← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Παναγιώτη Κασενίδη κ.α., Αρ. Υπ.: 18953/11, 5/2/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Παναγιώτη Κασενίδη κ.α., Αρ. Υπ.: 18953/11, 5/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 18953/11 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν.

  1. Παναγιώτη Κασενίδη
  2. Νικόλα Κασενίδη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για τους Κατηγορουμένους: κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες κατά παράβαση του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 25/3/11 στην οδό Σωκράτους στην Πύλα είχαν στην κατοχή τους και μετέφεραν 1600 κροτίδες τύπου TORPILL - FEZA που περιείχαν εκρηκτική ύλη χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (κατηγορίες 1 και 2) ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος και ότι στις 25/3/11 στην πρώτη οδό στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας, είχε στην κατοχή του 80 κροτίδες τύπου TORPILL-FEZA που είχαν εκρηκτική ύλη χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν και δέκα τεκμήρια. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι οι κροτίδες τεκμήρια που ανευρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων είναι κροτίδες υπό την έννοια του νόμου δηλαδή περιλαμβάνουν μέσα εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, φέρουν φυτίλι εναύσεως το οποίο όταν πυροδοτηθεί καίγεται σε 4-5 δευτερόλεπτα και προκαλεί έκρηξη λόγω του ότι είναι κλειστές αεροστεγώς και σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ο μεν κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, ο δε κατηγορούμενος 2 κατάθεσε από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης τεκμήριο 11. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η διάπραξη των αδικημάτων και από τους δύο κατηγορούμενους δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε στην επί του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις καταθέσεις τους που έδωσαν στην αστυνομία τεκμήρια 5 και 4 αντίστοιχα αλλά και τις γραπτές καταγγελίες τεκμήρια 9 και 8, παραδέχονται τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν ως αυτά φαίνονται στο κατηγορητήριο. Εκείνο που έχει θέσει η πλευρά της υπεράσπισης και που ουσιαστικά παραμένει προς εξέταση είναι το ζήτημα της παγίδευσης, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα υπό εξέταση αδικήματα μετά από παγίδευση τους από την αστυνομία, θέμα στο οποίο θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Αποτελούν κοινό έδαφος και ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθηκαν στην περιοχή Δεκέλειας να μεταφέρουν στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΕΒ 991 40 κουτιά με 40 κροτίδες το καθένα τύπου TORPILL - FEZA που περιείχαν εκρηκτική ύλη χωρίς την άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών. Περαιτέρω μετά από έρευνα στο δωμάτιο του κατηγορουμένου 2 στην οικία του στην Πύλα εντοπίστηκαν δύο κουτιά των 40 τεμαχίων κροτίδες. Και για τις δύο ποσότητες δεν υπήρχε άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών. Το άρθρο 4(ι)(ε) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «4.-
(1)Ο Επιθεωρητής Εκρηκτικών Υλών δύναται, τηρουμένων των διατάξεων των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, να παραχωρήσει, υπό όρους και προϋποθέσεις, σε οποιοδήποτε πρόσωπο σχετικά με οποιεσδήποτε εκρηκτικές ύλες που καθορίζονται σε αυτούς - (α) ........ (β) ........ (γ) ........ (δ) ........ (ε) άδεια μεταφοράς ή/και κατοχής ή/και χρήσης εκρηκτικών υλών εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας, η οποία δύναται, κατά την κρίση του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, να εκδίδεται για καθορισμένο χρόνο χρήσης εντός του ημερολογιακού έτους· ........................................................................................ 4.(1Β)
(4)Πρόσωπο το οποίο - (α) ........ (β) ........ (γ) ........ (δ) μεταφέρει ή έχει στην κατοχή του· (ε) ......... (στ) ....... (ζ).......... οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη χωρίς να είναι κάτοχος άδειας ή έγκρισης (το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ίδιος), είναι ένοχο αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.....» Έχοντας υπόψη μου την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και τα ευρήματα καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι και ο καθένας ξεχωριστά αντιμετωπίζουν. Αυτό που απομένει προς εξέταση είναι η εισήγηση της υπεράσπισης περί παγίδευσης που σε περίπτωση που η εν λόγω θέση γίνει δεκτή τότε οι κατηγορούμενοι 1 και 2 θα πρέπει να απαλλαγούν των κατηγοριών και η ποινική δίωξη πρέπει να διακοπεί ως κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου και παράλληλα καταπάτηση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Το θέμα της παγίδευσης και οι αρχές που το διέπουν έχουν τεθεί στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Οδυσσέα Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του την υπάρχουσα νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Teixeira De Castro v. Portugal, 44/1997/828/1034 ECHR 533 αλλά και την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων R v. Looseley
(2001)4 All ER 897 συμμερίστηκε την θέση ότι η εξώθηση ή η υποκίνηση ή ο δελεασμός για διάπραξη αδικήματος, γενικά η παγίδευση ή η δημιουργία αδικήματος από τα όργανα του κράτους προς άσκηση εν τέλει ποινικής δίωξης γι' αυτό, είναι απαράδεκτη. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην απόφαση Κανάρη (ανωτέρω) ότι: «... ούτε στην Texeira ούτε αλλού διατυπώνεται εξαντλητικός ορισμός που να καλύπτει γενικά και άνευ ετέρου το πότε τα όργανα του κράτους ξεπερνούν πράγματι το αποδεκτό όριο ώστε η επακόλουθη ποινική δίωξη να απολήγει καταχρηστική ή να εκθέτει ως ανυπόληπτο το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Η αναφορά σε υποκίνηση, εξώθηση, δελεασμό ή παγίδευση, ακόμα και ο χαρακτηρισμός agent provocateur, συνιστούν το ζητούμενο και δεν παρέχουν αφ' εαυτών απάντηση. ................................................................................................. Δεν μπορεί, λοιπόν, να απομονωθεί ένας παράγοντας ως αφ' εαυτού αποφασιστικής σημασίας. Συνυπολογίζεται αριθμός παραγόντων με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης και, σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το κατά πόσο η αστυνομία δεν έκαμε τίποτε πέραν της παροχής στον κατηγορούμενο μιας μη ασυνήθιστης ευκαιρίας για διάπραξη αδικήματος. Με γνώμονα το κατά πόσο η συμπεριφορά της αστυνομίας, πριν από τη διάπραξη του αδικήματος, ήταν ή όχι η αναμενόμενη από άλλον κάτω από τις περιστάσεις.» Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο η όλη επιχείρηση οργανώθηκε από την αστυνομία ή αν η αστυνομία ενήργησε μετά από πληροφορία ως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει αναμφίβολα ότι η αστυνομία οργάνωσε η ίδια την συναλλαγή με την πώληση των κροτίδων από τον κατηγορούμενο 2 σε άλλο πρόσωπο με το οποίο διευθετήθηκε συνάντηση στην οδό Σωκράτους στην περιοχή Δεκέλειας, πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα παρέμεινε και παραμένει άγνωστη. Τόσο τα όσα οι ΜΚ1 και 2 ανάφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και αυτά που δεν τέθηκαν από μάρτυρα ο οποίος είχε ενεργό ανάμιξη στην επιχείρηση δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο πιο πάνω αποτέλεσμα. Φυσικά η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν απολήγει σε τελική κατάληξη για παγίδευση των κατηγορουμένων για το οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Οι ΜΚ1 και 2 επί του θέματος του ότι έδρασαν κατόπιν πληροφορίας και επί αυτής βασίστηκαν για τη διερεύνηση τυχόν διάπραξης αδικημάτων, δεν πείθει. Ούτε και οι αναφορές τους σε σειρά θεμάτων που θα αναφέρω πιο κάτω μπορούν να σταθούν στη λογική. Καταρχάς δεν μπορώ να δεχθώ την άγνοια του ΜΚ2 για το ζήτημα της καταγραφής των κλήσεων από την γραμμή του πολίτη. Αν και δέχθηκε ότι η γραμμή του πολίτη είναι γραμμή της αστυνομίας εν τούτοις δεν γνώριζε αν οι κλήσεις από την γραμμή αυτή καταγράφονται. Ούτε και μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν ο συνάδελφος του από την γραμμή του πολίτη ο οποίος του διαβίβασε την πληροφορία. Αμφιβολίες δημιουργεί και η αναφορά του ότι δεν ενημέρωσε τον υπεύθυνο του ΟΠΕ όπου υπηρετούσε σε σχέση με την επιχείρηση την στιγμή που στο μέρος όπου θα γινόταν η συναλλαγή μετέβησαν δύο περιπολικά και τέσσερεις αστυνομικοί. Επίσης παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΚ2 ήταν υπεύθυνος της βάρδιας, ήταν το άτομο το οποίο έλαβε την πληροφορία, ενημέρωσε τους συναδέλφους της βάρδιας του και γενικά συντόνισε την επιχείρηση και έλαβε μέρος σ' αυτή, εν τούτοις γραπτή κατάθεση έδωσε μια εβδομάδα πριν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ενώ ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ευθύνη του ήταν ότι έλαβε την πληροφορία για να συντονίσει την επιχείρηση, από την κατάθεση του τεκμήριο 10, προκύπτει ότι η ανάμιξη του ήταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Σε σχέση με το άγνωστο πρόσωπο και το οποίο θα συναντούσε ο κατηγορούμενος 2 προκαλεί έκπληξη η ευκολία διαφυγής του. Στο χώρο βρίσκονταν δύο περιπολικά και τέσσερεις αστυνομικοί και παρά ταύτα επικεντρώθηκαν στο όχημα στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 με αποτέλεσμα το άλλο άτομο της συναλλαγής να διαφύγει. Αναφορικά με αυτό να σημειωθεί όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή ότι τον άγνωστο καταδίωξε ο Αστ. 2702 ο οποίος όμως ούτε γραπτή κατάθεση έδωσε αλλά ούτε και κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αφού και αυτός είχε ενεργό ανάμιξη στην επιχείρηση αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και την θέση της υπεράσπισης περί παγίδευσης η οποία διαφάνηκε από την αρχή της διαδικασίας. Τέλος, ενώ η ΜΚ1 είπε ότι το άγνωστο πρόσωπο το καταδίωξε με το περιπολικό ο Αστ. 2702, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το καταδίωξε και πάλι ο Αστ. 2702 αλλά τρέχοντας. Με βάση τα πιο πάνω, δεν έχω οιανδήποτε αμφιβολία ότι το άγνωστο πρόσωπο ήταν άτομο το οποίο συνεργάστηκε με την αστυνομία έτσι ώστε να διευθετηθεί συνάντηση με τον κατηγορούμενο 2 στην οδό Σωκράτους στη Δεκέλεια για να του πουλήσει ο τελευταίος κροτίδες. Το τελευταίο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν τα πιο πάνω και η οργάνωση της επιχείρησης με τα εν λόγω δεδομένα αποτελούν παγίδευση η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην διακοπή της διαδικασίας και αθώωση των κατηγορουμένων. Από την απόφαση Κανάρης (ανωτέρω) προκύπτει ότι για στοιχειοθέτηση της παγίδευσης θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι πράξεις των αστυνομικών οργάνων είναι απαράδεκτες υπό την έννοια ότι συνιστούν υποκίνηση ή την δημιουργία αδικήματος από μέρους τους προς άσκηση ποινικής δίωξης. Θα πρέπει να προσφέρουν στον κατηγορούμενο ευκαιρία ασυνήθιστη. Στην παρούσα περίπτωση ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του τεκμήριο 4 αναφέρει ότι έλαβε τηλεφώνημα από κάποιο Αντρέα και του ζήτησε αυτός ο Αντρέας να αγοράσει τσάκρες διότι έμαθε ότι ο κατηγορούμενος 2 πουλούσε. Παρακάτω στην κατάθεση του τεκμήριο 4, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχεται ότι πιο παλιά έτυχε και πούλησε τσάκρες καμιά δεκαριά φορές περίπου και είπε στον Αντρέα ότι θα του πουλήσει. Το ότι ξαναπούλησε τσάκρες το παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση. Προκύπτει δηλαδή από τα λεχθέντα του ίδιου του κατηγορουμένου 2 ότι είχε πουλήσει ξανά κροτίδες και δεχόμενος τηλεφώνημα από προτιθέμενο αγοραστή προθυμοποιήθηκε να πουλήσει και πάλι κροτίδες τις οποίες και εξασφάλισε από κατάστημα στην Πύλα καταβάλλοντας το ποσό των €520. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι προσφέρθηκε στον κατηγορούμενο 2 μια όχι ασυνήθιστη ευκαιρία για διάπραξη αδικήματος. Η αστυνομία δεν έκανε τίποτε άλλο πέραν της παροχής στον κατηγορούμενο 2 μιας μη ασυνήθιστης ευκαιρίας για διάπραξη αδικήματος την οποία ο τελευταίος δεν απέρριψε. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι η θέση του κατηγορούμενου 2 η οποία τέθηκε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεση του ότι δέχθηκε τρεις φορές τηλεφώνημα από αυτό τον Αντρέα ο οποίος κάθε φορά αύξανε και την ποσότητα αλλά και το ύψος του ποσού που θα κατέβαλλε για τις κροτίδες δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θεωρώ ότι είναι ύστερες σκέψεις του κατηγορουμένου 2 για στοιχειοθέτηση της υπεράσπισης του αφού τέτοια θέση στην κατάθεση του τεκμήριο 4 δεν υπάρχει. Ούτε και ότι τις δύο πρώτες φορές αρνήθηκε να πουλήσει κροτίδες στον εν λόγω Ανδρέα μπορεί να γίνει δεκτό αφού στην κατάθεση του τεκμήριο 4 αναφέρει ότι αμέσως προθυμοποιήθηκε να του πουλήσει κροτίδες ρωτώντας τον πόσες ήθελε. Να σημειωθεί εδώ ότι ενώ στην αρχή της αντεξέτασης του είπε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στην αστυνομία σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι η κατάθεση του περιέχει γεγονότα που δεν ήθελε να πει φτάνοντας και στο σημείο να πει ότι ίσως είναι ψεύτικη η κατάθεση του. Εν πάση όμως περιπτώσει θεωρώ ότι και αν ακόμη τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως ο κατηγορούμενος 2 τα ανάφερε και πάλι δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί η κατάσταση αφού ο τελευταίος άρπαξε την ευκαιρία που του δόθηκε και δέχθηκε να πουλήσει κροτίδες σε υψηλότερη τιμή. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η εισήγηση της υπεράσπισης περί παγίδευσης των κατηγορουμένων δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και βρίσκω ένοχους τους κατηγορουμένους 1 και 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .................................. Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.