← Κύπρος

Ντίνο Φιλίππου ν. Maricasa Estate Ltd κ.α., Αρ. Υπ.: 18990/11, 28/2/2013

Ντίνο Φιλίππου ν. Maricasa Estate Ltd κ.α., Αρ. Υπ.: 18990/11, 28/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 18990/11 Μεταξύ: Ντίνο Φιλίππου ν.

  1. Maricasa Estate Ltd
  2. Χριστάκη Γερασίμου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λουκαϊδης Για τους Κατηγορουμένους: κ. Νικηφόρου Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η εισήγηση της πλευράς των κατηγορουμένων ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα και πρόκληση μη πληρωμής επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)και
(2)αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 30/6/11 εξέδωσαν την επιταγή της ΣΠΕ Αλληλεγγύης υπ' αριθμό 28931018 ημερομηνίας 30/6/11 για €13500 προς τον Ντίνο Φιλίππου η οποία αφού εμφανίσθηκε στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω μη διαθεσίμου κεφαλαίου και ο εκδότης της παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών αφ' ότου έλαβε γνώση του γεγονότος τούτου ως επίσης και το ότι προκάλεσαν την μη εξόφληση της εν λόγω επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το άρθρο 305Α
(1)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. ..................................................................................................» Για την απόδειξη της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν και τρία τεκμήρια. Διεξήλθα με προσοχή την μαρτυρία που έχει δοθεί από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη ενός ή περισσοτέρων από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Εξετάζοντας την πρώτη κατηγορία και το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλονται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Θεωρώ ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει δύο από τα πέντε συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και συγκεκριμένα την μη εξόφληση της επιταγής λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και της μη πληρωμής της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Καταρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η επίδικη επιταγή τεκμ. 1 φέρει σφραγίδα της Τράπεζας ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής. Περαιτέρω κατατέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής και ειδοποίηση για μη πληρωμή επιταγών τεκμήριο 3 η οποία ειδοποίηση αναφέρει να μην επιτραπεί η πληρωμή της εν λόγω επιταγής παραθέτοντας και συγκεκριμένο λόγο. ΄Αρα λοιπόν ο λόγος για τον οποίο η επιταγή τεκμ. 1 δεν πληρώθηκε ήταν λόγω ανάκλησης της πληρωμής της και όχι για το λόγο ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη της. Το ότι ο Γιώργος Σάββα ΜΚ2 υπάλληλος της ΣΠΕ Αλληλεγγύης ανέφερε ότι στις 30/6/11 υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο €26275 ενώ το όριο ήταν €25000 και δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και ότι τον Ιούλιο του 2011 δεν υπήρξε δραστική διαφοροποίηση του υπολοίπου δεν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της μη εξόφλησης επιταγής λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων τους. Η επίδικη όμως επιταγή δεν πληρώθηκε όχι λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων αλλά λόγω του ότι δόθηκε εντολή για μη πληρωμή της. Επίσης ούτε το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Θεωρώ ότι η μη πληρωμή της επιταγής εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα έπεται του συστατικού στοιχείου της μη εξόφλησης της λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Θα πρέπει δηλαδή αφού η επιταγή παρουσιαστεί για πληρωμή και δεν εξοφληθεί λόγω ελλείψεως κεφαλαίων τότε για να διαπραχθεί το αδίκημα θα πρέπει να παρέλθουν 15 ημέρες από το γεγονός αυτό και ο εκδότης της να μην την πληρώσει. Ενόψει της αποτυχίας απόδειξης του συστατικού στοιχείου της μη εξόφλησης επιταγής ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων συνεπακόλουθα δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτό το συστατικό στοιχείο. Ερχόμενος τώρα στην δεύτερη κατηγορία από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα ακόλουθα: (α) ΄Εκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης από τον εκδότη με οποιαδήποτε πράξη του. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος, δηλαδή της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. Ακόμα και αν δεχθώ ότι εκδότης της επιταγής είναι η κατηγορουμένη 1 εταιρεία δεν έχω οιανδήποτε μαρτυρία ότι η εντολή για ανάκληση της επιταγής, που αποτελεί και την πράξη του εκδότη για μη εξόφληση της, έχει δοθεί από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία δια του κατηγορουμένου 2 ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από την κατηγορουμένη 1 για το σκοπό αυτό. Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος είπε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι πήγε στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης στη Δρομολαξιά η Μαρίνα Γεωργίου και υπέγραψε την ανάκληση της επιταγής. Είπε περαιτέρω ότι η Μαρίνα Γεωργίου αντί να έρθει στα κεντρικά της ΣΠΕ Αλληλεγγύης πήγε στο παράρτημα της εν λόγω ΣΠΕ στη Δρομολαξιά. Η προσκομισθείσα μαρτυρία για απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου στερείται επάρκειας ακόμα και για το στάδιο αυτό της διαδικασίας. Κατηγορούμενος 2 είναι ο Χριστάκης Γερασίμου και παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι υπέγραψε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 1 και χωρίς να αποφαίνομαι ότι αυτό είναι ορθό, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την ειδοποίηση ανάκλησης τεκμήριο 3 και ως εκ τούτου με πράξη του η οποία να δέσμευε την κατηγορούμενη 1 εταιρεία να ανακλήθηκε η πληρωμή της επιταγής λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι επί του τεκμηρίου 3 ουδεμία σφραγίδα υπάρχει που να καταδεικνύει ότι δόθηκε από την κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Αποτέλεσμα αυτού είναι να μην έχει στοιχειοθετηθεί το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και έτσι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2. (Υπ).......................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.