Μάριος Τιμοθέου ν. Charles Hadkinson, Αρ. Υπόθεσης: 3872/10, 28/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3872/10 Μεταξύ: Μάριος Τιμοθέου ν. Charles Hadkinson Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 28 Μαϊου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ζαχαρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Λουκαϊδης Κατηγορούμενος παρών Ο κ. Α. Χ''Φιλίππου, ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα, όσο καλύτερα μπορεί. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, ήτοι το ότι εξασφάλισε πίστωση ενώ ήταν πτωχεύσας και ότι εξασφάλισε πίστωση με ψευδείς παραστάσεις. Για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερεις μάρτυρες και κατατέθηκαν και εννιά τεκμήρια. Δεν θα προχωρήσω στην παράθεση περίληψης του συνόλου της μαρτυρίας παρά μόνο εκεί που κρίνεται αναγκαίο σε σχέση με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης πέραν των Λ.Κ.10 από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι και τον Ν.74(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατηγορείται ότι κατά διάφορες ημερομηνίες του έτους 2008 και/ή προγενέστερα, εξασφάλισε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.443.000- και σε €756910.43 από τον παραπονούμενο ως τίμημα για αγορά εμπορευμάτων και παροχή υπηρεσιών ενώ ήταν πτωχεύσας, χωρίς να πληροφορήσει τον παραπονούμενο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Στην δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε μέχρι και τον Ν.67(Ι)/2009 και του άρθρου 118(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι και τον Ν.74(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά διάφορες ημερομηνίες του έτους 2008 ή/και προγενέστερα στην επαρχία Λάρνακας ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί και ενώ γνώριζε πως δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πίστωση πέραν των Λ.Κ.10.- παρουσιάστηκε στον παραπονούμενο ως φερέγγυος αποκρύβοντας του ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο πέραν των Λ.Κ.443.000- και σε €756910.43 ως τίμημα αγοράς εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το άρθρο 117(α) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου κεφ. 5 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε- (α) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίζει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε ή (β) επιδίδεται σε εμπόριο ή διεξάγει εργασίες με άλλο όνομα από εκείνο με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση χωρίς να αποκαλύψει σε όλα τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται επαγγελματικά το όνομα με βάση το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση, είναι ένοχος αδικήματος και με καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.» . Το ερώτημα που τίθεται και που αποτελεί και συστατικό στοιχείο της πρώτης κατηγορίας είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν άτομο το οποίο τελούσε υπό πτώχευση κατά το έτος 2008 ή και προγενέστερα σύμφωνα και με τις λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει αλλά και με την μαρτυρία που τέθηκε από τον παραπονούμενο ΜΚ
- Ο ΜΚ3 στην κατάθεση του τεκμήριο 8 αναφέρει ότι έδωσε στον κατηγορούμενο κατά διαστήματα διάφορα ποσά είτε στον ίδιο προσωπικά ή και σε τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό και κατόπιν οδηγιών του και οι περίοδοι στις οποίες ο ΜΚ3 αναφέρθηκε αφορούν από το 2006 μέχρι και το
- Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί αντίγραφο αίτησης χωρίς ειδοποίηση ημερ. 9/3/10 υπ' αριθμό 39/08 τεκμήριο 5 δια της οποίας ζητείται η κήρυξη του Charles Robert Hadkinson σε πτώχευση ως επίσης και πιστό αντίγραφο διατάγματος στην αίτηση με αριθμό 39/08 ημερομηνίας 16/3/10 τεκμήριο 6 δια του οποίου το εν λόγω πρόσωπο κηρύσσεται σε πτώχευση. Τα ισχυριζόμενα όμως ποσά ως ο ΜΚ3 ανέφερε δόθηκαν στον κατηγορούμενο για την περίοδο από 2006-2009 περίοδος κατά την οποία δεν είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης εναντίον του κατηγορουμένου αφού αυτό εκδόθηκε ως έχει προαναφερθεί στις 16/3/
- Δεδομένου τούτου, η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη πίστωση, εξασφαλίστηκε από τον κατηγορούμενο πριν ο τελευταίος κηρυχθεί σε πτώχευση, με αποτέλεσμα να μην έχει στοιχειοθετηθεί το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος και ως εκ τούτου να μην είναι δυνατό να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Ίδια είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου και σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε διάφορες ημερομηνίες του έτους 2008 ή/και προγενέστερα στην επαρχία Λάρνακας ενώ ήταν πτωχεύσας που δεν είχε αποκατασταθεί και ενώ γνώριζε πως δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πίστωση πέραν των Λ.Κ.10.- παρουσιάστηκε στον παραπονούμενο ως φερέγγυος αποκρύβοντας του ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε και εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο πέραν των Λ.Κ.443.000- και σε €756910.43 ως τίμημα αγοράς εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας βασίζεται στα άρθρα 297 και 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Παρατηρώντας όμως τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι ψευδείς παραστάσεις τις οποίες επικαλείται η πλευρά του παραπονούμενου συνίστανται στο ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο ως φερέγγυος αποκρύβοντας από τον τελευταίο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Ουσιαστικά δηλαδή η εξασφάλιση πίστωσης από τον κατηγορούμενο με ψευδείς παραστάσεις ήταν το ότι εξασφάλισε την πίστωση χωρίς να αναφέρει στον παραπονούμενο ότι κατά τον χρόνο της πίστωσης ήταν πτωχεύσας ο ίδιος δεν είχε αποκατασταθεί. ΄Εχει όμως αναφερθεί πιο πάνω ότι κατά την χρονική περίοδο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλά λέχθηκε και από πλευράς ΜΚ3, εναντίον του κατηγορουμένου δεν είχε εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης. Το διάταγμα πτώχευσης εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της ισχυριζόμενης εξασφάλισης πίστωσης του κατηγορούμενου από τον παραπονούμενο. Ενόψει τούτου ούτε και σ' αυτή την κατηγορία είναι δυνατό να κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος. Πέραν των πιο πάνω όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος και των δύο κατηγοριών καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.443,000 ή €756910,43 ως τίμημα για την αγορά εμπορευμάτων και παροχή υπηρεσιών. Ουδέν τέθηκε όμως από πλευράς κατηγορούσας αρχής για αγορά εμπορευμάτων ή και ποια ήταν αυτά τα εμπορεύματα ούτε και για παροχή υπηρεσιών ή και ποιες ήταν αυτές οι υπηρεσίες. Αυτό που έχει λεχθεί από πλευράς παραπονουμένου είναι ότι έδωσε στον κατηγορούμενο σε διάφορες περιόδους διάφορα ποσά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ενόψει των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του κατηγορουμένου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ............................ Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο