έφυγα από το σπίτι δεν είχα επικοινωνία με τον Abraham και δεν ξέρω που βρισκόταν όλο αυτό το διάστημα. Στο σπίτι που φιλοξενούσα τον Abraham έμενα μόνος μου και το ενοικίαζα από κάποιον Χρίστο και πλήρωνα 300 ευρώ το μήνα. Ο Abraham σε καμία περίπτωση δεν μου έδωσε λεφτά με σκοπό να του ανοίξω λογαριασμό στην Τράπεζα και να τα καταθέσω. Αυτά που λέει είναι ψέματα και δεν ξέρω γιατί το κάνει». Στη δεύτερη κατάθεση του ανάφερε τα εξής: «Τον Νοέμβριο του 2011 ήρθε στο αεροδρόμιο Λάρνακας από την Γερμανία κάποιος γνωστός μου ο Abraham ZIADI τον οποίο γνωρίζω από την Συρία και μου τηλεφώνησε στο κινητό μου τηλέφωνο και μου ανάφερε ότι ήρθε για διακοπές και ζήτησε να τον φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Το σπίτι μου βρίσκεται πίσω από το Debenhams Apollon. Εγώ του είπα να έρθει να τον φιλοξενήσω και μετά από μία ώρα ήρθε στο σπίτι μου. Στο σπίτι μου στο οποίο διαμένω μόνο εγώ ο Abraham διέμενε για περίπου 20 ημέρες. Να σου εξηγήσω ότι έμενε μία βδομάδα στο σπίτι μου μετά πήγαινε σε ξενοδοχείο για λίγες ημέρες και μετά ερχόταν στο σπίτι μου. Τον Ιανουάριο του 2012 μια ημέρα δεν θυμούμαι ακριβή ημερομηνία ο Abraham έβγαλε από ένα σακούλι δέσμες από χρήματα και άρχισε να την μετρά. Εγώ του είπα για πιο σκοπό είναι αυτά τα χρήματα και μου είπε είναι για να αγοράσει ο πατέρας του ακίνητη περιουσία στη Κύπρο. Ο Abraham μου είπε πως ήθελε να βάλει τα χρήματα σε κάποια τράπεζα και εγώ του είπα να μου δώσει τα χρήματα να τα βάλω σε τράπεζα. Εγώ έκαμα λάθος και αντί να τα βάλω σε τράπεζα όπως του υποσχέθηκα πήρα τα χρήματα και τα έκρυψα σε μία παλαιά οικοδομή κοντά στο πεντάδρομο. Στο σημείο που πήρα τα χρήματα πήγα με ταξί και επέστρεψα στο σπίτι με ταξί. Όταν επέστρεψα σπίτι είπα στον Abraham ότι πήρα τα χρήματα στην τράπεζα και τα έγγραφα του θα ήταν έτοιμα σε τρεις ημέρες. Εγώ την επόμενη ημέρα έφυγα από το σπίτι και για να μην μου τηλεφωνά ο Abraham άλλαξα τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Όταν έφυγα από το σπίτι ήταν περίπου 10 Ιανουαρίου. Μετά από μία ημέρα πήγα και πήρα τα χρήματα από την οικοδομή και πήρα τα χρήματα στο νέο μου σπίτι στην οδό Κρήτης στη Λεμεσό. Στις 12 ή 13 του Ιανουαρίου έστειλα το ποσό των €25000 στον αδελφό μου AZAM ABDO στη Συρία μέσω κάποιου φίλου μου του Abdel Rahman ο οποίος μετέβη στην Συρία εκείνη την ημέρα. Το χρηματικό ποσό των €20750 το έδωσα στην φιλενάδα μου την Ανδριάνα για να μου φυλάει γιατί όπως της είπα πώλησα το σπίτι μου στην Συρία και επειδή είμαι παράνομος δεν μπορώ να ανοίξω λογαριασμό στη Κύπρο. Το χρηματικό ποσό των €7000 το έδωσα σε κάποιο φίλο μου τον ABU ABDO ο οποίος είναι νόμιμος στην Κύπρο για να τα φυλάξει κοντά του. Του είπα ότι είναι χρήματα που πήρα από την πώληση του σπιτιού μου στη Συρία. Τα υπόλοιπα χρήματα τα είχα στην κατοχή μου και αγόρασα τρόφιμα και πλήρωσα δύο ενοίκια του σπιτιού μου. Έχω καταλάβει ότι αυτό που έχω κάνει δηλαδή να κλέψω τα χρήματα του Abraham δεν είναι σωστό και ζητώ συγνώμη. Θα κάμω ότι πρέπει για να επιστρέψω τα χρήματα στον Abraham». Στην τρίτη κατάθεση αναφέρει τα ακόλουθα: «Συμπληρωματικά με προηγούμενη κατάθεση που έδωσα στην Αστυνομία στις 09/02/2012 θέλω να σας πω όλη την αλήθεια. Όταν ο Abraham Ziadi μου ανάφερε ότι τα χρήματα τα οποία έφερε μαζί του ήταν για να αγοράσει ακίνητη περιουσία αυτό το γεγονός το είπα στον Mohammad Waddah ALPITAR επίσης από την Συρία. Ο ALPITAR μου είπε να κανονίσω συνάντηση για να μιλήσουμε για το πώς θα μπορούσε o Ziadi να αγοράσει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Ο λόγος που ήθελε να κανονίσω αυτή την συνάντηση ήταν για να πούμε στον Ziadi πως για να γίνει αγοραπωλησία θα έπρεπε να καταθέσει τα χρήματα σε τράπεζα με σκοπό να του κλέψουμε τα χρήματα. Εγώ είπα στον Ziadi ότι θα φέρω κάποιο πρόσωπο το οποίο μπορεί να τον κανονίσει για να καταθέσει τα χρήματα στην τράπεζα και να κανονίσει όλα τα χαρτιά για την αγορά του ακινήτου. Αυτό το πρόσωπο ήταν ο ALPITAR. Να σου αναφέρω ότι με τον Alpitar συμφωνήσαμε ότι όταν θα μου έδινε τα χρήματα ο Ziadi για να πάρω στην τράπεζα θα του έδινα το ποσό των 7000 ευρώ ως προμήθεια και θα με βοηθούσε να εγκαταλείψω την Κύπρο από τα κατεχόμενα. Η συνάντηση έγινε στο καφέ La Vazza mini stop δίπλα από το ξενοδοχείο Park Beach στη Λεμεσό τέλη Δεκεμβρίου
- Εκεί ο ALPITAR και εγώ πείσαμε τον Ziadi πως θα έπρεπε να μας δώσει τα χρήματα να τα βάλουμε στην τράπεζα. Μετά από περίπου 15 ημέρες ο Ziadi μου έδωσε τα χρήματα για να τα καταθέσω στην Τράπεζα. Εγώ όταν πήρα τα χρήματα τα έκρυψα και άλλαξα τον αριθμό του κινητού μου για να μην με βρίσκει ο Ziadi. Επίσης έψαχνα να βρω σπίτι για να ενοικιάσω. Μετά από δύο-τρεις ημέρες πήρα τηλέφωνο τον ALPITAR και του είπα ότι πήρα τα χρήματα και μου ζήτησε να βρεθούμε για να του δώσω την προμήθεια του δηλαδή τα €7000 Ευρώ. Τον συνάντησα τέσσερις - πέντε φορές στο σπίτι μου στην οδό Κρήτης στη Λεμεσό όπου στις δύο φορές του έδωσα το ποσό των 7000 Ευρώ. Την μία φορά του έδωσα €5000 και την άλλη €
- Την δεύτερη φορά που του έδωσα τις €2000 μέσα στο αυτοκίνητο του μάρκας MITSUBISHI χρώματος ασημί ήταν και ο 16 χρόνος γιος του ο οποίος φορούσε γυαλιά. Δεν θυμούμαι το όνομα του γιού του. Τα χρήματα του τα έδινα μέσα στο αυτοκίνητο. Μετά που του έδωσα τα χρήματα του Alpitar αυτός μου είπε να με βοηθήσει να φύγω από την Κύπρο μέσω κατεχομένων όμως εγώ αρνήθηκα γιατί λυπήθηκα τον Ziadi και ήθελα να του επιστρέψω τα χρήματα του πίσω. Ο λόγος που στη προηγούμενη μου κατάθεση σας είπα ότι του έδωσα τα χρήματα του Alpitar για να μου τα φυλάξει ήταν γιατί πίστευα ότι θα επέστρεφε τα χρήματα και τον λυπήθηκα γιατί έχει ένα γιο και δεν ήθελα να πάει φυλακή. Στην προηγούμενη μου κατάθεση σας είπα ότι ονομάζεται Aboy Abdo όμως σήμερα που τον είδα και τον αναγνώρισα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού πληροφορήθηκα ότι το πραγματικό του όνομα είναι Mohammad Waddah Alpitar. Τα υπόλοιπα χρήματα σας είπα στην προηγούμενη μου κατάθεση πως τα έχω διαθέσει. Ήδη έχω επιστρέψει στον Abraham το ποσό των €45750». Στη δια ζώσης μαρτυρία ανάφερε ότι έδωσε πρώτα άλλες δύο καταθέσεις στην αστυνομία στις οποίες στην πρώτη κατάθεση αρνήθηκε τα πάντα ενώ στη δεύτερη κατάθεση παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής αλλά δεν ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 2 διότι τον λυπήθηκε που είχε παιδί και για τον λόγο αυτό δεν ήθελε να πάει φυλακή, αλλά και γιατί πίστευε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα επέστρεφε τα χρήματα και ως εκ τούτου επέλεξε να αναλάβει όλη την ευθύνη ο ίδιος. Το μόνο που ανάφερε σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 στη δεύτερη κατάθεση ήταν ότι του έδωσε €7.000 από τα κλοπιμαία για να του τα φυλάξει. Στην τρίτη κατάθεση ο Μ.Κ.2 αποφάσισε να πει όλη την αλήθεια γιατί ενώ ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να επιστρέψει τα χρήματα, αυτός αρνήθηκε και έτσι ενέπλεξε και τον κατηγορούμενο
- Ο Μ.Κ.3 Α/Αστ. Α. Αποστόλου ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ο οποίος εξήγησε τις ενέργειες που έκανε μετά την καταγγελία που έγινε από τον παραπονούμενο στις 8.2.
- Η Μ.Κ.4, Γ/Αστ. Μ. Φράγκου ανέφερε ότι παρέλαβε το χρηματικό ποσό των €20.750 από την Ανδριάνα Κουμίδου και επίσης τις ενέργειες και έρευνες που έκανε στην υπόθεση. Εκδοχή του κατηγορούμενου Ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο, υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ημερ. 12.2.2012 στην οποία ανέφερε ότι κατάγεται από τη Συρία και ήρθε στην Κύπρο το
- Είναι παντρεμένος με την Μέλπω Τσιρίδου και έχει ένα γιο. Τον Hussam Abdo από την Συρία τον γνώριζε για ένα χρόνο περίπου πριν τον ουσιώδη χρόνο αφού είχαν κάποιο κοινό γνωστό από την Αγγλία τον Ναζίρ. Τον παραπονούμενο τον είδε δύο φορές. Την πρώτη φορά ήταν μαζί με τον Hussam πριν περίπου δύο μήνες σε ένα καφέ και τη δεύτερη φορά τέλη του Ιανουαρίου 2012 όπου τον πήρε τηλέφωνο και ήθελε τη βοήθεια του για να φέρει τον πατέρα του στην Κύπρο από τη Συρία. Επίσης τον είδε ακόμη μια φορά για να του δώσει κάποια χαρτιά της τράπεζας αφού έβαλε εγγυητική στη Λαϊκή Τράπεζα για να έρθει ο πατέρας του στην Κύπρο. Την ημέρα που βρέθηκαν στο καφέ δίπλα από το ξενοδοχείο Park Beach δεν του ανάφερε ούτε ο Hussam ούτε και ο Abraham ότι ο Abraham έχει στην κατοχή του €55.000 αλλά είπε ότι θα έφερνε χρήματα από τη Συρία για να αγοράσουν γη στην Κύπρο. Ο ίδιος ποτέ του δεν συνωμότησε με τον Hussam για να πείσουν τον Abraham να κάμει κατάθεση χρημάτων στην τράπεζα με σκοπό όταν θα τους έδινε τα χρήματα να τα καταθέσουν, να του τα έκλεβαν. Μέσα στον Ιανουάριο 2012 η ώρα 0800 τον πήρε τηλέφωνο ο Abraham και του είπε ότι ήρθε η αστυνομία στο σπίτι του και συνέλαβαν τον Hussam χωρίς να του δώσει παραπάνω εξηγήσεις. Μετά από τέσσερις ημέρες τον πήρε τηλέφωνο ο Abraham και του είπε ότι ο Hussam του πήρε €55.000 και έφυγε από το σπίτι. Μετά από 5-6 ημέρες τον πήρε τηλέφωνο ο Hussam και ο κατηγορούμενος τον ρώτησε γιατί έκλεψε €55.000 από τον Abraham. Αυτός του είπε, πού το έμαθες και του είπε ότι του το είπε ο Abraham. Ο Hussam τον απείλησε αν πει ποτέ στον Abraham το τηλέφωνο του θα κάμει κακό στον ίδιο και στην οικογένεια του. Ο ίδιος δεν ζήτησε να του δώσει χρήματα από αυτά που έκλεψε. Συνάντησε τον Hussam δύο - τρεις φορές μετά που έκλεψε τον Abraham αλλά δεν του έδωσε χρήματα και ο λόγος που τον συναντούσε ήταν για να ξέρει που μένει αφού τον απείλησε πως θα του κάμει κακό. Δεν έπιασε €7.000 από τον Hussam. Μέσα στον Ιανουάριο 2012 του τηλεφώνησε ο Hussam και πέρασε από ένα σπίτι στον Άγιο Νικόλαο για να τον συναντήσει. Του είπε ότι βιάζεται να πάει σπίτι του, τον έβαλε στο αυτοκίνητο του, πήγε μέχρι το σπίτι του όπου έπιασε τον γιο του και πήραν τον Hussam στο σπίτι του στον Άγιο Νικόλαο. Aξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξονύχισα το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου. Έχοντας πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας που έχει η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο για την κρίση της αξιοπιστίας του, παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη, έχοντας καταγράψει σε κάθε περίπτωση νοητικά, την εντύπωση μου από την εικόνα τους καθ΄ oν χρόνο έδιδαν μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα. Αρχίζοντας από τους αστυνομικούς μάρτυρες κατηγορίας 3 και 4, μπορώ να πω ότι μου έκαναν καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και είναι χωρίς δυσκολία που καταλήγω ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα οι ίδιοι αντελήφθησαν και όπως τα αντελήφθησαν να διαδραματίζονται κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Σημειώνω ότι αυτοί δεν έχουν αμφισβητηθεί σοβαρά από την υπεράσπιση και τα όσα ανέφερα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Μαρτυρία του Hussam Abdo M.K.2 Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του ουσιώδους μάρτυρα κατηγορίας Ηussan Abdo (ΜΚ2) ο οποίος στην ουσία εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στα υπό εκδίκαση αδικήματα, διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας αυτός είναι συνεργός στα αδικήματα με τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 στη σελ. 654, συνεργός μπορεί να χαρακτηριστεί άτομο το οποίο μετέχει στο έγκλημα πριν ή κατά τη διάπραξη του, ή παρέχει κάλυψη στους εγκληματίες μετά το έγκλημα. Στην υπόθεση Mousoulides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 336 στη σελ. 339 υποδεικνύεται ότι για να μπορεί ένας μάρτυρας να τύχει μεταχείρισης σαν συνεργός, πρέπει, είτε να έχει ο ίδιος ομολογήσει τη συνέργεια του ή η μαρτυρία αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με άλλη μαρτυρία, να εγείρει το θέμα της δικής του συμμετοχής στο αδίκημα. Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές ότι ο Hussam πρέπει να θεωρηθεί σαν συνεργός αφού όχι μόνο ήταν συγκατηγορούμενος μαζί με τον κατηγορούμενο στα αδικήματα στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αλλά αφού ομολόγησε τη δική του ενοχή και καταδικάστηκε, προσήλθε και έδωσε και προφορική μαρτυρία με την οποία εμπλέκει τόσο τον εαυτό του όσο και τον κατηγορούμενο 2. Οι αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται ως προς τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας συναυτουργού εκτέθηκαν από το Εφετείο σε σωρεία αποφάσεων. (Βλ. Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 231, Καύκαρος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, και Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.143). Συνοψίστηκαν οι αρχές αυτές με σαφήνεια στη σελ. 657 της απόφασης στην υπόθεση Ρόπας (ανωτέρω) ως εξής: «(α) Εφόσον το δικαστήριο είναι διατεθειμένο, κατ΄ αρχήν, να αποδώσει πίστη στη μαρτυρία του, τότε πρέπει να προειδοποιήσει τον εαυτό του ότι είναι επικίνδυνο να βασιστεί στη μαρτυρία του, στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. (β) Ενισχυτική είναι η μαρτυρία, που τείνει να καταδείξει ότι διαπράχθηκε το έγκλημα, στο οποίο αναφέρεται ο συνεργός, και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος. (γ) Το δικαστήριο, αφού προσεγγίσει τη μαρτυρία του συνεργού με τον τρόπο που έχουμε διαγράψει, μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, έστω και αν διαπιστώσει ότι απουσιάζει ενισχυτική μαρτυρία. Η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση, υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Στην απόφαση του Privy Council - Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάναμε στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, 266, αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το, κατ΄ αρχήν, παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού.» (Βλ. επίσης Petrosyan v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 90). Στην Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) εξηγείται επίσης τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία και ποια μορφή μπορεί να πάρει. Όπως αναφέρεται ενισχυτική είναι η μαρτυρία, η οποία έχει: ".... προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στην πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v. Blunden [1986] 2 All E.R. 75 δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ΄ εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ό,τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος (Βλέπε, R v. Beck [1982] 1 All E.R. 807)". Έχοντας αυτά υπόψη, περαιτέρω έχω κατά νου το γεγονός ότι έχει δώσει δύο προηγούμενες αντιφατικές, σε σχέση με τη μαρτυρία του, καταθέσεις. Οι προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις ενός μάρτυρα εκτός Δικαστηρίου δεν καθιστούν τη μαρτυρία του εκ προοιμίου αναξιόπιστη, εφόσον το Δικαστήριο, ως ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων, έχει ευχέρεια να αποτιμήσει τις αντιφάσεις ως στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Τα κριτήρια για τέτοια αποτίμηση σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδήγησαν στην προβολή διισταμένων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Τελικό κριτήριο αποτελεί η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια. Ενώ η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αξιολογήσει ελεύθερα τη μαρτυρία είναι δεδομένη, οι αντιφατικές πάντως καταθέσεις δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να προσεγγισθεί η μαρτυρία του ως συναυτουργού με βάση τις αρχές προσέγγισης που έχουν καθιερωθεί στη νομολογία. Στην υπόθεση Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, υιοθετήθηκε με σαφήνεια η προσέγγιση ότι «η ενδεδειγμένη διαδικασία χειρισμού της μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων είναι, κατ' αρχήν, η αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα συνολικά, στο πλαίσιο δηλαδή της όλης μαρτυρίας και όχι απομονωμένα από την υπόλοιπη μαρτυρία». Έτσι, θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία που να ενισχύει τους ισχυρισμούς του Hussam, δηλαδή μαρτυρία ανεξάρτητη που όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συναυτουργού, αλλά να συνδέει ή τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το έγκλημα. (Baskerville
(1916)2 KB 658). Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει την ενισχυτική μαρτυρία. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία που να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο 2 με το έγκλημα αφού και τα όσα ο παραπονούμενος ανέφερε, αυτά απορρέουν από αναφορές του Hussam προς το μάρτυρα. Έχοντας υπόψη επίσης το γεγονός ότι ο Hussam έδωσε δύο διαφορετικές εκδοχές σε δύο προηγούμενες ανακριτικές καταθέσεις του, στην πρώτη αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη ενώ στη δεύτερη εμπλέκει τον εαυτό του χωρίς να εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 και οι λόγοι που ανέφερε ότι τον οδήγησαν να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 2 στην τρίτη κατάθεση, δεν ήταν πειστικοί, αφού έτσι και αλλιώς δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον 2ον κατηγορούμενο, από την πρώτη κατάθεση μέχρι την τρίτη κατάθεση, ούτε φαίνεται γιατί στην τρίτη κατάθεση ο 2ος κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει τα λεφτά στον παραπονούμενο, κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν είναι αρκετή, ικανοποιητική και αξιόπιστη. Ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του αποτιμώντας την στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι υπάρχουν αντιφάσεις και κενά σε τέτοια έκταση που είναι παρακινδυνευμένο να στηριχθώ στη μαρτυρία του. Σημειώνω ότι δεν είναι απλά ένας μη πειστικός μάρτυρας, αλλά ένας μάρτυρας για τον οποίο πρέπει να έχω κατά νουν τις παραπάνω προειδοποιήσεις και κινδύνους που αναφέρθηκαν. Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του την οποία απορρίπτω. Στρεφόμενη στη μαρτυρία του παραπονούμενου σημειώνω ότι και αυτός ο μάρτυρας έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία και ότι μόνο στη δεύτερη κατάθεση του εμπλέκει τον 2ον κατηγορούμενο. Ερωτηματικά μου αφήνει το γεγονός ότι ενώ η κλοπή των χρημάτων έγινε στις 8.1.2012 από τον Hussam Abdo, ο ίδιος κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία 8.2.2012 και εμπλέκει τον 2ον κατηγορούμενο μόνο στις 13.2.2012 αφού του επεστράφην από τον 1ον κατηγορούμενο το ποσό των €45.950 και αφού ο Hussam του ανέφερε ότι το ποσό των €7000 το έδωσε στον 2ον κατηγορούμενο. Ερωτηματικά μου αφήνει και η αναφορά του ότι παρά το ότι διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε ψεύτικο όνομα στην πρώτη συνάντηση τους και ενδιάμεσα διαπίστωσε το πραγματικό του όνομα, δεν ανέφερε αυτό το πράγμα στις καταθέσεις του αλλά μόνο όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Τέλος αξιολογώντας τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και πάλι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αφού μέρος αυτών που ανέφερε δια ζώσης έρχονται σε αντίθεση με τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν συζήτησαν για την ύπαρξη των λεφτών που είχε στην κατοχή του ο παραπονούμενος για αγορά ακίνητης περιουσίας όταν πρωτοσυναντήθηκαν, στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι θα έφερνε λεφτά για αγορά ακίνητης περιουσίας. Επίσης ενώ εγνώριζε ότι ο Hussam ευρισκόταν στην Κύπρο δεν αμφισβητήθηκε ότι σε συνομιλία που είχε με τον παραπονούμενο του ανέφερε ότι μπορεί να έφυγε από Κύπρο. Ερωτηματικά μου αφήνει και η εκδοχή του ότι συνάντηση τον κατηγορούμενο 1 μετά την κλοπή γιατί τον φοβόταν γιατί τον απείλησε αλλά ο ίδιος δεν αντέδρασε καταγγέλλοντας τον στην αστυνομία. Ως εκ τούτου ούτε στη δική του μαρτυρία μπορώ να στηριχθώ και την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Νομική πτυχή / Συστατικά στοιχεία του αδικήματος Ξεκινώ την εξέταση από την 1ην κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R.3 H.L 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L, η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων επισήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ενός η περισσοτέρων των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. Walker
(1962)Crim.L.R.458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice, Έκδοση
(2003), παρ.Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί ("wheel" και "chain" conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Στην Κύπρο δεν εξαιρείται κανείς της ποινικής ευθύνης που δυνατό να υπέχει για αυτό το αδίκημα ένεκα της σχέσης που διατηρεί με τον άλλο. Αντίθετα στην Αγγλία, σύζυγοι για παράδειγμα, δεν μπορεί να καταδικασθούν για νομοθετική συνωμοσία (statutory conspiracy) μεταξύ τους (βλ. s.2
(2)Criminal Law Act 1977) εκτός εάν στην συνωμοσία συμμετάσχει και τρίτο πρόσωπο (βλ. Chratny
(1991)1 W.L.R. 1381) Με αυτά κατά νου επιστρέφω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας τα αδικήματα που φέρεται να συνωμότησε να διαπράξει ο κατηγορούμενος 2 είναι αυτό της κλοπής υπό αντιπροσώπου με τον Μ.Κ.2 πρώην συγκατηγορούμενο του, όμως καμία αξιόπιστη μαρτυρία δεν υπάρχει που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε οποτεδήποτε με τον Μ.Κ.2 να διαπράξουν αυτό το αδίκημα. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. Η 2η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα που παραπέμπει στο άρθρο 255 που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής το οποίο προβλέπει τα εξής: «
(1)Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη». Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Το άρθρο 270(β) προβλέπει τα εξής: «270 Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα δηλαδή - (α) ............................ (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ) ............................ (δ) ............................ (ε) ............................ ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα ετών». Σύμφωνα με το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων 255
(1)και 270(β) ως και τη νομολογία όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις του Εφετείου Platritis v. Police
(1967)2 CLR 174, Zisimides v. R.
(1978)2 CLR 382, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 7 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κελβέρη
(1996)2 ΑΑΔ 103, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 270(β) που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει είναι: (ι) ότι τα χρήματα περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορούμενου 2 για ειδικό σκοπό (ιι) ότι τα χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό και (ιιι) ότι η χρήση ήταν δόλια και ανέντιμη. Καμία μαρτυρία δεν δικαιολογεί εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 2 συμμετείχε στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τη 2η κατηγορία. €105,00 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.).................................................. Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Σ.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο