← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χρίστου Παναγιώτου, Αρ. Υπ.: 5845/12, 10/5/2013

Δημοκρατία ν. Χρίστου Παναγιώτου, Αρ. Υπ.: 5845/12, 10/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2013:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. Υπ.: 5845/12 Δημοκρατία v. Χρίστου Παναγιώτου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορητήριο με δύο κατηγορίες για αδικήματα, τα οποία αφορούν παραβάσεις της περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νομοθεσίας (Ν.29/77). Πρόκειται για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' (κατηγορία αρ. 1), και της κατοχής του με σκοπό την προμήθεια του σε τρίτα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 2). Η Μαρτυρία Ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο Εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.2733, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ο οποίος υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λάρνακας. Η μαρτυρία του, συνοψίζοντάς την, έχει ως ακολούθως: Στις 17/03/2012 ενημερώθηκε από το Βοηθό Υπεύθυνο της ΥΚΑΝ Λάρνακας, ότι στην περιοχή του παλαιού δρόμου Λάρνακας-Λεμεσού, μεταξύ των χωριών Κλαυδιών-Αλεθρικού, σε κάποιο σημείο μπροστά από την τρίτη ανεμογεννήτρια, πιθανόν να γινόταν διακίνηση μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης. Διορίστηκε υπεύθυνος της επιχείρησης, η οποία διοργανώθηκε από την ΥΚΑΝ προς ανακοπή και σύλληψη των δραστών. Περί η ώρα 17:00 της ίδιας ημέρας, έθεσαν υπό παρακολούθηση την ως άνω περιοχή. Ο ίδιος παρακολουθούσε το δρόμο από ύψωμα, ενώ οι Αστ.2702 και 3365, μέλη και αυτοί της ΥΚΑΝ, βρίσκονταν πεζοί στην περιοχή, με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ. Περί η ώρα 20:30 είδε ένα αυτοκίνητο να σταματά στα αριστερά του δρόμου, με κατεύθυνση προς Λεμεσό και αφού παρέμεινε εκεί για ένα λεπτό έκανε επαναστροφή και σταμάτησε ξανά μπροστά από ένα μεγάλο κυπαρίσσι, στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Μόλις είδε το αυτοκίνητο να σταματά στα αριστερά του δρόμου έδωσε οδηγίες, μέσω ασυρμάτου, στους Αστ.2702 και 3365 να μετακινηθούν προς το σημείο που σταμάτησε το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν πολύ πιο κοντά στη θέση που βρίσκονταν οι Αστ.2702 και 3365 σε σχέση με το σημείο που βρισκόταν ο ίδιος. Μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το κυπαρίσσι, είδε τον συνοδηγό του να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και να κατευθύνεται προς το κυπαρίσσι. Αμέσως μετά ενημερώθηκε από τον Αστ.2702 ότι είχε δει το πιο πάνω πρόσωπο να κάνει κινήσεις με τα πόδια του μέσα στα χόρτα, σαν κάτι να έψαχνε. Επειδή οι ως άνω κινήσεις του φάνηκαν ύποπτες, έδωσε οδηγίες στους Αστ.2702 και 3365, να ανακόψουν και να ερευνήσουν το πρόσωπο αυτό, καθώς και το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε. Ταυτόχρονα, έδωσε οδηγίες και σε άλλους συναδέλφους του να πλησιάσουν στο σημείο για να βοηθήσουν. Ο Αστ.2702 τον ενημέρωσε, μετά από λίγο, ότι τόσο τα πρόσωπα που επέβαιναν στο αυτοκίνητο όσο και το αυτοκίνητο, ερευνήθηκαν, αλλά δεν βρέθηκε οτιδήποτε επιλήψιμο. Τότε, έδωσε οδηγίες όπως το αυτοκίνητο μεταφερθεί σε άλλο σημείο για να ερευνηθεί καλύτερα, κατά τρόπο ώστε να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία τους στην περιοχή. Παράλληλα, έδωσε οδηγίες να ερευνηθεί το σημείο όπου είχε ανακοπεί ο συνοδηγός του αυτοκινήτου. Μετά από λίγο ενημερώθηκε από τον Αστ.2702, ότι σε κοντινό σημείο από εκεί που είχε ανακοπεί ο συνοδηγός του αυτοκινήτου, είχε εντοπιστεί μια συσκευασία περιτυλιγμένη με μαύρη κολλητική ταινία, που περιείχε άσπρη σκόνη, κοκαΐνη. Ενημερώθηκε επίσης, ότι ο συνοδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος, ενώ η οδηγός του ήταν κάποια Inga Parfenova, από τη Ρωσία. Αμέσως μετάβηκε στο σημείο όπου είχε εντοπιστεί η κοκαΐνη. Στο ίδιο σημείο μεταφέρθηκε και ο Κατηγορούμενος με την