Δημοκρατία ν. Hamisi Mwinyi Hamisi κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12710/2013, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2013:18 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12710/2013 Δημοκρατία ν.
- Hamisi Mwinyi Hamisi
- Mwapofu Swaleh Mohamed Κατηγορουμένων ....... Ημερομηνία: 10.12.2013 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ο. Σοφοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας (κ. Γ. Αργυρού για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Π. Παυλίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι, Κενυατικής καταγωγής, βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε δύο σοβαρές κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Η πιο σοβαρή κατηγορία είναι η 2η κατηγορία, η οποία αφορά σε βιασμό κατά παράβαση των άρθρων 144, 145 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας οι κατηγορούμενοι στις 10.6.2013 στη Λεμεσό ήλθαν σε παράνομη συνουσία μετά θήλεος, δηλαδή μετά της Rosalie Caducoy Flores από τις Φιλιππίνες άνευ της συναινέσεως της. Η 1η κατηγορία αφορά σε συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371, 144 και 145 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής οι κατηγορούμενοι την 10.6.2013 στη Λεμεσό συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή βιασμό. Ως ελέχθη πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα αφού οι κατηγορούμενοι είχαν κάθε δικαίωμα να αρνηθούν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Στην παρούσα απόφαση θα παραθέσουμε αυτολεξεί από την καταδικαστική μας απόφαση ημερομηνίας 4.12.2013, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. «Η παραπονούμενη, οικιακή βοηθός στην Κύπρο, και ο κατηγορούμενος 1, εργάτης στο πλοίο "EDT SERVE", στο παρελθόν υπήρξαν ερωτικό ζευγάρι. Το 2010 χώρισαν ως ερωτικό ζευγάρι αφού η παραπονούμενη δεν ήθελε τον κατηγορούμενο 1 ως ερωτικό της σύντροφο. Συνέχισαν όμως να είναι φίλοι. Η παραπονούμενη γνώριζε και είχε φιλικές σχέσεις και με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι ξάδελφος του κατηγορούμενου
- Η παραπονούμενη εμπιστευόταν και τους δύο κατηγορούμενους, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζονταν στο ίδιο πλοίο. Στη βάση αυτών των φιλικών σχέσεων η παραπονούμενη συναντούσε τον κατηγορούμενο 1, κάποιες φορές και με άλλους φίλους, όταν είχε τις ημεραργίες της όπου συνομιλούσαν. Η συνάντηση συνήθως ελάμβανε χώρα στην παραλία στην περιοχή του μόλου. Το πρωί στις 9.6.2013, η παραπονούμενη πήρε το ρεπό της. Γύρω στις 11:00 το πρωί της ίδιας ημέρας, μετέβηκε στην οικία του Ρουμάνου ερωτικού της φίλου, όπου παρέμεινε περίπου μέχρι τις 3:30 το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα έκανε κολπικό έρωτα με το φίλο της. Στη συνέχεια, γύρω στις 4:00 μ.μ., μετέβηκε με λεωφορείο στη μπιραρία του Αντρέα που βρίσκεται στο μόλο. Εκεί συνάντησε πολύ κόσμο, ανάμεσα σε αυτούς και τον κατηγορούμενο 1 με τον οποίο απλά χαιρετίστηκε. Ακολούθως μετέβηκε σε διαμέρισμα φίλης της όπου εκεί υπήρχαν και άλλες φίλες της. Στο διαμέρισμα ήπιε κόκκινο κρασί αλλά δεν μέθυσε. Ενόσω ήταν στο διαμέρισμα ο κατηγορούμενος 1 την καλούσε στο τηλέφωνο και της ζητούσε να συναντηθούν. Το ίδιο έκανε και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος επίσης την καλούσε να τους συναντήσει. Γύρω στις 8:00 το βράδυ μετέβηκε απέναντι από το Photo Takis όπου συνάντησε και τους δύο κατηγορούμενους (πρώτα συνάντησε τον κατηγορούμενο 2). Επειδή είχε πολύ κόσμο αποφάσισαν να μεταβούν στη μπιραρία του Αντρέα για να μιλήσουν. Να σημειωθεί εδώ ότι η μπιραρία του Αντρέα εκείνη την ώρα ήταν κλειστή όμως έξω υπήρχαν τραπέζια και καρέκλες και μπορούσε κάποιος να καθίσει. Κάθισαν και οι τρεις έξω από τη μπιραρία του Αντρέα όπου κουβέντιαζαν φιλικά χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρέμειναν εκεί μέχρι που η παραπονούμενη αποφάσισε να φύγει για να επιστρέψει στην οικία της. Έφυγαν μαζί και περπατούσαν προς την παραλία. Καθώς περπατούσαν, και ενώ βρίσκονταν κοντά σε μία εγκαταλελειμμένη αποθήκη, και οι δύο κατηγορούμενοι την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της και την οδήγησαν εντός αυτής. Η παραπονούμενη τότε τους ρώτησε τι έκαναν και οι κατηγορούμενοι της απάντησαν ότι ήθελαν να κάνουν σεξ μαζί της. Αυτή αρνήθηκε και τους είπε να την αφήσουν να φύγει. Αντί αυτού ο κατηγορούμενος 2 της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του κατηγορούμενου 2, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος, καθιστώντας έτσι δυνατό το βιασμό της από τον κατηγορούμενο
- Έκλαιγε και φώναζε αλλά οι κατηγορούμενοι συνέχιζαν. Μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 έβαλε αρκετές φορές τα δάχτυλά του στον πρωκτό και στον κόλπο της. Όταν ο κατηγορούμενος 1 εκσπερμάτωσε στα ρούχα της, βγήκε έξω από την αποθήκη. Τότε προσπάθησε να τη βιάσει και ο κατηγορούμενος
- Η παραπονούμενη βρήκε μία μπουκάλα εντός της αποθήκης με την οποία χτύπησε στο κεφάλι τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος τότε άφησε την παραπονούμενη και αυτή βρήκε την ευκαιρία να απομακρυνθεί. Από την πάλη που έκανε και με τους δύο κατηγορούμενους για να αποφύγει να βιαστεί τραυματίστηκε. Για τα τραύματά της αυτά σχετική είναι η έκθεση του Ν. Χαραλάμπους, Τεκμήριο 41 και οι φωτογραφίες με αριθμούς 14-20 και όχι μόνο, από το Τεκμήριο
- Από τη βίαιη είσοδο των δαχτύλων του κατηγορούμενου 2 στον πρωκτό της η παραπονούμενη παρουσίασε εκχυμώσεις στην πρωκτική περιοχή με πολλαπλές ρήξεις του βλεννογόνου του πρωκτικού σωλήνα. Σχετική είναι η πιο πάνω έκθεση του κ. Ν. Χαραλάμπους και οι φωτογραφίες με αριθμούς 52-59 από το Τεκμήριο
- Η παραπονούμενη αφού κατάφερε να απομακρυνθεί από τους κατηγορούμενους, περίμενε μέχρι να εγκαταλείψουν το μέρος και οι δύο κατηγορούμενοι για να πάρει και πήρε τελικά την τσάντα της, την οποία της είχαν πάρει προηγουμένως οι κατηγορούμενοι, και στην οποία υπήρχαν χρήσιμα έγγραφα για την ίδια. Να σημειώσουμε ότι προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 στην προσπάθεια του να πλησιάσει εκ νέου την παραπονούμενη προθυμοποιήθηκε να της δώσει την τσάντα της, η παραπονούμενη όμως αρνήθηκε να τον πλησιάσει για να την πάρει και αυτός την πέταξε στο έδαφος. Η παραπονούμενη στη συνέχεια κατευθύνθηκε με τα πόδια προς μια μπιραρία που ήταν ανοικτή. (Πρόκειται για τη μπιραρία "Cave Inn" που βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου απέναντι από την επίχωση). Εκεί στον πρώτο άντρα που συναντά (Μ.Κ.2) αναφέρει ότι έπεσε θύμα βιασμού από μαύρους (χρησιμοποιούμε τη λέξη που η ίδια η παραπονούμενη χρησιμοποίησε). Για το τι επακολούθησε παραπέμπουμε στην πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία. Η παραπονούμενη κάποιες φορές βλέπει στον ύπνο της τις τραυματικές εμπειρίες που είχε από το βιασμό της, κλαίει και μιλά μόνη της.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στις προσωπικές - οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων. Θα παραθέσουμε σε γενικές γραμμές τα όσα μας ανέφερε. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 46 ετών. Είναι νυμφευμένος εδώ και 14 χρόνια και πατέρας τριών ανήλικων τέκνων ηλικίας 13, 8 και 3 ετών. Διαμένει μαζί με την πεθερά του σε οικία της πεθεράς του. Εργάζεται σε συγκεκριμένη εταιρεία που δραστηριοποιείται στο νέο λιμάνι Λεμεσού, με μηνιαίο μισθό $700 και υποστηρίζει οικονομικά την οικογένεια του. Μετά τη σύλληψή του δεν λαμβάνει μισθό με αποτέλεσμα τα δύο παιδιά του, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, να διακόψουν τη φοίτησή τους σε ιδιωτικό σχολείο και να φοιτήσουν σε δημόσιο σχολείο. Στο παρόν στάδιο η οικογένεια του υποστηρίζεται από διάφορους φίλους και συγγενείς. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 38 ετών. Στην ηλικία των 8 ετών έχασε τον πατέρα του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο. Επειδή είναι Μωαμεθανός έχει δύο συζύγους στη χώρα του με τις οποίες έχει αποκτήσει από ένα παιδί, ηλικίας 3 και 4 ετών. Οι σύζυγοί του δεν εργάζονται και διαμένουν στο σπίτι της μητέρας του. Εργάζεται στην ίδια εταιρεία στην οποία εργάζεται και ο κατηγορούμενος 1, και ελάμβανε τον ίδιο μισθό αφού σήμερα η εργοδότρια εταιρεία δεν του καταβάλλει μισθό, με αποτέλεσμα η οικογένεια να υποστηρίζεται οικονομικά από φίλους και συγγενείς. Το αδίκημα του βιασμού είναι ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Θα πρέπει εδώ να σχολιάσουμε ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια τα σεξουαλικά αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Όπως αναφέρθηκε και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 551, εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Βρίσκουμε, για το λόγο που έχουμε αναφέρει πιο πάνω, πως στις υποθέσεις βιασμού δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123). Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην πρόσφατη απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στη Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορία βιασμού. Κατά το χρόνο διάπραξης του βιασμού ήταν 20 περίπου ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 5 ετών. Επικαλέστηκε τη στάση της παραπονούμενης που ίσως του έδωσε την καλόπιστη εντύπωση πως ήταν διατεθειμένη να έρθει σε συνουσία μαζί του, τον περιορισμένο ρόλο του σε σύγκριση με τον πρωτεύοντα ρόλο συγκατηγορούμενου του, το γεγονός ότι είχε αρραβωνιαστεί, την κακή κατάσταση της υγείας του και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη δίκη του. Σε σχέση με το τελευταίο, το αδίκημα έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1994 και η υπόθεση καταχωρίστηκε το 1997. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά την ανυπαρξία στοιχείων ως προς τους λόγους της ποινικής δίωξης το 1997έλαβε υπόψη του την καθυστέρηση, παρόλο που αυτή η πτυχή δεν είχε θιγεί από την Υπεράσπιση, ως παράγοντα που δικαιολογούσε μετριασμό της ποινής. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, έκρινε ότι η ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική και συνεπώς δεν υπήρχε περιθώριο για παρέμβαση προς μείωση αυτής. Στη Γιάγκου (Μογγόλος) v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ανάμεσα σε άλλες κατηγορίες και κατηγορίες βιασμού μητέρας και κόρης. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών. Το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις ιδιαίτερα δυσμενείς για τον κατηγορούμενο περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και στις συνέπειες αυτών στα θύματα, επεκύρωσε τις ποινές αφού έκρινε πως αυτές δεν ήταν έκδηλα υπερβολικές. Στην υπόθεση Zulfigar Ali Rana κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2004)2 ΑΑΔ 489, οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 23 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, καταδικάστηκαν για το αδίκημα του βιασμού Ιρλανδής ηλικίας 24 ετών. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 13 της απόφασης: «Βάσει του άρθρου 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το έγκλημα του βιασμού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και δια βίου. Η μέγιστη αυτή ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η δραστηριότητα των εφεσειόντων, όπως ορθά τόνισε το Κακουργιοδικείο, ήταν βάναυση. Η παραπονούμενη ξυλοκοπήθηκε και κακοποιήθηκε. Απειλήθηκε ακόμα και με τη ζωή της προκειμένου να συγκατανεύσει στις ορέξεις των εφεσειόντων.» Στην B.E.K. v. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 228 ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης αφού παραβίασε την μπαλκονόπορτα της οικίας της. Υπό την απειλή ότι θα την σκότωνε, αν δεν συγκατάνευε, τη βίασε επιτόπου για τρεις σχεδόν ώρες. Στη συνέχεια τη μετέφερε με το αυτοκίνητό του στην περιοχή Κοτσιάτη όπου και πάλι τη βίασε με βάναυσο, ταπεινωτικό και εξευτελιστικό τρόπο. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του τα χρόνια ψυχωσικά προβλήματα του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων είχε κάνει χρήση κοκαΐνης ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, με αποτέλεσμα να ενεργήσει παρορμητικά και χωρίς προσχεδιασμό, «έχοντας όμως αντίληψη των ενεργειών του και επίγνωση των επιπτώσεων από τις παράνομες πράξεις του». Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη άλλες 11 υποθέσεις που αφορούσαν σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Ο κατηγορούμενος είχε και προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα ληστείας, διάρρηξης και κλοπής, κακόβουλης ζημιάς και κοινής επίθεσης. Για τα αδικήματα του βιασμού, το Κακουργιοδικείο κατόπιν παραδοχής, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών. Διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές αρχίζουν μετά τη λήξη της ποινής φυλάκισης 3 ετών που εξέτιε σε σχέση με ποινική υπόθεση που αφορούσε σε αριθμό διαρρήξεων. Το Εφετείο αφού συμφώνησε με το Κακουργιοδικείο ότι οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων εντάσσουν την υπόθεση στις χειρότερες του είδους, απέρριψε την έφεση. Στην Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259 ο κατηγορούμενος, ηλικίας 24 ετών, βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τρεις κατηγορίες, ανάμεσα σε αυτές σε κατηγορία βιασμού. Για την κατηγορία αυτή του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών. Εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο παρόλο που συμφώνησε με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού κυρίως λόγω της μικρής έκτασης βίας που χρησιμοποιήθηκε και του χρόνου που χρειάστηκε για να συντελεστεί η πράξη επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή με το ακόλουθο σκεπτικό (το οποίο παρατίθεται στη σελίδα 265 της απόφασης): «Δε συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Δημητρίου - ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική - καίτοι, όπως το Κακουργιοδικείο διέκρινε, και συμφωνούμε σ' αυτό, ελλείπουν από τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος τα επιβαρυντικά στοιχεία της άσκησης υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής. Η έλλειψη, βέβαια, των πιο πάνω παραγόντων, δε μειώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος, με δεδομένο ότι ο εφεσείων, καθώς προκύπτει από τα γεγονότα, προσχεδίασε την πράξη του. Παρακολούθησε την παραπονούμενη και, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν μόνη, μπήκε στο διαμέρισμα της, προσβάλλοντας πρώτα το αίσθημα ασφάλειας και ελευθερίας που κάθε άνθρωπος δικαιούται όταν βρίσκεται στο σπίτι του και, στη συνέχεια, την ίδια την παραπονούμενη. Η ερώτησή της προς αυτόν: «τι θέλει», δεν τον προβληματίζει και ούτε τον σταματά, αφού έχει ήδη αποφασίσει το σκοπό της εισόδου του. Χρησιμοποίησε όση βία χρειάστηκε για να κάμψει την αντίσταση της παραπονούμενης, η οποία, με κανένα τρόπο δεν τον ενθάρρυνε. Οι συνθήκες αυτές προσμετρούν στο αυστηρό της ποινής.» Στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 229 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του σε λεωφόρο στη Λεμεσό. Η παραπονούμενη, αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα, περίμενε στο σταθμό λεωφορείων για να μεταβεί σε παρεκκλήσι της Αγίας Θέκλας. Ο κατηγορούμενος την πλησίασε και της πρότεινε να τη μεταφέρει στον προορισμό της. Η παραπονούμενη δέχθηκε και εισήλθε εντός του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ο οποίος τελικά οδήγησε το αυτοκίνητό του σε απόμερο χώρο το οποίο και στάθμευσε. Στη συνέχεια τη βίασε εντός του αυτοκινήτου. Ακολούθως οδήγησε το αυτοκίνητό του με την παραπονούμενη ως επιβάτιδα πίσω στην πόλη. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, όταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν χαμηλή, η παραπονούμενη πήδησε έξω. Παραπονέθηκε δε στον πρώτο πολίτη που βρήκε στο δρόμο της. Όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε παραδέχθηκε την πράξη του λέγοντας πως έκανε λάθος. Στο Κακουργιοδικείο αρνήθηκε ενοχή, σε μεταγενέστερο όμως στάδιο παραδέχθηκε την κατηγορία. Η παραπονούμενη δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τον συγχώρεσε. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Φιλίππου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2007)2 ΑΑΔ 341 ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και σε κατηγορία βιασμού. Στην κατηγορία του βιασμού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Σε σχέση με την εν λόγω ποινή καταχωρίστηκε έφεση τόσο εκ μέρους του κατηγορουμένου όσο και εκ μέρους της Δημοκρατίας. Η τελευταία εισηγήθηκε πως η ποινή για να ήταν αποτρεπτική θα έπρεπε να ήταν κατά πολύ αυστηρότερη αφού ο κατηγορούμενος βαρυνόταν και με δύο προηγούμενες καταδίκες που είχαν το στοιχείο της βίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τις δύο εφέσεις αφού βρήκε πως δεν υπήρξε τέτοιο σφάλμα ή τέτοια υπέρβαση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση που να δικαιολογεί παρέμβαση του Εφετείου. Στην Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 323 ο εφεσείων ηλικίας 27 ετών κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε αρκετές κατηγορίες ανάμεσα σε αυτές και σε κατηγορία βιασμού γυναίκας. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και βοήθησε στην αποκάλυψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε. Στις 6.11.2007 εισήλθε παράνομα στην οικία της παραπονούμενης και υπό την απειλή μαχαιριού τη βίασε από τον κόλπο. Την υποχρέωσε να του κάμει στοματικό έρωτα και ακολούθως εισήλθε εκ νέου στον κόλπο της δύο έως τρεις φορές. Αφού την απείλησε να μην καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία «γιατί θα την έβρισκε», έφυγε από την εξωτερική πόρτα του διαμερίσματος. Όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα στην παρουσία του τρίχρονου υιού της παραπονούμενης, ο οποίος έβλεπε το τι διαδραματιζόταν. Συνολικά σε διάστημα περίπου 12 μηνών, ο κατηγορούμενος διέπραξε επτά άσεμνες επιθέσεις και ένα βιασμό. Τα προηγούμενα αδικήματα παρέμειναν ανεξιχνίαστα, μέχρι που οδήγησαν στη διάπραξη του βιασμού. Για το αδίκημα του βιασμού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Κρίθηκαν ως επιβαρυντικοί παράγοντες, η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου στην οικία της παραπονούμενης, η χρήση μαχαιριού για τον εκφοβισμό της, ο επαναλαμβανόμενος βιασμός, ο εξευτελισμός και ταπείνωση της παραπονούμενης με τη διαστροφική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι ο βιασμός έλαβε χώρα στην παρουσία του τρίχρονου παιδιού της. Στην Ποινική Έφεση 155/2010, Κύπρος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερ. 20.2.2012, το Εφετείο για τους λόγους που αναφέρει μείωσε για το αδίκημα του βιασμού την ποινή των οκτώ ετών που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, σε έξι έτη. Στις Ποινικές Εφέσεις 65/12 και 70/12 Sammy John Lee Trussler, Απόφαση ημερ. 16.1.13, το Κακουργιοδικείο επέβαλε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα του βιασμού. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την ποινή ως ανεπαρκή. Το Εφετείο επανέλαβε ότι το αδίκημα του βιασμού είναι ιδιαίτερα σοβαρό αφού δεν στρέφεται μόνο κατά των ηθών αλλά προσβάλλει ταυτόχρονα και την προσωπικότητα του θύματος. Παρόλο που έκρινε την ποινή ως επιεική, δεν τη θεώρησε ως έκδηλα ανεπαρκή για να επέμβει. Φαίνεται, όπως και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου
(1996)2 ΑΑΔ 192, πως το Εφετείο αποφάσισε να μην επέμβει στην επιλογή του Κακουργιοδικείου να κρίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση με επιείκεια. Στις Ποινικές Εφέσεις 218/11 και 222/11 Ανδρέας Γερμανός ν. Δημοκρατίας και Χριστάκης Πελοπίδας ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερ. 19.7.2013, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Ανδρέα Γερμανό για το αδίκημα του βιασμού. Ποινή φυλάκισης 13 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χριστάκη Πελοπίδα για το ίδιο αδίκημα, μειώθηκε σε 11 χρόνια, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή του δεν εδικαιολογείτο να ήταν αυστηρότερη. Ως προς την συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος του βιασμού σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση προσφέρει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam & Others
(1986)3 Crim. App. Rep. (S) 48 σελ. 50 και 51 στην οποία σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. ................................ Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
(1)η βία που χρησιμοποιήθη είναι υπερβολική
(2)όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα
(3)όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται
(4)όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί
(5)όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας
(6)όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό
(7)το θύμα είτε είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο
(8)οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιάζουσης σοβαρότητας. Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν, η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο. Η περαιτέρω ταλαιπωρία (distress) του θύματος όταν αυτό δίδει μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από άλλα αδικήματα, θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να έχει ως αποτέλεσμα κάποια έκπτωση από την ποινή που θα επιβαλλόταν. Το ύψος της έκπτωσης αυτής βεβαίως ερείζεται σ' όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας καταδίκης σε περίπτωση ακρόασης. Το γεγονός ότι το θύμα δύναται να θεωρηθεί ότι έχει εκθέσει τον εαυτό του στον κίνδυνο με το να συμπεριφερθεί ασύνετα (όπως να αποδεχθεί από άγνωστο πρόσωπο να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο) δεν είναι ελαφρυντικό στοιχείο. Οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες του θύματος επίσης δεν είναι σχετικός παράγοντας. Αλλά εάν το θύμα έχει συμπεριφερθεί με τρόπο ο οποίος είχε υπολογισθεί να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στο να πιστεύει ότι θα αποδεχόταν την συνουσία, τότε αυτό είναι ελαφρυντικό για την ποινή. Προηγούμενος καλός χαρακτήρας δεν είναι παρά περιορισμένης σχετικότητας». Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και ιδίως του βιασμού, είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους. Οι τελευταίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός ότι η παραπονούμενη τους εμπιστευόταν και τους θεωρούσε φίλους της. Στα πλαίσια αυτής της εμπιστοσύνης η παραπονούμενη, κατόπιν δικής τους παράκλησης, τους συνάντησε την επίδικη ημερομηνία και συνομιλούσε μαζί τους πάνω σε φιλική βάση. Όταν η παραπονούμενη αποφάσισε να φύγει για να επιστρέψει στην οικία της, οι κατηγορούμενοι την ακολούθησαν και περπατούσαν μαζί της προς την παραλία. Μόλις πλησίασαν σε μία εγκαταλελειμμένη αποθήκη, οι κατηγορούμενοι άδραξαν την ευκαιρία και την έσπρωξαν εντός αυτής χωρίς τη θέλησή της για να υλοποιήσουν αυτό που είχαν αποφασίσει, δηλαδή να τη βιάσουν και οι δύο. Όταν της λένε ότι επιθυμούν να κάνουν σεξ μαζί της και αυτή αρνείται, τότε, για να κάμψουν την αντίστασή της, χρησιμοποιούν όση βία χρειαζόταν. Όπως και στην υπόθεση Hamieh (πιο πάνω), τίποτε δεν σταματά τους κατηγορούμενους, ούτε τα κλάματα ούτε οι φωνές της παραπονούμενης. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένοι να την αφήσουν μέχρι να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις. Εκμεταλλεύθηκαν τη σωματική τους υπεροχή και το γεγονός ότι ήταν δύο. Αφού ο κατηγορούμενος 2 της κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο, την ακινητοποίησε στο έδαφος κρατώντας της τα πόδια για να βοηθήσει έτσι τον κατηγορούμενο 1 να τη βιάσει πράγμα που αυτός έκανε. Ο κατηγορούμενος 2 της έβαζε τα δάχτυλά του πολλές φορές στον πρωκτό και στον κόλπο της. Αφού ο κατηγορούμενος 1 εκσπερμάτωσε στα ρούχα της παραπονούμενης, εξήλθε της αποθήκης, αφήνοντας τώρα την παραπονούμενη στα χέρια του κατηγορούμενου 2 για να βιαστεί και από αυτόν. Προσπάθησε και αυτός να τη βιάσει αλλά δεν τα κατάφερε, από ευτυχείς συγκυρίες, αφού η παραπονούμενη τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα μπουκάλι που βρήκε τυχαία στην αποθήκη. Από τη βίαιη είσοδο των δαχτύλων του κατηγορούμενου 2 στον πρωκτό της, η παραπονούμενη παρουσίασε τις κακώσεις για τις οποίες κάνουμε αναφορά στην απόφασή μας. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα τραύματά τα οποία οι κατηγορούμενοι της προκάλεσαν όταν αυτή πάλευε μαζί τους για να αποφύγει το βιασμό. Οι κατηγορούμενοι με τη βάναυση και ανάλγητη συμπεριφορά τους, εξευτέλισαν και ταπείνωσαν την παραπονούμενη την οποία ουσιαστικά αντιμετώπισαν ως «πράγμα». Δεν αγνοούμε ούτε τις δυσμενείς συνέπειες που τα αδικήματα αυτής της φύσεως προκαλούν στο ίδιο το θύμα, το οποίο ακόμη και μέσα στο Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβιώσει τις εμπειρίες του, όπως συνέβηκε και εδώ [βλ. Μογγόλος ν. Δημοκρατίας, Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα, Κeith Billam & Others (πιο πάνω)]. Μάλιστα η παραπονούμενη συνεπεία του βιασμού της βλέπει στον ύπνο της τις τραυματικές εμπειρίες που είχε, κλαίει και μιλά μόνη της. Θεωρούμε ότι ο ρόλος και των δύο κατηγορουμένων για τη διάπραξη και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, είναι ουσιαστικά ο ίδιος. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Οι προσωπικές-οικογενειακές τους περιστάσεις είναι περίπου οι ίδιες. Συνεπώς, δεν βρίσκουμε ότι η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει να διαφοροποιηθεί. Είναι καλά γνωστό πως όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου έχουν περιθωριακή σημασία. Γνωρίζουμε βέβαια πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εξουδετερώνει το στοιχείο της εξατομίκευσης της ποινής, το οποίο στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση έρχεται σε δεύτερη μοίρα (Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Το καθήκον όμως του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και να εξατομικεύσει την ποινή, δεν ατονεί στις περιπτώσεις όπου οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές. (Βλέπε Χρυσοστόμου «Κανάρη» ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 18). Από την άλλη εξατομίκευση της ποινής δεν εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του εγκλήματος, και το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 132). Δεν παραβλέπουμε και λαμβάνουμε προς όφελός των κατηγορουμένων, ότι αυτοί είναι ουσιαστικά οι προστάτες των οικογενειών τους και των ανήλικων τέκνων τους, παρόλο που η σοβαρότητα και έξαρση του αδικήματος του βιασμού που διέπραξαν, δεν καθιστά τον παράγοντα αυτό καθοριστικής σημασίας. Στην υπόθεση Celik and Others ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, 394, οι κατηγορούμενοι ήταν προστάτες πολυμελών οικογενειών και το Εφετείο δεν επενέβηκε στην επιβολή της ποινής. Το ίδιο έγινε και στην υπόθεση Μακρή ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 42 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 47: «Δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα, ότι δεν τονίστηκαν στο δικαστήριο οι επιπτώσεις στην αλλοδαπή σύζυγό του και στο μικρό βρέφος, από τυχόν φυλάκιση του Εφεσείοντος. Από τη στιγμή που η ύπαρξη των δύο μελών της οικογένειας του Εφεσείοντος αναφέρθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, το θέμα ήταν υπόψη του δικαστηρίου και αξιολογήθηκε μέσα στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής.» Έχουμε προβληματιστεί ιδιαίτερα, όχι για το είδος της ποινής αλλά για το ύψος της. Η σοβαρότητα διάπραξης του αδικήματος του βιασμού είναι δεδομένη. Η έξαρση του επίσης. Οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος του βιασμού είναι επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους. Από την άλλη έχουμε ενώπιον μας και λαμβάνουμε υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο και τις προσωπικές - οικογενειακές τους περιστάσεις πάνω στις οποίες εστίασε την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορός τους. Καταλήξαμε αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω, ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της πολυετούς φυλάκισης. Αποφασίσαμε να επιβάλουμε ποινή μόνο στην κατηγορία του βιασμού, αφού οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τελικά το αδίκημα το οποίο συνωμότησαν να διαπράξουν. Κρίνουμε ως αρμόζουσα την ακόλουθη ποινή, την οποία και επιβάλλουμε. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 (δέκα) ετών σε κάθε κατηγορούμενο. Στην 1η κατηγορία καμία ποινή. Η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση και δη από τις 10.6.2013. €350 έξοδα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο