← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ρ έ ν ο υ Κ υ ρ ι ά κ ο υ, Αρ. Υπόθ.: 16665/13, 4/10/2013

Δημοκρατία ν. Ρ έ ν ο υ Κ υ ρ ι ά κ ο υ, Αρ. Υπόθ.: 16665/13, 4/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2013:13 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 16665/13 Δημοκρατία ν. Ρ έ ν ο υ Κ υ ρ ι ά κ ο υ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 4.10.2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Κανναουρίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ (κα Δ. Θεοδώρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κυπρίζογλου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 49 ετών, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος σε κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου (1η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 2, 5

(1)(α) και 51 του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113
(1)/04 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 4 Αυγούστου 2013 στον Ύψωνα της επαρχίας Λεμεσού, κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλαδή το ΔΟΚΟ μάρκας Vickers με αρ. κατασκευής 80682 και αρ. εγγραφής LL30578 χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Βρέθηκε επίσης ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (3η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, είχε στην κατοχή του εκρηκτικές ύλες, δηλαδή 1 κυνηγετικό φυσίγγιο μάρκας Rottweil και ένα μονόβολο φυσίγγιο, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Τέλος ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε κατηγορία χρήσης εκρηκτικών υλών χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (4η κατηγορία) κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χρησιμοποίησε εκρηκτικές ύλες, δηλαδή ένα μονόβολο φυσίγγιο χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Σε άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης σ΄ αυτές. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, τα παραθέτουμε αυτολεξεί: «
  1. Στις 4.8.2013 και περί ώρα 1100, καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον Φίλιππο Θεοδοσίου, του οποίου η οικία εφάπτεται στη βόρεια πλευρά με την οικία του κατηγορούμενου, ότι εντόπισε μια τρύπα στο γυαλί εξωτερικής πόρτας δωματίου στη βόρεια πλευρά της κατοικίας του, που χρησιμοποιείτο ως γραφείο η οποία δυνατό να είχε προκληθεί από πυροβολισμό.
  2. Μετά την υποβολή της καταγγελίας, την σκηνή επισκέφθηκαν μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού, μεταξύ αυτών, ο Α/Αστυφ. 316 Γ. Γεωργίου, ο Αστυφ. 3795 Γ. Μέρτας καθώς και ο Χρ. Αντωνίου της ΥΠΕΓΕ του Αρχηγείου Αστυνομίας, οι οποίοι διενήργησαν επιτόπιες εξετάσεις. Ο Αστυφ. 3795 κατά την άφιξη του στην σκηνή διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από την οικία με αριθμό 6Α, της οδού Ζαλόγγου, από όπου επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΡΧ589 μάρκας ΤΟΥΟΤΑ IST, χρώματος μαύρο και αναχώρησε λέγοντας στον Υπ/μο Μ. Νικολάου ότι θα πάει θάλασσα.
  3. Στη συνέχεια διενεργήθηκαν επιτόπιες εξετάσεις στην οικία του παραπονούμενου από τον Αστυφ.3795 και τον Υπ/μο Μ. Νικολάου και διαπιστώθηκε ότι πράγματι υπήρχε μια τρύπα στο γυαλί της εξωτερικής πόρτας του εν λόγω δωματίου, η οποία εκ πρώτης όψεως προκλήθηκε από βολίδα πυροβόλου όπλου. Επίσης, διαφάνηκε ότι στην πορεία της η βολίδα, προκάλεσε ζημιά σε ξύλινο έπιπλο βιβλιοθήκης εντός του εν λόγω δωματίου και στη συνέχεια προσέκρουσε σε δύο τουλάχιστο σημεία των τοίχων. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω βολίδα προερχόταν από το μονόβολο φυσίγγιο, που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το μονόβολο ήταν μέσα στο ΔΟΚΟ.
  4. Ο Βλαδίμηρος Θεοδοσίου ο οποίος είναι υιός του Φίλιππου Θεοδοσίου και διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη, ανέφερε ότι περί ώρα 0340 της 4.8.2013 ξύπνησε από θόρυβο σαν από γυαλί που σπάζει, ωστόσο δεν μετέβηκε στο γραφείο στη βόρεια πλευρά της κατοικίας του για να το ελέγξει.
  5. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν στη σκηνή από τον Υπ/μο Χρ. Αντωνίου, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μια τρύπα στο γυαλί της πόρτας της κουζίνας της οικίας του κατηγορούμενου, καθώς και μια τρύπα σε ξύλινο διαχωριστικό μεταξύ της βεράντας της κουζίνας του κατηγορούμενου και της αυλής της εν λόγω οικίας. Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες τρύπες, σημεία ζημιών και ίχνη πρόσκρουσης της βολίδας, βρίσκονται στην ίδια νοητή ευθεία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η είσοδος της βολίδας είναι από την πλευρά της οικίας του κατηγορούμενου και η έξοδος από την πλευρά της οικίας του παραπονούμενου, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο πυροβολισμός ρίφθηκε από την οικία του κατηγορούμενου.
  6. Από τη σκηνή ο αστυνομικός φωτογράφος Α/Αστυφ. 316 Γ. Γεωργίου του ΤΑΕ Λεμεσού, παρέλαβε τα τεκμήρια 1 και 2, δηλαδή δύο μολύβδινα παραμορφωμένα τεμάχια από βόλι, τα οποία εντόπισε εντός του εν λόγω δωματίου της οικίας του παραπονούμενου. Από τις εξετάσεις που έκαμε ο Υπ/μος Χρ. Αντωνίου της ΥΠΕΓΕ, φαίνεται ότι ρίφθηκε ένας τουλάχιστον πυροβολισμός με ΔΟΚΟ και χρησιμοποιήθηκε μονόβολο φυσίγγιο.
  7. Με βάση τα πιο πάνω, εναντίον του κατηγορούμενου εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης και έρευνας της κατοικίας και οχήματος που διακινείται με αρ. εγγραφής ΚΡΧ
  8. Την ίδια μέρα 4.8.2013 και ώρα 1440, οι επιτόπιες εξετάσεις στη σκηνή διεκπεραιώθηκαν από τα πιο πάνω μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού και ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου Αστυνομίας και δόθηκαν οδηγίες από τον επί καθήκοντι Αξ/κο Υπηρεσίας όπως η κατοικία του κατηγορούμενου παραμείνει υπό αστυνομική φρούρηση από τον Μ.5 Αστυφ. 3621 εν αναμονή εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε εναντίον της κατοικίας του κατηγορούμενου. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε από τον Αστυφ. 3795, σε διάφορους τόπους που συχνάζει αλλά δεν εντοπίστηκε και ως εκ τούτου την κατοικία του φρουρούσαν μέλη της ΑΔΕ Λεμεσού.
  9. Την 6.8.2013 και μεταξύ των ωρών 1330-1500, ο Λοχ.3990 Ζ. Γεωργίου, μαζί με τους Υπ/μο Μ. Νικολάου και Αστυφ. 3512, Α/Αστυφ. 316 του ΤΑΕ Λεμεσού, ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος και στην παρουσία του δικαστικού λειτουργού Δημήτρη Τζιαπούρα, την κατοικία του κατηγορούμενου στην οδό Ζαλόγγου αρ. 6Α, Ύψωνας στη Λεμεσό. Κατά την έναρξη της έρευνας η σκηνή φρουρείτο από τον Αστυφ. 3451 και η είσοδος στην κατοικία επιτεύχθηκε με τη βοήθεια κλειδαρά του Χριστόδουλου Χαραλάμπους, αφού ο κατηγορούμενος καταζητείτο και οι πόρτες της κατοικίας του ήταν κλειστές.
  10. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντός της κατοικίας του κατηγορούμενου ο Λοχ. 3990 εντόπισε και παρέλαβε στην παρουσία του δικαστικού λειτουργού Δημήτρη Τζιαπούρα το ΔΟΚΟ που αναφέρεται στην 1η κατηγορία που βρισκόταν κάτω από ρούχα στο μπάνιο της οικίας του.
  11. Από εξετάσεις που διενήργησε ο Λοχ. 3990 διαπίστωσε ότι το ΔΟΚΟ με αριθμό εγγραφής LL30578, είναι ιδιοκτησίας του Γεώργιου Γεωργίου, το οποίο κλάπηκε μεταξύ των ημερομηνιών 2-3/3/2010 από υποστατικό στην περιοχή Ζυγίου-Τόχνης και καταγγέλθηκε την 3.3.2010 ως κλοπιμαίο. Ενόψει των πιο πάνω την ίδια μέρα 6/8/2013, εναντίον του κατηγορούμενου, εξασφαλίστηκε δεύτερο ένταλμα σύλληψης, σχετικά με τα νέα αδικήματα που προέκυψαν. Και πάλι ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε από τον Αστυφ. 3795, αλλά δεν εντοπίστηκε και καταζητείτο. Την 13/8/2013 και ώρα 2145, ο Μ.28 Αστυφ. 3795 με τη βοήθεια ένστολων μελών της ΜΜΑΔ, εντόπισε και συνέλαβε στην οδό Μακαρίου Γ΄ στον Ύψωνα, τον κατηγορούμενο, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του. Αφού ο Αστυφ. 3795 του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Μα ποιον όπλο; Ήταν να έρτω που μόνος μου». Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα του Αρχηγείου Αστυνομίας Υπ/μο Χρ. Αντωνίου στο εν λόγω ΔΟΚΟ, το οποίο είναι σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, είχαν αποκοπεί οι κάννες του με αποτέλεσμα το συνολικό μήκος του όπλου να μετατραπεί σε 40,5 cm αντί 61,5 cm που ήταν οι προδιαγραφές του. Λόγω της πιο πάνω κατάστασής του, η κατοχή και η χρήση του είναι παράνομη. Ο κατηγορούμενος έχει μία προηγούμενη καταδίκη ως ακολούθως: Ποινική Υπόθεση 4070/2001, Κακουργιοδικείο Λεμεσού, καταδίκη την 6.12.2001 για το αδίκημα του εμπρησμού [Άρθρο 315(Α)] Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης 5 έτη.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου με την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του έκανε αναφορά και στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το όπλο και τα φυσίγγια περιήλθαν στην κατοχή του πελάτη του. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι στα πλαίσια μετακόμισης ο κατηγορούμενος μετέφερε αρκετά πράγματα που δεν χρειαζόταν στο σκουπιδότοπο «Βατί» στα Πάνω Πολεμίδια. Εκεί βρήκε το όπλο και τα δύο φυσίγγια τα οποία πήρε και μετέφερε στην οικία του. Ενώ περιεργαζόταν το συγκεκριμένο όπλο εν γνώσει του ότι ήταν έμφορτο, ατυχώς έθεσε σε λειτουργία τη σκανδάλη. Αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο οποίος από τον πρώτο του γάμο έχει τρεις θυγατέρες ηλικίας 19, 20, 25 ετών, ενώ από το δεύτερο του γάμο που συνήψε με αλλοδαπή έχουν αποκτήσει ένα αγοράκι ηλικίας 7 ετών. Υποστηρίζει οικονομικά τους γονείς του ηλικίας 84 και 80 ετών οι οποίοι δεν έχουν τα οικονομικά μέσα. Αναφορά έκανε και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στις δυσμενείς συνέπειες που θα έχει σ΄ αυτόν η επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφερε και θα σταθούμε στο υπόλοιπο περιεχόμενο της αγόρευσής του όπου ήθελε κριθεί αναγκαία. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά αφού ο Νόμος προβλέπει γι΄ αυτά ποινές φυλάκισης και μάλιστα αρκετών ετών. Πιο σοβαρή βεβαίως είναι η 1η κατηγορία ενόψει της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην πρόσφατη απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166 ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου G3, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κάθε μία. Στην κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Είχε δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, πλαστογραφίες κλπ, και έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ως άνω ποινές τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί κάθε φορά που παρανομεί να προβάλλει τα θέματα της υγείας του. Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πιστολιού και κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 φυσιγγίων με τα οποία το πιστόλι ήταν οπλισμένο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως καταφανώς υπερβολικές. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα ο εφεσείων μετέφερε το πιστόλι σε νυχτερινό κέντρο όπου υπηρετούσε ως φρουρός. Αποκάλυψε στους αστυνομικούς την κατοχή του πιστολιού όταν τον πληροφόρησαν ότι θα τον υπέβαλλαν σε σωματική έρευνα, που αναπόδραστα θα αποκάλυπτε την κατοχή του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις επιβληθείσες ποινές, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 283: «Η ποινή υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία ως ορθή και απόλυτα δικαιολογημένη από τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα και περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Όντως η μεταφορά ένσφαιρου όπλου ως εφοδίου για την εκτέλεση της εργασίας προσώπου και δη σε νυχτερινό κέντρο, συνιστά σοβαρό έγκλημα. Αναφορά έγινε και από το δικηγόρο της Δημοκρατίας σε σειρά αποφάσεων αποκαλυπτικών των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμούνται. Η μεταφορά όπλου είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του. Ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις προσλαμβάνουν τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων, όταν αναλογισθούμε ότι μετέφερε το όπλο ως εφόδιο της εργασίας του σε νυχτερινό κέντρο, συμπεριφορά που εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα.» Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στην Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης που αφορούσαν σε κατηγορίες κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατοχής πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, κατοχής περιστρόφου άνευ ειδικής άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου και κλοπής. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: «Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.» Ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος αλλά επεσήμανε πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές παρόλο που ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές όχι όμως εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 582 μειώθηκαν από το Εφετείο διάφορες ποινές που επεβλήθηκαν για κατοχή αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών διαφόρων τύπων με ανώτατη την ποινή φυλάκισης 2 ½ χρόνων σε 16 μήνες. Στην Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια. Το Εφετείο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 651: «Εξετάσαμε τα γεγονότα της υπόθεσης με όλα τα ελαφρυντικά που είχε δεχθεί το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας το συγκεκριμένο βράδυ να πήγαινε ο εφεσείων να παραδώσει το όπλο στο φίλο του αστυνομικό. Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποθέσεις που η ποινή για κατοχή πιστολιού ήταν λιγότερη και το Εφετείο, σε παράπονο του εφεσείοντα ότι ήταν υπερβολική απέρριψε την έφεση χωρίς να αυξήσει την ποινή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρή η ποινή. Για παράδειγμα στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 CLR 185 για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επεβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 84, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 204/11 ημερομηνίας 20/6/12 ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Στην Κίτα ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 11/2011 ημερομηνίας 6.7.12 η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια την μια την τοποθέτησε στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες μικρότερες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανάφερε τα ακόλουθα: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποίας ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Πιο κάτω στην ίδια σελίδα καταγράφονται τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου μας κάλεσε να δώσουμε βαρύτητα και στο γεγονός ότι το όπλο ήταν κυνηγετικό. Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι «Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Θα δώσουμε βαρύτητα προς όφελος του κατηγορουμένου σ΄ αυτό τον παράγοντα, χωρίς όμως να αγνοούμε ότι το όπλο είχε μεταποιηθεί αφού είχαν αποκοπεί οι κάννες του με αποτέλεσμα το μήκος του να μετατραπεί σε 40,5 cm αντί 61,5 cm που ήταν οι προδιαγραφές του. Μάλιστα αυτή η μετατροπή καθιστά την κατοχή και τη χρήση του παράνομη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι «πρόθεση του πελάτη του ήταν στη συνέχεια να παρέδιδε το όπλο στην αστυνομία, δεν το έπραξε, ενώ είχε το χρόνο να το πράξει». Πράγματι όπως διαφαίνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ενώ ο κατηγορούμενος μπορούσε να παραδώσει το όπλο από τις 4.8.13 δεν το έπραξε. Μάλιστα, στις 4.8.13 και αφού είχε ήδη χρησιμοποιήσει το όπλο και μπορούσε να το παραδώσει στην αστυνομία, αφού ο ίδιος ήταν έξω από την οικία του εντός της οποίας βρισκόταν το όπλο, δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να το παραδώσει, τουναντίον δήλωσε στην αστυνομία ότι θα μετέβαινε στη θάλασσα. Εν πάση περιπτώσει θα δώσουμε κάποια βαρύτητα και σ΄ αυτή την πρόθεση για την οποία έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν υπήρχε σκοπός εκ μέρους του κατηγορούμενου να χρησιμοποιήσει το όπλο (το οποίο ήταν κλοπιμαίο) για οποιανδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό θα συνιστούσε επιβαρυντικό για τον κατηγορούμενο παράγοντα, κάτι το οποίο δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση Chronyy (πιο πάνω) το Εφετείο θεώρησε ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε ως μετριαστικό παράγοντα το ότι δεν ετέθη ενώπιον του μαρτυρία για πρόθεση χρήσης του τυφεκίου ή για προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου. Εκείνο που έχει σημασία, λέχθηκε, είναι το γεγονός ότι η κατοχή πυροβόλου όπλου και μάλιστα και πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής, κίνδυνος που εδώ εκδηλώθηκε αφού ο κατηγορούμενος ενώ κατείχε και περιεργαζόταν πρωινές ώρες
(0340)της 4ης Αυγούστου 2013 το επίδικο όπλο, έμφορτο με το επίδικο μονόβολο φυσίγγιο, λόγω αμελούς χρήσης έθεσε σε λειτουργία τη σκανδάλη με αποτέλεσμα η βολίδα να κατευθυνθεί και να πλήξει οικία γείτονα του. Ως ελέχθη, ο ιδιοκτήτης της γειτονικής οικίας, η οποία εφάπτεται στη βόρεια πλευρά με την οικία του κατηγορούμενου, εντόπισε αργότερα την ίδια ημέρα μία τρύπα στο γυαλί εξωτερικής πόρτας δωματίου στη βόρεια πλευρά της οικίας του, το οποίο χρησιμοποιείται ως γραφείο. Μάλιστα μολύβδινα παραμορφωμένα τεμάχια του μονόβολου φυσιγγίου που χρησιμοποιήθηκε, εντοπίστηκαν εντός του πιο πάνω δωματίου του παραπονούμενου. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο πυροβολισμός ρίφθηκε από τον κατηγορούμενο, ως πιο πάνω αναφέρεται. Είναι αλήθεια, ως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι δεν υπήρξε τραυματισμός οποιουδήποτε προσώπου αλλά μόνο υλικές ζημιές. Θα λέγαμε όμως ότι είναι από ευτυχείς συγκυρίες που δεν υπήρξαν τέτοιοι τραυματισμοί αν αναλογιστεί κανείς ότι η βολίδα έπληξε δωμάτιο της οικίας του παραπονούμενου που χρησιμοποιείται ως γραφείο. Μάλιστα στην πορεία της προκάλεσε ζημιά σε ξύλινο έπιπλο βιβλιοθήκης που βρισκόταν εντός του εν λόγω δωματίου. Ο μετριαστικός παράγων της συνεργασίας του κατηγορούμενου με την αστυνομία ελλείπει. Ο κατηγορούμενος μετά τη ρίψη του πυροβολισμού τοποθετεί το όπλο κάτω από ρούχα μέσα στο μπάνιο της οικίας που διαμένει και φεύγει. Μάλιστα στις 4.8.13 όταν έφθασε η αστυνομία στη σκηνή για να διενεργήσει επιτόπιες εξετάσεις, ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν έξω από την οικία του, επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο και αναχώρησε λέγοντας στον Υπ/μο Μ. Νικολάου ότι θα μεταβεί στη θάλασσα. Η αστυνομία θέτει υπό φρούρηση την οικία του κατηγορούμενου και εξασφαλίζει δικαστικό ένταλμα έρευνας αυτής. Το ένταλμα εκτελείται με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω, στην απουσία του κατηγορούμενου. Το όπλο ανευρίσκεται κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Ο κατηγορούμενος καταζητείται και τελικά συλλαμβάνεται στις 13.8.13. Όταν συλλαμβάνεται, του εξηγούνται οι λόγοι της σύλληψής του και δίδει την ακόλουθη απάντηση: «Μα ποιο όπλο; Ήταν να έρτω που μόνος μου». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου δικαιολόγησε την πιο πάνω συμπεριφορά του πελάτη του λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο επειδή είχε την προηγούμενη καταδίκη και επειδή ήταν βαριά άρρωστος ο πατέρας του, ήταν έντονα συγχυσμένος και συναισθηματικά φορτισμένος. Το ουσιώδες βεβαίως εδώ είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν συνεργάστηκε με την αστυνομία. Αν συνεργαζόταν θα είχε πρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα. Στη Βασιλείου (πιο πάνω) δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι συνεργαστήκαν ευθύς εξαρχής με την αστυνομία, χωρίς δε αυτή τη συνεργασία ενδεχομένως να μην εντοπίζετο η τσάντα με τα πυρομαχικά και τον οπλισμό. Δεν παραβλέπουμε τις οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι αυτός στηρίζει οικονομικά δύο ενήλικες θυγατέρες του από τον πρώτο του γάμο και τους ηλικιωμένους γονείς του ηλικίας 84 και 80 ετών αντίστοιχα. Δεν αγνοούμε ούτε το γεγονός ότι είναι ο προστάτης της οικογένειας του αφού σήμερα είναι νυμφευμένος με αλλοδαπή με την οποία απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας 7 ετών. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Celik and others v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, 394 οι κατηγορούμενοι ήταν προστάτες πολυμελών οικογενειών και το Εφετείο δεν επενέβηκε στην επιβληθείσα ποινή. Σε σχέση με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί στην επαρχία Λεμεσού δύο καφετέριες και ότι αυτές θα κλείσουν σε περίπτωση που του επιβληθεί ποινή άμεσης φυλάκισης, γιατί δεν θα υπάρχει άλλο πρόσωπο να τις διαχειρίζεται, είναι κάτι που θα λάβουμε υπόψη μαζί με όλα τα άλλα έχοντας πάντα κατά νου ότι στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135 λέχθηκε ότι «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.» Ο κατηγορούμενος εδώ βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά στο σοβαρό αδίκημα του εμπρησμού. Συγκεκριμένα καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στις 6.12.2001 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Ως γνωστό, κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα προσεγγίσουμε την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου, η οποία βεβαίως δεν αγνοούμε ότι είναι παλαιά. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία ήταν άμεση. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Από την άλλη, παρατηρούμε πως το επίδικο όπλο βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας της οικίας του, και αφού είχε προηγηθεί η χρήση του, ως πιο πάνω αναφέρεται. Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 16 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Αναφορικά με το μονόβολο φυσίγγιο για το οποίο γίνεται αναφορά στην 3η κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή αφού τα γεγονότα σε σχέση με αυτό, εμπεριέχονται στην 4η κατηγορία στην οποία έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34). Σε σχέση με την κατοχή ενός κυνηγετικού φυσιγγίου, για το οποίο γίνεται αναφορά στην 3η κατηγορία, αποφασίσαμε να μην επιβάλουμε ποινή. Οι ποινές να συντρέχουν. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν.95/72)με το Ν.186
(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 221/12, ημερ. 19.12.12). Στις Ποιν. Εφέσεις 64-69/2013 Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, απόφαση ημερ. 21.6.13, το Εφετείο ανέστειλε ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε κατηγορούμενους κυρίως λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας τους (ήταν ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών), λόγω του λευκού τους ποινικού μητρώου και λόγω του γεγονότος ότι θα επηρεαζόταν η φοίτησή τους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή η συνέχιση των σπουδών τους. Εδώ, ως έχουμε ήδη αναφέρει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος στις 4.8.2013 κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ και ειδικότερα ΔΟΚΟ από το οποίο αποκόπηκαν οι κάννες του με αποτέλεσμα το συνολικό μήκος του όπλου να μετατραπεί σε 40,5 cm αντί 61,5 cm που ήταν οι προδιαγραφές του. Η κατοχή και η χρήση του είναι παράνομη. Περαιτέρω το χρησιμοποίησε κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω με αποτέλεσμα βολίδα που προερχόταν από το μονόβολο φυσίγγιο να κατευθυνθεί και να πλήξει δωμάτιο γειτονικής κατοικίας, το οποίο χρησιμοποιείται ως γραφείο. Ως ελέχθη, στην πορεία της προκάλεσε ζημιά σε ξύλινο έπιπλο βιβλιοθήκης που βρισκόταν εντός του εν λόγω δωματίου. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος βαρύνεται και με μία προηγούμενη καταδίκη για το αδίκημα του εμπρησμού, δεν συνεργάστηκε με την αστυνομία και δεν βοήθησε στην ανεύρεση του όπλου, το οποίο εντοπίστηκε από την αστυνομία κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας της οικίας του. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ως επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου βρίσκουμε ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση και δη από τις 13.8.2013. Το επίδικο όπλο κατάσχεται και να καταστραφεί. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. .../ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά-Κατοχή πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.