Δημοκρατία ν. A l e x a n d r u D u n a κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16512/13, 2/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2013:16 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16512/13 Δημοκρατία ν.
- A l e x a n d r u D u n a
- M a r i u s - I o n e l T o p o r a s t e a Κατηγορουμένων ............. Ημερομηνία: 2.12.2013 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία: κα Δ. Θεοδώρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Αλ. Σαουρής Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι, Ρουμανικής καταγωγής, βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής, στις ακόλουθες κοινές κατηγορίες: 3η κατηγορία στο κατηγορητήριο: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 371, 144, 145 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 4η κατηγορία στο κατηγορητήριο: Βιασμός, κατά παράβαση των άρθρων 144, 145 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 5η κατηγορία στο κατηγορητήριο: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 371, 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- 6η κατηγορία στο κατηγορητήριο: Πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 228(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και στην 9η κατηγορία που αφορά σε άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σε άλλες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, απαλλάχθηκαν μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν, εμφαίνονται στο κατηγορητήριο. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 31.7.2013 εναντίον της Magdalenas Marias Kowalska, από την Πολωνία. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους κατηγορούμενους, παρατίθενται αυτολεξεί: «Η παραπονούμενη Magdalena Maria Kowalska, 37 ετών κατάγεται από την Πολωνία και εργάζεται στην Κύπρο ως καθαρίστρια. Ήρθε στην Κύπρο πριν από περίπου επτά χρόνια και είναι παντρεμένη με τον Ιρανό Amir Abouzar και έχουν δύο κόρες την Βικτώρια ηλικίας 5 ετών και την Σάρα ηλικίας 4 ετών και διαμένουν στη Λεμεσό. Ο 1ος κατηγορούμενος είναι ο Alexandru Duna, 26 ετών, και κατάγεται από την Ρουμανία. Ήρθε στην Κύπρο πριν περίπου 2 χρόνια και διαμένει στη Λεμεσό. Τους τελευταίους 5 μήνες είναι άνεργος. Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ 950 μάρκας «Τοyota Corolla». Ο 2ος κατηγορούμενος είναι ο Μαrius-Ionel Toporastea, 35 ετών, και κατάγεται επίσης από την Ρουμανία. Ήρθε στην Κύπρο την 02/07/13 ως επισκέπτης και φιλοξενείτο από αδερφό του στην Λεμεσό. Είναι παντρεμένος και έχει τρία παιδιά ηλικίας 18, 16 και 14 ετών. Η παραπονούμενη το βράδυ της 30-31/7/2013 μαζί με τον ομοεθνή φίλο της πήγαν για διασκέδαση στη δισκοθήκη «LA BAMBA» στη Λεμεσό. Κατά την αποχώρηση της παραπονούμενης από την δισκοθήκη τις πρώτες πρωινές ώρες και αφού είχε προηγουμένως καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, μπήκε με την θέληση της στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ETY 950, το οποίο οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος και στο οποίο καθόταν στο πίσω κάθισμα ο 2ος κατηγορούμενος και κάθισε και αυτή στο πίσω κάθισμα μαζί του, νομιζόμενη ότι θα συνέχιζαν την διασκέδαση αλλού. Οι δύο κατηγορούμενοι αφού σταμάτησαν σε περίπτερο στη Λεμεσό και αγόρασαν μπύρες, την οδήγησαν σε ερημική περιοχή και παρά την προσπάθεια της για να ξεφύγει, ο 1ος κατηγορούμενος την τράβηξε βίαια εκτός του αυτοκινήτου και αρχικά ο 1ος κατηγορούμενος και στην συνέχεια μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο άρχισαν να την κτυπούν με τις γροθιές τους και να την κλοτσούν σε διάφορα μέρη του σώματος της μέχρι που εξαντλήθηκε, οπόταν οι 2 κατηγορούμενοι της αφαίρεσαν το παντελόνι και το εσώρουχό της και ο 1ος κατηγορούμενος ήρθε κατ΄ επανάληψη σε συνουσία μαζί της τόσο κολπικά όσο και πρωκτικά. Καθόλη την διάρκεια του βιασμού από τον 1ο κατηγορούμενο η παραπονούμενη δεχόταν αλλεπάλληλα κτυπήματα και από τους 2 κατηγορούμενους όπου τελικά έχασε τις αισθήσεις της. Σε κάποια στιγμή ο 2ος κατηγορούμενος εισχώρησε με το πέος του στον κόλπο της μια, δύο φορές αλλά σταμάτησε και αποτραβήχτηκε, επειδή μυρίστηκε κόπρανα. Όταν η παραπονούμενη επανάκτησε τις αισθήσεις της αντιλήφθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε βάλει το πέος του στο στόμα της αναγκάζοντας την να του κάνει στοματικό έρωτα ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να την κτυπά σε διάφορα μέρη του σώματος της. Ακολούθως οι δύο κατηγορούμενοι εγκατέλειψαν την περιοχή με το αυτοκίνητο τους αφήνοντας την παραπονούμενη στο έδαφος αναίσθητη μέχρι που εντοπίστηκε την άλλη μέρα το πρωί από τους Α/Αστ. 3857 και Αστ.
