Arameat Ltd ν. Παπαχριστοφόρου Χαράλαμπος κ.α., Αρ. Υπ.: 10879/11, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2013:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 10879/11 Μεταξύ: Arameat Ltd ν.
- Παπαχριστοφόρου Χαράλαμπος
- Παπαχριστοφόρου Γεωργία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κώστα Για τους Κατηγορούμενους: κ. Βαρκάρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα περίπτωση αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι κατά ή περί την 15/01/2011 δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασαν από την εταιρεία Arameat Ltd από την Αραδίππου αγαθά και/ή υπηρεσίες αξίας €15.000 με ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες εις το ότι παρέστησαν στην εταιρεία Arameat Ltd επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κακοπετριάς - Γαλάτας, υπ' αριθμό 23297151 δια το ποσό των €15.000 την οποία εξέδωσαν επ' ονόματι και/ή προς όφελος της πιο πάνω παραπονούμενης εταιρείας με σκοπό ότι θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο και η εν λόγω επιταγή επεστράφη απλήρωτη και/ή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα επειδή εξεδόθη από λογαριασμό που δεν είχε τα απαραίτητα κεφάλαια και δεν έφερε όλες τις προβλεπόμενες υπογραφές. Στην δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αυτής κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 15/01/2011 ή/και σε άγνωστη ημερομηνία στην Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, εξέδωσαν την επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κακοπετριάς - Γαλάτας, υπ' αριθμό 23297151 δια το ποσό των €15.000 επ' ονόματι της παραπονούμενης εταιρείας η οποία όταν εμφανίστηκε σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα εις την τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη δεν εξοφλήθηκε καθ' ότι δεν έφερε όλες τις προβλεπόμενες υπογραφές και η εν λόγω επιταγή επεστράφη απλήρωτη με την ένδειξη «υπογραφή εκδότη διαφέρει». Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν και συνολικά επτά τεκμήρια. Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζουν το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
- Τα ως άνω άρθρα προβλέπουν τα ακόλουθα: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Το άρθρο 297 προσδιορίζει την έννοια του όρου ψευδείς παραστάσεις ενώ το αδίκημα δημιουργείται από το άρθρο 298 και σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού τα συστατικά στοιχεία είναι: (α) H ύπαρξη ψευδών παραστάσεων. Οι παραστάσεις οι οποίες αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά, όπως προνοείται και από το άρθρο 297, ο Κατηγορούμενος όταν προέβαινε σ΄ αυτές να εγνώριζε το ψευδές τούτων ή να μην επίστευε στο αληθές τους. Περαιτέρω αυτές να αφορούσαν γεγονός (ή γεγονότα) του παρελθόντος ή του παρόντος. Απλώς έκθεση γνώμης ή υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδών παραστάσεων. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. (β) Η απόσπαση από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε θα μπορέσει να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο ικανοποιητικό. (γ) Πέραν των δύο πρώτων συστατικών στοιχείων πρέπει να υπάρχει και η πρόθεση προς εξαπάτηση. Στο κατηγορητήριο πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός και με την προσαγόμενη μαρτυρία απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση και η απόσπαση με αυτή περιουσιακών στοιχείων, έγινε ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό το κράτος πρόθεσης προς εξαπάτηση. Όπου όμως η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει το ψευδές των παραστάσεων και την γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές τούτων είναι αρκετό για απόδειξη εκ πρώτης όψεως, ύπαρξης πρόθεσης προς εξαπάτηση αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα ακόμα και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. ΄Εχω διεξέλθει με προσοχή τόσο την προφορική μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής όσο και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της απόκτησης από τους κατηγορουμένους από τον παραπονούμενο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Δεδομένο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι υπάρχει η επιταγή της ΣΠΕ Κακοπετριάς - Γαλάτας ημ. 15/1/11 με αριθμό 23297151 για το ποσό των €15.000 που κατ' ισχυρισμό εκδόθηκε από τους κατηγορούμενους. Στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασαν από την εταιρεία Arameat Ltd αγαθά ή/και υπηρεσίες αξίας €15.000. Δεν υπάρχει όμως ίχνος μαρτυρίας ποια ήταν αυτά τα αγαθά τα οποία για απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου του αδικήματος θα μπορέσουν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Ο ΜΚ1 στην κατάθεση του τεκμήριο 1 απλώς αναφέρει ότι η επιταγή τεκμήριο 3 εκδόθηκε από τους κατηγορούμενους προς εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής τους. Κατά την αντεξέταση του μάλιστα ανέφερε ότι η επιταγή τεκμήριο 3 δόθηκε προς εξόφληση αστικής υπόθεσης ήτοι της αγωγής 1302/10. Πέραν του γεγονότος ότι η αστική αγωγή δεν μπορεί να εμπίπτει μέσα στον όρο αγαθά εντούτοις ούτε και έχουν αναφερθεί οιαδήποτε αγαθά, τα οποία θα έπρεπε να περιγράφονται με τρόπο ικανοποιητικό, αλλά ούτε και οτιδήποτε άλλο το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και το οποίο αποκτήθηκε με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία έχει αναφερθεί ότι αυτή εδράζεται επί του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε στο ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η επιταγή τεκμ. 3 όταν κατατέθηκε για πληρωμή δεν εξαργυρώθηκε καθ' ότι η υπογραφή του εκδότη διέφερε από τα δείγματα υπογραφής που διέθετε η τράπεζα που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η ΣΠΕ Κακοπετριάς - Γαλάτας. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της επιταγής υπήρχαν μερικά κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη αλλά όχι αρκετά για να εξαργυρωθεί. Είπε επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ότι από την στιγμή που η υπογραφή δεν είναι σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής που υπέγραψαν στην τράπεζα τότε αυτοί, δηλαδή η τράπεζα, είναι υπόχρεοι να την επιστρέψουν πίσω απλήρωτη. Ο ΜΚ2 επίσης κατέθεσε τόσο πιστό αντίγραφο δειγμάτων υπογραφής τεκμ. 6 όσο και κατάσταση λογαριασμού τεκμ.
- ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της μη εξόφλησης επιταγής λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής. Παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ2 είπε ότι δεν υπήρχαν αρκετά κεφάλαια για να εξαργυρωθεί χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι η επιταγή τεκμ. 3 αν δεν υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος, δεν θα εξαργυρωνόταν, ο λόγος όμως για τον οποίο η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη δεν ήταν άλλος από το γεγονός ότι η υπογραφή του εκδότη της διέφερε και τέθηκε και σχετική σφραγίδα επί του τεκμ.
- Δεν έχει τεθεί μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ακόμα και στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη της κατά τον χρόνο παρουσίασης της. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα χωρίς την απαιτούμενη επαρκή μαρτυρία. Τέλος και σε σχέση με την κατηγορουμένη 2 η κατηγορούσα αρχή δεν στοιχειοθέτησε υπόθεση εναντίον της για ακόμη ένα λόγο. Παρατηρώντας την επίδικη επιταγή τεκμ. 3 αυτή φέρει μόνο μια υπογραφή στο όνομα Χαράλαμπος Παπαχριστοφόρου. Φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο ότι εκδότης θα μπορούσε να ήταν είτε ο Χαράλαμπος Παπαχριστοφόρου είτε και η Γεωργία. Το τεκμ. 3 όμως δεν φέρει υπογραφή της Γεωργίας Παπαχριστοφόρου ούτε και έχει τεθεί μαρτυρία ότι με την υπογραφή του ο Χαράλαμπος Παπαχριστοφόρου δεσμεύει και την Γεωργία Παπαχριστοφόρου. Το μόνο που λέχθηκε ήταν από τον ΜΚ2 ότι πρόκειται για κοινό λογαριασμό. Αυτό όμως από μόνο του δεν μπορεί να σημαίνει ότι η κατηγορουμένη 2 υπέχει ποινική ευθύνη στην έκδοση επιταγής την στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία που να την συνδέει με την έκδοση της επιταγής αυτής. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και έτσι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάττονται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. Ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εκπροσωπούντο από τον ίδιο συνήγορο και η υπεράσπιση ήταν κοινή, να καταβληθεί μία καταβολή εξόδων. (Υπ.) ........................... Λ. Μουγής, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο