← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Εργοληπτική Εταιρεία «ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπ.: 10588/10, 11/4/2013

Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Εργοληπτική Εταιρεία «ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ» ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπ.: 10588/10, 11/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 10588/10 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν.

  1. Εργοληπτική Εταιρεία «ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ» ΛΤΔ
  2. Christoforos & Olympios Toumazou Ltd
  3. Χριστόφορος Τουμάζου
  4. Μιχάλης Α. Τσαππαλέστρας (Υλικά Οικοδομής) ΛΤΔ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Σέργη μαζί με τον κ. Νικηφόρου Για τους Κατηγορούμενο 2 και 3: κ. Δημητριάδης Για την Κατηγορούμενη 4: κ. Καπελάκης Κατηγορούμενος 3 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, πλην της πλευράς της κατηγορουμένης 4, εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν όλες οι πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1-4 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραβάσεις των Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων 1996-2003 και των σχετικών Κανονισμών. Για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής που αποτελείται από 17 συνολικά κατηγορίες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 5 μάρτυρες και κατατέθηκαν και 26 τεκμήρια. Δεν θα προχωρήσω στην παράθεση περίληψης του συνόλου της μαρτυρίας παρά μόνο εκεί που κρίνεται αναγκαίο σε σχέση με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο κάθε ένας από τους κατηγορούμενους ξεχωριστά αντιμετωπίζει. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 2. Στην πρώτη κατηγορία κατηγορείται ότι, ενώ ήταν εργοδότης (εργολάβος) και ανέλαβε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στην οδό Παύλου Βαλσαμάκη 3, ήτοι την ανακαίνιση της πολυκατοικίας με ονομασία ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ στη Λάρνακα, από άγνωση στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνία μέχρι τις 11.06.2009 παρέλειψε να ειδοποιήσει τον Αρχιεπιθεωρητή για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών που ανέλαβε και εκτελούσε, κατά παράβαση των Κανονισμών 2 και 6
(1)των Περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές και Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμών του 2002 και των Άρθρων 2, 13, 38 και 53
(1)των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμων του 1996-2003. Το άρθρο 6
(1)των Περί Ασφάλειας και Υγείας (Ελάχιστες Προδιαγραφές και Προσωρινά ή Κινητά Εργοτάξια) Κανονισμών του 2002 προβλέπει τα ακόλουθα: «6.-
(1)Προκειμένου για εργοτάξιο με προβλεπόμενη διάρκεια εργασιών που θα υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες και στο οποίο θα ασχολούνται ταυτόχρονα περισσότεροι από 20 εργοδοτούμενοι ή ο προβλεπόμενος όγκος εργασίας θα υπερβαίνει τα 500 ημερομίσθια ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και, όταν δεν υπάρχει, ο κύριος του έργου, πρέπει να διαβιβάζει στον Αρχιεπιθεωρητή πριν από την έναρξη των εργασιών την εκ των προτέρων γνωστοποίηση που καταρτίζεται σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ των παρόντων Κανονισμών.» Με βάση το ως άνω άρθρο για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η προβλεπόμενη διάρκεια των εργασιών θα υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες και θα ασχολούνται ταυτόχρονα περισσότεροι από 20 εργοδοτούμενοι ή ο προβλεπόμενος όγκος εργασίας θα υπερβαίνει τα 500 ημερομίσθια. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία παρά το γεγονός ότι από το αντίγραφο του σχεδίου ασφάλειας και υγείας κατά το στάδιο της εκτέλεσης που κατατέθηκε ως τεκμήριο 14, καταγράφεται ότι η διάρκεια των εργασιών θα ήταν 12 μήνες εντούτοις με βάση τον ως άνω κανονισμό δεν αναφέρεται ότι θα ασχολούντο ταυτόχρονα και περισσότεροι από 20 εργοδοτούμενοι. Θεωρώ ότι όπως είναι διατυπωμένος ο κανονισμός τόσο η διάρκεια των εργασιών όσο και ο αριθμός των εργοδοτουμένων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Ούτε όμως υπάρχει μαρτυρία ότι ο όγκος των εργασιών θα ξεπερνούσε τα 500 ημερομίσθια έτσι ώστε να στοιχειοθετείται το αδίκημα επί αυτού του στοιχείου. Ελλείψει οιασδήποτε μαρτυρίας για τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατόν να κληθεί η Κατηγορουμένη 1 να προβάλει την υπεράσπιση της. Ίδια είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση και με την δεύτερη κατηγορία. Ως έχει προαναφερθεί η κατηγορουμένη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι στις 06.05.09 ενώ ήταν εργοδότης παρέλειψε να εφαρμόσει ασφαλή μέθοδο εργασίας με αποτέλεσμα εργοδοτούμενο πρόσωπο της, ο Γρηγόρης Γρηγορίου στην προσπάθεια του να εκφορτώσει περονοφόρο μηχάνημα να πέσει από τον έκτο όροφο πολυκατοικίας και να τραυματιστεί θανάσιμα. Με βάση την έκθεση και τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την έννοια που δίδεται από το άρθρο 2 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/96 στους όρους εργοδότης και εργοδοτούμενος, «εργοδότης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργοδοτούμενο και έχει την ευθύνη για το υποστατικό, την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση και περιλαμβάνει και πρόσωπο που δεν έχει άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μη. «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται με σύμβαση απασχόλησης ή ασκούμενο ή μαθητευόμενο πρόσωπο και περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, ως τρόφιμοι ιδρυμάτων, εκτελούν εργασία που τους έχουν ανατεθεί και ο όρος «εργοδότηση» θα ερμηνεύεται ανάλογα. Ενόψει των πιο πάνω το ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι αν η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν εργοδότης και ο θανών Γρηγόρης Γρηγορίου εργοδοτούμενος έχοντας υπόψη ότι με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της υπό εξέταση κατηγορίας εφαρμογή εδώ έχει το πρώτο σκέλος της ερμηνείας του όρου εργοδότης, ότι δηλαδή το νομικό πρόσωπο, ως η προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργοδοτούμενο. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής είναι ότι ο Γρηγόρης Γρηγορίου ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτό όμως το δεδομένο δεν μπορεί να προσδώσει την σημασία του εργοδοτούμενου όπως αποδίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου. Το ότι δηλαδή ο θανών ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και χωρίς να τεθεί οτιδήποτε άλλο ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να καταδεικνύει ότι υπήρχε σχέση εργασίας ή σύμβαση απασχόλησης δεν καθιστά την κατηγορουμένη 1 εταιρεία εργοδότη και τον Γρηγόρη Γρηγορίου εργοδοτούμενο της πρώτης. Η Μ.Κ.1 μάλιστα αντεξεταζόμενη επί του θέματος δεν μπορούσε καν να αναφέρει αν ο θανών ήταν δηλωμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας χωρίς να αποφαίνομαι ότι αν όντως τούτο συνέβαινε θα καθιστούσε τον θανόντα εργοδοτούμενο και την κατηγορουμένη 1 εργοδότη. Ο διευθυντής ενός νομικού προσώπου θεωρείται αξιωματούχος αυτού και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι υπάρχει σύμβαση εργοδότησης μεταξύ τους έτσι ώστε να καθιστά τον διευθυντή εργοδοτούμενο της. Ελλείψει αυτού του στοιχείου κρίνω ότι δεν είναι δυνατόν να κληθεί η κατηγορούμενη 1 εταιρεία να προβάλει την υπεράσπισή της. Ερχόμενος τώρα στους Κατηγορούμενους 2 και 3 να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις ίδιες κατηγορίες με την κατηγορούμενη 2 εταιρεία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της τελευταίας. Οι κατηγορίες τις οποίες ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει είναι οι κατηγορίες 4, 6, 9, 11, 13, 15 και 17. Στην τέταρτη κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της κατηγορούμενης αρ. 2 στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία διευκόλυνε από αμέλεια του, τη μη λήψη κατάλληλων μέτρων έτσι ώστε κατά την ανύψωση περονοφόρου μηχανήματος κατασκευής TOYOTA με την βοήθεια γερανού κατασκευής TADANO και κατά την εκφόρτωση του από τον κλωβό που ήταν κρεμασμένος πάνω στον γερανό, να αποφευχθεί η πτώση του περονοφόρου μηχανήματος και του οδηγού του περονοφόρου που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Γρηγόρη Γρηγορίου. Στην ενδέκατη κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της δεύτερης κατηγορούμενης εταιρείας στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία διευκόλυνε από αμέλεια του την παράλειψη διασφάλισης, από την εταιρεία που διεύθυνε, της αποφυγής μετατόπισης ή και ταλάντευσης του μεταλλικού κλωβού που ήταν κρεμασμένος στο γερανό με κατάλληλη πρόσδεση ή άλλα μέσα ώστε εργοδοτούμενα ή άλλα πρόσωπα να μην εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού. Στην δέκατη τρίτη κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της δεύτερης κατηγορούμενης εταιρείας στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία διευκόλυνε από αμέλεια του την παράλειψη διασφάλισης ότι η χρήση του γερανού κατασκευής TADANO διακόπτεται αμέσως κατά τη διάρκεια ακατάλληλων καιρικών συνθηκών ώστε εργοδοτούμενα ή άλλα πρόσωπα να μην εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού. Στην δέκατη πέμπτη κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της δεύτερης κατηγορουμένης στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία διευκόλυνε από αμέλεια του την προμήθεια στην εταιρεία ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΦΙΛΟΙ» ΛΤΔ μεταλλικού κλωβού ακατάλληλου για την ανύψωση του περονοφόρου μηχανήματος κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ με αποτέλεσμα πρόσωπα που το χρησιμοποιούσαν να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού. Στην δέκατη έβδομη κατηγορία κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της δεύτερης κατηγορουμένης στον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία, διευκόλυνε από αμέλεια του την μη ενημέρωση των άλλων εργοδοτών που εργάζονταν στο συγκεκριμένο εργοτάξιο για του κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά τις εργασίες ανύψωσης του περονοφόρου μηχανήματος κατασκευής TOYOTA στον 6ο όροφο πολυκατοικίας χωρίς να διασφαλιστεί η πρόσδεση του κλωβού σε ακλόνητο στατικό στοιχείο της οικοδομής στον 6ο όροφο, με αποτέλεσμα πρόσωπα στην εργασία ή και άλλα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού. Από την έκθεση αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών δηλαδή των κατηγοριών 4, 11, 13, 15 και 17 προκύπτει ότι βάση για την ισχυριζόμενη ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 3 αποτελεί το άρθρο 53
(6)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι) του 1996 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «53.-
(1). ........................................... ..................................................................................................
(6). Όταν αδίκημα που διαπράττεται με βάση τον παρόντα Νόμο από εταιρεία, συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων, αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση ή τη συνεργασία, ή ότι η διάπραξή του έχει διευκολυνθεί από αμέλεια εκ μέρους οποιουδήποτε διευθύνοντος συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέως ή άλλου λειτουργού της εταιρείας, συνεργατικού ιδρύματος ή άλλης ένωσης προσώπων, τόσο αυτός όσο και η εταιρεία, το συνεργατικό ίδρυμα ή άλλη ένωση προσώπων θα θεωρούνται ένοχοι αδικήματος και θα υπόκειται σε δίωξη και ποινή ανάλογα.» Έχει αναφερθεί από την Μ.Κ.1 και προκύπτει και από την έκθεση διερεύνησης θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν διευθυντής της κατηγορούμενης 2 εταιρείας. Το ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο από τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι δυνατόν να κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος 3, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων όσο και του ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν παρών στον χώρο το χρονικό διάστημα που επεσυνέβηκε το ισχυριζόμενο επίδικο ατύχημα. Ο Ολύμπιος Τουμάζου στην κατάθεση του που λήφθηκε από την ΜΚ1 και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6 αναφέρει ότι ο Γρηγόρης Γρηγορίου είχε μιλήσει στις 04/05 ή στις 05/05 με τον κατηγορούμενο 3 και του ζήτησε να πάει γερανός την Τετάρτη 06.05.09 στο εργοτάξιο του Intercollege. Αυτή ήταν ουσιαστικά η μαρτυρία η οποία τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την ανάμιξη του κατηγορουμένου
  1. Μετά την επικοινωνία των δύο, το άτομο που μίλησε με τον θανόντα στις 06.05.09 ήταν ο Ολύμπιος Τουμάζου ο οποίος και μετέβηκε στο χώρο με τον γερανό και ήταν αυτός που τον χειρίστηκε. Να σημειωθεί ότι ο Ολύμπιος Τουμάζου είναι μέτοχος και γραμματέας της Κατηγορουμένης 2 εταιρείας. Να σημειωθεί επίσης ότι και η Μ.Κ.1 τις πληροφορίες της για τον κατηγορούμενο 3 σε σχέση με το συμβάν τις έλαβε από την κατάθεση τεκμήριο
  2. Έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος 3 με βάση τις εκθέσεις αδικημάτων αλλά και τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4, 11, 13, 15 και 17 κατηγορείται ότι από αμέλεια του ως Διευθυντής διέπραξε τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει. Παρατηρώντας τις εν λόγω κατηγορίες προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται για αμέλεια του στην λήψη μέτρων κατά την εκτέλεση των εργασιών την στιγμή που ο ίδιος δεν ήταν εκεί αλλά και η ανάμιξη του στην όλη υπόθεση ήταν όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το γεγονός ότι ήταν διευθυντής, ως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, της Κατηγορουμένης 2 εταιρείας δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετήσει αμέλεια ακόμη και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας την στιγμή μάλιστα που τον χειρισμό του γερανού τον είχε και πάλι κατά την θέση της κατηγορούσας αρχής ο γραμματέας της κατηγορουμένης 2 που ήταν και ένας εκ των μετόχων της. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας δεν έχει τεθεί οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως για τυχόν αμέλεια του κατηγορουμένου 3 και η οποία αμέλεια είχε την δική της επίδραση ή και συνέπεια στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Κρίνω ότι τα στοιχεία που έχουν τεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής στερούνται επάρκειας με αποτέλεσμα οι κατηγορίες να είναι έκθετες σε απόρριψη. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχε τεθεί μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται ότι από αμέλεια του κατηγορουμένου 3 που οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του είχε σαν αποτέλεσμα το ζημιογόνο γεγονός. Ο κατηγορούμενος 3 τέλος αντιμετωπίζει και την κατηγορία 9 κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 35
(2), 35
(6), 94
(1)και 95 του Περί Εργοστασίων Νόμου Κεφ. 134 ως αυτό τροποποιήθηκε. Κατηγορείται ότι ενώ ήταν Διευθυντής της δεύτερης κατηγορούμενης εταιρείας χρησιμοποιούσε τον κινητό γερανό χωρίς να έχει στην κατοχή του έκθεση επιθεώρησης σε ισχύ. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις διατάξεις επί των οποίων βασίζεται η κατηγορία και δεν υπάρχει διάταξη η οποία να προβλέπει ποινική ευθύνη διευθυντή υπό οιεσδήποτε συνθήκες. Με βάση το τεκμήριο 24 το οποίο έχει κατατεθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής φαίνεται ως ιδιοκτήτης του επίδικου γερανού η κατηγορούμενη 2 εταιρεία και οιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη τυχόν προκύπτει από το Κεφ. 134, βαρύνει την εν λόγω εταιρεία ως τέτοια. Πέραν τούτου όμως ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένες οι λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 ως διευθυντής χρησιμοποιούσε τον κινητό γερανό χωρίς να υπάρχει έκθεση επιθεώρησης σε ισχύ την στιγμή που από την μαρτυρία τον γερανό την επίδικη ημέρα τον χρησιμοποιούσε άλλο πρόσωπο και όχι ο κατηγορούμενος 3. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία 9 από αυτό το στάδιο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ τούτου και ενόψει των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες 1 και 2 και ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες 4, 9, 11, 13, 15 και 17. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 στις κατηγορίες 3, 5, 8, 10, 12, 14 και 16, για τον κατηγορούμενο 2 στην κατηγορία 6 και για την κατηγορούμενη 4 στην κατηγορία 7 κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους και καλώ αυτούς σε απολογία. (Εξηγούνται στους κατηγορούμενους 2, 3 και 4 τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155). (Υπ.) ......................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.