Parfenova. Ο Αστ.2702 τους υπέδειξε τη συσκευασία και το σημείο που εντοπίστηκε, τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε επί λέξει: «εμένα έστειλε με κάποιος δαμέ γιατί ήσιε κάτι πράματα τζιαι είπε μου να κατουρήσω για να δω αν έσιει Αστυνομία τζιαι να του πω». Η Parfenova δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος και η Parfenova μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας για ανάκριση. Μεταξύ των ωρών 21:15 - 22:40, ανέκρινε προφορικά τον Κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι κάποιος γνωστός του, ονόματι Σταύρος, με αριθμό τηλεφώνου 97645863, τον είχε στείλει στο συγκεκριμένο σημείο, με σκοπό να δει κατά πόσο στο σημείο εκείνο υπήρχε Αστυνομία και να του τηλεφωνήσει, να του το πει, επειδή όπως του είπε, υπήρχαν κάτι πράγματα εκεί, χωρίς όμως να του διευκρινίσει τι πράγματα υπήρχαν. Ο Κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να μεταβεί ξανά στο συγκεκριμένο σημείο με τη συνοδεία της Αστυνομίας και να τηλεφωνήσει στο Σταύρο, στο ως άνω τηλέφωνο, για να του αναφέρει ότι το σημείο ήταν καθαρό και να πάει, είτε αυτός είτε κάποιος άλλος, να παραλάβει την κοκαΐνη, με σκοπό να συλληφθεί από την Αστυνομία. Περί η ώρα 23:07, μετέβηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο στο σημείο όπου είχε εντοπιστεί προηγουμένως η κοκαΐνη. Ο Κατηγορούμενος, από το ως άνω σημείο, τηλεφώνησε στο Σταύρο και του ανέφερε ότι είχε πάει εκεί, ότι ήταν «εντάξει» και μεταξύ τους έγινε μια σύντομη συνομιλία. Στη συνέχεια, περί η ώρα 23:12, ενώ επέστρεφε μαζί με τον Κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε κλήση από τον Σταύρο, ο οποίος τον ρώτησε αν ήταν σίγουρα «εντάξει» και αν όλα ήταν καλά. Η παρακολούθηση της περιοχής συνεχίστηκε από τους Αστ.2702, 3365 και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ, έτσι ώστε να εντοπιζόταν το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πιθανόν να προσέγγιζαν το σημείο όπου είχε ανευρεθεί η κοκαΐνη, για να την παραλάβουν. Περί η ώρα 01:30 της 18/03/2012, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, για όλα τα αδικήματα που διερευνούσε εναντίον του, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, τον πληροφόρησε για τα δικαιώματά του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε, επί λέξει: «εγώ είπα σας ότι εστείλαν με τζιαμε που ήβρετε τα ναρκωτικά για να τσιεκκάρω μόνο αν έσιει Αστυνομία». Πέραν της ως άνω μαρτυρίας, κατατέθηκε, ως Τεκμήριο, η γραπτή κατάθεση του Αστ.2702, Λεωνίδα Λεωνίδου, της ΥΚΑΝ Λάρνακας, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της (βλέπε το Τεκμήριο 3). Στην ως άνω κατάθεσή του, αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις 17/03/2012, περί η ώρα 17:00, μαζί με τον ΜΚ, τον Αστ.3365 και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακας, έθεσαν υπό παρακολούθηση την περιοχή του παλαιού δρόμου Λάρνακας-Λεμεσού, μεταξύ των χωριών Κλαυδιών-Αλεθρικού, μετά από πληροφορία ότι στην πιο πάνω περιοχή θα γινόταν διακίνηση κοκαΐνης. Ο ΜΚ τους έδωσε οδηγίες όπως παραμείνουν πεζοί σε χωράφια που γειτνιάζουν με τον ως άνω δρόμο και σε περίπτωση που παρατηρείτο οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση να επενέβαιναν για τη σύλληψη των δραστών. Περί η ώρα 20:30, ο ΜΚ τους ενημέρωσε, μέσω ασυρμάτου, ότι είχε δει από το σημείο που βρισκόταν ένα αυτοκίνητο να σταματά σε κοντινή απόσταση από εκεί που βρίσκονταν και τους είπε να είναι σε εγρήγορση, επειδή το αυτοκίνητο του φάνηκε ύποπτο. Μετά από λίγο, τους ανέφερε ότι το ύποπτο αυτοκίνητο έκανε επαναστροφή και επέστρεφε προς το μέρος τους. Αμέσως είδε το ως άνω αυτοκίνητο να σταματά στην αριστερή πλευρά του δρόμου, με κατεύθυνση τη Λάρνακα, μπροστά από ένα μεγάλο κυπαρίσσι. Πρόσεξε ότι στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο άτομα. Μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο, ο συνοδηγός του κατέβηκε από αυτό και αφού κινήθηκε στο πλευρό και πίσω από το κυπαρίσσι, επέστρεψε προς το αυτοκίνητο. Ενημέρωσε τότε τον ΜΚ για τα όσα είδε και αυτός του έδωσε οδηγίες να ανακόψουν και να ερευνήσουν τους επιβαίνοντες καθώς και το αυτοκίνητο. Μόλις πλησίασε το συνοδηγό του αυτοκινήτου, του φώναξε: «Αστυνομία», του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Τον πληροφόρησε ότι είχε πρόθεση να τον ερευνήσει, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός του απάντησε: «Εντάξει». Ερεύνησε τον Κατηγορούμενο, χωρίς να βρει οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του. Ο Αστ.3365 ερεύνησε το αυτοκίνητο, χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε σε αυτό. Αφού ενημέρωσε τον ΜΚ για τις ως άνω ενέργειες, πήρε οδηγίες από αυτόν όπως το αυτοκίνητο και οι επιβαίνοντες μεταφερθούν σε άλλο χώρο για να ερευνηθούν πιο σχολαστικά. Επίσης, του έδωσε οδηγίες όπως ερευνήσουν το χώρο που θεάθηκε να κινείται ο Κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα που έκανε πίσω από το κυπαρίσσι, εντόπισε κάτω από μια τσιμεντένια πλάκα, μια συσκευασία, η οποία ήταν περιτυλιγμένη με μαύρη κολλητική ταινία, η οποία, όπως διαπίστωσε, περιείχε άσπρη σκόνη, κοκαΐνη. Ενημέρωσε αμέσως τον ΜΚ για την ανεύρεση της συσκευασίας και μετά από λίγο ο ΜΚ ήρθε στο μέρος μαζί με τον Κατηγορούμενο και την Parfenova, που όπως διαπιστώθηκε ήταν το άλλο πρόσωπο, το οποίο επέβαινε στο αυτοκίνητο. Τους υπέδειξε τη συσκευασία με το περιεχόμενό της, τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος του απάντησε: «εμένα έστειλε με κάποιος δαμέ γιατί είσιε κάτι πράματα τζιαι είπε μου να κατουρήσω για να δω αν έσιει Αστυνομία τζιαι να του πω». Η Parfenova δεν απάντησε οτιδήποτε. Περί η ώρα 23:10, ο ΜΚ τον ενημέρωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε έρθει σε τηλεφωνική επαφή με κάποιο πρόσωπο, το οποίο ήταν, είτε ο προμηθευτής των ναρκωτικών, είτε ο παραλήπτης τους και υπήρχε πιθανότητα να προσέγγιζε το σημείο. Παρέμεινε στην περιοχή μαζί με τον Αστ.3365 και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ, μέχρι η ώρα 09:00 της επόμενης μέρας, χωρίς να παρατηρηθεί οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι τα ναρκωτικά που αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση του Αστ. Λεωνίδου, είναι αυτά που αναφέρονται στην Έκθεση του Κρατικού Χημείου (βλ. το Τεκμήριο 1), η οποία κατατέθηκε προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω Έκθεσης, η συσκευασία που εντοπίστηκε από τον Αστ. Λεωνίδου, περιείχε κοκαΐνη βάρους 1630γρ. Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε δήλωση από τη θέση του. Η δήλωσή του, μεταφρασμένη στα ελληνικά, έχει ως ακολούθως: «Όπως είπα και στους Αστυνομικούς, τη στιγμή της σύλληψής μου ήταν ο Σταύρος που μου είχε πει να πάω σε εκείνο το μέρος. Ο Σταύρος μου είπε ότι σε εκείνο το μέρος υπήρχε κάτι. Αλλά ποτέ δε μου είχε πει τι ήταν εκείνο το κάτι. Μου ζήτησε να πάω σε εκείνο το χώρο και να προσποιηθώ ότι ουρούσα και να παρατηρήσω, να εξετάσω, αν υπήρχε Αστυνομία στην περιοχή και να τον πληροφορήσω. Δεν είδα ποτέ τα ναρκωτικά. Δεν είχα ποτέ κατοχή αυτών. Κατ' ακρίβεια δεν ήξερα ότι υπήρχαν ναρκωτικά στο χώρο. Μετά που οι Αστυνομικοί βρήκαν τα ναρκωτικά μου ζήτησαν να συνεργαστώ μαζί τους και να τους βοηθήσω ως ότου να αποδειχτεί η υπόθεση εναντίον του Σταύρου. Ο κ. Βρυώνης μου είπε ότι μετά από τη σύλληψη του Σταύρου δε θα υπήρχε υπόθεση εναντίον μου. Όντως συνεργάστηκα με την Αστυνομία. Έκανα ό,τι ακριβώς μου είπε ο Βρυώνης ούτως ώστε να το βοηθήσω να συλληφθεί ο Σταύρος. Ο Σταύρος συνελήφθηκε τελικά για την υπόθεση και η υπόθεσή του ακόμα εκκρεμεί σ' αυτό το Δικαστήριο. Παρ' όλες τις υποσχέσεις της Αστυνομίας είμαι εδώ και η Αστυνομία ξέρει ότι δεν ήμουν αναμειγμένος. Είμαι αθώος». Τελικές Αγορεύσεις Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία τους ενώπιον του Δικαστηρίου, εστίασαν την προσοχή τους στο κατά πόσο, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί η κατοχή των επίδικων ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο. Δικαιολογημένα, θα λέγαμε, εστίασαν την προσοχή τους στο σημείο αυτό, λόγω της θεμελιώδους σημασίας που ενέχει στη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι έχει αποδειχθεί, τόσο η φυσική κατοχή, όσο και ο παράλληλος έλεγχος των επίδικων ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο, που αποτελούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία της έννοιας της κατοχής. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Γεωργίου υποστήριξε ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε η φυσική κατοχή που αποτελεί το actus reus, ούτε και η γνώση του Κατηγορουμένου, που συνιστά το mens rea, στοιχεία τα οποία, κατά την εισήγησή του, θα πρέπει αναγκαστικά να συνυπάρχουν για να αποδειχθεί η κατοχή, όπως επιτάσσει η επί του ζητήματος νομολογία. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παρακολουθήσαμε με την επιβαλλόμενη προσοχή το μοναδικό μάρτυρα να καταθέτει ενώπιόν μας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αξιολόγησή του δεν περιορίστηκε στην εξωτερική μόνο εντύπωση που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής του, την οποία αντιπαραβάλαμε με το ενώπιόν μας αδιαμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό (βλ. Αντωνίου v. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Ο μάρτυρας αυτός, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, αλλά και ο υπεύθυνος της επιχείρησης, η οποία διοργανώθηκε από την ΥΚΑΝ, για εντοπισμό και σύλληψη των δραστών της πιθανής διακίνησης των ναρκωτικών. Κρίνεται ως αντικειμενικός, αμερόληπτος και χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Αποδεχόμαστε ότι ο από μέρους του χειρισμός της υπόθεσης υπήρξε ακριβοδίκαιος, χωρίς να παραλείψει οτιδήποτε, το οποίο θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την ακεραιότητα και αμεροληψία του. Όσον αφορά την εμπλοκή του στην επιχείρηση που διοργανώθηκε από την ΥΚΑΝ, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι περιέγραψε τα γεγονότα, τα οποία περιήλθαν στην αντίληψή του, με σαφήνεια, λιτότητα, χωρίς δισταγμό και αμφιταλαντεύσεις. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε αρμονία με την ενώπιόν μας κοινά αποδεκτή μαρτυρία. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνουμε ότι υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποδεχόμαστε, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι η μαρτυρία του εκφράζει τα πραγματικά γεγονότα. Το μοναδικό σημείο από τη μαρτυρία του, το οποίο δεν θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε, είναι το ότι κατά την παρακολούθηση πληροφορήθηκε από τον Αστ.2702, ότι αυτός είχε δει τον Κατηγορούμενο να κάνει κινήσεις με τα πόδια του στα χόρτα, σαν κάτι να έψαχνε. Ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει έρεισμα στη γραπτή κατάθεση του Αστ.2702, η οποία υπενθυμίζουμε ότι κατατέθηκε προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Επισημαίνουμε ότι αυτό το οποίο αναφέρεται στην κατάθεση του Αστ.2702, είναι ότι είχε δει το συνοδηγό του αυτοκινήτου, δηλαδή τον Κατηγορούμενο, να κατεβαίνει από αυτό και αφού κινήθηκε στο πλευρό και πίσω από το κυπαρίσσι, επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Ενόψει του ότι το σημείο αυτό της μαρτυρίας του συγκρούεται με τα παραδεκτά γεγονότα, δεν θα το λάβουμε υπόψη μας (Γιαννίδης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143, ΚΟΤ v. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Με βάση την ενώπιόν μας μαρτυρία, καταλήγουμε στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 17/03/2012, περί η ώρα 17:00, ο ΜΚ μαζί με τον Αστ.2702 και άλλα μέλη της ΥΚΑΝ Λάρνακας, έθεσαν υπό παρακολούθηση την αγροτική περιοχή, παρά τον παλαιό δρόμο Λάρνακας-Λεμεσού, μεταξύ των χωριών Κλαυδιών-Αλεθρικού, μετά από πληροφορία που λήφθηκε ότι στην ως άνω περιοχή θα γινόταν διακίνηση κοκαΐνης. Ο ΜΚ ήταν παρατηρητής από ύψωμα της περιοχής και έλεγχε το δρόμο. Οι Αστ.2702 και 3365, βρίσκονταν πεζοί σε χωράφια που γειτνιάζουν με τον ως άνω δρόμο, μπροστά από την τρίτη ανεμογεννήτρια που βρίσκεται σε ύψωμα της περιοχής. Γύρω στις 20:30, ο ΜΚ πρόσεξε ένα αυτοκίνητο να σταματά στα αριστερά του δρόμου, με κατεύθυνση προς Λεμεσό και αφού παρέμεινε εκεί για ένα λεπτό, έκανε επαναστροφή και σταμάτησε μπροστά από ένα μεγάλο κυπαρίσσι, στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν δύο πρόσωπα, που εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο που καθόταν στη θέση του συνοδηγού και κάποια Inga Parfenova, που καθόταν στη θέση του οδηγού. Μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε τη δεύτερη φορά, κατέβηκε από αυτό ο Κατηγορούμενος και αφού κινήθηκε στο πλευρό και πίσω από το κυπαρίσσι, επέστρεψε στο αυτοκίνητο. Ο Αστ.2702 ενημέρωσε σχετικά τον ΜΚ για τις ως άνω κινήσεις και αυτός του έδωσε οδηγίες όπως ανακόψουν και ερευνήσουν, τόσο το αυτοκίνητο, όσο και τους επιβαίνοντες σ' αυτό. Μόλις ο Αστ.2702 πλησίασε το συνοδηγό του αυτοκινήτου, του φώναξε «Αστυνομία», του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Τον ερεύνησε, χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε παράνομο στην κατοχή του. Ούτε στο αυτοκίνητο βρέθηκε οτιδήποτε επιλήψιμο. Κατόπιν αυτού, το αυτοκίνητο και οι επιβαίνοντες σ' αυτό μεταφέρθηκαν σε άλλο σημείο της περιοχής, ενώ ο Αστ.2702, κατόπιν οδηγιών του ΜΚ, ερεύνησε το χώρο στον οποίο θεάθηκε να κινείται ο Κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα, ο Αστ.2702 εντόπισε πίσω από το κυπαρίσσι, κάτω από μια τσιμεντένια πλάκα, μια συσκευασία περιτυλιγμένη με μαύρη κολλητική ταινία, η οποία, όπως διαπιστώθηκε, περιείχε 1630γρ. κοκαΐνη. Η ως άνω συσκευασία υπεδείχθη από τον Αστ.2702 στον Κατηγορούμενο και αφού του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε επί λέξει: «εμένα έστειλε με κάποιος δαμέ γιατί είσιε κάτι πράματα τζιαι είπε μου να κατουρήσω για να δω αν έσιει Αστυνομία τζιαι να του πω». Η παρακολούθηση του μέρους συνεχίστηκε από τους Αστ.2702 και 3365, κατά τρόπο ώστε να ανακόπτετο και να ερευνάτο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που θα προσπαθούσε να προσεγγίσει το σημείο στο οποίο εντοπίστηκαν τα ως άνω ναρκωτικά. Περί ώρα 23:10, ο ΜΚ ενημέρωσε τον Αστ.2702 ότι ο Κατηγορούμενος είχε έρθει σε τηλεφωνική επαφή με κάποιο πρόσωπο, το οποίο ήταν είτε ο προμηθευτής, είτε ο παραλήπτης των ναρκωτικών και υπήρχε πιθανότητα να προσεγγίσει το σημείο. Στις 18/03/2012, περί ώρα 01:30, ο ΜΚ συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον Κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος του απάντησε: «εγώ είπα σας ότι εστείλαν με τζιαμέ που ήβρετε τα ναρκωτικά για να τσιεκκάρω μόνο αν έσιει Αστυνομία». Νομική Ανάλυση Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κατηγορία αρ.1 αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Α, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 6
(1), 6
(2), 30, 31 και 38 και παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77, όπως έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 67/83, 20
(1)/92, 91
(1)/2003 και των Κ.Δ.Π. 139/79, 277/86 και 4/96. Η κατηγορία αρ.2 αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 5
(1), 6
(3), 26, 30Α, 31 και 38 και της παραγράφου 1 του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του ίδιου νομοθετήματος. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αρ.1 αποδίδουν στον Κατηγορούμενο ότι στις 17/03/2012, στη Λάρνακα, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α, ήτοι 1630γρ. κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ενώ οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αρ.2 του αποδίδουν ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο είχε στην κατοχή του την ως άνω ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Αυτό το οποίο πρωτίστως θα πρέπει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο από την προσαχθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, το συστατικό στοιχείο της κατοχής των επίδικων ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο. Υπενθυμίζουμε ότι το στοιχείο αυτό αποτέλεσε το βασικό σημείο αντιπαράθεσης των δύο πλευρών. Η θέση την οποία ο Κατηγορούμενος προέβαλε στις διάφορες προφορικές δηλώσεις του προς την Αστυνομία, καθώς και στην ανώμοτη δήλωσή του, ήταν ότι είχε πάει στο συγκεκριμένο μέρος όπου εντοπίστηκαν τα επίδικα ναρκωτικά, κατόπιν οδηγιών τρίτου προσώπου, το οποίο κατονόμασε, με σκοπό να διαπιστώσει αν υπήρχε Αστυνομία εκεί και να τον ενημερώσει σχετικά. Το τρίτο πρόσωπο του ανέφερε ότι στο μέρος υπήρχαν κάποια πράγματα, χωρίς όμως να του διευκρινίσει τι υπήρχε συγκεκριμένα. Δεν γνώριζε ότι επρόκειτο για ναρκωτικά. Στο σημείο αυτό θεωρούμε ορθό να υπενθυμίσουμε τις αρχές που διέπουν την αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά και θα πρέπει να αντικρίζεται σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Η αξία της είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R.97 και Ιωάννου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Κώστας Κοσμάς Κούκος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 125/2010, ημερ.20/02/2012, η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Όμως, η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσεως του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. (Βλέπε επίσης Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 και Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 36/10 και 37/10, ημερ.23/05/2011.) Στην υπόθεση Λαζάρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), στη σελ.671, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια της «κατοχής»: «Κατοχή» σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο «κατοχή» η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256).» Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Θάνος Μιχαήλ v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση, αρ. 13/2011, ημερ.26/04/2012. Αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό, είναι ότι ο Κατηγορούμενος μετά που κατέβηκε από το αυτοκίνητο δεν είχε έρθει σε φυσική επαφή με τη συσκευασία, η οποία περιείχε τα επίδικα ναρκωτικά, η οποία, υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τα ευρήματά μας, ήταν κρυμμένη κάτω από μια τσιμεντένια πλάκα, πίσω από το κυπαρίσσι, κοντά στο οποίο θεάθηκε ο Κατηγορούμενος. Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του, είναι η παρουσία του για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στο χώρο που εντοπίστηκαν τα επίδικα ναρκωτικά. Η παρουσία του όμως στον τόπο αυτό, δεν μπορεί αφ' εαυτής να μας οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ότι είχε αποκτήσει τη φυσική κατοχή των επίδικων ναρκωτικών. Η παρουσία του, μόνο εύλογες υποψίες θα μπορούσε να μας δημιουργήσει, σε σχέση με το ρόλο του Κατηγορουμένου, οι οποίες, αναμφίβολα, δεν αρκούν για να οδηγήσουν σε καταδίκη (Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Επί του προκειμένου, παρατηρούμε ότι η δήλωση του Κατηγορουμένου ότι είχε πάει στο συγκεκριμένο μέρος για να εξετάσει αν υπήρχε εκεί Αστυνομία, δεν φαίνεται να αντικρούεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Καθίσταται λοιπόν φανερό, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε την άμεση φυσική φύλαξη των επίδικων ναρκωτικών. Σε περίπτωση που η κατάληξή μας ήταν η αντίθετη, το βάρος τότε θα μετατίθετο στον Κατηγορούμενο, σύμφωνα με τη νομολογία μας, για να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια αμφιβολία ή έστω υποψία, ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποψιάζεται ότι η ανακαλυφθείσα, από τον Αστ.2702, συσκευασία, περιείχε ναρκωτικές ουσίες (Κώστας Κοσμά Κούκος v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μας μαρτυρία, η οποία θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος είχε τον έλεγχο των επίδικων ναρκωτικών, παρά το ότι δεν είχε την άμεση φυσική φύλαξή τους, όπως καθορίζει το Άρθρο 3
(2)του Νόμου29/77. Ελλείπει η μαρτυρία εκείνη από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα γνώσης του Κατηγορουμένου, ότι στο συγκεκριμένο χώρο βρίσκονταν τα επίδικα ναρκωτικά. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Κατηγορούμενος με την υπεράσπισή του προέβαλε ότι δεν γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο χώρο υπήρχαν ναρκωτικά. Αυτό το οποίο του αναφέρθηκε, όπως ισχυρίστηκε, από το πρόσωπο που του έδωσε οδηγίες να πάει στο συγκεκριμένο χώρο, ήταν ότι εκεί υπήρχαν κάποια πράγματα, χωρίς όμως να του διευκρινιστεί τι συγκεκριμένα υπήρχε. Όπως είναι νομολογημένο, επειδή το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. τις υποθέσεις Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295 και Φανιέρος v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110). Θα πρέπει επίσης να κάνουμε αναφορά στην υπόθεση Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, όπου αναφέρθηκε στη σελ.728 ότι η γνώση, όπως και η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδύεται μέσα από τα παρουσιασθέντα γεγονότα στο βαθμό που αυτά καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Σχετική είναι και η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388, στην οποία αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη και η διαπίστωση της κατοχής ναρκωτικών ουσιών όπως και η πιστοποίηση της αναγκαίας γνώσης ως προς το περιεχόμενο, εξάγεται πλειστάκις από περιστατική μαρτυρία, η οποία εξίσου οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα. Αναφορικά με τη σημασία της περιστατικής μαρτυρίας, θα παραπέμψουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεόδωρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 15: «Δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Τα σκόρπια μέρη της μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, υπόθεση εμπρησμού φαρμακείου από τον ιδιοκτήτη του, που τα μεμονωμένα στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας δεν οδηγούσαν πουθενά. Όμως η σωρευτική τους θεώρηση δημιούργησε τέτοια αξιοθαύμαστη συνοχή που κατέστησε αναπόφευκτη την καταδίκη. Παραπέμπουμε επίσης στην Khadar & Another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132, Ξυδιάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174 και Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 ΑΑΔ 708.». Στην υπό εξέταση υπόθεση, η όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει με ασφάλεια τη γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο συγκεκριμένο τόπο. Είμαστε της άποψης ότι το γεγονός και μόνο ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο τόπο υπήρχαν κάποια πράγματα και ότι πήγαινε με σκοπό να δει αν υπήρχε Αστυνομία εκεί, δεν θα μπορούσε, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, να μας οδηγήσει με ασφάλεια σε εύρημα ότι γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα πράγματα ήταν ναρκωτικά. Επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μας μαρτυρία ότι προέβηκε σε οποιεσδήποτε κινήσεις, όταν πλησίασε το κυπαρίσσι, για να εντοπίσει τη συσκευασία με τα ναρκωτικά, από τις οποίες θα μπορούσε να διαφανεί η γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο. Μια τέτοια κίνηση θα ήταν, για παράδειγμα, το ανασήκωμα της πλάκας, κάτω από την οποία βρίσκονταν κρυμμένα τα ναρκωτικά. Στην υπόθεση Σιβιτανίδης κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.36/10 και 37/10, ημερ.23/05/2011, για να καταλήξει το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ευρήματα ότι οι Εφεσείοντες γνώριζαν την ύπαρξη των επίδικων ναρκωτικών στο μέρος που εντοπίστηκαν από την Αστυνομία και κατ' επέκταση ότι είχαν τον έλεγχό τους, έλαβε υπόψη του, πέρα από την παρουσία των Εφεσειόντων στο συγκεκριμένο μέρος, που ας σημειωθεί επρόκειτο για χωράφι που καλλιεργούσε ο Εφεσείων 1, το γεγονός ότι ο Εφεσείων 1, με τη βοήθεια φανού που κρατούσε ο Εφεσείων 2, έγινε αντιληπτός να σκάβει με τα χέρια του και να απομακρύνει πέτρες που κάλυπταν τα κρυμμένα ναρκωτικά. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε οποιαδήποτε κίνηση που να φανερώνει προσπάθειά του, να ανακαλύψει πού ακριβώς βρίσκονταν κρυμμένα τα επίδικα ναρκωτικά. Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι το Δικαστήριο, για το λόγο που επεξήγησε σε προγενέστερο σημείο της απόφασής του, απέρριψε τον ισχυρισμό του ΜΚ ότι του είχε λεχθεί από τον Αστ.2702, ότι είδε τον Κατηγορούμενο να κάνει κινήσεις με τα πόδια του, σαν να έψαχνε κάτι. Στο σημείο αυτό, παρενθετικά αξίζει να αναφέρουμε, ότι ο Κατηγορούμενος σε κατάθεσή του που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 27/03/2012, παραδέχεται ότι το πρόσωπο που του έδωσε οδηγίες να πάει στο συγκεκριμένο τόπο, τον ενημέρωσε ότι εκεί είχε κρύψει κοκαΐνη, την οποία ο Κατηγορούμενος θα μετέφερε, με βάση τις οδηγίες που θα του έδινε το ως άνω πρόσωπο. Το Δικαστήριο όμως, με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 25/02/2013, κατόπιν δίκης εντός δίκης, απέρριψε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για την κατάθεση ως Τεκμηρίου της υπό αναφορά κατάθεσης, για το λόγο ότι, όπως καταλήξαμε, δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Κατηγορουμένου. Φυσικά, δεν παραγνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό περιεχόμενο της κατάθεσης του Αστ.2702, Λεωνίδου, με βάση την ενημέρωση που είχε από τον ΜΚ, περί ώρα 23:10, ο Κατηγορούμενος είχε έρθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιο πρόσωπο το οποίο ήταν, είτε ο προμηθευτής, είτε ο παραλήπτης των επίδικων ναρκωτικών. Είμαστε της άποψης ότι το γεγονός αυτό δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, για το λόγο ότι έλαβε χώρα μετά που ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε ότι είχαν βρεθεί τα επίδικα ναρκωτικά, τα οποία υπενθυμίζουμε, ότι του υποδείχθηκαν από τον Αστ.2702. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί πλέον ότι τα «πράγματα» για τα οποία του έκανε λόγο το πρόσωπο που τον έστειλε στο συγκεκριμένο μέρος, ήταν ναρκωτικά και με αυτή την αντίληψη θα πρέπει να είχε γίνει αναφορά σε προμηθευτή ή παραλήπτη των ναρκωτικών. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, για να αποδειχθεί ο έλεγχος των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί η γνώση του, ότι αυτά βρίσκονται σε συγκεκριμένο μέρος (Σιβιτανίδης κ.α. v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Στην υπό εξέταση υπόθεση, για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, η ενώπιόν μας μαρτυρία δεν θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε λογική κατάληξη ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο μέρος υπήρχαν τα επίδικα ναρκωτικά. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βάσος Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428, όπου η καταδίκη στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί εκεί ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. Τελική κατάληξή μας είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, το συστατικό στοιχείο της κατοχής των επίδικων ναρκωτικών, από τον Κατηγορούμενο. Κατ' επέκταση, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναμφίβολα, η κατοχή αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο Κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ................................... Χ. Ι. Πογιατζής , Π.Ε.Δ. (Υπ.) ...................................... Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................................. Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.