- Συγκεκριμένα στις 31/07/13 και περί ώρα 06:05 ενώ ο Αστ.1905 βρισκόταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Κ. Χωριού δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο άντρα από απόκρυψη αριθμού ο οποίος του ανέφερε στην Ελληνική γλώσσα ότι στον παλαιό δρόμο Φασούλας-Αψιού, σε σημείο χωματόδρομου, υπάρχει τραυματισμένη μια ημίγυμνη κοπέλα. Το πρόσωπο αυτό στην συνέχεια έκλεισε το τηλέφωνο διατηρώντας την ανωνυμία του. Αμέσως μετά ο Αστ. 1905 αναχώρησε για εξετάσεις στην περιοχή μαζί με τον Αστ.
- Περί ώρα 06:40 σε απόμερη περιοχή έδαφος του χωριού Φασούλας, πλησίον χωματόδρομου στην περιοχή «Αρκακούδια» εντόπισαν μια γυναίκα η οποία ήταν πεσμένη στο έδαφος, τραυματισμένη και ημίγυμνη από την μέση και κάτω. Προσεγγίζοντας την οι Αστ. 1905 και Αστ. 3857 διαπίστωσαν ότι αυτή έφερε σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο, και με δυσκολία επικοινωνούσε με το γύρω περιβάλλον. Επίσης, από το αριστερό της πόδι κρεμόταν το παντελόνι της χρώματος μαύρου. Ακολούθως η Αστυνομία απέκλεισε την σκηνή για επιστημονικές εξετάσεις και ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού αφίχθηκε στην σκηνή η ώρα 07:12 της ίδιας ημέρας με επικεφαλής τον νοσηλευτή Αντρέα Μιχαήλ. Καθοδόν προς το Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού εντός του ασθενοφόρου η παραπονούμενη ανάφερε στον Αστ. 3857 ο οποίος την συνόδευε, ότι ονομάζεται Μaria-Magdalena Kowalska καθώς επίσης ότι νωρίτερα κτυπήθηκε και βιάσθηκε από δύο πρόσωπα, χωρίς ωστόσο λόγω των τραυμάτων της να ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, κάτι το οποίο άκουσε και ο νοσηλευτής Αντρέας Μιχαήλ. Ακολούθως η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου εξετάστηκε από την επί καθήκοντι ιατρό Δρ. Βεατρίκη Δημητρίου, η οποία διαπίστωσε ότι αυτή έφερε μώλωπες στο πρόσωπο. Από το πρήξιμο το δεξί μάτι ήταν κλειστό. Η κάτω γνάθος ήταν παραμορφωμένη και είχε πρήξιμο στο κάτω χείλος. Είχε μικρή εκδορά στο κεφάλι. Ακολούθησαν αναλύσεις αίματος, καρδιογράφημα, ακτινογραφίες κεφαλής, θώρακος και πλευρών, κάτω γνάθου, ρινικού οστού και οσφυϊκής μοίρας. Από τον ακτινολογικό έλεγχο που διενήργησε ο Δρ. Άκης Πισσαρίδης διαπιστώθηκε ότι αυτή έφερε κάταγμα κάτω γνάθου και κάταγμα με μετατόπιση της 9ης πλευράς αριστερά. Έγινε υπέρηχος κοιλίας και έδειχναν όλα φυσιολογικά. Χορηγήθηκαν ορροί, ένεση τετανίου, παυσίπονη θεραπεία και τοποθετήθηκε καθετήρας. Ειδοποιήθηκε ο Δρ. Παντέλας, στοματογναθοπροσωποχειρουργός στο Γ.Ν.Λ., ο οποίος και εισηγήθηκε όπως η ασθενής μεταφερθεί την επόμενη μέρα στη Λευκωσία για να χειρουργηθεί. Η παραπονούμενη μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό τμήμα του Γ.Ν.Λ. μέχρι τη μεταφορά της στη Λευκωσία. Στη συνέχεια η παραπονούμενη εξετάστηκε από την Ιατροδικαστή Δρα. Ελένη Αντωνίου όπου διαπιστώθηκε ότι αυτή βρισκόταν σε ημικωματώδη κατάσταση, έφερε περιοφθαλμικές εκχυμώσεις με οίδημα που καθιστούσαν τα μάτια κλειστά, οίδημα σε ολόκληρο το κεφάλι, έντονο οίδημα με εκχυμώσεις άνω και κάτω χειλέων ενώ δεν καθίστατο δυνατή η διάνοιξη του στόματος για περαιτέρω εξέταση για τον λόγο ότι υπήρχε σοβαρό κάταγμα δεξιάς και αριστεράς κάτω γνάθου όπως διαπιστώθηκε ακτινολογικά ως επίσης και κάταγμα με μετατόπιση 9ης αριστερής πλευράς. Υπήρχε επίσης εκτεταμένη εκχύμωση δεξιού αυτιού καθώς και εκδορές στα γόνατα και στη δεξιά κνήμη, επί των οποίων υπήρχαν αγκάθια και χώμα. Σύμφωνα με την Δρα. Αντωνίου όλα τα τραύματα προκλήθηκαν από άλλο ή άλλα άτομα. Περαιτέρω κατά την ίδια εξέταση από την Δρα. Αντωνίου διαπιστώθηκε οίδημα και έντονη ερυθρότητα στα μικρά χείλη και τον κόλπο, με διαπίστωση ότι χρησιμοποιήθηκε στον κόλπο άγρια βία. Επίσης διαπιστώθηκε ότι η πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή έφερε έντονο οίδημα με ραγάδες στην είσοδο του πρωκτού στην 3η, 6η και 9η ώρα, οι οποίες άφηναν μικρή αιμορραγία, καθώς επίσης από τον πρωκτό εξέρχοντο κόπρανα, αναμεμειγμένα με αίμα και υγρασία, με διαπίστωση ότι επρόκειτο για βίαιη κακοποίηση του πρωκτού. Λήφθηκαν φωτογραφίες, τεκμήρια και δείγματα για επιστημονικές εξετάσεις και στη συνέχεια το θύμα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η παραπονούμενη διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου αρχικά παρέμεινε και νοσηλεύτηκε στο Νευροχειρουργικό Τμήμα και στις 2.8.2013 υπεβλήθη υπό γενική αναισθησία από τον Δρ. Παντέλα στοματογναθοπροσωποχειρουργό σε εγχείρηση ανοικτής ανάταξης των καταγμάτων της κάτω γνάθου και τοποθέτηση πλακών οστεοσύνθεσης. Η παραπονούμενη διεκομίσθη και πάλι πίσω στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περαιτέρω ανάρρωση. Εκτιμήθηκε στις 23.8.2013 ως εξωτερικός ασθενής και παρακολουθείται μέχρι σήμερα σε καλή γενικά κατάσταση. Την 01/08/13 και περί ώρα 09:45 το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η παραπονούμενη και οι δύο κατηγορούμενοι με αρ. εγγ. ETY 950 εντοπίστηκε και ανακόπηκε από την Αστυνομία στη Λεμεσό. Από τις εξετάσεις της Αστυνομίας προέκυψε μαρτυρία για την εμπλοκή των δύο κατηγορούμενων. Ακολούθησε έρευνα στην κατοικία των δύο κατηγορούμενων και παραλήφθηκαν τεκμήρια. Οι δύο κατηγορούμενοι ακολούθως συνελήφθηκαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης για τα υπό διερεύνηση αδικήματα όπου ο 1ος κατηγορούμενος απάντησε «φταίω μόνο ότι οδήγησα το αυτοκίνητο μέχρι εκεί» και ο 2ος κατηγορούμενος απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Στα πλαίσια ανακριτικής του κατάθεσης ο 1ος κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Στα πλαίσια ανακριτικής του κατάθεσης ο 2ος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι αυτός την βίασε μια δύο φορές αλλά σταμάτησε και αποτραβήχτηκε επειδή μυρίστηκε κόπρανα. Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας η Δρα. Αντωνίου στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού εξέτασε τους δύο κατηγορούμενους και διαπίστωσε ότι αυτοί έφεραν εκδορές σε αρκετά σημεία του σώματος τους. Σύμφωνα με την Δρα. Ελένη Αντωνίου οι εκδορές στους αγκώνες και στα γόνατα προέρχονται από τριβή σε τραχεία επιφάνεια ενώ οι εκδορές στα υπόλοιπα μέρη του σώματος προέρχονται από άλλο άτομο, πιθανότατα από νύχια. Την 10/08/13 διενεργήθηκε διαδικασία αναγνώρισης όπου η παραπονούμενη είδε, αναγνώρισε και υπέδειξε τον 1ο κατηγορούμενο αναφέροντας: «Είναι αυτός που με βίασε. Ήταν ο οδηγός». Σε αυτόν επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε: «Δεν είναι αλήθεια, δεν της έκανα τίποτα εγώ». Την ίδια ημέρα διενεργήθηκε διαδικασία αναγνώρισης όπου η παραπονούμενη είδε, αναγνώρισε και υπέδειξε τον 2ο κατηγορούμενο αναφέροντας: «Είναι αυτός που ήταν τη νύχτα του βιασμού». Σε αυτόν επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε: «Ήμουν στο αυτοκίνητο εκείνη την νύκτα, αλλά δεν την βίασα». Κατά την εξέταση των τεκμηρίων από τον Δρ. Μ. Καριόλου, Ανώτερο Μοριακό Γενετιστή Διευθυντή του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου διαπιστώθηκε ότι, σε τενεκεδάκι μπύρας που βρέθηκε στη σκηνή του βιασμού, εντοπίστηκε γενετικό υλικό του 1ου κατηγορούμενου, καθώς και σε παντελόνι του 1ου κατηγορούμενου που φορούσε τη νύκτα του βιασμού και είχε κηλίδες αίματος, εντοπίστηκε γενετικό υλικό της παραπονούμενης. Επίσης στο φόρεμα που φορούσε η παραπονούμενη, εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό και ο 2ος κατηγορούμενος δεν αποκλειόταν από δότης του γενετικού αυτού υλικού. Γενετικό υλικό της παραπονούμενης επίσης εντοπίστηκε και στην εσωτερική πλευρά της πίσω δεξιάς πόρτας του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ETY
- Οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση από την 01.08.2013.» Για τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων έχουν συνταχθεί εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Έχουμε θέσει ενώπιον μας το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων και το λαμβάνουμε υπόψη. Θα κάνουμε συγκεκριμένη αναφορά σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων με τις εμπεριστατωμένες και προσεγμένες, θα λέγαμε, αγορεύσεις τους, δεν αμφισβήτησαν ούτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν ούτε τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, που και αυτές είναι επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους. Ορθά ο κ. Σαουρής δέχθηκε, ότι επειδή η παραπονούμενη βιάστηκε από δύο πρόσωπα και επειδή ασκήθηκε βία περισσότερη από αυτή που «χρειαζόταν» για να βιαστεί, συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τα όσα ανέφεραν και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το αδίκημα του βιασμού είναι ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Το ίδιο ισχύει και για το αδίκημα, αντικείμενο της 6ης κατηγορίας. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Θα πρέπει εδώ να σχολιάσουμε ότι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια τα σεξουαλικά αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Όπως αναφέρθηκε και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Στην πρόσφατη απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στη Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορία βιασμού. Κατά το χρόνο διάπραξης του βιασμού ήταν 20 περίπου ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Του επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 5 ετών. Επικαλέστηκε τη στάση της παραπονούμενης που ίσως του έδωσε την καλόπιστη εντύπωση πως ήταν διατεθειμένη να έρθει σε συνουσία μαζί του, τον περιορισμένο ρόλο του σε σύγκριση με τον πρωτεύοντα ρόλο συγκατηγορούμενου του, το γεγονός ότι είχε αρραβωνιαστεί, την κακή κατάσταση της υγείας του και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη δίκη του. Σε σχέση με το τελευταίο, το αδίκημα έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1994 και η υπόθεση καταχωρίστηκε το 1997. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά την ανυπαρξία στοιχείων ως προς τους λόγους της ποινικής δίωξης το 1997έλαβε υπόψη του την καθυστέρηση, παρόλο που αυτή η πτυχή δεν είχε θιγεί από την Υπεράσπιση, ως παράγοντα που δικαιολογούσε μετριασμό της ποινής. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, έκρινε ότι η ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική και συνεπώς δεν υπήρχε περιθώριο για παρέμβαση προς μείωση αυτής. Στη Γιάγκου (Μογγόλος) v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ανάμεσα σε άλλες κατηγορίες και κατηγορίες βιασμού μητέρας και κόρης. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών. Το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις ιδιαίτερα δυσμενείς για τον κατηγορούμενο περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και στις συνέπειες αυτών στα θύματα, επεκύρωσε τις ποινές αφού έκρινε πως αυτές δεν ήταν έκδηλα υπερβολικές. Στην υπόθεση Zulfigar Ali Rana κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 23 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, καταδικάστηκαν για το αδίκημα του βιασμού Ιρλανδής ηλικίας 24 ετών. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 ετών. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση κατά της ποινής, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 13 της απόφασης: «Βάσει του άρθρου 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το έγκλημα του βιασμού τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι και δια βίου. Η μέγιστη αυτή ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του. Όπως τονίστηκε στη Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, η δραστηριότητα των εφεσειόντων, όπως ορθά τόνισε το Κακουργιοδικείο, ήταν βάναυση. Η παραπονούμενη ξυλοκοπήθηκε και κακοποιήθηκε. Απειλήθηκε ακόμα και με τη ζωή της προκειμένου να συγκατανεύσει στις ορέξεις των εφεσειόντων.» Στην B.E.K. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228 ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα στο υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης αφού παραβίασε την μπαλκονόπορτα της οικίας της. Υπό την απειλή ότι θα την σκότωνε, αν δεν συγκατάνευε, τη βίασε επιτόπου για τρεις σχεδόν ώρες. Στη συνέχεια τη μετέφερε με το αυτοκίνητό του στην περιοχή Κοτσιάτη όπου και πάλι τη βίασε με βάναυσο, ταπεινωτικό και εξευτελιστικό τρόπο. Το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη του τα χρόνια ψυχωσικά προβλήματα του κατηγορούμενου, το γεγονός ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων είχε κάνει χρήση κοκαΐνης ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, με αποτέλεσμα να ενεργήσει παρορμητικά και χωρίς προσχεδιασμό, «έχοντας όμως αντίληψη των ενεργειών του και επίγνωση των επιπτώσεων από τις παράνομες πράξεις του». Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη άλλες 11 υποθέσεις που αφορούσαν σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Ο κατηγορούμενος είχε και προηγούμενες καταδίκες για αδικήματα ληστείας, διάρρηξης και κλοπής, κακόβουλης ζημιάς και κοινής επίθεσης. Για τα αδικήματα του βιασμού, το Κακουργιοδικείο κατόπιν παραδοχής, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών. Διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές αρχίζουν μετά τη λήξη της ποινής φυλάκισης 3 ετών που εξέτιε σε σχέση με ποινική υπόθεση που αφορούσε σε αριθμό διαρρήξεων. Το Εφετείο αφού συμφώνησε με το Κακουργιοδικείο ότι οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων εντάσσουν την υπόθεση στις χειρότερες του είδους, απέρριψε την έφεση. Στην Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)2 ΑΑΔ 259 ο κατηγορούμενος, ηλικίας 24 ετών, βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τρεις κατηγορίες, ανάμεσα σε αυτές σε κατηγορία βιασμού. Για την κατηγορία αυτή του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών. Εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο παρόλο που συμφώνησε με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι η κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού κυρίως λόγω της μικρής έκτασης βίας που χρησιμοποιήθηκε και του χρόνου που χρειάστηκε για να συντελεστεί η πράξη επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή με το ακόλουθο σκεπτικό (το οποίο παρατίθεται στη σελίδα 265 της απόφασης): «Δε συμφωνούμε με την εισήγηση του κ. Δημητρίου - ότι η ποινή είναι έκδηλα υπερβολική - καίτοι, όπως το Κακουργιοδικείο διέκρινε, και συμφωνούμε σ' αυτό, ελλείπουν από τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος τα επιβαρυντικά στοιχεία της άσκησης υπέρμετρης βίας και απειλής κατά της ζωής. Η έλλειψη, βέβαια, των πιο πάνω παραγόντων, δε μειώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος, με δεδομένο ότι ο εφεσείων, καθώς προκύπτει από τα γεγονότα, προσχεδίασε την πράξη του. Παρακολούθησε την παραπονούμενη και, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν μόνη, μπήκε στο διαμέρισμα της, προσβάλλοντας πρώτα το αίσθημα ασφάλειας και ελευθερίας που κάθε άνθρωπος δικαιούται όταν βρίσκεται στο σπίτι του και, στη συνέχεια, την ίδια την παραπονούμενη. Η ερώτησή της προς αυτόν: «τι θέλει», δεν τον προβληματίζει και ούτε τον σταματά, αφού έχει ήδη αποφασίσει το σκοπό της εισόδου του. Χρησιμοποίησε όση βία χρειάστηκε για να κάμψει την αντίσταση της παραπονούμενης, η οποία, με κανένα τρόπο δεν τον ενθάρρυνε. Οι συνθήκες αυτές προσμετρούν στο αυστηρό της ποινής.» Στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 229 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του σε λεωφόρο στη Λεμεσό. Η παραπονούμενη, αλλοδαπή από τη Σρι Λάνκα, περίμενε στο σταθμό λεωφορείων για να μεταβεί σε παρεκκλήσι της Αγίας Θέκλας. Ο κατηγορούμενος την πλησίασε και της πρότεινε να τη μεταφέρει στον προορισμό της. Η παραπονούμενη δέχθηκε και εισήλθε εντός του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, ο οποίος τελικά οδήγησε το αυτοκίνητό του σε απόμερο χώρο το οποίο και στάθμευσε. Στη συνέχεια τη βίασε εντός του αυτοκινήτου. Ακολούθως οδήγησε το αυτοκίνητό του με την παραπονούμενη ως επιβάτιδα πίσω στην πόλη. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, όταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν χαμηλή, η παραπονούμενη πήδησε έξω. Παραπονέθηκε δε στον πρώτο πολίτη που βρήκε στο δρόμο της. Όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε παραδέχθηκε την πράξη του λέγοντας πως έκανε λάθος. Στο Κακουργιοδικείο αρνήθηκε ενοχή, σε μεταγενέστερο όμως στάδιο παραδέχθηκε την κατηγορία. Η παραπονούμενη δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τον συγχώρεσε. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην Φιλίππου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 341 ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και σε κατηγορία βιασμού. Στην κατηγορία του βιασμού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών. Σε σχέση με την εν λόγω ποινή καταχωρίστηκε έφεση τόσο εκ μέρους του κατηγορουμένου όσο και εκ μέρους της Δημοκρατίας. Η τελευταία εισηγήθηκε πως η ποινή για να ήταν αποτρεπτική θα έπρεπε να ήταν κατά πολύ αυστηρότερη αφού ο κατηγορούμενος βαρυνόταν και με δύο προηγούμενες καταδίκες που είχαν το στοιχείο της βίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τις δύο εφέσεις αφού βρήκε πως δεν υπήρξε τέτοιο σφάλμα ή τέτοια υπέρβαση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση που να δικαιολογεί παρέμβαση του Εφετείου. Στην Χριστοφή ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 323 ο εφεσείων ηλικίας 27 ετών κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης, βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε αρκετές κατηγορίες ανάμεσα σε αυτές και σε κατηγορία βιασμού γυναίκας. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και βοήθησε στην αποκάλυψη άλλων αδικημάτων που διέπραξε. Στις 6.11.2007 εισήλθε παράνομα στην οικία της παραπονούμενης και υπό την απειλή μαχαιριού τη βίασε από τον κόλπο. Την υποχρέωσε να του κάμει στοματικό έρωτα και ακολούθως εισήλθε εκ νέου στον κόλπο της δύο έως τρεις φορές. Αφού την απείλησε να μην καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία «γιατί θα την έβρισκε», έφυγε από την εξωτερική πόρτα του διαμερίσματος. Όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα στην παρουσία του τρίχρονου υιού της παραπονούμενης, ο οποίος έβλεπε το τι διαδραματιζόταν. Συνολικά σε διάστημα περίπου 12 μηνών, ο κατηγορούμενος διέπραξε επτά άσεμνες επιθέσεις και ένα βιασμό. Τα προηγούμενα αδικήματα παρέμειναν ανεξιχνίαστα, μέχρι που οδήγησαν στη διάπραξη του βιασμού. Για το αδίκημα του βιασμού του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Κρίθηκαν ως επιβαρυντικοί παράγοντες, η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου στην οικία της παραπονούμενης, η χρήση μαχαιριού για τον εκφοβισμό της, ο επαναλαμβανόμενος βιασμός, ο εξευτελισμός και ταπείνωση της παραπονούμενης με τη διαστροφική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι ο βιασμός έλαβε χώρα στην παρουσία του τρίχρονου παιδιού της. Στην Ποινική Έφεση 155/2010, Κύπρος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερ. 20.2.2012, το Εφετείο για τους λόγους που αναφέρει μείωσε για το αδίκημα του βιασμού την ποινή των οκτώ ετών που επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο, σε έξι έτη. Στις Ποινικές Εφέσεις 65/12 και 70/12 Sammy John Lee Trussler, Απόφαση ημερ. 16.1.13, το Κακουργιοδικείο επέβαλε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα του βιασμού. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την ποινή ως ανεπαρκή. Το Εφετείο επανέλαβε ότι το αδίκημα του βιασμού είναι ιδιαίτερα σοβαρό αφού δεν στρέφεται μόνο κατά των ηθών αλλά προσβάλλει ταυτόχρονα και την προσωπικότητα του θύματος. Παρόλο που έκρινε την ποινή ως επιεική, δεν τη θεώρησε ως έκδηλα ανεπαρκή για να επέμβει. Φαίνεται, όπως και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου
(1996)2 Α.Α.Δ. 192, πως το Εφετείο αποφάσισε να μην επέμβει στην επιλογή του Κακουργιοδικείου να κρίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση με επιείκεια. Στις Ποινικές Εφέσεις 218/11 και 222/11 Ανδρέας Γερμανός ν. Δημοκρατίας και Χριστάκης Πελοπίδας ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερ. 19.7.2013, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Ανδρέα Γερμανό για το αδίκημα του βιασμού. Ποινή φυλάκισης 13 ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Χριστάκη Πελοπίδα για το ίδιο αδίκημα, μειώθηκε σε 11 χρόνια, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η ποινή του δεν εδικαιολογείτο να ήταν αυστηρότερη. Ως προς την συγκριτική τοποθέτηση του αδικήματος του βιασμού σε κλίμακα σοβαρότητας, καθοδήγηση προσφέρει η απόφαση στην υπόθεση Keith Billam & Others
(1986)3 Crim. App. Rep. (S) 48 σελ. 50 και 51 στην οποία σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «Για βιασμό ο οποίος διαπράττεται χωρίς οποιονδήποτε επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα, σε μία υπόθεση μετά από ακρόαση πρέπει να λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας ποινής τα πέντε χρόνια φυλάκισης. Όταν ο βιασμός διαπράττεται από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού, ή όταν υπήρξε παραβίαση εισόδου στον τόπο διαμονής του θύματος ή από πρόσωπο που είχε ευθύνη απέναντι του θύματος ή από πρόσωπο που έχει απαγάγει το θύμα και το κρατά αιχμάλωτο, η αφετηρία ποινής πρέπει να είναι οκτώ χρόνια. ................................ Το έγκλημα, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει επιβαρυντικά στοιχεία, όταν συντρέχει ένας από τους πιο κάτω παράγοντες:
(1)η βία που χρησιμοποιήθη είναι υπερβολική
(2)όταν χρησιμοποιείται όπλο (weapon) για εκφοβισμό ή πρόκληση βλάβης στο θύμα
(3)όταν ο βιασμός επαναλαμβάνεται
(4)όταν έχει προσεκτικά σχεδιασθεί
(5)όταν ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες καταδίκες για βιασμό ή άλλα σεξουαλικά αδικήματα ή αδικήματα βίας
(6)όταν το θύμα έχει υποβληθεί σε σεξουαλικό εξευτελισμό
(7)το θύμα είτε είναι πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο
(8)οι επιπτώσεις στο θύμα (ψυχικές ή σωματικές) είναι ιδιάζουσης σοβαρότητας. Εφόσον, ένας ή περισσότεροι από τους πιο πάνω παράγοντες συντρέχουν, η ποινή πρέπει να είναι ουσιωδώς υψηλότερη από το αφετηριακό σημείο. Η περαιτέρω ταλαιπωρία (distress) του θύματος όταν αυτό δίδει μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παραδοχή, ίσως περισσότερο από άλλα αδικήματα, θα πρέπει υπό κανονικές συνθήκες να έχει ως αποτέλεσμα κάποια έκπτωση από την ποινή που θα επιβαλλόταν. Το ύψος της έκπτωσης αυτής βεβαίως ερείζεται σ' όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας καταδίκης σε περίπτωση ακρόασης. Το γεγονός ότι το θύμα δύναται να θεωρηθεί ότι έχει εκθέσει τον εαυτό του στον κίνδυνο με το να συμπεριφερθεί ασύνετα (όπως να αποδεχθεί από άγνωστο πρόσωπο να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο) δεν είναι ελαφρυντικό στοιχείο. Οι προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες του θύματος επίσης δεν είναι σχετικός παράγοντας. Αλλά εάν το θύμα έχει συμπεριφερθεί με τρόπο ο οποίος είχε υπολογισθεί να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στο να πιστεύει ότι θα αποδεχόταν την συνουσία, τότε αυτό είναι ελαφρυντικό για την ποινή. Προηγούμενος καλός χαρακτήρας δεν είναι παρά περιορισμένης σχετικότητας». Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως η παρούσα υπόθεση, συνιστά μία από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού και κακοποίησης γυναίκας. Και οι δύο κατηγορούμενοι οδήγησαν και κατακράτησαν την παραπονούμενη χωρίς τη θέλησή της σε ερημική περιοχή. Παρά την προσπάθεια της να ξεφύγει, ο 1ος κατηγορούμενος την τράβηξε βίαια εκτός του αυτοκινήτου όπου και οι δύο κατηγορούμενοι άρχισαν να την χτυπούν με γροθιές και να την κλοτσούν σε διάφορα μέρη του σώματός της, μέχρι που αυτή εξαντλήθηκε. Τότε, και οι δύο κατηγορούμενοι βρήκαν την ευκαιρία να της αφαιρέσουν το παντελόνι και το εσώρουχό της. Ο 1ος κατηγορούμενος τη βίασε κατ΄ επανάληψη τόσο από τον κόλπο όσο και από τον πρωκτό. Μάλιστα ενόσω αυτή βιαζόταν από τον κατηγορούμενο 1, δεχόταν αλλεπάλληλα κτυπήματα και από τους δύο κατηγορούμενους μέχρι που έχασε τις αισθήσεις της. Παρόλη την πιο πάνω κατάστασή της, ο κατηγορούμενος 2, στην προσπάθεια του να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της αλλά σταμάτησε και αποτραβήχθηκε όταν μυρίστηκε κόπρανα τα οποία εξέρχονταν από τον βίαια κακοποιημένο πρωκτό της παραπονούμενης, τα οποία μάλιστα ήταν αναμεμειγμένα με αίμα και υγρασία. Δεν έμεινε όμως ως εδώ, αφού στη συνέχεια τοποθέτησε το πέος του στο στόμα της παραπονούμενης αναγκάζοντας την να του κάνει στοματικό έρωτα ενώ την ίδια ώρα την χτυπούσε σε διάφορα μέρη του σώματός της. Συνάγεται από τα πιο πάνω, πως οι κατηγορούμενοι εισχώρησαν διά της βίας το πέος τους σε κάθε οπή που είχε το μισοπεθαμένο σώμα της παραπονούμενης. Αφού και οι δύο ικανοποίησαν τις σεξουαλικές τους ορέξεις εγκατέλειψαν την παραπονούμενη αβοήθητη και αναίσθητη, αδιαφορώντας πλήρως για τη ζωή της, μέχρι που αυτή εντοπίστηκε από την αστυνομία. Και οι δύο κατηγορούμενοι ενήργησαν με κτηνωδία και σαδισμό. Η συμπεριφορά τους κάθε άλλο παρά σε ανθρώπους παραπέμπει. Βίασαν, κακοποίησαν, εξευτέλισαν και άφησαν αβοήθητη και αναίσθητη μία γυναίκα, η οποία στα χέρια τους έζησε εφιαλτικές στιγμές. Η ζωή της κινδύνευσε άμεσα, και ουδείς μπορεί να προβλέψει ποιες περαιτέρω τραγικές συνέπειες θα είχε αυτή η παράνομη και ανάλγητη συμπεριφορά τους, αν η αστυνομία δεν ελάμβανε τηλεφώνημα από πρόσωπο που ήθελε να διατηρήσει την ανωνυμία του, σύμφωνα με το οποίο στον παλαιό δρόμο Φασούλας-Αψιού σε χωματόδρομο, βρισκόταν τραυματισμένη και ημίγυμνη μία κοπέλα, η οποία τελικά ήταν η παραπονούμενη. Οι σωματικές βλάβες που οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν στην παραπονούμενη καλύπτουν ολόκληρο το σώμα της. Ορισμένες δε από αυτές είναι ιδιαίτερα βαριές. Σήμερα η παραπονούμενη παρακολουθείται ως εξωτερικός ασθενής, ευτυχώς, σε καλή γενικά κατάσταση. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι έκαναν αναφορά στο γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων είχαν καταναλώσει αλκοόλ και βρίσκονταν κάτω από την επήρεια αυτού. Η κα Πιερούδη ανέφερε ότι η κατανάλωση ποσότητας αλκοόλ «επιτρέπει την εισήγηση στη βάση μιας μεγάλης πιθανολόγησης ότι η κατανάλωση αλκοόλ επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον αυτοέλεγχο του πελάτη της και τον τρόπο με τον οποίο αυτός συμπεριφέρθηκε». Παρέπεμψαν και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι σε Νομολογία. Στην Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 55: «Έγινε εισήγηση ενώπιον του κακουργιοδικείου, και εδώ, πως οι εφεσείοντες, βρισκόντουσαν σε κατάσταση μέθης, σε βαθμό που μειώθηκε ο αυτοέλεγχος τους. Πολύ ορθά το κακουργιοδικείο επισημαίνει πως εθελούσια οι εφεσείοντες κατανάλωσαν το αλκοόλ που επέφερε σ' αυτούς μείωση του αυτοέλεγχου τους, και γι' αυτό ο παράγοντας τούτος δεν έπαιξε σοβαρό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής, μολονότι ελήφθη υπόψη. Το κακουργιοδικείο αξιολόγησε το στοιχείο τούτο με αναφορά στη σχετική νομολογία, περιλαμβανομένης και της υπόθεσης Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194, όπου ελέχθη πως η μέθη μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο, αφού βέβαια εκτιμηθεί μέσα στα υπόλοιπα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Γι' αυτό και θα προβούμε σε ορισμένες παρατηρήσεις, στην παρούσα υπόθεση, σε σχέση με την επίδραση του ποτού, με αναφορά στο χρόνο κατανάλωσης του. Τα γεγονότα δείχνουν πως οι εφεσείοντες ήλεγχαν τη συμπεριφορά τους..». Όπως στις υποθέσεις Φανάρας και Β.Ε.Κ. (πιο πάνω) έτσι και εδώ, οι κατηγορούμενοι ήλεγχαν τη συμπεριφορά τους, είχαν αντίληψη των ενεργειών τους και επίγνωση των επιπτώσεων από τις παράνομες πράξεις τους. Μετέφεραν την παραπονούμενη, με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος, σε ερημική περιοχή για να μην γίνουν αντιληπτοί από τρίτους, με σκοπό να τη βιάσουν, όπου τη βίασαν. Για να το καταφέρουν αυτό, την κακοποίησαν μέχρι που αυτή εξαντλήθηκε και έχασε τις αισθήσεις της. Μάλιστα ο 2ος κατηγορούμενος, ως ελέχθη, όταν μυρίστηκε κόπρανα τα οποία εξήρχοντο από τον κακοποιημένο πρωκτό της παραπονούμενης, αποτραβήχτηκε και έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της. Αφού και οι δύο ικανοποίησαν τις σεξουαλικές τους ορέξεις, εισήλθαν εντός του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου 1 χωρίς την παραπονούμενη αυτή τη φορά, και εγκατέλειψαν το μέρος για να μην εντοπιστούν. Εντοπίστηκαν, όταν η αστυνομία ανέκοψε το αυτοκίνητο με το οποίο οι κατηγορούμενοι μετέφεραν την παραπονούμενη στο μέρος όπου τη βίασαν και την κακοποίησαν. Όπως και στην υπόθεση Φανάρας (πιο πάνω) θα δώσουμε κάποια βαρύτητα και σε αυτόν τον παράγοντα προς όφελος των κατηγορουμένων. Θα δεχθούμε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι δεν ενήργησαν με προσχεδιασμό. Θεωρούμε ότι ο ρόλος και των δύο κατηγορουμένων για τη διάπραξη και κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, είναι ουσιαστικά ο ίδιος. Ορθά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν υποστήριξαν το αντίθετο. Και οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και έχουν και οι δύο παραδεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τη διάπραξη των αδικημάτων πριν η παραπονούμενη καταθέσει. Σε σχέση με τις οικογενειακές - προσωπικές τους περιστάσεις παρατηρούμε πως αντιμετώπισαν και οι δύο προβλήματα στην παιδική τους ηλικία και είχαν δύσκολα παιδικά χρόνια. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 26 ετών και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 4 ετών. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 36 ετών και πατέρας τριών παιδιών ηλικίας 19, 17 και 14 ετών. Αφού θέσαμε ενώπιον μας το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας, και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροί τους γύρω από τις προσωπικές τους περιστάσεις, δεν βρίσκουμε πως η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει να διαφοροποιηθεί. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 28). Σε τέτοιου είδους αδικήματα η παραδοχή έχει ιδιαίτερη σημασία αφού μ΄ αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος συμβάλλει ώστε το θύμα να μην υποστεί περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες με το να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να αναβιώσει τις εμπειρίες του [βλ. Μογγόλος ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67 και Hamieh v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω)]. Γνωρίζουμε πως στην περίπτωση που θα είχαν κριθεί ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, αυτό δεν θα συνιστούσε επιβαρυντικό παράγοντα. Σε τέτοια όμως περίπτωση τα περιθώρια επιείκειας θα είχαν στενέψει ακόμη περισσότερο, και η ποινή θα ήταν πιο αυστηρή. Έχουμε προβληματιστεί ιδιαίτερα, όχι για το είδος της ποινής αλλά για το ύψος της. Η σοβαρότητα διάπραξης των αδικημάτων είναι δεδομένη. Η έξαρση τους επίσης. Οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων είναι άκρως επιβαρυντικές για τους κατηγορούμενους. Από την άλλη έχουμε ενώπιον μας και λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου, το λευκό τους ποινικό μητρώο, τις ηλικίες τους, τις προσωπικές - οικογενειακές τους περιστάσεις, τη μέθη για την οποία κάναμε αναφορά πιο πάνω και γενικά όλους τους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έκαναν αναφορά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Καταλήξαμε αφού λάβαμε υπόψη όλα τα πιο πάνω, ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της πολυετούς φυλάκισης. Αποφασίσαμε να επιβάλουμε ποινή μόνο στην κατηγορία του βιασμού αφού οι άλλες κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν αφορούν στην ίδια ροή γεγονότων. Όλες δε οι κατηγορίες έχουν ως θύμα το ίδιο πρόσωπο. Τα όσα ανέφερε η κα Πιερούδη γύρω από αυτό το θέμα μας βρίσκουν σύμφωνους (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Κρίνουμε ως αρμόζουσα την ακόλουθη ποινή, την οποία και επιβάλλουμε στους κατηγορούμενους: Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 (δώδεκα) ετών σε κάθε κατηγορούμενο. Η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση και δη από την 1.8.2013. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο